Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1134 / 2008    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά, Αλλοδαπού απέλαση.




Περίληψη:
: Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας, πλην της διατάξεως περί απελάσεως. Αναιρεί κατά τη διάταξη περί απελάσεως. Απαράδεκτος ο λόγος για απόλυτη ακυρότητα, από το γεγονός ότι η πραγματογνωμοσύνη διενεργήθηκε μετά την πάροδο 24ώρου από τη σύλληψη. Αφορά πράξη της προδικασίας, που δεν είχε προταθεί. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει.





Αριθμός 1134/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατούμενο στις Δικαστικές Φυλακές Χαλκίδας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καραγιάννη, για αναίρεση της 89/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1732/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, δημιουργεί, η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ δ' του ίδιου Κώδικα, ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της προδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις, που καθορίζουν, μεταξύ των άλλων, την εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου, ως και την άσκηση των δικαιωμάτων, που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Εξ' άλλου, κατά το άρθρο 173 παρ.2 του ΚΠΔ από τις απόλυτες ακυρότητες, που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας, μπορούν να προτείνονται, ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο. Κατά δε το άρθρο 174 παρ.1 του ΚΠΔ, ακυρότητα, που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, καλύπτεται. Τέλος, κατά το άρθρο 176 παρ.1 του ΚΠΔ αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το Δικαστικό Συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, κύριας και προπαρασκευαστικής, το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται της εκδίκασης της κατηγορίας. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, παραπονείται ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί ενοχής, έλαβε υπόψη του και τις από ..... και ..... εκθέσεις ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης των ιατρών Γ1 και Γ2, που διενεργήθηκαν σε εκτέλεση διατάξεως του τακτικού Ανακριτή, μετά την παρέλευση, όμως, της τασσόμενης από τη διάταξη του άρθρου 30 του ν. 3459/2006, προθεσμίας των 24 ωρών από της συλλήψεώς του. Όμως, ο προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως, γιατί η ακυρότητα, που αυτός επικαλείται, δεν αφορά πράξεις της κυρίας διαδικασίας, και μάλιστα αντίστοιχη (ακυρότητα), που επισυνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αλλά ακυρότητα της προδικασίας, η οποία σε κάθε περίπτωση έχει καλυφθεί.
Κατά το άρθρο 5 παρ.1 εδ. ζ του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν.2161/1993 (άρθρο 20 παρ.1 περ. ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά -ΚΝΝ- ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων, κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά, ενώ η μεταφορά πραγματώνεται με τη μετακίνηση των ναρκωτικών από ένα τόπο σε άλλο με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχή αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 89/23-5-2007 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, και μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "ο κατηγορούμενος, Αλβανικής καταγωγής, κατελήφθη, κατά τα στο διατακτικό, οριζόμενα να κατέχει, έχοντας εξουσία διαθέσεως αυτής, ναρκωτική ουσία και δή, στα διόδια των ..., κινούμενος με το ΙΧΕ αυτοκίνητό του με αριθμό κυκλοφορίας ......, πλάκα συμπιεσμένη κοκαϊνης, βάρους 380 γραμμαρίων και επίσης, δυο μήνες, πριν από το παραπάνω συμβάν που συνελήφθη, να κατέχει πάλι 250 γραμμάρια κοκαϊνης. Τις παραπάνω δε ποσότητες ναρκωτικών, ως και ο ίδιος αποδέχεται, μετέφερε με το παραπάνω αυτοκίνητό του. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι ήταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο της συλλήψεώς του(22-11-2003), τοξικομανής, πρέπει, ως αβάσιμος, να απορριφθεί γιατί, από τις εκθέσεις των πραγματογνωμόνων Γ2 και Γ1, δεν αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος ανήκει στο χώρο των εξαρτημένων από ναρκωτικά ατόμων. Επομένως, ο κατηγορούμενος, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, με τη συνδρομή του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ, των ανωτέρω πράξεων και να παύσει την δίωξη για τις λοιπές αποδιδόμενες πράξεις, κατ' άρθρο 32 ν. 3346/2005". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις πράξεις της κατοχής και μεταφοράς κατ' εξακολούθηση, ναρκωτικών ουσιών, από μη τοξικομανή, με σκοπό την εμπορία και του επέβαλε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ. Με τις παραδοχές της αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αδικημάτων, οι αποδείξεις, από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, (άρθρα 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1, 98 του ΠΚ και άρθρα 4 παρ. 1, 3 Πίν. Α' αρ. 5 και 5 παρ.1 περ. ζ' και 5 παρ. 2 του Ν.1729/1987), τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκεκριμένα αιτιολογεί την παραδοχή, ότι ο αναιρεσείων δεν είχε αποκτήσει την έξη της χρήσεως των ναρκωτικών ουσιών, κρίση την οποία στήριξε, στη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, και οπωσδήποτε όχι μόνο από τις εκθέσεις ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης των Γ1 και Γ2 που αναγνώστηκαν, όπως αβασίμως ισχυρίζεται αυτός. Αναφορικά με την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, στο αλληλοσυμπληρούμενο σκεπτικό και διατακτικό γίνεται αναφορά ότι βρέθηκαν στην κατοχή του αναιρεσείοντος, υπό τις αναφερόμενες στο σκεπτικό συνθήκες, οι πιο πάνω ναρκωτικές ουσίες, των 380 και 250 γραμμαρίων, αντίστοιχα, κοκαϊνης, τις οποίες αυτός κατείχε με την έννοια ότι είχε αυτές στη φυσική του εξουσίαση και μπορούσε να τις διαθέσει πραγματικά και κατά βούληση, χωρίς να απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας και η αναφορά των επιπλέον στοιχείων και περιστατικών που εκθέτει ο αναιρεσείων. Αναφορικά δε με την πράξη της μεταφοράς των ναρκωτικών ουσιών, ο ίδιος ο αναιρεσείων παραδέχθηκε, κατά την απολογία του στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι τις ως άνω ποσότητες ναρκωτικών τις μετέφερε, από την Αλβανία, όπου είχε μεταβεί, με το αυτοκίνητό του, στην ....... Περαιτέρω, δεν υφίσταται έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όπως αβασίμως παραπονείται ο αναιρεσείων, ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, οι οποίοι, προεχόντως, είναι απαράδεκτοι, γιατί όπως αυτοί διατυπώθηκαν, είναι εντελώς αόριστοι και ασαφείς. Τούτο, γιατί ο αναιρεσείων, πέραν της απλής μνείας και αναφοράς των σχετικών διατάξεων, δεν προσδιορίζει τις τυχόν πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τις σχετικές με την απόρριψή τους.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 74 παρ.1 του ΠΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ.2 του Ν. 2408/1996, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την απέλαση αλλοδαπού, που καταδικάστηκε σε κάθειρξη ή φυλάκιση, με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων, που περιλαμβάνονται σε διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρωθεί από τη χώρα. Όταν ο αλλοδαπός βρίσκεται νόμιμα στη χώρα, η απέλαση δεν μπορεί να διαταχθεί, αν δεν του έχει επιβληθεί ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει, ότι ο αλλοδαπός που καταδικάστηκε και βρίσκεται παράνομα στο ελληνικό έδαφος, υπόκειται σε απέλαση, η οποία αποτελεί άμεση συνέπεια της τέλεσης εγκλήματος, έστω και σε βαθμό πλημμελήματος, διότι θεωρείται ότι η παραμονή του εντός των ορίων της ελληνικής επικράτειας δεν συμβιβάζεται με τους όρους της κοινωνικής συμβίωσης. Το Δικαστήριο έχει δυνατότητα να κρίνει περί του αναγκαίου ή μη της απέλασης, λαμβάνοντας υπόψη το είδος του εγκλήματος, τις συνέπειες αυτού, το χρόνο παραμονής του αλλοδαπού στο ελληνικό έδαφος, την εν γένει συμπεριφορά του, τον επαγγελματικό προσανατολισμό και την ύπαρξη οικογένειας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, που δίκασε ανεκκλήτως, σε σχέση με τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, Χ1, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατά κατηγορία εξειδικεύει και αναφέρει, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των πιο πάνω κακουργημάτων της παράβασης του άρθρου 5 παρ. 1 περ.ζ' του ν.1729/1987, και τον καταδίκασε σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών και σε χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, ενώ, στη συνέχεια, διέταξε την ισόβια απέλαση αυτού από τη Χώρα. Για την απέλαση του κατηγορούμενου από τη χώρα το δικάσαν Δικαστήριο, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, οποιαδήποτε αιτιολογία, παρά μόνο ότι "πρέπει να διαταχθεί η απέλαση του κατηγορουμένου από τη Χώρα, μετά την έκτιση της ποινής του". Ενόψει αυτών, όμως, που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, καθόσον αφορά τη διάταξη περί απέλασης του αναιρεσείοντος, η προσβαλλόμενη απόφαση, έχει ελλιπή αιτιολογία, αφού, κατά την εφαρμογή του άρθρου 74 παρ. 1 ΠΚ και κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας για την απέλαση ή μη του αναιρεσείοντος, το δικάσαν Δικαστήριο, δεν αναφέρει περιστατικά, που να δικαιολογούν την κρίση του για το αναγκαίο αυτής (απέλασης) και τα οποία ανάγονται στη βαρύτητα και στο είδος του εγκλήματος, στο χρόνο παραμονής του αναιρεσείοντος στο ελληνικό έδαφος, στην εν γένει συμπεριφορά αυτού, στο επάγγελμά του και στην ύπαρξη ή μη οικογένειας αυτού στην Ελλάδα. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή, ως βασίμου, του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, σχετικού λόγου της κρινόμενης αίτησης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος αυτό, που αφορά τη διάταξή της περί απέλασης του αναιρεσείοντος και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της, (κατά τη διάταξη περί απέλασής του), για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 519 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 89/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, κατά το ως άνω μέρος της, που αφορά την απέλαση του αναιρεσείοντος Χ1 και ήδη κρατουμένου στις δικαστικές Φυλακές Χαλκίδας, και
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2008. Και,
Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 23 Απριλίου 2008.



Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ