Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1412 / 2008    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ποινή, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική, Δόλος.




Περίληψη:
Πότε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εις καταδικαστική απόφαση. Πρέπει να προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, κατ’ είδος αναφερόμενα, χωρίς να απαιτείται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα. Αιτιολογία καταδίκη για αγορά ναρκωτικών δεν απαιτείται να αναφέρεται, ποσότης, συμφωνία τιμήματος, καταβληθέν τίμημα, συγκεκριμένος πωλητής και αγοραστής. Δόλος, δεν απαιτείται να αναφέρονται στοιχεία του, διότι εμπεριέχεται στα πραγματικά περιστατικά της πράξεως. Η αιτιολογία ειδική και εμπεριστατωμένη εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, άλλως το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει όπως δεν υποχρεούται να απαντήσει και στους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς. Αναιρεί διότι το δικαστήριο δεν απήντησε σε σαφή και ορισμένο αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής άρθρου 84 § 2 επ. και ως προς την ποινή ήτοι, εν μέρει και για τα ελαφρυντικά μόνο. Ποιοι είναι αυτοτελείς ισχυρισμοί. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει.





Αριθμός 1412/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου χ1, κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Δομοκού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Παναγόπουλο, για αναίρεση της 2039/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Οκτωβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως ως και στο από 18 Οκτωβρίου 2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1744/2006.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν, η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Δια την από τη διάταξη του άρθρου 5 § 1 περ. β' Ν. 1729/1987, όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 10 Ν. 2161/1993 (και ίσχυε πριν του Κ.Ν.Ν 3459/2006), προβλεπομένη αγορά ναρκωτικών και την αιτιολόγηση της τελέσεως του εγκλήματος αυτού δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός α)της ποσότητος (βάρους) των ναρκωτικών ουσιών που είναι αδιάφορη για την στοιχειοθέτηση του άνω εγκλήματος, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεση της αγοράς, ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με αυτήν (ποσότητα) β)του συμφωνηθέντος και επιτευχθέντος τιμήματος και γ)της ταυτότητος πωλητών αγοραστών. Δεν απαιτείται επίσης ιδιαίτερη αιτιολογία για το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου, εκτός εάν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του όπως εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) ή εάν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο. Διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστου να πραγματώνει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και επομένως εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Εξάλλου την αποθήκευση τελεί εκείνος που φυλάσσει με κάποιους όρους ασφαλείας σε κάποιο χώρο τα ναρκωτικά, έστω και αν δεν ασκεί ευθεία επ' αυτών κατοχή, αλλ' έχει την δυνατότητα να τα λάβει οποτεδήποτε θελήσει. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δικ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη, των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 Κ.Ποιν.Δ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, ή εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων ή παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ των συσχετίσεως αξιολογικώς, καθ' όσον εις τις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 περ. Ε' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως υπάρχει όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη στην διάταξη που εφηρμόσθη, περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, όπερ συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και δη την κατάθεση μάρτυρος υπερασπίσεως που εξετάστηκε ενόρκως στο δικαστήριο και αναφέρεται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 2039/2006 καταδικαστικής αποφάσεώς του, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ότι ο κατηγορούμενος χωρίς να είναι τοξικομανής κατά την έννοια του άρθρου 13 § 1 του ν. 1729/1987, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει στους παρακάτω αναφερομένους τόπους και χρόνους τέλεσε με πρόθεση περισσότερα του ενός εγκλήματα. Πιο συγκεκριμένα όντας Αλβανός υπήκοος κατελήφθη στη ..... Αττικής και επί της οδού ........ στις 6-12-2001, να έχει εισέλθει στην Ελλάδα χωρίς τις νομικές διατυπώσεις, ήτοι χωρίς διαβατήριο με θεώρηση (VISA) ή άλλο έγκυρο και ισχύον από διεθνείς ή διμερείς συμβάσεις ταξιδιωτικό έγγραφο. Περαιτέρω, αφού ο κατηγορούμενος εισήλθε παράνομα στην Ελλάδα άρχισε να επιδεικνύει έντονη έκνομη δραστηριότητα, ασχολούμενος με τα ναρκωτικά. Ειδικότερα, σε χρόνο που δεν διακριβώθηκε, οπωσδήποτε όμως κατά το τελευταίο δεκαήμερο πριν από τη σύλληψή του στις 6-12-2001 αγόρασε από άγνωστο άτομο άγνωστες ποσότητες της απαγορευμένης ναρκωτικής ουσίας της ηρωίνης με σκοπό την εμπορία αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου ανταλλάγματος, υπόλοιπο των οποίων αποτελούν τα 525 γραμμάρια ηρωίνης τα οποία βρέθηκαν στην κατοχή του. Την παραπάνω ποσότητα ηρωίνης ο κατηγορούμενος αποθήκευσε στις 6-12-2001, κρύβοντας αυτή στην τουαλέτα της επί της οδού ...... στην περιοχή ..... οικίας στην οποία εφιλοξενείτο από τον ομοεθνή του και συγκατηγορούμενό του κατά την πρωτόδικη δίκη χ2 που ήταν και ο μισθωτής της οικίας αυτής. Σημειώνεται ότι την προαναφερθείσα ποσότητα ηρωίνης ο κατηγορούμενος την είχε σε δύο συσκευασίας μία περιτυλιγμένη με μονωτική ταινία βάρους 4 8 5 γραμμαρίων και τη δεύτερη σε νάϋλον σακκουλάκι βάρους 40 γραμμαρίων, την είχε δε κρύψει επιμελώς στην τουαλέτα του δώματος. Ο κατηγορούμενος απολογούμενος ενώπιον του δικαστηρίου αυτού ομολογεί την αποθήκευση της πιο πάνω ναρκωτικής ουσίας και αρνείται την αγορά, ισχυριζόμενος ότι του την παρέδωσε για αποθήκευση και φύλαξη ομοεθνής του έναντι χρηματικής αμοιβής. Όμως ο ισχυρισμός του αυτός είναι αβάσιμος, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε κάτι σχετικό. Επομένως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος, όπως και πρωτοδίκως και να επιβληθεί σ' αυτόν για τα ναρκωτικά μία ποινή κατ' άρθρο 5 § 2 του ν. 1729/87, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει αφού οι πράξεις για τις οποίες κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών ουσιών. Με αυτά που εδέχθη το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες επείσθη, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά τα οποία εδέχθη, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 § 1 περ. β' και § 2 Ν. 1729/1987, τις οποίες εφήρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Για να καταλήξει δε στην καταδικαστική του κρίση έλαβε υπ' όψη του το δικαστήριο, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, τα έγγραφα που ανεγνώσθησαν και αναφέρονται στα πρακτικά ως και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που ανεγνώσθησαν. Από τις τελευταίες αυτές περικοπές αναμφιβόλως προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του "την από 6/12/01 έκθεση ένορκης εξέτασης του μάρτυρα αστυνομικού .......", αφού και αυτή στα αναγνωσθέντα έγγραφα περιλαμβάνεται, προς δε περιλαμβάνεται και στα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και δεν είναι αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να εκτίθεται ειδικώς τι προέκυψε από το συγκεκριμένο έγγραφο της καταθέσεως αυτής. Επομένως τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον συναφή, κατά το σχετικό μέρος του, πρώτο λόγον του δικογράφου της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως και τον δεύτερο περί εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 510 § 1 περ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δικ). είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, εκτείνεται όχι μόνον στη κρίση για την ενοχή, αλλά και στην κρίση για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, η οποία πρέπει επίσης να αιτιολογείται ιδιαιτέρως με την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί είναι πράγματι αυτοτελείς και όχι αρνητικοί της κατηγορίας τοιούτοι. Είναι δε αυτοτελείς οι ισχυρισμοί οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, κατά το άρθρο 170 § 2 και 333 § 2 Κ.Ποιν.Δικ. από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή της ικανότητος προς καταλογισμόν ή στην μείωση αυτής και στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής από την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ήτοι με όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους ώστε να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγησή τους, να τους κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει. Ούτως εάν ο αυτοτελής ισχυρισμός περί της συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως της διατάξεως του άρθρου 84 § 2 ε' ΠΚ δηλαδή ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του ανεπτύχθη προφορικώς και παρεδόθη γραπτώς εις τον διευθύνοντα την συζήτηση, κατεχωρίσθη δε στα πρακτικά (άρθρο 141 § 2 Κ.Ποιν.Δικ.) και περιλαμβάνει τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για την θεμελίωσή του, ων ορισμένος, το δικαστήριο της οποίας έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένα την παραδοχή ή την απόρριψή του. Άλλως ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επ' αυτού (Ολ. ΑΠ 2/2005), όπως, επίσης, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα όταν ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, υπό την άνω αναφερθείσα έννοια, αλλ' αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου, ο συνήγορος του ήδη αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, αφού έλαβε τον λόγον, ανέπτυξε προφορικώς και κατέθεσε στο δικαστήριο έγγραφο σημείωμα, το οποίο ενσωματώθηκε στα πρακτικά της αποφάσεως και έχει ως εξής: "Ι.- ΓΙΑ ΤΟ ΑΔΙΚΗΜΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ: Η εκκαλουμένη απόφαση με κήρυξε ένοχο και με καταδίκασε και για το αδίκημα της ΑΓΟΡΑΣ και συγκεκριμένα: "Αγόρασε απαγορευμένη ναρκωτική ουσία κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 1729/87, όπως αντικ, με άρθρο 9 του Ν. 2161/93, χωρίς να είναι τοξικομανής, κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ. 1 του Ν. 1729/87, όπως αντικ. με άρθρο 15 του Ν. 2161/93 και συγκεκριμένα, στην Αθήνα, σε μη επακριβώς διακριβωθέντα στην ανάκριση χρόνο, οπωσδήποτε όμως το τελευταίο δεκαήμερο πριν από την σύλληψή του (6-12-2001) και σε ειδικότερες ημερομηνίες, που δεν εξακριβώθηκαν, αλλά βρίσκονται εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, αγόρασε από άγνωστα άτομα, άγνωστες ποσότητες της ναρκωτικής ουσίας ηρωίνης, με σκοπό την εμπορία, αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου είδους ανταλλάγματος, υπόλοιπα των οποίων οπωσδήποτε αποτελούν τα 525 γρ. ηρωίνης, τα οποία βρέθηκαν στην κατοχή του". Αλλά το αδίκημα της ΑΓΟΡΑΣ δεν μπορεί να ευσταθήσει, διότι:
i.- Η εκκαλουμένη στην 10η σελίδα της διέλαβε: "....Παραπέρα όμως αποδείχθηκε ότι ο ως άνω κατηγορούμενος εισήλθε στην Ελληνική Επικράτεια, χωρίς διαβατήριο με θεώρηση (VISA) ή άλλο έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο....".
ii.- Επίσης η εκκαλουμένη στην 11η σελίδα της διέλαβε: "....Τέλος αποδείχθηκε, ότι ο κατηγορούμενος χ3 στην Αθήνα και σε με επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία, κειμένη εντός του μηνός Νοεμβρίου 2001 κατάρτισε το υπ' αριθ. ..... ειδικό δελτίο ταυτότητας ομογενούς με τα στοιχεία "χ1 iii.- Στην, από 6-12-2001, προανακριτική απολογία μου κατέθεσα ότι: "...Ήρθα στην Ελλάδα πριν από ενάμιση μήνα δια μέσου του συνοριακού σταθμού Κονίτσης παράνομα.....".
iv.- Στην, από 6-12-2001, προανακριτική απολογία μου κατέθεσα ότι: "....Σε σωματική έρευνα, που μου έγινε βρήκαν ένα ζεύγος κλειδιών, τα οποία αντιστοιχούν στην επί της οδού ..... κύρια είσοδο πολυκατοικίας και της εισόδου δώματος ημιωρόφου αντίστοιχα, οικία στην οποία φιλοξενούμαι από τον ομοεθνή μου ονόματι χ2, τον οποίο γνωρίζω από την Αλβανία, καθότι είμαστε από την ίδια πόλη.....".
v.- Στην, από 6-12-2001, προανακριτική του απολογία ο χ2 κατέθεσε ότι: "...Προ μηνός συνάντησα τον ομοεθνή μου χ1 τυχαία στην ....., τον οποίο γνωρίζω από την Αλβανία. Με παρακάλεσε, αν μπορώ να τον φιλοξενήσω στην οικία μου, για ένα μήνα περίπου έως ότου βρει κάποιο σπίτι για να νοικιάσει. Δέχθηκα την πρότασή του και του έδωσα ένα ζεύγος κλειδιά, για να εισέρχεται στην οικία μου ...........". vi.- Όπως αποδεικνύεται από τις : 1)Την, από 6-12-2001, ημέρα της εβδομάδος Πέμπτη και ώρα 10.00 ΕΚΘΕΣΗ ΣΩΜΑΤΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗΣ του Υπαστ. Α' γ1 και 2) Την, από 6-12-2001, ημέρα της εβδομάδος Πέμπτη και ώρα 10.20' ΕΚΘΕΣΗ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗΣ του Υ/Α γ1, πουθενά δεν βρέθηκαν σ' εμένα ή στην οικία, που διέμενα Χρήματα ή Ζυγαριές.
vii.- Από την πρώτη στιγμή της σύλληψής μου και δη στην, από 6-12-2001, προανακριτική απολογία μου κατέθεσα ότι: ".....Τις παραπάνω ποσότητες ναρ/κών μου τις έδωσε προ δεκαπενθημέρου κάποιος ομοεθνής μου ονόματι χ3, για να τα διαφυλάξω στην οικία μου ......". Επίσης στην, από 7/11-12-2001, ανακριτική μου απολογία κατέθεσα: "....Με εκβίαζε κάποιος στον οποίο χρωστούσα χρήματα με το να του φυλάω τα ναρκωτικά. Αυτός είναι ο τρίτος κατηγορούμενος.....". Ακόμα στο Πρωτόδικο Δικαστήριο απολογούμενος κατέθεσα: "....Γνώρισα τον γ' κατηγορούμενο στην Αλβανία. Είχα άρρωστο το παιδί μου και του ζήτησα δανεικά .....Ήλθε ο γ' κατηγορούμενος και μου ζήτησε να του κρατήσω τη σακκούλα με τα ναρκωτικά. Με απείλησε και αναγκάστηκα να τα κρατήσω.....".
viii.- Πωλητής, τίμημα και σχετική συμφωνία δεν αποδεικνύεται από πού πουθενά.
Με τα δεδομένα ότι ήρθα στην Ελλάδα παράνομος, ότι ήμουν άστεγος, ότι ο χ3 με προμήθευσε με το πλαστό πιστοποιητικό, ότι φιλοξενήθηκα διότι δεν είχα που να μείνω, ότι σ' εμένα και στην οικία, που έμενα, δεν βρέθηκαν ούτε χρήματα, ούτε ζυγαριές, ότι από την πρώτη στιγμή συνεργάσθηκα με τις Διωκτικές Αρχές και αποκάλυψα τον ιδιοκτήμονα των ναρκωτικών και φυγόδικο χ3, ότι με την άθλια οικονομική μου κατάσταση δεν ήταν δυνατόν να προβώ σε αγορά της ποσότητας της ηρωίνης, που κατασχέθηκε, είναι φανερό ότι δεν μπορεί το αδίκημα της ΑΓΟΡΑΣ να ευσταθήσει σε βάρος μου και ζητώ να με κηρύξετε αθώο". Ούτως όμως διατυπωθείς ο άνω ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής αλλ' αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός και το δικαστήριο, μολονότι δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, εν τούτοις απήντησε και αιτιολογημένα τον απέρριψε. Εντεύθεν και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον συναφή τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το σχετικό μέρος του περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, του αρνητικού της κατηγορίας της αγοράς, ισχυρισμού είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Καθ' ό μέρος δε με τον λόγον αυτό προβάλλονται αιτιάσεις κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου, ούτος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Περαιτέρω ο ήδη αναιρεσείων-κατηγορούμενος εζήτησε δια του συνηγόρου του, με το αυτό ως άνω έγγραφο σημείωμα, να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη του κατ' άρθρο 84 § 2 ε' Π.Κ., προβαλών κατά τρόπον σαφή και ορισμένο και με προφορική ανάπτυξη του συνηγόρου του όσα είναι αναγκαία πραγματικά περιστατικά για την στοιχειοθέτηση της τοιαύτης ελαφρυντικής περιστάσεως. Ειδικότερα προέβαλε : "
ΙΙ.- ΕΛΑΦΡΥΝΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ: Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι τα ναρκωτικά, που βρέθηκαν στην οικία, που έμενα, τα είχα τοποθετήσει εγώ, όπως μου τα είχε δώσει ο χ3. Αυτό παραδέχθηκα και στην προανακριτική και στην ανακριτική μου απολογία, αλλά και στην απολογία μου στο Πρωτόδικο Δικαστήριο. Και από την πρώτη στιγμή συνεργάσθηκα με τις Διωκτικές Αρχές, κατονόμασα τον ιδιοκτήμονα των ναρκωτικών μετάνιωσα και ζήτησα συγγνώμη για την ανοησία μου, να γίνω όργανο του χ3.
Κρατούμαι από την 6ην Δεκεμβρίου 2001. Δηλαδή συμπληρώνω σήμερα (13-9-2006) κράτηση στις Φυλακές πέντε (5) ετών παρά τρεις μήνες. Όπως αποδεικνύεται από την υπ' αριθ. πρωτ. 38036 Βεβαίωση της Δικαστικής Φυλακής Κορυδαλλού. καθόλο το χρονικό διάστημα της κράτησής μου εκεί, επέδειξα ΚΑΛΗ ΔΙΑΓΩΓΗ. Με την συνεργασία μου με τις Διωκτικές Αρχές, με το ότι δεν βρέθηκε ούτε ένα ευρώ επάνω μου ή κάτι άλλο επιβαρυντικό, με την αποκάλυψη από εμένα του φυγόδικου χ3 και ιδιαίτερα με το γεγονός ότι επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα (5 έτη και 9 μήνες) επέδειξα άριστη διαγωγή, ζητώ να μου αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2ε' Π.Κ...". Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε τον άνω ισχυρισμόν του αναιρεσείοντος χωρίς καμία αιτιολογία, αφού εις μεν το σκεπτικό ουδέν περί αυτού αναφέρει, εις δε το διατακτικό μετά την περί ενοχής απόφαση, είπε: "
Απορρίπτει τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου", χωρίς δηλαδή να γίνεται αναφορά στα συγκεκριμένα περιστατικά των οποίων έγινε επίκληση από τον κατηγορούμενο και χωρίς να εκθέτει ειδικά και συγκεκριμένα αρνητικά περιστατικά, που οδήγησαν στην απορριπτική του κρίση. Εντεύθεν το άνω Εφετείο υπέπεσε ως προς τ' ανωτέρω, στην εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δικ πλημμέλεια της ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση. Γι' αυτό και πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι τρίτος λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως και πρώτος λόγος των προσθέτων λόγων αυτής καθ' ό μέρος προβάλλουν την σχετική αιτίαση και, παρελκούσης της ερεύνης του δευτέρου λόγου του δικογράφου των προσθέτων λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, μόνο ως προς το μέρος περί απορρίψεως των άνω αυτοτελών ισχυρισμών και αναγκαίως και ως προς την διάταξη περί επιβολής της ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα συζήτηση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 2039/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και μόνον ως προς το μέρος της απορρίψεως των ελαφρυντικών περιστάσεων, της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, και ως προς την επιβολή της ποινής διάταξη αυτής. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαΐου 2008.



Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ