Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 348 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Συναυτουργία, Ληστεία.




Περίληψη:
Ληστεία από κοινού με άγνωστο άτομο. Έννοια ληστείας - συναυτουργίας. Η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και το Δικαστήριο της ουσίας δεν στέρησε την εν λόγω απόφασή του από νόμιμη βάση. Απόρριψη σιωπηρά μη προβληθέντα νόμιμα αυτοτελούς ισχυρισμού. Δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει.




Αριθμός 348/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Ρουμπή) και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Θεοχάρη, περί αναιρέσεως της 72/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Τριμελές Ανηλίκων).

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (Ανηλίκων), με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4.4.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 825/2007.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 380 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της ληστείας είναι σύνθετο. Στοιχεία του εγκλήματος αυτού είναι, αφ' εvός μεν η κλοπή, αφ' ετέρου δε η παράνομη βία, με την οποία ο δράστης αποβλέπει στην κάμψη της αντιστάσεως του θύματος, που μπορεί να επιτευχθεί και με αδράνεια αυτού. Έτσι η ληστεία συγκροτείται από την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής (άρθρο 372 ΠΚ και της παράνομης βίας 330 ΠΚ). Το δεύτερο αυτό έγκλημα (παράνομη βία) είναι υπαλλακτικώς μικτό με την προκειμένη περίπτωση του άρθρου 380 παρ. 1 ΠΚ. Τρόποι πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως μπορούν να εναλλαχθούν. Δηλαδή στην περίπτωση της ληστείας, η παράνομη βία μπορεί να συνίσταται είτε σε σωματική βία κατά του θύματος είτε σε απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο ζωής. Ως σωματική βία νοείται εκείνη που επιδρά κατά τρόπο άμεσο στο σώμα του εξαναγκασμένου και υπερνικά την προβαλλόμενη ή αναμενόμενη αντίστασή του. Αν η ληστεία τελείται με την άσκηση σωματικής βίας, δεν απαιτείται να προκαλείται επικείμεvoς κίνδυνος σώματος ή ζωής. Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλος του δράστη που περιλαμβάνει την γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο, κατέχεται από άλλον και δεν υπάρχει συναίνεση εκείνου, τη θέληση να αφαιρέσει το πράγμα από την κατοχή του άλλου και να το υπαγάγει στην κατοχή του ή την κατοχή τρίτου με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση και τη θέληση χρήσεως σωματικής βίας ή απειλών προς αφαίρεση του πράγματος. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 45 ΠΚ συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποίαν έλαβαν, είτε πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεσή της, ώστε καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την τέλεσή της και να γνωρίζει ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξης και να θέλει ή να αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για ανυπαρξία καταλογισμού ή ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό ή για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 72/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Εφετείο Αθηνών (Τριμελές Ανηλίκων Αθηνών), που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από την κατάθεση της μάρτυρος της υπεράσπισης, που εξετάστηκε νομότυπα στο Δικαστήριο τούτο και περιλαμβάνεται στα πρακτικά, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο τέλεσε το έγκλημα της ληστείας. Ειδικότερα, στου ..., στις ... και περί ώρα 10.15', ενεργώντας από κοινού με άγνωστο άτομο και κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο σύμπραξης απείλησε τον ... με άμεσο και σπουδαίο κίνδυνο για τη ζωή και τη σωματική του ακεραιότητα, λέγοντας ότι αν δεν του παρέδιδε ένα ρολόι CAMEL, αξίας 80.000 δρχ. και μία φορητή συσκευή αναπαραγωγής ψηφιακών δίσκων (cd player), μάρκας SONY, το οποίο έφερε μαζί του θα επετίθετο με μαχαίρι και έτσι εξανάγκασε αυτόν, να τα παραδώσει τα παραπάνω κινητά πράγματα, για να τα ιδιοποιηθεί παράνομα και τράπηκε σε φυγή. Ο κατηγορούμενος ομολόγησε την πράξη του κατά την απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου και ζήτησε συγγνώμη. Το Δικαστήριο δέχεται ότι τέλεσε την ως άνω πράξη, επειδή όμως έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του θεωρεί ότι πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο από της ποινής του ποινικού σωφρονισμού εκείνης η ποινή που προβλέπεται για την πράξη ελαττωμένη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 ΠΚ. Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν, το Τριμελές Εφετείο Ανηλίκων κήρυξε ποινικά υπεύθυνο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ...για την πιο πάνω πράξη της ληστείας και, αφού έκρινε ότι δεν είναι πια σκόπιμος ο περιορισμός του σε σωφρονιστικό κατάστημα, λαμβανομένου υπόψη ότι είχε συμπληρώσει ήδη το 17ο έτος της ηλικίας του και, κατά συνέπεια, έπρεπε να του επιβληθεί ποινή που προβλέπεται για την πράξη που τέλεσε ελαττωμένη κατά το άρθρο 83 ΠΚ, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 130 ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 121, 122, 126, 127, 380 παρ. 1, 130 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα, έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την κατάθεση της μάρτυρος υπερασπίσεως, ..., η οποία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εξετάσθηκε ενόρκως στο άνω Δικαστήριο. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες και συγκεκριμένα, ότι: α) το δικάσαν άνω Δικαστήριο δέχθηκε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 380 παρ. 1 και 45 ΠΚ "με ανεπαρκή στοιχεία και κυρίως, με το άγνωστο του δράστη χωρίς κανένα στοιχείο καθοριστικό της ταυτότητάς του, έστω και γενικώς και αορίστως, αφού στην κατά συναυτουργία τέλεση του εγκλήματος της ληστείας η σύμπραξη περισσοτέρων συμμετόχων συνίσταται στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση αυτής ή καθένας γίνεται άμεσος αυτουργός κατά την εκτέλεση ενός από τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως που συγκροτούν το έγκλημα της ληστείας", όπως ακριβώς στην αίτησή του αναφέρει, καθόσον το άνω Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων ενεργώντας από κοινού με άγνωστο άτομο, κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο σύμπραξης, απείλησε με άμεσο και σπουδαίο κίνδυνο για τη ζωή και τη σωματική του ακεραιότητα του παθόντα και έτσι εξανάγκασε αυτόν να του παραδώσει κινητά του πράγματα για να τα ιδιοποιηθεί παράνομα και β) το δικάσαν Δικαστήριο αναιτιολόγητα απέρριψε σιωπηρά το αίτημά του να κριθεί η πράξη, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, ως κλοπή και ότι για τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό του, δεν υπάρχει η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το αίτημα αυτό δεν προβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με την επίκληση των πραγματικών περιστατικών για τη θεμελίωσή του, και επομένως δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του, εντεύθεν δε δεν υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού, όπως για το αντίθετο αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ανωτέρω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Απριλίου 2007 (υπ' αριθ. πρωτ. 176/2007) αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 72/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Τριμελές Ανηλίκων Αθηνών). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή