Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1542 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Πολιτική αγωγή, Εφέσεως απαράδεκτο.




Περίληψη:
Αίτηση αναιρέσεως Εισαγγελέως Αρείου Πάγου (άρθρ. 483§3, 479§2, 483§3). Η περιεχόμενη στην έγκληση δήλωση της αναιρεσείουσας εταιρίας, ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα για τη ζημία την οποία υπέστη, έχει προδήλως την έννοια της ασκήσεως της εκ του άρθρου 914 ΑΚ αξιώσεως αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία. Αναιρείται το προσβαλλόμενο βούλευμα διότι παρά τον νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση της αναιρεσείουσας, κρίνον ότι η άνω δήλωσή της δεν συνιστούσε νόμιμο παράσταση πολιτικής αγωγής, καθώς δεν καθορίζεται το είδος της ζημίας που υπέστη.




Αριθμός 1542/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του 2295/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1) Χ1, κάτοικο ... και 2) Χ2, κάτοικο ... και με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία "ΖΩΓΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 3/16.01.2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 93/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 122/03.04.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγουμε την από 16-1-2009 υπ'αριθμ. 3 αναίρεσή μας κατά του υπ'αριθμ. 2295/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και προτείνουμε να γίνει δεκτή η άνω αναίρεσή μας διότι οι αναφερόμενοι σ'αυτή λόγοι είναι ορθοί, νόμιμοι και βάσιμοι.
Αθήνα 3 Μαρτίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κονταξής"

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 483 § 3 εδ. α' Κ.Π.Δ. "Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος με σχετική δήλωση στο γραμματέα του Αρείου Πάγου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 479 ..." ήτοι μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την έκδοσή του (άρθρο 306). Οι διατάξεις των άνω άρθρων 483 § 3 και 479 § 2 είναι ειδικές έναντι της § 1 του άρθρου 473 Κ.Π.Δ. και ούτως ο εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου ασκεί αναίρεση κατά οιουδήποτε βουλεύματος του συμβουλίου εφετών, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 § 2 από την έκδοσή του, δηλαδή εις πάσα περίπτωση, εκτός εάν ο νόμος ρητώς απαγορεύει αυτή. Η αντικατάσταση του άρθρου 476 § 2 Κ.Π.Δ., κατά το οποίο "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση", με το άρθρο 38 Ν. 3160/30-6-2003 "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση", ήτοι η απάλειψη της φράσεως "ή του βουλεύματος" αφορά μόνο τον διάδικο, του οποίου απερρίφθη το ένδικο μέσο κατά βουλεύματος ως απαράδεκτο, και όχι τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αφού το εδ. α' της § 3 του άνω άρθρου 483 δεν εθίγη υπό του άρθρου 41 του άνω νόμου (3160/2003) σχετικά δηλαδή με την δυνατότητα του εισαγγελέως του Αρείου Πάγου να ασκήσει αναίρεση κατά οιουδήποτε βουλεύματος.
Συνεπώς η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως του εισαγγελέως του Αρείου Πάγου κατά του υπ'αριθμ. 2295/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίον απερρίφθη παρά το νόμο ως απαράδεκτη η έφεση της Αν. Εταιρίας "ΖΩΓΑΣ Α.Ε." κατά του υπ'αριθμ. 826/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών (άρθρ. 484 § 1 στοιχ. ε' Κ.Π.Δ.) έχει ασκηθεί νομοτύπως με δήλωση στο γραμματέα του Αρείου Πάγου και εμπροθέσμως εντός μηνός από της κατά την 17 Δεκεμβρίου 2008 εκδόσεώς του κατά τα άνω άρθρα και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Κατά το άρθρο 463 Κ.Π.Δ. "ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, κατά δε το άρθρο 480 ιδίου Κώδικος "ο πολιτικώς ενάγων μπορεί να ασκήσει έφεση κατά των βουλευμάτων του συμβουλίου Πλημμελειοδικών, όταν πρόκειται για κακούργημα και μόνο στις περιπτώσεις β' γ' και δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 479". Εκ των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι παρέχεται το δικαίωμα στον πολιτικώς ενάγοντα να ασκήσει έφεση κατά του βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών, που αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου, εφ' όσον πριν από την έκδοσή του εδήλωσεν ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων και δεν απεβλήθη της ποινικής διαδικασίας. Εξ άλλου από τα άρθρα 63, 83 § 1 και 84 Κ.Π.Δ. συνάγεται ότι η δήλωση παραστάσεως ως πολιτικώς ενάγοντος του εκ του εγκλήματος παθόντος, η οποία σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 83 § 1 γίνεται είτε με την έγκληση, είτε με άλλο έγγραφο συντασσόμενο μέχρι την περάτωση της ανακρίσεως, πρέπει να περιέχει με ποινή απαραδέκτου, και το είδος της ζημίας, που έχει υποστεί ο εκ του εγκλήματος παθών. Δηλαδή εάν πρόκειται περί αποζημιώσεως λόγω υλικής ζημίας ή περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης κατά τα άρθρα 914 ή 932 ΑΚ. Η ύπαρξη δε ή η ανυπαρξία της διαδικαστικής αυτής προϋποθέσεως ερευνάται και αυτεπαγγέλτως και σε οποιαδήποτε στάση της προδικασίας από τα συμβούλια πλημμελειοδικών και εφετών αλλά και από το ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 87, 309 § 1α, 310, 317, 318 και 485 Κ.Π.Δ. Στην περίπτωση που η σχετική δήλωση περί παραστάσεως πολιτικής αγωγής περιέχεται στην έγκληση και σ'αυτήν (την τελευταία) περιλαμβάνονται τα προαναφερθέντα στοιχεία προσδιορισμού της ζημίας του, αρκεί η δήλωση του παθόντος ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων, και η δήλωση αυτή, εντεύθεν, στην περίπτωση αποζημιώσεως για υλική ζημία, θεωρείται ότι συνιστά παράσταση πολιτικής αγωγής στην ποινική δίκη για επιδίωξη αποζημιώσεως για την περιουσιακή ζημία και προς αποκατάσταση αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 2295/2008 βούλευμά του, με καθολική επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, εδέχθη στο σκεπτικό του ότι η πολιτικώς ενάγουσα εταιρία, ουδέποτε απέκτησε την τοιαύτην ιδιότητα και εκήρυξε απαράδεκτη την έφεση αυτής κατά του υπ'αριθμ. 826/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίον απεφάνθη ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των 1) Χ1 και 2) Χ2 για την πράξη της απάτης εκ της οποίας το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 € κατά συναυτουργίαν, εις βάρος της εταιρίας υπό την επωνυμίαν "ΖΩΓΑΣ Α.Ε.". Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα εδέχθη (όπως και η προς αυτό εισαγγελική πρόταση) ότι η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής, "δεν είναι νομότυπη, διότι δεν καθόρισε με την δήλωση αυτή η μηνύτρια εταιρία το είδος της ζημίας για την οποία παρίσταται αυτή, δηλαδή εάν επιδιώκει αποζημίωση για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή σωρευτικώς και τις δύο αξιώσεις". Όμως όπως προκύπτει από την από 19/11/2004 έγκληση της ΖΙΩΓΑΣ Α.Ε. το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτώς επισκοπείται για την έρευνα και απόδειξη του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως, αυτή, αφού εξέθεσε λεπτομερώς τα συγκροτούντα την μνημονευθείσα αξιόποινη πράξη πραγματικά περιστατικά, ανέφερε ακολούθως ότι "ζητούν την άσκηση ποινικής διώξεως για το αδίκημα της απάτης σε βαθμό κακουργήματος που διέπραξε δόλια προς ζημία της εταιρίας των και με αντίστοιχο όφελός τους δηλώνουν παράσταση πολιτικής αγωγής για την ζημία που έχουν υποστεί για το ποσό των 1.000 ευρώ με επιφύλαξη". Ούτως η δήλωση αυτή περί παραστάσεώς της ως πολιτικώς εναγούσης, είχε προδήλως την έννοια ότι ήσκησε την προβλεπομένη εκ του άρθρου 914 Α.Κ. αξίωση αποζημιώσεως για αποκατάσταση της προξενηθείσης σ'αυτήν περιουσιακής ζημίας.
Συνεπώς εφ' όσον το Συμβούλιο Εφετών δεν εδέχθη ότι η εγκαλούσα πολιτικώς ενάγουσα είχε αποβληθεί της ποινικής διαδικασίας, προ της εκδόσεως του πρωτοδίκου βουλεύματος, παρά τον νόμον απέρριψεν ως απαράδεκτη την έφεσή της κατ'αυτού και πρέπει, δεκτού γενομένου του μόνου λόγου αναιρέσεως, να γίνει δεκτή η κρινομένη αίτηση, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο ως άνω Συμβούλιο, (Εφετών Αθηνών), συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως (άρθρα 485, 519 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί το υπ'αριθμ. 2295/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή