Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2153 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2153/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κορφιάτη, για αναίρεση της 2201-2202/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.

Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Απριλίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 782/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας, ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο η ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πατρών, που δίκασε κατ' έφεση κατά της 2020/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, με την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη σε φυλάκιση έξι μηνών για συκοφαντική δυσφήμηση του εγκαλούντος Ψ, δέχθηκε σχετικά με τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για εξόφληση του αξιοποίνου της ποινικής διώξεως λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της εγκλήσεως, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα ακόλουθα: "Από τα συνημμένα στη δικογραφία έγγραφα αποδεικνύεται ότι η έγκληση του εγκαλούντος Ψκατά της κατηγορουμένης υποβλήθηκε με την από 17-9-2002 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του Αρχιφύλακα του Α.Τ. ..., ..., για συκοφαντική δυσφήμησή του από την κατηγορουμένη με τις φράσεις που αναφέρονται στο διατακτικό που έλαβαν χώρα και κατά την ημέρα της ένορκης κατάθεσης (17-9-2002), όπως και κατηγορείται.
Συνεπώς η έγκληση υποβλήθηκε εντός του τριμήνου από την ημέρα που έλαβε γνώση, για την πράξη και το πρόσωπο που την τέλεσε, σύμφωνα με το άρθρο 117 § 1 ΠΚ, γι' αυτό και απορριπτέος ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης λόγω εκπροθέσμου της υποβληθείσης εγκλήσεως". Η παραπάνω αιτιολογία του Εφετείου είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού αναφέρει ότι το γεγονός που αφορά τη συκοφαντική δυσφήμηση συντελέστηκε την ίδια ακριβώς ημέρα που υποβλήθηκε η έγκληση και, επομένως, αυτή υποβλήθηκε εντός της από το νόμο προβλεπόμενης τρίμηνης προθεσμίας και ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε, προκειμένου να καταλήξει και αυτό σε καταδικαστική απόφαση, τα ακόλουθα: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων του κατηγορητηρίου και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και την απολογία της κατηγορουμένης και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής: Η κατηγορουμένη στην ... στις 17-9-2002, ενεργώντας με πρόθεση, ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλον, εν γνώσει της ψευδές γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του και συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ενώπιον των αστυνομικών υπαλλήλων του ΑΤ ..., του Δημάρχου ... και του δικηγόρου Πατρών ..., ότι ο εγκαλών Ψ, αντιδήμαρχος ..., εκδιώχθηκε από την Πολεμική Αεροπορία, στην οποία υπηρετούσε, διότι έκλεβε, γεγονός που ήταν ψευδές, πράγμα το οποίο γνώριζε η κατηγορουμένη και μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, σ' αυτό δε αποσκοπούσε και η κατηγορουμένη. Με σαφήνεια, και πειστικότητα για τα παραπάνω κατέθεσαν ο εγκαλών και οι μάρτυρες κατηγορίας ΑΑ και ΒΒ. Δεν κρίνονται πειστικά όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες υπερασπίσεως και η κατηγορουμένη απολογούμενη. Δεν αναιρούνται τα παραπάνω από άλλο αποδεικτικό μέσο. Επομένως πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που κατηγορείται και αναφέρεται στο διατακτικό". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Πατρών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα προαναφερόμενα επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερόμενων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατά κατηγορία εξειδικεύει, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά και ειδικότερα η αναφορά της αξιολόγησης εκάστου και της συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους και ο προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της εγκληματικής πράξεως για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα. Επομένως και ο δεύτερος επί του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η αναφερόμενη δε στον λόγο αυτό εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, δεν συνιστά, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, λόγο αναιρέσεως. Τέλος, το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλ. του άρθρου 363 σε συνδ. Με αυτή του άρθρου 362 ΠΚ, που αφορά το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, αφού πρόκειται για ισχυρισμό γεγονός για τον εγκαλούντα που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, το οποίο ήταν ψευδές και η αναιρεσείουσα τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας. Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης για παραβίαση του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, διότι στην προκειμένη περίπτωση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο συνιστούν το έγκλημα της εξύβρισης και, επομένως, αυτό έχει υποκύψει στην παραγραφή του άρθρου 31 του ν. 3346/2005, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 Κ.Ποιν.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 19/23-4-2008 αίτηση της Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 2201-2202/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή