Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1399 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ε.Σ.Δ.Α., Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Συναυτουργία, Ληστεία, Δικαστηρίου σύνθεση.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία με πρόθεση και ληστεία κατά συναυτουργία. ’ρθρο 380 παρ. 1 ΠΚ . ’ρθρο 339 ΠΚ. 1. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. 2. Ο από τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ και 171 παρ.1 α΄ ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στη μη νόμιμη σύνθεση του ΜΟΕ Αθηνών κατά το χρόνο καθαρογραφής στις 30-1-2008 της προσβαλλόμενης αποφάσεως του, που δημοσιεύθηκε στις 15-1-2007, από την πρόεδρο αυτού, λόγω γενομένης προαγωγής της σε Αρεοπαγίτη και αναχωρήσεώς της από το Εφετείο Αθηνών, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος. 3. Ο τρίτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α΄ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, για παραβίαση δικονομικών διατάξεων και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και 20 του Συντάγματος, γιατί η διευθύνουσα τη συζήτηση δεν έδωσε αυτεπαγγέλτως το λόγο στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ή στο συνήγορό του, μετά το πέρας της απολογίας του συγκατηγορουμένου του, για να απευθύνει σε αυτόν, δια αυτής ερωτήσεις, και να κάνουν τις παρατηρήσεις τους επί της επιβαρυντικής γι αυτόν απολογίας του, χωρίς αναφορά ότι είχε ζητηθεί από την πρόεδρο σχετικά ο λόγος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. ΑΠ 64/2006. 4. Ο τέταρτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα, διότι λήφθηκαν υπόψη και έγινε αποδεικτική αξιοποίηση των ενόρκων καταθέσεων ως μαρτύρων - υπόπτων και απολογιών, αμφοτέρων των κατηγορουμένων, που δόθηκαν κατά το στάδιο της αστυνομικής προανακρίσεως, καταθέσεις οι οποίες σε κάθε περίπτωση, παρανόμως παρέμειναν στη δικογραφία, αντί να τεθούν στο αρχείο της εισαγγελίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, το Δικαστήριο ουδόλως έλαβε υπόψη του τις αναφερόμενες από τον αναιρεσείοντα προανακριτικές αυτού και του συγκατηγορουμένου του καταθέσεις, τις οποίες, άλλωστε, δεν ανέγνωσε και, όπως ρητώς βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, (βλ. φύλλα 18-19), "δεν αναγνώσθηκαν, ούτε αξιολογήθηκαν αποδεικτικά" και το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του μόνο τα αναγνωσθέντα έγγραφα και τα λοιπά ειδικώς αναφερόμενα σε αυτή νόμιμα αποδεικτικά μέσα, η δε παραμονή αυτών στη δικογραφία δεν επάγεται ακυρότητα. 5. Ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι ουδεμία παραβίαση του υπερασπιστικού δικαιώματος σιωπής και μη απολογίας του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου έγινε, γιατί από τα πρακτικά προκύπτει ότι ο ίδιος εκούσια και με την παρουσία του συνηγόρου του αναίρεσε την περί σιωπής δήλωση του και τελικά απάντησε σε ερωτήσεις και απολογήθηκε. Απορρίπτει.




Αριθμός 1399/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ'αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θαλή Πολυχρονάκο, περί αναιρέσεως της 16,17,29,20/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 15 Απριλίου 2009 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 418/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 299 του ΠΚ, "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη", κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου," αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση αφαίρεσης της ζωής του άλλου ανθρώπου. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του πιο πάνω άρθρου 299 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση κατά τη έννοια της διάταξης, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης. Ενώ, στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ.2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή, για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας κάθειρξης .
Κατά τη διάταξη του άρθρου 380 παρ.1 ΠΚ, "όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο ενόλω ή εν μέρει κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της ληστείας είναι σύνθετο. Στοιχεία του εγκλήματος αυτού είναι, αφενός μεν η κλοπή, αφετέρου δε η παράνομη βία, με την οποία ο δράστης αποβλέπει στην κάμψη της αντιστάσεως του θύματος, που μπορεί να επιτευχθεί και με αδράνεια αυτού. Έτσι η ληστεία συγκροτείται από την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής (αρθρ. 372 ΠΚ ) και της παράνομης βίας (330 ΠΚ).
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, πρέπει, να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή, εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Εφόσον, δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ΚΠοινΔ και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ Β' του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Τέλος, στο άρθρο 45 του ΠΚ, ορίζεται ότι "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 του ΠΚ, πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το Δικαστήριο δέχτηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση (με άμεσο κοινό δόλο) και της ληστείας, κατά συναυτουργία με τον συγκαταδικασθέντα συγκατηγορούμενό του Ζ. Ειδικότερα δέχθηκε τα εξής: "Η Ψ, γεννηθείσα το έτος 1954, μετά τον θάνατο των γονέων της, κατοικούσε μόνη της στην πατρική οικία, εις ..., επί της οδού ..., η οποία ήτο παλιά διώροφη μονοκατοικία, με αυλή εμπρός και πίσω, δηλαδή από την πλευρά της κυρίας εισόδου και από την πλευρά της κουζίνας. Και ο μεν ισόγειος όροφος αποτελείται από τρία κύρια δωμάτια, εκ των οποίων μια σαλοτραπεζαρία, ένα σαλόνι, το οποίο ελειτούργει ως υπνοδωμάτιο, με κρεβάτι, ντουλάπα και βιβλιοθήκη ως και ένα υπνοδωμάτιο που έχει παράθυρο προς την πίσω αυλή, προς δε χωλ δύο αποθήκες, μπάνιο και κουζίνα, η οποία έχει είσοδο και παράθυρο προς την πίσω αυλή, ο δε πρώτος όροφος αποτελείται από τέσσερα κύρια δωμάτια, αποθήκη, μπάνιο, κουζίνα και διάδρομο και χωλ, από το οποίο επικοινωνεί με την πίσω αυλή, μέσω εξωτερικής σκάλας, ενώ από το πλάι η άνω μονοκατοικία συνορεύει με οικόπεδο εις το οποίο ανεγείρετο οικοδομή τα Χριστούγεννα 2002. Η πίσω αυλή της οικίας εχωρίζετο από την τελευταία αυτή οικοδομή με διαχωριστικό τοίχο ύψους δύο μέτρων, ο οποίος όμως ευρίσκετο εν επαφή κατά το άνω τμήμα του με τον πρώτο όροφο της ανωτέρα) μονοκατοικίας? ούτω δεν εμπόδιζε κατ' ουσίαν την πρόσβαση, από την οικοδομή εις την πίσω αυλή αυτής της μονοκατοικίας, προς δε και ο δεύτερος όροφος της οικοδομής εφήπτετο με την ταράτσα της μονοκατοικίας. Γι' αυτό μετά το θάνατο του πατρός της Ψ, είχαν τοποθετηθεί, για λόγους ασφαλείας, σιδερένια κιγκλιδώματα εξωτερικώς εις τα παράθυρα και την πόρτα του ισογείου, και δη στο υπνοδωμάτιο και την κουζίνα (που έβλεπαν) προς την πίσω αυλή. Η ανωτέρω Ψ ήτο σοβαρή και αξιοπρεπής, μορφωμένη και με καλλιτεχνικές ανησυχίες, όμως λίγο μελαγχολική, λόγω της παθήσεως του σακχαρώδους διαβήτου που την είχεν αναγκάσει να υποβάλλεται εις συνεχείς ενέσεις ινσουλίνης, προς δε ολίγον κλειστή κοινωνικά και με λίγες επαφές με τους γείτονες και τους συγγενείς της, εκτός από δύο ή τρία πρόσωπα εκ των τελευταίων αυτών, μεταξύ των οποίων η θεία της, αδελφή της μητρός της, η ..., και η θυγάτηρ της τελευταίας αυτής, εξαδέλφη, της δηλαδή, η ..., δεν είχε δε ερωτικούς δεσμούς, μόνιμους, ή ευκαιριακούς, ούτε δέχετο επισκέψεις στην οικία της, εις την οποίαν κανείς δεν έμπαινε, πλην μιας κυρίας, η οποία είχε κατάστημα ψιλικών και όταν την ειδοποιούσε της πήγαινε ορισμένα πράγματα. Συνήθως είχε κλειστά τα παντζούρια, ακόμη και την ημέρα, γι' αυτό και οι περίοικοι δεν εγνώριζαν πότε είναι μέσα εις την οικία της και πότε απουσιάζει, ωστόσο είχε τηλεφωνικές επαφές με την εξαδέλφη της και μετά την αναχώρηση αυτής στο εξωτερικό, εις τις ... από το έτος 1983 έως το 1990, ως και κατά την παραμονή της τελευταίας στη ... από το 1996 και όταν επέστρεψεν αυτή, το 2001 επικοινωνούσαν μεταξύ των, χωρίς βέβαια να βλέπονται συχνά, παρά μόνο στις διακοπές. Ούτω την μονοκατοικία της Ψ επεσκέφθη η εξαδέλφη της ως άνω ... με τον σύζυγο της την 2-12-2002, ενώ μετά την 8-12-2002 και ολίγο προ των Χριστουγέννων, η Ψ δεν ενεφανίσθη πλέον στην γειτονιά ούτε απαντούσε στα τηλέφωνα, που της έκαναν η θεία της και εξαδέλφη της. Βέβαια η τελευταία αυτή έλεγε ότι θα την έπιασαν πάλι τα νεύρα της και δεν απαντά στα τηλέφωνα, διότι είχε και αναγνώριση των τηλεφωνικών κλήσεων, οι δε περίοικοι υπέθεσαν ότι θα έλειπε ταξίδι και δεν ανησύχησαν. Περί τα τέλη Ιανουαρίου 2003 κάποιος γείτονας ειδοποίησε την αστυνομία, ότι από την οικία της Ψ ήρχετο μία περίεργη μυρωδιά, πλην η αστυνομία εύρε το σπίτι κλειστό χωρίς να υπάρχουν ίχνη παραβίασης στην πρόσοψη, κτύπησε το κουδούνι και αφού δεν πήρε απάντηση, απεχώρησε χωρίς να πράξει κάτι. Ολίγον μετέπειτα και δη την 20-2-2003 η σύζυγος του γείτονος και μάρτυρος ..., από το διαμέρισμα των οποίων είναι ορατή η πίσω αυλή της οικίας Ψ, ανησύχησε διότι "δεν είχε φανεί η Ψ" (βλ. κατάθεση ... σήμερα), επεσήμανε δε μία ύποπτη παραβίαση του παραθύρου της κουζίνας (του ισογείου). Εντεύθεν και αυτός αφού διεπίστωσε το γεγονός, την επομένη 21-2-2003, ειδοποίησε την αστυνομία, η οποία όταν έφθασε στην μονοκατοικία της Ψ περί ώραν 16.15 (μ.μ.) διεπίστωσε τα εξής: Η κατοικία της Ψ ήταν κλειστή και ασφαλισμένη αλλά παραβιασμένη σε ένα μόνο σημείο. Ειδικότερα η σιδεριά του παραθύρου της κουζίνας είχε ανασηκωθεί με βαρύ εργαλείο (κασμά), είχαν αφαιρεθεί δύο γρίλιες από το παντζούρι του παραθύρου, το τζαμωτό αυτού είχε σπάσει σε μικρή έκταση και από εκεί είχε ανοιχθεί αυτό από το εσωτερικό του πόμολο, ακολούθως δε είχε ανοιχθεί η πόρτα της κουζίνας από μέσα καθώς και το εξωτερικό αυτής σιδερένιο κιγκλίδωμα. Επίσης μία γρίλια ήταν σπασμένη στο παράθυρο του υπνοδωματίου που βλέπει στην πίσω αυλή. Μέσα το σπίτι και στους δύο ορόφους παρουσίαζε μεγάλη ακαταστασία σαν είχε ψαχθεί για να βρεθούν πράγματα αξίας και να είχαν αφαιρεθεί διάφορα αντικείμενα είτε προσωπικά της παθούσας είτε ανήκοντα στην οικοσκευή, μάλιστα κάποιες καρέκλες ήταν συσκευασμένες στο χωλ της κυρίας εισόδου μαζί με τραπεζάκια, βαλίτσες και άλλα έπιπλα σαν να ήταν έτοιμες να μεταφερθούν. Στο υπνοδωμάτιο του ισογείου (που βλέπει στην πίσω αυλή) βρέθηκε το πτώμα της Ψ σε προχωρημένη αποσύνθεση, μουμιοποιημένο, φορώντας μόνο ένα νυχτικό. Η θέση του ήταν: πεσμένο στο πάτωμα με την πλάτη προς τον τοίχο, μεταξύ αυτού (τοίχου) και του κρεβατιού το οποίο είχε τραβηχτεί προς τα έξω, και η στάση του ήταν με λυγισμένα τα πόδια, ενώ τα σκεπάσματα ήταν αναστατωμένα. Η σκηνή αυτή έδειχνε ότι είχε προηγηθεί πάλη. Επακολούθησε υποβολή του πτώματος σε νεκροψία και άλλες εξετάσεις για να επιβεβαιωθεί ή αποκλεισθεί η εγκληματική ενέργεια. Η με αριθμό 191/3-3-2003 εργαστηριακή εξέταση δεν βρήκε φάρμακα είτε ναρκωτικά σε υπερβολική δόση ή δηλητήρια ή άλλες ουσίες που να δικαιολογούν τον θάνατο. Επίσης δεν διαγνώσθηκε και κάποια παθολογική αιτία θανάτου, αφού μάλιστα το θύμα έπασχε από διαβήτη, (όλα τα φάρμακά της και οι ενέσεις της βρέθηκαν σε τάξη στο σερβάν). Αντίθετα οι δύο ιατροδικαστές που εξέτασαν το πτώμα και ειδικότερα τον λάρυγγα της παθούσας, (... και ... αντίστοιχα,- βλ. την από 7-3-03 έκθεση νεκροψίας του πρώτου και την ομόχρονη ιστολογική εξέταση του δεύτερου), διαπίστωσαν αιμορραγικές διηθήσεις των μαλακών μορίων του λάρυγγα γενόμενες εν ζωή, οι οποίες αποτελούν απόδειξη ότι ο θάνατος επήλθε από στραγγαλισμό στις 21-12-2002. Επιπλέον στο μπάνιο του ισογείου βρέθηκε πνιγμένη με ένα σεντόνι η γάτα της παθούσας. Ολόκληρο το σπίτι ήταν γεμάτο έντομα και σκουλήκια και ανέδιδε έντονη δυσάρεστη μυρωδιά αποσύνθεσης. Όπως προκύπτει από με αριθμό 190303 από 19-3-03 τέλεξ του Τμήματος Εξερευνήσεων της Δ.Ε.Ε η αστυνομία διενήργησε στην κατοικία του θύματος κατά τις ημερομηνίες 21,22,23 και 24-2-2003 έρευνα για δακτυλικά αποτυπώματα και βρέθηκαν πράγματι αποτυπώματα του 1ου κατηγορουμένου Ζ στα εξής σημεία: α) στον παραστάτη της πόρτας του καθιστικού του ισογείου, β) στο κάγκελο της εσωτερικής σκάλας που οδηγεί από το ισόγειο στον πρώτο όροφο, γ) σε άδειο πλαστικό κουτί καλλυντικών μάρκας Channel που βρέθηκε στο δάπεδο υπνοδωματίου του 1ου ορόφου, δ) σε άδειο χάρτινο κουτί κινητού τηλεφώνου μάρκας NOKIA, που βρέθηκε στο δάπεδο του 2ου δωματίου του α' ορόφου και ε) σε άδειο σχισμένο χάρτινο κουτί καλλυντικών (πούδρας) μάρκας Channel που βρέθηκε σε άλλο υπνοδωμάτιο του 1ου ορόφου.
Στις 9-2-2003 ο μάρτυρας ... δικηγόρος και συλλέκτης παλαιών βιβλίων αγόρασε στο ... από τον παλαιοπώλη Θ, ο οποίος ήτο κατηγορούμενος κατά την πρωτόδικο δίκη, δύο ιστορικά βιβλία με συγγραφέα τον στρατηγό ..., πατέρα του θύματος, με τίτλους "Η δράσις του 5ου Συντάγματος Πεζικού" και "Η Μικρασιατική Καταστροφή κατά τον Αύγουστο του 1922", τα οποία έφεραν και την διεύθυνση του συγγραφέα τους. Στις 16-2-2003 ο μάρτυρας επισκέφθηκε πάλι το ... και, επειδή του κίνησε το ενδιαφέρον το συγγραφικό έργο του στρατηγού, ερεύνησε αν υπάρχουν και άλλα έργα του προς πώληση, τελικά δε αγόρασε από άλλον παλαιοπώλη τον Ξ, ένα χειρόγραφο του ιδίου συγγραφέα σε μπεζ φάκελο με τίτλο " Εθνική Αντίστασις 1941-1945". Την επομένη της ανακαλύψεως του πτώματος ο μάρτυρας άκουσε την είδηση του θανάτου στο δελτίο ειδήσεων της τηλεόρασης, όπου έγινε αναφορά στο ονοματεπώνυμο και πατρώνυμο καθώς και στην διεύθυνση κατοικίας του θύματος εν ζωή. Συνδύασε τα στοιχεία αυτά με το όνομα και την διεύθυνση που αναγραφόταν στα βιβλία που είχε αγοράσει και υποπτευθείς ότι αυτά δεν κυκλοφορούσαν νόμιμα στην αγορά μετέβη την ίδια ημέρα στην Ασφάλεια όπου ανέφερε το γεγονός και παρέδωσε το έντυπο υλικό που είχε στην κατοχή του υποδεικνύοντας συγχρόνως και τους προμηθευτές του. Η αστυνομία ακολούθως έθεσε υπό παρακολούθηση και κατόπιν εξέτασε τους παλαιοπώλες Θ και Ξ. Ο Θ παραδέχθηκε (κατά την κύρια ανάκριση): α) ότι τα δύο βιβλία, που προέρχονταν πράγματι από το ανεκποίητο αρχείο του πατέρα του θύματος, του τα πούλησε ο 2ος κατηγορούμενος Χ, β) ότι ο 1ος κατηγορούμενος Ζ του πούλησε αντί 150 ευρώ διάφορα άλλα οικιακά και προσωπικά αντικείμενα, που διαπιστώθηκε πως προέρχονταν ομοίως από το σπίτι του θύματος (βλ. κατωτέρω) και γ) ότι ένα χρυσό σταυρό με μία γυναικεία χρυσή καδένα συνολικού βάρους 52 γρ. που διαπιστώθηκε να έχουν την ίδια προέλευση τα αγόρασε από τους ... και ..., κατηγορουμένους επίσης κατά την πρωτόδικο δίκη. Οι ... και ... έχουν δεχθεί κατά την κυρία ανάκριση και τούτο διασταυρώνεται ως αληθές σε συνδυασμό με τα λοιπά προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία ότι προμηθεύτηκαν τα αντικείμενα υπό στοιχ. γ' ανωτέρω από τον 1° κατηγορούμενο Ζ αντί 150 ευρώ και εν συνεχεία τα μεταβίβασαν στον Θ αντί τιμήματος 250 ευρώ. Ο Ξ αποδέχθηκε ότι αγόρασε το υπόλοιπο αρχείο του πατέρα του θύματος (διάφορα έγγραφα) από τον ... έναντι τιμήματος 30 ευρώ, (βλ. την από 25-2-2003 έκθεση κατασχέσεως). Επίσης προκύπτει ότι ο 1ος κατηγορούμενος (Ζ) πώλησε αντί αγνώστου τιμήματος στον ... τα έγγραφα του ανωτέρω αρχείου που βρέθηκαν εντέλει στην κατοχή του Ξ. Όλα τα ανωτέρω αντικείμενα και έγγραφα κατασχέθηκαν από την αστυνομία και είναι τα εξής: Ι) 1. μία ραπτομηχανή παλαιά φορητή με ξύλινο καπάκι με αριθμό σειράς 13233255 2) μία σαλατιέρα πορσελάνης μάρκας JONSON μπεζ χρώματος, 3) οκτώ πιατελάκια κρυστάλλινα γλυκού, 4) μία τσαγιέρα πορσελάνης με λαβή με σχέδιο, πολύχρωμα λουλούδια, 5) μία ζαχαριέρα πορσελάνης με την ίδια απεικόνιση, 6) μία πορσελάνινη τσαγιέρα με καπάκι με σπασμένη λαβή απεικονίζουσα λουλούδι, 7) έξι πιατελάκια με την ίδια ως άνω απεικόνιση, 8) δύο κούπες πορσελάνης με την ίδια ως άνω απεικόνιση, 9) ένα πιάτο πορσελάνης μπεζ χρώματος με στρογγυλή θήκη στην επιφάνειά του, 10) ένα σετ μαχαιροπήρουνα ασημί χρώματος αποτελούμενο από 12 πιρούνια, 12 κουτάλια και 11 μαχαίρια, 11) μία πιατέλα πορσελάνης με ροζ λουλούδια ως απεικόνιση, 12) μία σουπιέρα με λαβές και καπάκι πορσελάνινο με ροζ λουλούδια ως απεικόνιση, 13 μία πλατειά πιατέλα πορσελάνης με ίδια απεικόνιση, 14) ένδεκα πιατελάκια βαθειά γλυκού με ίδια απεικόνιση, 15) δώδεκα πιατελάκια του καφέ με την ίδια ως άνω απεικόνιση, 16) εννέα φλυτζανάκια του καφέ με την ίδια ως άνω απεικόνιση, 17) δύο σαλατιέρες με την ίδια ως άνω απεικόνιση, 18) μία φρουτιέρα πορσελάνης με την ίδια ροζ απεικόνιση, 19) δώδεκα γυάλινα σκαλιστά ποτήρια κρασιού, 20) είκοσι δύο ποτήρια γυάλινα σκαλιστά του νερού, 21) τρία γυάλινα ποτηράκια ούζου, 22) τρία σταχτοδοχεία κρυστάλλινα, 23) ένα κρυστάλλινο καπάκι μπουκαλιού μορφής φελού, 24) μία πλεκτή ζακέτα μπορντώ χρώματος, 25) δύο δαντέλες μήκους 2 μέτρων περίπου η κάθε μία, 26) ένα σύρμα με κρεμαστό πορσελάνινο πουλάκι, 27) ένδεκα ασπρόμαυρες φωτογραφίες, 28) δύο ζωγραφιές (η μία απεικονίζει βάζο με γαρύφαλλα και η άλλη ένα γουδί που φέρουν υπογραφή Κωστοπούλου), 29) ένα φάκελο με αποκόμματα παλαιών εφημερίδων και φωτογραφίες, 30) οκτώ μαλλιά (κούκλες) Μολοκότου για πλέξιμο, 31) μία πετσέτα προσώπου καφέ χρώματος, 32) έξι γυναικεία πορτοφόλια διαφόρων μεγεθών, 33) ένα ζευγάρι γυναικεία γάντια μαύρου χρώματος υφασμάτινα, 34) μία γυναικεία βεντάλια, 35) μία γυναικεία χρυσή καδένα, 36). ένα χρυσό σταυρό, 37) μία γυναικεία ταυτότητα, 38) ένα χρυσό σταυρό συνολικού βάρους των δύο υπ' αριθμ. 35 και 38 αντικειμένων 52 γραμμαρίων, 39) ένα φάκελο που αναγράφει "ενδιαφέροντα για το 1941-1945", 40). ένα φάκελο που αναγράφει "Νέες Θερμοπύλες του 1941 και το "Ολοκαύτωμα της Ελλάδος", 41) ένα φάκελο που αναγράφει "ενδιαφέροντα αποκόμματα εφημερίδων", 42) ένα τετράδιο που αναγράφει "Βαλκανικοί πόλεμοι της Ελλάδος 1912 -1913", 43) ένα τετράδιο που αναγράφει "Β' Μέρος- Επιχειρήσεις της Ελλάδος στην Ήπειρο", 44) ένα άσπρο φάκελο με διάφορες σημειώσεις,45) ένα τετράδιο που αναγράφει "Μέρος Γ- ο Β' Βαλκανικός επόμενος 1913", 46) ένα φάκελο που αναγράφει : "ο Γολγοθάς της έθνους", 47) ένα φάκελο που αναγράφει "διάφορα- μελέται προς ενέργεια", 48) ένα φάκελο που αναγράφει "δημοσιεύσεις σε εφημερίδες -ιστορικαί μελέται 1941-1945", 49) ένα φάκελο που αναγράφει "Μελέτη: Οι Νέες Θερμοπύλες του 41", 50) ένα φάκελο που αναγράφει "έτοιμες διάφορες μελέτες", 51). ένα αρχείο με τίτλο "η Εθνική Αντίσταση 1941-1945", 52) ένα βιβλίο με τίτλο "Η δράσις του 5ου Συντάγματος Πεζικού" και 53) ένα βιβλίο με τίτλο "Η Μικρασιατική Καταστροφή τον Αύγουστο του 1922".
Η ανθρωποκτονία με σκοπό την ληστεία και η ληστεία αποδίδεται εις την από κοινού δράση των κατηγορουμένων Ζ και Χ την 21-12-2002 τις οποίες και διέπραξαν ούτοι. Οι κατηγορούμενοι ομολογούν ότι εισήλθαν στην οικία του θύματος, την οποίαν όμως ήδη είχαν παραβιάσει άλλοι άγνωστοι διαρρήκτες και ότι αφήρεσαν τα ανωτέρω αντικείμενα και έγγραφα, αρνούνται όμως ότι αυτοί σκότωσαν, προς δε ισχυρίζονται ότι δεν διαπίστωσαν την ύπαρξη πτώματος. Όμως ταύτα δεν είναι βάσιμα. Διότι, πέραν του ότι οι κατηγορούμενοι αντιφάσκουν μεταξύ των, (και) τα υπ' αυτών υποστηριζόμενα έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα άνω ευρήματα της Αστυνομίας και των ιατροδικαστών, προς δε και με τις σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας. Ειδικότερα οι κατηγορούμενοι γενικώς και αορίστως επικαλούνται ότι είχαν παραβιάσει την οικίαν προηγουμένως άλλοι διαρρήκτες, προ της 21-12-2002 δηλαδή κατά την απολογίαν νυν του Ζ "το σπίτι το βρήκαμε διερρηγμένο" και "την 7-3-2003 πήγαμε τρίτη και τελευταία φορά", "πηγαίναμε τρεις συνεχόμενες ημέρες" χωρίς μάλιστα να τις συγκεκριμενοποιεί χρονικά, προς δε και κατά την απολογία του Χ πρωτοδίκως τέλος Φεβρουαρίου με αρχές Μαρτίου μπήκαν στο σπίτι. Όμως εφόσον τα πράγματα, τα οποία πήραν από την οικίαν ανευρέθησαν εις τους παλαιοπώλες του ... την 9-2-2003 και 16-2-2003 (κατά την κατάθεση του μάρτυρος ...), οπωσδήποτε το άνω υποστηριζόμενο (ότι πήγαν στο σπίτι 7-3-2003 έστω και για τρίτη φορά) είναι εντελώς ανακριβές και μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα. Ούτως ήδη την 7-3-2003 την οικίαν (την) είχαν διαρρήξει οι κατηγορούμενοι και οι γείτονες είδαν την ύποπτη παραβίαση του παραθύρου της κουζίνας του ισογείου ολίγον προς της ανακαλύψεως του πτώματος και δη ο .... που από το σπίτι του έβλεπε την αυλή της θανούσης (βλ. κατάθεσή του σήμερα) (και) από την οποίαν μπήκαν οι κατηγορούμενοι αφού προηγουμένως, περί τα μέσα Δεκεμβρίου 2002, κατόπτευσαν τον χώρο για να διαπιστώσουν εάν υπάρχουν άτομα εκεί. Εφ' όσον, λοιπόν, μετά την δακτυλοσκοπική έρευνα της Αστυνομίας, 21-24/2/2003, η οικία Ψ εκλείσθη και εσφραγίσθη, δεν ήτο πλεόν δυνατόν να ανοιχθεί, ούτε και διεπιστώθη άλλη μεταγενέστερα διάρρηξη. Και βέβαια, το ότι κατά την άνω δακτυλοσκοπική έρευνα διεπιστώθηκαν τα αποτυπώματα του πρώτου κατηγορουμένου στην οικία Ψ, αποδεικνύει ότι ούτος είχεν εισέλθει εις αυτήν τουλάχιστον προ της 21-2-2003, ότε ήρχισεν η έρευνα και όχι κατά το μεταγενέστερο χρόνο που επικαλείται ως άνω, ανεξάρτητα εάν ο ίδιος απολογούμενος πρωτοδίκως "δεν μπορεί να δώσει εξήγηση για τα αποτυπώματα του που βρέθηκαν στο σπίτι στις 21 Φεβρουαρίου 2003". Περαιτέρω και το γεγονός ότι από τον Δεκέμβριο 2002 ήξεραν τον χώρο που θα διαρρήξουν για να κλέψουν διάφορα αντικείμενα, δέχονται αμφότεροι οι κατηγορούμενοι (βλ. αναγνωσθέν υπ' αριθμ. πρωτ. 1045/2/2980-ιγ 721-4-2003 έγγραφο της Διευθύνσεως Δίωξης Εγκλημάτων κατά ζωής προς την Εισαγγελία Πλημ/κών Αθηνών), χωρίς να αποδεικνύεται ότι κάποιος άλλος, διαρρήκτης εισήλθε στην μονοκατοικία το κρίσιμο χρονικό διάστημα. Περαιτέρω, εις πάσαν περίπτωση, η ύπαρξη του πτώματος δεν ήτο δυνατόν να μη γίνει αντιληπτή από αυτούς, διότι ήτο εις εμφανές σημείο, τα σκουλήκια και η δυσοσμία δεν εδικαιολογούντο μόνο από την ψόφια γάτα που ανευρέθη κατά τ' άνω, στο μπάνιο του ισογείου, εχρησιμοποίησαν δε και φακό για την εξερεύνηση της οικίας και την αφαίρεση των αντικειμένων από αυτή, ώστε να είναι εντελώς αδύνατον να μην το δουν, εφ' όσον υπήρχε και δεν είχαν διαπράξει αυτοί το έγκλημα ή να μην ψάξουν για την προέλευση αυτής της έντονης δυσοσμίας και από ποίον χώρο της οικίας προήρχετο, ώστε να αποχωρήσουν, μετά την ανακάλυψη του πτώματος, και αν μην επανέλθουν υπό τον εύλογο \φόβο να μην τους αποδοθεί και η δολοφονία της Ψ. Αντιθέτως μάλιστα οι κατηγορούμενοι μετά την ανθρωποκτονία της Ψ, ότε πλέον και δεν ηδύνατο να υπάρξει αντίσταση εκ μέρους της, επανήλθαν και συσκεύασαν τις καρέκλες και τα τραπεζάκια, στο χωλ της κυρίας εισόδου της οικίας, όπου τα εύρον οι αστυνομικοί, έτοιμα προς μεταφορά και πώληση εις τα γνωστά "στέκια" των κατηγορουμένων του ....Οι κατηγορούμενοι απολογούμενοι πρωτοδίκως ισχυρίζονται (ότι) ο μεν Ζ ότι "όσα είπε στην αρχή στην ασφάλεια τα είπε επειδή φοβήθηκε", σχετικά δηλαδή με την επαφή και την δράση του με τον Χ, ο δε Χ είπεν ότι "δεν ξέρω ποιός την σκότωσε, αλλά εάν ο Ζ λέει ότι την σκότωσα εγώ, τότε εγώ κατηγορώ εκείνον ότι την σκότωσε". Ενώ όμως κατά την σημερινή του απολογία αρνείται να απολογηθεί (κατ' άρθρο 366 παρ. 3 Κ.Ποιν. Δ.) επαναλαμβάνει ότι τα αμέσως ανωτέρω τα είπε στην ανάκριση (βλ. φύλλο 16 σελ. α' της εκκαλουμένης περί το μέσον αυτής), δεν αρνείται να απαντήσει εις ερωτήσεις του Εισαγγελέως της έδρας και να ισχυρισθεί ότι ό,τι απελογήθη την 22-4-2003 στην ανακρίτρια και είπε ότι αναφέρεται στις προηγούμενες καταθέσεις του και τις επιβεβαιώνει, τα είπε γιατί πήγε στην Ανακρίτρια χωρίς δικηγόρο μόνο με την Αστυνομία, ενώ στην προανακριτική του απολογία είχε καταθέσει ότι ο ... (ο Ζ δηλαδή) του είχε πει ότι μέσα στο σπίτι υπήρχε μία σκοτωμένη γυναίκα και τότε ο Χ ήτο σίγουρος ότι την σκότωσε ο Ζ πριν πάνε μαζί να κλέψουν, ρώτησε δε τον Ζ πως την σκότωσε και αυτός δεν του είπε. Και αυτά ενώ εις το άνω αναγνωσθέν έγγραφο (υπ' αριθμ. 1045/2/2980 ιγ' / 21-4-2003)αναφέρεται ότι ο β' κατηγορούμενος (Χ) ισχυρίστηκε εξεταζόμενος στην προανάκριση ότι εντός της οικίας αντελήφθη το θύμα ι δολοφονημένο αλλά συνέχισε με τον συγκατηγορούμενό του να ψάχνουν για να κλέψουν αντικείμενα.Όλα τα ανωτέρω αντιφατικά μεταξύ τους και εντεύθεν μη πειστικά για την δράση του ενός ή του άλλου εκ των συγκατηγορου μένων μεμονωμένως, εξηγούνται εκ του ότι όταν υπάρχει κατανομή της εγκληματικής δραστηριότητος μεταξύ περισσοτέρων εγκληματιών ως συναυτουργών,είναι πλέον η συνήθης η τακτική αυτών να επιρρίπτουν έκαστος την ευθύνη στον συναυτουργό τους. Ούτως αμφότεροι οι κατηγορούμενοι ετέλεσαν από κοινού την ανθρωποκτονία από πρόθεση της Ψ, με συναπόφαση και κοινό δόλο, δια στραγγαλισμού δια χειρός, αφού παλαιψαν αμφότεροι με το θύμα, (και χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών εκάστου αυτών), και την ληστείαν, με σκοπό την οποία διεπράχθη η ανθρωποκτονία και αφήρεσαν τα ως άνω και εις το διατακτικό αναφερόμενα πράγματα. (Δεν είναι αναγκαία και εις το ση μείον αυτό η αναφορά των λεπτομερώς, αφού είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού που αποτελούν ενιαίο σύνολο (ΑΠ 484/2006,ΑΠ 1483/2002 Ποιν. Χρον. ΝΓ'2003.524 κι άλλες).
Μετά ταύτα πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι (της) ανθρωποκτονίας από πρόθεση και (της) ληστείας, να απορριφθεί δε ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου Χ περί συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως άρθρου 84 παρ. 2 β' Π.Κ., ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μεγάλη ένδεια, διότι αυτός προβάλλεται αορίστως χωρίς σαφή και συγκεκριμένα περιστατικά και συνεπώς απαραδέκτως. (ΑΠ 927/1999 Ποιν. Χρον. 2000, 433 = Ποιν. Δικ. 1999, 465). Επίσης πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του ιδίου κατηγορουμένου εκ του άρθρου 211 Α K.Ποιν.Δικ., διότι ούτος κατεδικάσθη όχι από μόνη την απολογία του συγκατηγορουμένου του Ζ, αλλά αφού έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο όλα τα άνω αποδεικτικά μέσα όπως κατ' είδος αναφέρονται στο σκεπτικό". Στη συνέχεια δε το άνω Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ανθρωποκτονίας με πρόθεση και ληστείας, τελεσθείσας από κοινού με άλλον και του επέβαλε ποινή ισόβιας καθείρξεως για την πράξη της ανθρωποκτονίας και ποινή καθείρξεως είκοσι ετών για την πράξη της ληστείας.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω δύο εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27, 45, 94 παρ.1, και 299 παρ.1, 380 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ήτοι εκτίθενται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος και ο συγκατηγορούμενός του Ζ είναι οι δράστες των διωκόμενων εγκλημάτων, για τα οποία και καταδικάστηκαν και οι δύο, ως από κοινού δράσαντες ως άνω, και από τα οποία προκύπτει ο κοινός δόλος των δύο συναυτουργών των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων. Ειδικότερα, σχετικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να παραθέσει αναλυτικά τα αποδεικτικά μέσα και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά, β) αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα και στοιχεία, από τα οποία προκύπτει και κατέληξε το Δικαστήριο, με βεβαιότητα, ότι αίτιο του θανάτου του θύματος είναι ο στραγγαλισμός στο λαιμό δια των χειρών των δραστών και όχι κάποιο παθολογικό αίτιο, όπως κώμα από διαβήτη και ότι δράστης του άνω εγκλήματος, κατά συναυτουργία με τον άνω συγκατηγορούμενό του, είναι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος χωρίς ενδοιαστικές ή υποθετικές σκέψεις, γ) αναφέρονται οι συγκεκριμένες συνθήκες υπό τις οποίες τελέσθηκε η διάρρηξη της οικίας του θύματος και με κοινό δόλο των ανωτέρω δραστών η αναφερόμενη ανθρωποκτονία με στραγγαλισμό δια των χειρών και στη συνέχεια η προσχεδιασθείσα ληστεία, αφού προηγήθηκε πάλη των δραστών με το θύμα, χωρίς καμία αντίφαση στο αιτιολογικό και στο συμπέρασμα του Δικαστηρίου και χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εξειδικεύονται ιδιαίτερα οι κατ'ιδίαν ενέργειες των δύο συναυτουργών, οι οποίοι, όπως με σαφήνεια συνάγεται από το αιτιολογικό έδρασαν από κοινού με κοινό δόλο συναποφασίσαντες τα ως άνω εγκλήματα σε ήρεμη ψυχική κατάσταση.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ σχετικοί, πρώτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και πρώτος και δεύτερος των προσθέτων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση και τους προσθέτους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις, για παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας και της διατάξεως του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, για δίκαιη δίκη, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, και είναι γι' αυτό απαράδεκτες. Κατά τη διάταξη του άρθρου 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, "Εκείνος που διευθύνει (τη συζήτηση) δίνει επίσης την άδεια στους διαδίκους όπως και στους συνηγόρους τους, να υποβάλλουν ερωτήσεις στους εξεταζόμενους μάρτυρες, πραγματογνώμονες ή τεχνικούς συμβούλους και δεν επιτρέπει ερωτήσεις άσκοπες ή έξω από το θέμα. Δίνει επίσης σ' αυτούς το λόγο για να αγορεύσουν ή, όταν το ζητήσουν, για να κάνουν δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις, για οποιοδήποτε θέμα που αφορά την υπόθεση που συζητείται, εξετάζει τους μάρτυρες, τους κατηγορούμενους και τους αστικώς υπεύθυνους και δημοσιεύει την απόφαση". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 358 του ίδιου Κώδικα, "μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του οτιδήποτε μπορεί να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας μπορούν να προβαίνουν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν". Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με εκείνες των άρθρων 333 παρ. 3, 366 και 368 του ΚΠοινΔ, προκύπτει με σαφήνεια, ότι από τον διευθύνοντα τη συζήτηση δίδεται, μετά από την εξέταση κάθε μάρτυρα προς τον οποίο υποβλήθηκαν ερωτήσεις, ο λόγος και στον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, προκειμένου να υποβάλουν και αυτοί ερωτήσεις, σε μάρτυρες ή σε συγκατηγορούμενο, με τη μεσολάβηση εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση, μόνον όμως εφόσον τον ζητήσουν. Και αν μεν ζητήσουν αυτοί το λόγο και δεν τους δοθεί (μετά από προσφυγή τους και στο δικαστήριο), δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, εκ του άρθρου 171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠοινΔ, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' του ίδιου Κώδικα. Αν όμως δεν ζητήσουν αυτοί το λόγο, ουδεμία ακυρότητα δημιουργείται αν δεν τους δοθεί ο λόγος. Επομένως ο τρίτος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, για παραβίαση των άνω δικονομικών διατάξεων και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και 20 του Συντάγματος, γιατί η διευθύνουσα τη συζήτηση πρόεδρος δεν έδωσε αυτεπαγγέλτως το λόγο στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ή στο συνήγορό του, μετά το πέρας της απολογίας του συγκατηγορουμένου του, για να απευθύνει σε αυτόν, δια αυτής (διευθύνουσας) ερωτήσεις, και να κάνουν τις παρατηρήσεις τους επί της επιβαρυντικής γιαυτόν καταθέσεως - απολογίας του, χωρίς αναφορά ότι είχε ζητηθεί από την πρόεδρο σχετικά ο λόγος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Όσον αφορά δε την αιτίαση κατά το δεύτερο σκέλος τρίτου λόγου αναιρέσεως, ότι μετά την ακολουθήσασα απολογία του συγκατηγορουμένου του, δεν του δόθηκε ο λόγος στον αναιρεσείοντα για συμπληρωματική απολογία και επήλθεν εκ τούτου ακυρότητα της διαδικασίας, αυτή είναι απορριπτέα, καθόσον από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει (φύλλα 16-17), ότι απολογήθηκε πρώτος ο συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος, δεύτερος ο αναιρεσείων και μετά το πέρας της γενομένης απολογίας του αναιρεσείοντος, λόγω υποβολής ερωτήσεων του εισαγγελέα προς τον ήδη απολογηθέντα συγκατηγορούμενό του, έδωσε ο τελευταίος συμπληρωματική απολογία και μετά ταύτα η πρόεδρος, κατά τα άρθρα 333 και 368 ΚΠοινΔ, αφού ρώτησε όλους τους παράγοντες της δίκης, αν έχουν ανάγκη συμπληρωματικής εξέτασης ή διασάφησης, αυτοί απάντησαν αρνητικά και κηρύχθηκε το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, χωρίς να ζητήσει ο αναιρεσείων ο ίδιος, ή δια του παρισταμένου συνηγόρου του, ότι επιθυμεί να δώσει συμπληρωματική απολογία.
Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 περ. ι του ν. 1756/1988 (ΚΟΔΚΔΛ), ορίζεται ότι "το μικτό ορκωτό εφετείο συγκροτείται, από πρόεδρο εφετών, από δύο εφέτες και από τρεις ενόρκους, ενώ με τη διάταξη του επόμενου άρθρου 5 παρ.1 Α περ. δ του ιδίου νόμου ορίζεται ότι "στα ποινικά δικαστήρια ο μη υπάρχων πρόεδρος πολυμελούς δικαστηρίου αναπληρώνεται κατά σειρά αρχαιότητος από άλλο δικαστή της ιδίας σύνθεσης ή του ιδίου δικαστηρίου". Κατά τη διάταξη του άρθρου 142 παρ.2 του ΚΠοινΔ, μέσα σε οκτώ μέρες από τη συνεδρίαση καθαρογράφονται τα πρακτικά από το γραμματέα και υπογράφονται από αυτόν και το δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση ή, αν αυτός μετατέθηκε ή απομακρύνθηκε από τη δημόσια υπηρεσία ή πέθανε πριν από την καθαρογράφηση, από τον αρχαιότερο μεταξύ των δικαστών που συμμετείχαν στη συζήτηση ..". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 144 παρ.1 του ΚΠοινΔ, "η απόφαση και οι διατάξεις που εκδίδονται κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης συντάσσονται γραπτώς και υπογράφονται μέσα σε οκτώ ημέρες, σύμφωνα με το άρθρο 142 παρ.2". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, συνάγεται ότι οι παραπάνω προθεσμίες καθαρογραφής και υπογραφής δεν επάγονται καμία ακυρότητα σε περίπτωση παραβιάσεώς τους, στη δε περίπτωση προαγωγής του προέδρου Εφετών του συνεδριάσαντος ΜΟΕ και αναχωρήσεώς του για τη νέα του θέση στον ’ρειο Πάγο, πριν καθαρογραφεί η δημοσιευθείσα υπό την προεδρία του απόφαση του ΜΟΕ, της καθαρογραφής επιμελείται ο αρχαιότερος της συνθέσεως εφέτης, ο οποίος και υπογράφει την απόφαση αυτή. Αν, παρά ταύτα, ο Πρόεδρος Εφετών, παρά την αποχώρησή του από το Εφετείο, υπογράψει ο ίδιος μεταγενέστερα τα καθαρογραμμένα πρακτικά και την απόφαση, δεν ανακύπτει θέμα κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου, η δε ενέργεια αυτή ουδεμία ακυρότητα της ήδη γενομένης διαδικασίας, κατ'άρθρο 171 ΚΠοινΔ, συνεπάγεται . Απλώς με τις άνω διατάξεις ρυθμίζεται υπηρεσιακά το ζήτημα ποιος θα υπογράψει τα καθαρογραμμένα από το γραμματέα πρακτικά και την απόφαση στις περιπτώσεις που ανακύπτει, μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως, αναγκαστική για κάποιο λόγο απουσία του προεδρεύσαντος δικαστή. Επομένως, ο προβαλλόμενος από τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχ. α και 171 παρ.1 α ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως ότι επήλθεν απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στη μη νόμιμη σύνθεση του Β' ΜΟΕ Αθηνών κατά το χρόνο καθαρογραφής στις 30-1-2008 της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, που δημοσιεύθηκε στις 15-1-2007, από την πρόεδρο αυτού, λόγω γενομένης προαγωγής της σε Αρεοπαγίτη και αναχωρήσεώς της από το Εφετείο Αθηνών, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 273 παρ.2 β ΚΠοινΔ, ορίζεται ότι κατά την εξέταση του κατηγορουμένου κατά την κυρία ανάκριση, "ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να αρνηθεί να απαντήσει. Επίσης έχει δικαίωμα να παραδώσει την απολογία του γραπτή. Σε αυτήν την περίπτωση, όποιος ενεργεί την ανάκριση απευθύνει στον κατηγορούμενο τις απαραίτητες ερωτήσεις για να αποσαφηνιστεί το περιεχόμενο της έγγραφης απολογίας...". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 366 του ΚΠοινΔ, "εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση καλεί τον κατηγορούμενο να απολογηθεί για την κατηγορία που του αποδίδεται. Κατά την απολογία του ο κατηγορούμενος πρέπει να μην διακόπτεται, .. αφού τελειώσει η απολογία, μπορούν να γίνουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο... αν ο κατηγορούμενος αρνηθεί να απολογηθεί ή να απαντήσει σε ερώτηση, αυτό αναγράφεται στα πρακτικά". Από τις παραπάνω διατάξεις, όσο και από εκείνες του άρθρου 6 παρ.1, 2 της ΕΣΔΑ, που εισάγει το τεκμήριο αθωότητος του κατηγορουμένου, και του άρθρου 14 παρ.3 στοιχ.ζ του Διεθνούς Συμφώνου του ΟΗΕ για τα Ατομική και Πολιτικά δικαιώματα, που κυρώθηκαν στην Ελλάδα και ισχύουν, δια των ν. δ. 53/19784 και ν. 2462/1997 αντίστοιχα, καθιερώνεται και στη διαδικασία του ακροατηρίου της ποινικής δίκης, στο πλαίσιο της δίκαιης δίκης, το δικαίωμα σιωπής του κατηγορουμένου, σαν υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου. Παραβίαση δε του άνω δικαιώματος του κατηγορουμένου, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και συντρέχει ο από τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχ. Α και 171 παρ.1 δ του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, επικαλείται ότι κατά τη δικάσιμο της 15-1-2007, ενώ κλήθηκε σε απολογία από την πρόεδρο του Δικαστηρίου και δήλωσε σαφώς από την αρχή, τόσο ο ίδιος, όσον και δια του συνηγόρου του, ότι δε θα απολογηθεί ασκώντας το δικαίωμα σιωπής, υπέστη "πιεστικές και απηνείς ερωτήσεις" της προέδρου και του εισαγγελέα της έδρας και έτσι παραβιάστηκε το υπερασπιστικό του δικαίωμα σιωπής και επήλθεν απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας της δίκης. Από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, (φύλλο 16) προκύπτουν τα εξής: Η πρόεδρος κάλεσε σε απολογία τον δεύτερο κατηγορούμενο (αναιρεσείοντα), και ο μεν συνήγορός του λαβών το λόγο από την πρόεδρο, δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος θα κάνει χρήσει του δικαιώματος της σιωπής, κατ'άρθρο 366 ΚΠοινΔ, ο δε ίδιος ο κατηγορούμενος, ερωτηθείς σχετικά από την πρόεδρο αν θα απολογηθεί απάντησε, "δε θέλω να απολογηθώ γιατί από όλα αυτά που είπε ο Ζ (απολογηθείς συγκατηγορούμενος), πρώτη φορά τα ακούω, δεν έχω καμία σχέση, μου χρεώσανε την κατηγορία, για αυτό και κάνω χρήση του δικαιώματος σιωπής. Δεν γνωρίζω κάτι γενικώς, ο Ζ πήγε μ' άλλους ανθρώπους. Στην ανάκριση είπα ότι αν ο Ζ, που δεν τον γνωρίζω, πεί ότι ήμουν μαζί του και εγώ θα πω ότι σκότωσε αυτός, όλα τα άλλα τα έγραψαν οι αστυνομικοί στην Ασφάλεια. Στην Ανακρίτρια είπα, δεν είμαι ο άνθρωπος που ψάχνεται και η Ανακρίτρια μου είπε ότι θα τα πω στο Δικαστήριο". Στη συνέχεια, ο εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από την πρόεδρο, υπέβαλε στον κατηγορούμενο τις παρακάτω ερωτήσεις που έχουν καταχωρηθεί στα πρακτικά. "Ερώτηση. Ένας αστυνομικός εξετάστηκε ως μάρτυρας και δήλωσε ότι σας πήγε στο σπίτι της θανούσας και το αναγνωρίσατε. Απάντηση. Δεν το γνωρίζω. Ερώτηση. Στις 21-4-2003 απολογούμενος στην αστυνομία είπατε ότι μπήκατε μαζί με τον Ζ στο σπίτι της ... και είπατε ότι αυτό το πράγμα έγινε μέσα στις γιορτές και ότι ο Ζ βρήκε ένα πτώμα. Απάντηση. Δεν το είπα αυτό. Ερώτηση. Όταν πήγατε στην Ανακρίτρια και απολογηθήκατε στις 22-4-2003 είπατε ότι αναφέρομαι στις προηγούμενες καταθέσεις μου και τις επιβεβαιώνω. Απάντηση. Στην Ανακρίτρια πήγα χωρίς δικηγόρο μόνο με την Αστυνομία και είπα ότι δεν είμαι εγώ ο άνθρωπος που ψάχνετε, η Ανακρίτρια ότι έγραψε το έγραψε μόνη της".
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, ναι μεν δήλωσε ρηματικά ο αναιρεσείων ότι ασκεί το δικαίωμα σιωπής και δε θα απολογηθεί, πλην όμως ο ίδιος ανακάλεσε τη σχετική δήλωσή του παραιτούμενος από το ως άνω δικαίωμά του, αφού α) κατά τη δήλωση στην πρόεδρο του δικαιώματος σιωπής, ήδη αμέσως αυτοβούλως προέβη σε πλήρη τοποθέτηση επί της κατηγορίας δίδοντας διάφορες εξηγήσεις, β) όταν ο εισαγγελέας, μετά την κατ'ουσίαν απολογία του, του υπέβαλε διάφορες διευκρινιστικές ερωτήσεις επί της κατηγορίας, οι οποίες μάλιστα καταχωρίστηκαν στα πρακτικά, αυτός δεν αρνήθηκε, όπως είχε δικαίωμα, την απάντηση, αλλά απάντησε σε όλες. Επομένως, ουδεμία παραβίαση του υπερασπιστικού δικαιώματος σιωπής και μη απολογίας του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου έγινε, ο ίδιος εκούσια και με την παρουσία του συνηγόρου του αναίρεσε την περί σιωπής δήλωσή του και τελικά απολογήθηκε και ο σχετικός τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με το άρθρο 2 παρ.2 του Ν. 2408/1996, αντικαταστάθηκε το άρθρο 105 του ΚΠοινΔ ως ακολούθως: "Όταν ενεργείται προανάκριση, σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ.2 του παρόντος, η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274 και εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104. Η κατά παράβαση του παρόντος εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31". Κατά το δεύτερο αυτό εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31 ΚΠοινΔ (όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3160/2003 και στη συνέχεια με το άρθρο 5 του ν.3346/05), αν όμως έγινε έγγραφη εξέταση του υπόπτου, η εξέταση αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της εισαγγελίας". Έτσι, με τη διάταξη της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού, καθίσταται πλέον υποχρεωτικό εκείνος που έχει συλληφθεί ως δράστης ή σε βάρος του οποίου υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχεται στην πράξη για την οποία διεξάγεται προανάκριση, χωρίς προηγούμενη εισαγγελική παραγγελία, να εξετάζεται σύμφωνα με ό,τι ισχύει για την εξέταση κάθε κατηγορουμένου, ώστε να αποκλείεται "η μαρτυροποίησή" του και να διασφαλίζεται το υπερασπιστικό του δικαίωμα, ενώ, με τη διάταξη της δεύτερης παραγράφου του ίδιου άρθρου ορίζεται ρητά ότι η κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου εξέταση του δράστη, που έχει συλληφθεί ή του υπαιτίου, είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη, εφαρμοζομένης κατά τα λοιπά της παραπάνω διατάξεως του δευτέρου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 31 ΚΠοινΔ. Και ναι μεν, η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 31 παρ.2 εδ. δεύτερο του ΚΠοινΔ, δεν απαγγέλλει ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως της ανώμοτης καταθέσεως του υπόπτου, όμως η διάταξη αυτή έχει θεσπισθεί προς υπεράσπιση του κατηγορουμένου ο οποίος έχει δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεώς του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίωξη", που του διασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), καθώς και του δικαιώματός του από το άρθρο 223 παρ.4 ΚΠοινΔ να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Επομένως, βάσει της διατάξεως αυτής, δεν είναι επιτρεπτό να αξιολογηθούν σε βάρος του όσα τυχόν επιβαρυντικά στοιχεία έχει καταθέσει ο ίδιος κατά την ανώμοτη εξέτασή του κατά την διάρκεια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως. Συνακόλουθα, μόνον η κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 31 παρ.2 εδ. β' και 105 παρ.2 εδάφ. β' του ΚΠοινΔ, ανάγνωση και αποδεικτική αξιολόγηση σε βάρος του κατηγορουμένου της ανώμοτης καταθέσεως του, που δόθηκε κατά το στάδιο της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως, εφόσον έγινε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο μετά τις 4-6-1996, επάγεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' ΚΠοινΔ και θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ (Ολ. Α.Π. 2/1999), όχι δε και η ύπαρξη αυτής στη σχηματισθείσα δικογραφία και η μη παραμονή της στο αρχείο της εισαγγελίας, εφόσον αυτή, όταν δεν αναγιγνώσκεται ή δεν αξιολογείται από το Δικαστήριο, δεν επηρεάζει καθ'οιονδήποτε τρόπο την άσκηση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου.( ΑΠ 800/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, διότι λήφθηκαν υπόψη και έγινε αποδεικτική αξιοποίηση των σε αυτό αναφερομένων παρανόμων αποδεικτικών μέσων και δη των ενόρκων καταθέσεων ως μαρτύρων- υπόπτων και απολογιών, κύριων και συμπληρωματικών, αμφοτέρων των κατηγορουμένων, που δόθηκαν κατά το στάδιο της αστυνομικής προανακρίσεως, καταθέσεις οι οποίες σε κάθε περίπτωση, παρανόμως παρέμειναν στη δικογραφία, αντί να τεθούν στο αρχείο της εισαγγελίας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο ουδόλως έλαβε υπόψη του τις αναφερόμενες προανακριτικές καταθέσεις του αναιρεσείοντος και του συγκατηγορουμένου του, τις οποίες, άλλωστε, δεν ανέγνωσε και, όπως ρητώς βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, (βλ. φύλλα 18-19), "δεν αναγνώσθηκαν, ούτε αξιολογήθηκαν αποδεικτικά" και το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του μόνο τα αναγνωσθέντα έγγραφα και τα λοιπά ειδικώς αναφερόμενα σε αυτή νόμιμα αποδεικτικά μέσα.
Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-1-2008 αίτηση του Χ και τους από 15-4-2009 προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθμ.16, 17, 29, 30/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή