Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1548 / 2013    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Παραβίαση απορρήτου προφορικής συνομιλίας.




Περίληψη:
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης και πρόσθετο λόγο κατηγορουμένου, ως αβάσιμη. 1. Αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή νόμου. 2. Ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το Εφετείο προς στήριξη της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω έγγραφα που αναγνώσθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά τους, είναι αβάσιμος (ΑΠ 343/2010).




Αριθμός 1548/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2013 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Μ. του Μ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Μίντζια, για αναίρεση της υπ' αριθ 1531/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγουσα την ’.-Μ. Θ. του Ν., κάτοικο ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Μαζαράκη.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιουλίου 2013 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στους από 13 Νοεμβρίου 2013 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 824/2013.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, κατά το άρθρο 370 Α παρ. 1 του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο Γ του ν. 1291/1982, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ.8 του ν. 3090/2002,και πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 του ν. 3674/2008, "όποιος αθέμιτα παγιδεύει ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο παρεμβαίνει σε τηλεφωνική σύνδεση ή συσκευή με σκοπό να πληροφορηθεί ή μαγνητοφωνήσει το περιεχόμενο τηλεφωνικής συνδιάλεξης μεταξύ τρίτων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Η χρησιμοποίηση από το δράστη των πληροφοριών ή μαγνητοταινιών, που αποκτήθηκαν με αυτόν τον τρόπο θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές, που θεσπίστηκαν στα πλαίσια της γενικότερης προστασίας που παρέχεται στον άνθρωπο από τα αρθρ. 2 παρ 1, 5 παρ. 1, 9 Α' και 19 του Συντάγματος και 8 της ΕΣΔΑ, για την προστασία της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής και γενικότερα της προσωπικότητας κάθε ανθρώπου, προκύπτει, ότι το προβλεπόμενο και τιμωρούμενο έγκλημα της παραβίασης απορρήτου των τηλεφωνικών συνομιλιών, δύναται να πραγματοποιηθεί με παγίδευση ή με παρέμβαση σε τηλεφωνική σύνδεση ή συσκευή κατά οποιοδήποτε τρόπο γενόμενη, η δε γνώση του περιεχόμενου της τηλεφωνικής συνδιάλεξης ή η μαγνητοφώνηση αυτής να γίνεται κατά τρόπο αθέμιτο, δηλαδή χωρίς σχετικό δικαίωμα του δράστη, παρεχόμενο από τη διάταξη νόμου ή τη συναίνεση εκείνου που ομιλεί. Στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού περιλαμβάνεται υπαλλακτικώς η "παγίδευση ή η με οποιοδήποτε άλλο τρόπο παρέμβαση του δράστη" σε τηλεφωνική σύνδεση ή συσκευή. Ως "παγίδευση" νοείται η χρησιμοποίηση τεχνικού ακουστικού μέσου σε άμεση επαφή με την τηλεφωνική σύνδεση ή συσκευή, ενώ ο δεύτερος τρόπος πραγμάτωσης της εγκληματικής συμπεριφοράς περιλαμβάνει κάθε άλλη προσβολή της τηλεφωνικής επικοινωνίας, που δεν απαιτεί κατ' ανάγκη άμεση επαφή του τεχνικού ακουστικού μέσου με τη σύνδεση ή τη συσκευή. Υποκειμενικώς απαιτείται άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση ότι πρόκειται για τηλεφωνική συνδιάλεξη μεταξύ τρίτων και τη θέληση της παγίδευσης ή επέμβασης σε τηλεφωνική σύνδεση ή συσκευή, με σκοπό να πληροφορηθεί ο δράστης το περιεχόμενο της συνομιλίας τρίτων ή να το μαγνητοφωνήσει. Το έγκλημα είναι τετελεσμένο από τη στιγμή που θα συντελεστεί η παγίδευση ή η κατά οποιοδήποτε τρόπο παρέμβαση του δράστη και δεν απαιτείται και η πραγμάτωση του σκοπού του. Το αθέμιτο της παγίδευσης ή της παρέμβασης προκύπτει από την παγίδευση ή την ίδια την παρέμβαση, αν δε ο δράστης προβάλλει το θεμιτό αυτής, όπως στην περίπτωση συναίνεσης των τηλεφωνικώς συνδιαλεγόμενων ή νόμιμης επέμβασής του, κατά διάταξη νόμου ή άδεια δικαστικής αρχής, οφείλει να αποδείξει τον ισχυρισμό του αυτό, που αποτελεί εξαίρεση από τον κανόνα. Η μαγνητοφώνηση συνομιλίας αποτελεί μορφή της πληροφόρησης του δράστη για την τηλεφωνική συνδιάλεξη τρίτων, αφού και αυτή τελικά καταλήγει στην "ακρόαση" της συνομιλίας τούτων, η οποία "ακρόαση" αποδίδεται στην ως άνω διάταξη με τον όρο "πληροφόρηση".
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με τα διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα μόνον αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά λόγο αναίρεσης, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Ε' ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο, για την ορθή εφαρμογή του νόμου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη με αρ. 1531/2012 προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, ότι από τα μνημονευόμενα σε αυτή, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, την χωρίς όρκο εξέταση της πολιτικώς ενάγουσας, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του πρώτου κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία και συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις 22-9-2005, περί ώρα 10.00 ο τεχνικός υπάλληλος του ΟΤΕ Νίκαιας Ε. Κ., σε εκτέλεση σχετικής εντολής του Προϊσταμένου του, μετέβη στο KV που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ... και ... στη .., προκειμένου να πραγματοποιήσει το ζητούμενο, με την από 21-9-2005 αίτησης της εγκαλούσας ’.-Μ. Θ., έλεγχο παρακολούθησης της τηλεφωνικής γραμμής της με αριθμό …. Κατά το διενεργηθέντα έλεγχο του δικτύου διαπίστωσε ότι στη γραμμή του ανωτέρω τηλεφωνικού αριθμού-σύνδεση της εγκαλούσας, υπήρχε μία συσκευή παρακολούθησης, αποτελούμενη από ένα ψηφιακό μαγνητόφωνο, τύπου "δημοσιογραφικό", έξι μπαταρίες μακράς διαρκείας και καλώδια, όλα ενωμένα μεταξύ τους με μονωτική ταινία. Αμέσως ενημέρωσε τον Προϊστάμενό του και την Αστυνομία, ενώ μετά την άφιξη στο συγκεκριμένο σημείο των αρμοδίων αστυνομικών, έβγαλε την ανωτέρω συσκευή και την παρέδωσε στους τελευταίους, συνταγείσης στη συνέχεια της από 22-9-2005 έκθεσης παραδόσεως και κατασχέσεως αυτής. Ειδικότερα σύμφωνα με την περιεχόμενη στην υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/8/365-β'/11-11-2008 έκθεση εργαστηριακής εξέτασης Δ.Ε.Ε. Περιγραφή Πειστηρίων, πρόκειται για μία αυτοσχέδια ηλεκτρονική διάταξη, αποτελούμενη από: 1) Ένα ψηφιακό ηχογράφο μάρκας CENIX, μοντέλο VR-P2170, αγνώστων λοιπών στοιχείων, από τον οποίο έλειπε το κάλυμμα της θέσης συσσωρευτών (Π1α). 2) Ένα "σετ" εξωτερικής τροφοδοσίας τάσης με επικολλημένο τεμάχιο μαγνητικού υλικού, το οποίο φέρει έξι αλκαλικές μπαταρίες τύπου ΑΑ, μάρκας FUJITSU, ονομαστικής τάσης 1,5V (Π1β). 3) Ένα καλώδιο τύπου "jack to jack" (Π1γ). 4) Ένα ενσύρματο μετατροπέα τηλεφωνικού σήματος προς ηχογράφηση τηλεφωνικών επικοινωνιών, στη μία άκρη του οποίου υπάρχει ειδική υποδοχή για βύσμα τύπου "jack", ενώ στη άλλη άκρη του υπάρχει συνδεδεμένο τηλεφωνικό καλώδιο με σχετικό φις (Π1δ). 5) Ένα "σετ" δύο καλωδίων, η μία άκρη των οποίων είναι συνδεδεμένη σε "θηλυκή" υποδοχή για φις τηλεφωνικού καλωδίου, ενώ οι άλλες του άκρες είναι γυμνές, πιθανότατα για απευθείας σύνδεση σε τηλεφωνικό κατανεμητή-πρίζα (Π1ε), στοιχεία καταλλήλως συνδεδεμένα μεταξύ τους. Επίσης, κατά τις εργαστηριακές παρατηρήσεις επί της πειστήριας διάταξης και ηχογραφήσεως, σημειώνονται στην ίδια έκθεση και τα εξής: 1. Ο ψηφιακός ηχογράφος (Π1α) με κατάδηλη αυτοσχέδια συνδεσμολογία, είναι συνδεδεμένος με το 'σετ' τροφοδοσίας τάσης (Π1β) πιθανότατα για επίτευξη μεγαλύτερης διάρκειας λειτουργίας. Σύμφωνα με τα τεχνικά χαρακτηριστικά του, ο εν λόγω ηχογράφος φέρεται να έχει τη δυνατότητα ηχογράφησης άμεσα από το ενσωματωμένο του μικρόφωνο ή και δια μέσω προέκτασης μικροφώνου. Επίσης φέρεται να έχει δυνατότητα ηχογράφησης που κυμαίνεται από 5,15 ώρες περίπου (σε HQ mode) έως 16,8 ώρες περίπου (σε LQ mode).
2. Στη θύρα προέκτασης μικροφώνου ή εισόδου εγγραφής (mic) του ψηφιακού ηχογράφου, μέσω του καλωδίου (Π1γ), είναι συνδεδεμένος ο (Π1δ) μετατροπέας τηλεφωνικού σήματος ο οποίος διαμορφώνει κατάλληλα το σήμα τηλεφωνικής γραμμής προς καταγραφή σε ηχογράφο.
3. Στην άλλη άκρη του (Π1δ) μετατροπέα είναι συνδεδεμένο το 'σετ' των δύο (2) μονόκλωνων καλωδίων (Π1ε) για απευθείας και εύκολη σύνδεση σε τηλεφωνικό κατανεμητή επικοινωνιών.
4. Με τον μαγνήτη που έχει προσαρμοστεί στο Π1β 'σετ' τροφοδοσίας τάσης όλη η υπό εξέταση διάταξη (Π1α-ε) δύναται να τοποθετηθεί σταθερά επί μεταλλικής επιφάνειας.
5. Η Π1γ-ε διάταξη, συνδέθηκε πειραματικά οε Υπηρεσιακή τηλεφωνική γραμμή και διαπιστώθηκε ότι δύναται να τροφοδοτήσει συνδεδεμένο ηχογράφο, με τηλεφωνικές συνομιλίες προς εγγραφή.
6. Οι συσσωρευτές του Π1β 'σετ' τροφοδοσίας εμφάνισαν κατά την εξέταση του, τάση 1,2 έως 1,3 V έκαστη. Επιπλέον δεν έγινε η οιαδήποτε προσπάθεια ελέγχου της λειτουργικότητας του Π1α ψηφιακού ηχογράφου ως προς την εγγραφή τηλεφωνικών συνομιλιών, καθόσον τέτοια διαδικασία θα προξενούσε αλλοιώσεις στην μνήμη του.
7 Ως εκ των ανωτέρω, καταδεικνύεται ότι η πειστήρια διάταξη (Π1α-ε) αποτελεί αυτοσχέδια συσκευή ενσύρματης καταγραφής τηλεφωνικών συνομιλιών, διάταξη της οποίας η λειτουργικότητα επιβεβαιώθηκε εν μέρει.
8. Ο (Π1α) ψηφιακός ηχογράφος φέρει εγγεγραμμένο στη μνήμη του ένα μόνο αξιοποιήσιμο αρχείο ήχου, το οποίο έχει τον τίτλο "A001.TSL". Το εν λόγω πειστήριο ηχητικό αρχείο, περιέχει ηχογράφηση συνολικής διάρκειας 6h 41 min 03 sec περίπου.
9. Κατά την προκαταρκτική ακρόαση της πειστήριας ηχογράφησης, διαπιστώθηκε ότι αυτή περιέχει μόνο τηλεφωνικές συνομιλίες.
Εξάλλου σύμφωνα με το αριθμ. πρωτ. 06/1/18678α/25-10-2006 έγγραφο της Δ/νσης Εγκλημ/κών Ερευνών, κατά την εξερεύνηση που έγινε την 6-10-2006 στην ανωτέρω συσκευή (μηχανισμό) παρακολούθησης τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, βρέθηκε τμήμα δακτυλικού αποτυπώματος εντυπωμένο (ανάγλυφα) στην πλαστική ύλη (προφανώς σιλικόνη), η οποία συγκρατούσε τα καλώδια πάνω στην πλαστική θήκη μπαταριών, το οποίο ταυτίζεται, όπως διαπιστώθηκε δακτυλοσκοπικά από τα αρχεία της Υπηρεσίας, με το αποτύπωμα του αριστερού αντίχειρα του πρώτου κατηγορουμένου Ι. Μ. του Μ.. Με την τοποθέτηση της προπεριγραφόμενης συσκευής έγινε παγίδευση στην πιο πάνω τηλεφωνική σύνδεση της εγκαλούσας και ήταν δυνατή η παρακολούθηση και η μαγνητοφώνηση των πραγματοποιούμενων με την τηλεφωνική σύνδεση της εγκαλούσας συνδιαλέξεων. Η παγίδευση δε αυτή έγινε αθέμιτα το πρώτο εικοσαήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου 2005, από τον πρώτο κατηγορούμενο Ι. Μ., που είχε τις κατάλληλες γνώσεις για την τοποθέτησή της, με σκοπό να πληροφορείται και να μαγνητοφωνεί το περιεχόμενο των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων της εγκαλούσας και του συζύγου της Γ. Κ., προκειμένου στη συνέχεια να ενημερώνει τους συγκατηγορουμένους του, από τους οποίους οι δύο πρώτοι είναι γονείς και οι λοιποί αδέλφια της εγκαλούσας, δεδομένου ότι μεταξύ αυτών (’.-Μ. Θ. - Γ. Κ.) και των λοιπών κατηγορουμένων, υπήρχε έντονη διαμάχη εξαιτίας οικονομικών-κτηματικών διαφορών. Στην πράξη του δε αυτή προέβη ο πρώτος κατηγορούμενος κατόπιν παραινέσεων, προτροπών, υποσχέσεων και παροχών οικονομικών ανταλλαγμάτων, (το ύψος των οποίων δεν κατέστη δυνατό να διακριβωθεί), από τους συγκατηγορουμένους του, οι οποίοι, ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τα σχέδια, τις προθέσεις και γενικά τις ενέργειες της εγκαλούσας και του συζύγου της, ενόψει της σφοδρής αντιδικίας για περιουσιακά θέματα που είχαν με τους τελευταίους, συναποφάσισαν, κατά τον ίδιο χρόνο, να προκαλέσουν σε αυτόν την απόφαση προς εκτέλεση της ως άνω άδικης πράξης της παραβίασης του απορρήτου των τηλεφωνημάτων, που διέπραξε, αποδεχόμενος τις προτάσεις τους. Περαιτέρω, κατά την παρ.1 του άρθρου 370 Α Π.Κ., όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο επί του προκειμένου χρόνο (Σεπτέμβριο 2005) μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 6 παρ.8 του ν.3090/2002 και πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ.1 ν.3674/2008, "Όποιος αθέμιτα παγιδεύει ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο παρεμβαίνει σε τηλεφωνική σύνδεση ή συσκευή με σκοπό να πληροφορηθεί ή να μαγνητοφωνήσει το περιεχόμενο τηλεφωνικής συνδιάλεξης μεταξύ τρίτων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι το προβλεπόμενο και τιμωρούμενο από αυτή έγκλημα της παραβίασης του απορρήτου των τηλεφωνημάτων δύναται να πραγματοποιηθεί με παγίδευση ή με παρέμβαση σε τηλεφωνική σύνδεση ή συσκευή κατά οποιοδήποτε τρόπο γενόμενη, η δε γνώση του περιεχομένου της τηλεφωνικής συνδιάλεξης ή μαγνητοφώνηση αυτής να γίνεται κατά τρόπο αθέμιτο, δηλαδή χωρίς σχετικό δικαίωμα του δράστη, παρεχόμενο από τη διάταξη νόμου ή τη συναίνεση εκείνου που ομιλεί. Στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού περιλαμβάνεται υπαλλακτικώς η "παγίδευση ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο παρέμβαση του δράστη" σε τηλεφωνική σύνδεση ή συσκευή ,με σκοπό να πληροφορηθεί ή να μαγνητοφωνήσει το περιεχόμενο τηλεφωνικής συνδιάλεξης μεταξύ τρίτων προσώπων. Ως "παγίδευση" νοείται η χρησιμοποίηση τεχνικού ακουστικού μέσου σε άμεση επαφή με την τηλεφωνική σύνδεση ή συσκευή, ενώ ο δεύτερος τρόπος πραγμάτωσης της εγκληματικής συμπεριφοράς περιλαμβάνει κάθε άλλη προσβολή της τηλεφωνικής επικοινωνίας, που δεν απαιτεί κατ' ανάγκη άμεση επαφή του τεχνικού ακουστικού μέσου με τη σύνδεση ή συσκευή. Υποκειμενικώς απαιτείται άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση ότι πρόκειται για συνδιάλεξη μεταξύ τρίτων και τη θέληση της παγίδευσης ή επέμβασης σε τηλεφωνική σύνδεση ή συσκευή με σκοπό να πληροφορηθεί ο δράστης το περιεχόμενο της συνομιλίας ή να το μαγνητοφωνήσει. Το έγκλημα είναι τελειωμένο από τη στιγμή που θα συντελεστεί η παγίδευση ή η κατά οποιοδήποτε τρόπο παρέμβαση του δράστη χωρίς να απαιτείται και η πραγμάτωση του σκοπού του, συνιστάμενου να πληροφορηθεί ο δράστης ή να μαγνητοφωνήσει τη συνομιλία. Το αθέμιτο της παγίδευσης ή της παρέμβασης προκύπτει από την παγίδευση ή την παρέμβαση, αν δε ο δράστης προβάλλει το θεμιτό αυτής, όπως στην περίπτωση συναίνεσης των τηλεφωνικώς συνδιαλεγόμενων ή νόμιμης επέμβασής του, κατά διάταξη νόμου, οφείλει να αποδείξει τον ισχυρισμό του αυτό, ο οποίος αποτελεί εξαίρεση από τον κανόνα. Και η μαγνητοφώνηση συνομιλίας αποτελεί μορφή της πληροφόρησης του δράστη για την τηλεφωνική συνδιάλεξη τρίτων, αφού και αυτή τελικά καταλήγει στην "ακρόαση" της συνομιλίας τούτων, η οποία ακρόαση αποδίδεται στην ως άνω διάταξη με τον όρο "πληροφόρηση". Υποκειμενικώς δε για τη στοιχειοθέτηση του ως άνω εγκλήματος απαιτείται δόλος, ήτοι γνώση ότι πρόκειται περί τηλεφωνικής συνδιαλέξεως μεταξύ προσώπων και εκδήλωση θελήσεως παγιδεύσεως και σκοπός πληροφορήσεως ή μαγνητοφωνήσεως της συνομιλίας τρίτων (ΑΠ 322/2000, ΑΠ 455/1996). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ.α' Π.Κ., με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται, όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς α) πρόκληση στον αυτουργό της απόφασης να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως με συμβουλή, απειλή, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής ή άλλων ανταλλαγμάτων με πειθώ ή φορτικότητα κλπ, αρκεί το μέσο, που χρησιμοποιήθηκε να παρήγαγε στον αυτουργό την απόφαση προς τέλεση της άδικης πράξης και β) η διάπραξη από τον αυτουργό της πράξεως αυτής και υποκειμενικώς δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει: 1) συνείδηση του ηθικού αυτουργού ότι παρήγαγε στον αυτουργό την ειρημένη απόφαση και 2) συνείδηση της ορισμένης πράξεως, στην οποία παρακινεί ο ηθικός αυτουργός, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, οπότε ο δόλος αυτός απαιτείται να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Επιπλέον, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο από κοινού νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει την πραγμάτωση της υποκειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι άλλοι συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος (ΑΠ 629/2012).
Συνακόλουθα τούτων, με βάση τα πραγματικά και νομικά δεδομένα που προαναφέρθηκαν, στοιχειοθετούνται αντικειμενικά και υποκειμενικά τα εγκλήματα της παραβίασης του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της ηθικής αυτουργίας σε αυτή από κοινού, που αποδίδονται, στην προκείμενη υπόθεση, με το κατηγορητήριο. Κατά συνέπεια οι κατηγορούμενοι έχουν τελέσει και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι ο μεν πρώτος ως αυτουργός της παραβίασης του απορρήτου των τηλεφωνημάτων, οι δε λοιποί ως ηθικοί αυτουργοί της ίδιας πράξης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό".
Περαιτέρω το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο καταδίκασε τον κηρυχθέντα ως αυτουργό ένοχο αναιρεσείοντα, πρώτο κατηγορούμενο Ι. Μ., (πλην άλλων ηθικών αυτουργών, μη ασκησάντων αναίρεση) σε ποινή φυλακίσεως ενός έτους, την οποία ανέστειλε επί τριετία.
Με τις παραπάνω παραδοχές, η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της παραβίασης του απορρήτου των τηλεφωνημάτων τρίτων. Αναφέρονται επίσης οι αποδείξεις από τις οποίες το Εφετείο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 79, 370 Α του ΠΚ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξης (Σεπτέμβριος 2005), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή ασαφή, αντιφατική ή ενδοιαστική αιτιολογία, ενώ δεν ήταν αναγκαία κατά νόμο η αναλυτική παράθεση των αποδεικτικών μέσων και τι προκύπτει χωριστά από το καθένα. Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος: α) αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της παραβίαση του απορρήτου τηλεφωνικής συνομιλίας της πολιτικώς ενάγουσας, χωρίς τη συναίνεσή της με εγκατάσταση στην τηλεφωνική γραμμή ΟΤΕ αυτής ειδικής συσκευής παρακολούθησης, αναφέρεται δε ο τρόπος που προέβη ο αναιρεσείων σε παγίδευση της τηλεφωνικής συσκευής της εγκαλούσας με την εγκατάσταση ειδικής συσκευής μαγνητοφώνησης των γενομένων συνομιλιών, β) από το παραπάνω αιτιολογικό προκύπτει, ότι το δικαστήριο συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως οι καταθέσεις της πολιτικώς ενάγουσας και του υπαλλήλου του ΟΤΕ Ελευθερίου Κωστή και όλα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου αποδεικτικού στοιχείου, γ) από την συνεκτιμηθείσα έκθεση εργαστηριακής εξέτασης της ΔΕΕ - Περιγραφή Πειστηρίων, επί των κατασχεθέντων πειστηρίων της ανωτέρω παράνομης αυτοσχέδιας συσκευής παρακολούθησης με καταγραφή τηλεφωνικών συνομιλιών της εγκαλούσας σε συνδυασμό με το με αρ. πρωτ. 06/1/18678α/25-10-2006 έγγραφο της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών, κατά τις παραδοχές, στην ανωτέρω βρεθείσα συσκευή παρακολούθησης βρέθηκε "τμήμα δακτυλικού αποτυπώματος εντυπωμένο ανάγλυφα στην πλαστική ύλη (προφανώς σιλικόνη), η οποία συγκρατούσε τα καλώδια πάνω στην πλαστική θήκη μπαταριών, το οποίο ταυτίζεται, όπως διαπιστώθηκε δακτυλοσκοπικά από τα αρχεία της Υπηρεσίας, με το αποτύπωμα του αριστερού αντίχειρα του πρώτου κατηγορουμένου Ι. Μ.". Από την παραπάνω παραδοχή το δικαστήριο στηρίζει την σύνδεση του κατηγορουμένου με την εν λόγω παγίδευση της συσκευής και δη του τηλεφωνικού αριθμού της εγκαλούσας στο τηλεφωνικό κουτί του ΟΤΕ, η δε αμφισβήτηση της παραδοχής αυτής και ο ισχυρισμός ότι πρόκειται για μεταφερόμενο δακτυλικό αποτύπωμα σε πλαστική ύλη και ότι ο αναιρεσείων ποτέ δεν προέβη σε παραβίαση του τηλεφωνικού απορρήτου, συνιστά ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας και είναι αδιάφορο το γεγονός ότι η ίδια η εγκαλούσα κατέθεσε ότι δεν γνωρίζει προσωπικά τον κατηγορούμενο, γιατί, όπως και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων ενήργησε με ηθική αυτουργία των συγκαταδικασθέντων συγκατηγορουμένων του, συγγενών της εγκαλούσας, που είχαν λόγους να παγιδεύσουν τη συσκευή και να πληροφορηθούν παράνομα τις συνομιλίες της εγκαλούσας και του συζύγου της, δ) ως προς το δόλο του κατηγορουμένου στο προεκτεθέν αιτιολογικό, επαρκώς και εμπεριστατωμένα αιτιολογείται η κρίση του δικαστηρίου, με τις παραδοχές, ότι εκτός από το παραπάνω ευρεθέν δακτυλικό αποτύπωμα του κατηγορουμένου στη συσκευή παρακολούθησης των συνομιλιών, ο κατηγορούμενος είχε τις κατάλληλες γνώσεις για την τοποθέτηση της συσκευής και ότι σκοπό είχε να πληροφορείται και να μαγνητοφωνεί το περιεχόμενο των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων της εγκαλούσας και του συζύγου της, προκειμένου στην συνέχεια να ενημερώνει, αντί υπεσχημένης παροχής οικονομικού ανταλλάγματος, μη εξακριβωθέντος, τους για ηθική αυτουργία του εν λόγω αδικήματος συγκαταδικασθέντες γονείς και αδέλφια της εγκαλούσας, διότι αυτοί είχαν έντονη διαμάχη και σφοδρή αντιδικία με την εγκαλούσα και το σύζυγό της, εξ αιτίας οικονομικών - κτηματικών διαφορών και αυτοί προκάλεσαν στον αναιρεσείοντα την απόφαση να προβεί στην παραπάνω παγίδευση της τηλεφωνικής συσκευής για να τους πληροφορεί το περιεχόμενο των καταγραφομένων συνομιλιών τους, ώστε να γνωρίζουν τα σχέδια, τις προθέσεις και γενικά τις ενέργειες της εγκαλούσας και του συζύγου της.
Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, όπως ότι δεν έχει καμία σχέση με την υπόθεση και δεν προέβη αυτός στην παγίδευση της τηλεφωνικής συσκευής της εγκαλούσας, ότι δεν αιτιολογείται πώς συνδέεται το από αυτόν αμφισβητούμενο μεταφερόμενο δακτυλικό αποτύπωμα με αυτόν και την παγίδευση, ότι οι περιγραφές του παγιδευτή με το όνομα Δ., που έπαιρνε και τα χρήματα για την παρακολούθηση δεν ταιριάζουν με αυτόν, συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των παραπάνω παραδοχών του Εφετείου και αρνητικά του δόλου του υπερασπιστικά επιχειρήματα, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται ποίο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε το πρόσωπο που τα προσκόμισε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του με τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν, από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε, δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της αποφάσεως ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, για να καταλήξει στην εξενεχθείσα ως άνω περί ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κρίση του, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν αιτιολογικό, έλαβε υπόψη του αμέσως και κυρίως και συνεκτίμησε, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα και "τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά". Μεταξύ αυτών ήταν, όπως συνάγεται από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως και τα παρακάτω έγγραφα: " .. με α/α 6. δεκατρείς φωτοτυπίες αποδείξεων είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας, 7. οκτώ φωτοτυπίες έκδοσης εντολής - επιταγής της Ιονικής Τράπεζας, 8. φωτοτυπία της από 9-12-1996 ιδιωτικής σύμβασης δανείου τοκοχρεωλυτικού ποσού 9.300.000 δρχ, 9. φωτοτυπία απόδειξης είσπραξης από την Εθνική Τράπεζα, ποσού 9.300.000 δρχ, 10. φωτοτυπία του υπ' αριθμ. …ειδικού πληρεξουσίου ... ". Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, για την ανάγνωση των οποίων μάλιστα καμία αντίρρηση δεν προκύπτει ότι πρόβαλε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού αυτών, αφού μάλιστα με την ανάγνωση στο ακροατήριο του κειμένου τους, κατέστησαν όλα γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα και τον παριστάμενο συνήγορό του, οπότε αυτός, δια του συνηγόρου του, είχε πλήρη τη δυνατότητα να προβεί κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο αυτών των εγγράφων, γεγονός πάντως που δεν εξαρτήθηκε από τον παραπάνω τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Ειδικότερα, ενόψει και του ότι το αδίκημα που καταδικάστηκε είναι η παραβίαση του απορρήτου τηλεφωνικής συνομιλίας, δεν ήταν απαραίτητο, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων, να αναφέρεται στα άνω αναγνωσθέντα έγγραφα και έγγραφες αποδείξεις, ο εκδότης αυτών, ο τόπος και χρόνος είσπραξης, το περιεχόμενό τους, τα ακριβή ποσά και ποία πρόσωπα αφορούν, ούτε το πρόσωπο που τα προσκόμισε για ανάγνωση, ούτε τα συμβαλλόμενα πρόσωπα στη σύμβαση δανείου, ούτε ο χρόνος και η αρχή ενώπιον της οποίας καταρτίστηκε το … ειδικό πληρεξούσιο και ποία σχέση είχε ο κατηγορούμενος. Ως εκ τούτου το Εφετείο ορθά έλαβε υπόψη του και τα πιο πάνω αναγνωσθέντα έγγραφα.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ συναφής πρόσθετος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 Δ' ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το Εφετείο προς στήριξη της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω έγγραφα που αναγνώσθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Μετά από αυτά, ελλείψει ετέρου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μετά των από 13-11-2013 προσθέτων λόγων αυτής, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ), ως και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αρ. εκθ. 39/3-7-2013 αίτηση του Ι. Μ. του Μ., και τους από 13-11-2013 προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αρ. 1531/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή