Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 800 / 2008    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ε.Σ.Δ.Α., Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Ληστεία, Καταλογισμός, Συρροή εγκλημάτων.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από πρόθεση και ληστεία με ιδιαίτερη σκληρότητα (από την οποία επήλθε θάνατος). Πότε υπάρχει αληθινή συρροή. Αυτοτελείς ισχυρισμοί. Αιτιολογία. Αυτοτελείς ισχυρισμοί για έλλειψη καταλογισμού, άλλως για μειωμένο καταλογισμό (34, 36 ΠΚ). Η τοξικομανία ως αιτία έλλειψης καταλογισμού. Ισχυρισμοί για ελαφρυντικά ειλικρινούς μετάνοιας και καλής συμπεριφοράς (84 παρ. 2δ και ε). Πότε είναι ορισμένοι. Απόλυτη ακυρότητα - παράβαση ΕΣΔΑ από τη λήψη υπόψη προανακριτικής κατάθεσης του κατηγορουμένου. Αυτοενοχοποίηση. Μη αφαίρεση αυτής από τη δικογραφία. Όχι ακυρότητα. Απορρίπτει αναίρεση.





Αριθμός 800/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρόυ 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα, για αναίρεση της 9,10,11/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιά..
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Μαΐου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1138/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει ως προς την επιβολή της ποινής η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των ποινικών αποφάσεων, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, προκειμένου περί απορρίψεως ως αβασίμου αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου, ήτοι ισχυρισμού που οδηγεί στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης, στην άρση ή μείωση του καταλογισμού του δράστη, ή την εξάλειψη του αξιόποινου ή στη μείωση της ποινής του, όπως είναι και ο από το άρθρο 34 του ΠΚ ισχυρισμός, για διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών ή της συνείδησης του δράστη, ένεκα των οποίων δεν έχει αυτός την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του, ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό, οπότε δεν καταλογίζεται σε αυτόν η πράξη, υπάρχει, όταν εκτίθενται στην απόφαση με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και στήριξαν την κρίση για τη μη συνδρομή των στοιχείων που θεμελιώνουν τον αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για απόρριψη του ισχυρισμού αυτού. Εξάλλου η τοξικομανία του εξαρτημένου χρήστη, κατά την έννοια του άρθρου 30 παρ.1 του ΚΝΝ (ν. 3459/2006), δηλαδή εκείνου που έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, την οποία δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, δεν οδηγεί σε έλλειψη ικανότητας προς καταλογισμό, αν δεν συντρέχει μια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 34 ΠΚ προϋποθέσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία καταδίκασε την αναιρεσείουσα για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και ληστείας με ιδιαίτερη σκληρότητα, απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό της κατηγορουμένης, αναιρεσείουσας, που προέβαλε δια του συνηγόρου υπεράσπισής της, περί ελλείψεως της ικανότητάς της προς καταλογισμό (34 ΠΚ), καθόσον ήταν τοξικομανής, κατά την έννοια του νόμου περί ναρκωτικών και βρισκόταν υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, και δεν είχε, εκ τούτου, συνείδηση των πραττομένων, ενώ δέχθηκε τον προβληθέντα ισχυρισμό αυτής, περί μειωμένου καταλογισμού (36 ΠΚ), για τον ίδιο λόγο, κρίνοντας, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, ότι, από τα κατ' είδος αναφερόμενα στην αρχή του σκεπτικού του αποδεικτικά μέσα, προέκυψαν τα ακόλουθα. "Κατά την ομόφωνη κρίση του Δικαστηρίου, αποδείχθηκε ότι, κατά την τέλεση των ανωτέρω πράξεων, η κατηγορουμένη τελούσε σε κατάσταση διαταράξεως της συνειδήσεως, διότι βρισκόταν υπό την επήρεια ναρκωτικών, δηλαδή των ναρκωτικών δισκίων vulbegal, τα οποία είχε καταναλώσει αλλά και σε κατάσταση στέρησης, διότι τα χάπια αυτά δεν ήταν ικανά να υποκαταστήσουν την ανάγκη της για λήψη ηρωίνης, η εξάρτησή της από την οποία ήταν άμεση και ολοκληρωτική όπως προαναφέρθηκε. Από τις αιτίες αυτές, δεν είχε μεν στερηθεί αυτή παντελώς την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης της ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή της για το άδικο αυτό, είχε όμως μειωθεί ουσιωδώς η ικανότητά της αυτή. Γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός ο επί του άρθρου 36 του ΠΚ στηριζόμενος, προβληθείς δια του συνηγόρου της, αυτοτελής ισχυρισμός αυτής, κατά το σκέλος του περί μειωμένης ικανότητας για καταλογισμό, απορριπτομένου αυτού κατά το σκέλος του περί ελλείψεως παντελώς καταλογισμού" .
Με αυτά που δέχθηκε Μικτό Ορκωτό Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με τον πάνω αυτοτελή ισχυρισμό της κατηγορουμένης, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο της κατηγορουμένης αναιρεσείουσας οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 34 ΠΚ . Επομένως, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ πλημμέλεια και ο σχετικός λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, "το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του" (περ. δ) και ότι "ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του" (περ.ε) . Στην πρώτη από τις περιπτώσεις αυτές η μετάνοια του υπαιτίου, πρέπει, όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή, να συνδυάζεται με πραγματικά περιστατικά, τα οποία μαρτυρούν ότι επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, δίχως να αρκεί η απλή έκφραση θλίψης ή συγγνώμης. Επίσης, στην δεύτερη περίπτωση, πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης. Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, η αναιρεσείουσα , η οποία καταδικάστηκε για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν στις πιο πάνω ποινές, κατέθεσε εγγράφως τους πιο κάτω ισχυρισμούς για την αναγνώριση σ' αυτήν ελαφρυντικών περιστάσεων, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικώς: " Όπως κατέθεσαν και οι μάρτυρες αστυνομικοί, από την πρώτη στιγμή της συλλήψεως μου, ζητούσα επίμονα να μιλήσω με το θύμα και να του ζητήσω συγγνώμη, παρά το γεγονός ότι βρισκόμουν σε τρομερή σύγχυση και σε στερητικό σύνδρομο κατά τη σύλληψη μου και την προανακριτική μου κατάθεση και δεν καταλάβαινα τι ακριβώς με κατηγορούσαν ότι είχα διαπράξει εναντίον του Ζ1. Παρ' όλα αυτά, ζητούσα να μιλήσω μαζί του τηλεφωνικά και εξέφρασα την ευχή και επιθυμία μου να μην πάθει τίποτα κακό. Επίσης, από την πρώτη στιγμή προσπάθησα να δώσω στοιχεία στην αστυνομία σχετικά με το ποια ήταν τα άτομα, από τα οποία επεδίωξα να αγοράσω τη δόση μου την 3.2.2001. Βέβαια, πρέπει να σημειωθεί ότι ενδεικτικό της άσχημης κατάστασης και της σύγχυσης στην οποία βρισκόμουν κατά τη διάρκεια της σύλληψης και της προανακριτικής μου κατάθεσης, αλλά και του τρόπου που προφανώς πάρθηκε από την αστυνομία η "ομολογία" μου, είναι το γεγονός ότι από τα ονόματα των δήθεν συνεργατών μου, που έδωσα στην αστυνομία και αυτή οδηγήθηκε στους άλλους δύο δήθεν δράστες, είναι το γεγονός ότι το ΜΟΔ Πειραιά κήρυξε αθώα τα δύο αυτά άτομα για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορούνταν. Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι θα πρέπει να αναγνωριστεί σε μένα το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μετανοίας του άρθρου 84 παρ. 2, περ. δ του ΠΚ. Επίσης, από την προσαγόμενη βεβαίωση των Γυναικείων Φυλακών Κορυδαλλού, όπου κρατούμαι, προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια της φυλάκισής μου, επέδειξα καλή διαγωγή και συμπεριφέρομαι και συνεργάζομαι πολύ καλά με τις συγκροτούμενες μου και το σωφρονιστικό προσωπικό. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, αν αναλογιστεί κανείς την κατάσταση που είναι γνωστό ότι επικρατεί στις φυλακές, τα διάφορα επεισόδια που κατά καιρούς έχουν συμβεί και πάρει το φως της δημοσιότητας και δεν θα πρέπει να γίνει δεκτό από το Δικαστήριο σας ότι δήθεν από μόνο το γεγονός ότι βρίσκομαι φυλακισμένη και αναγκαστικά επιδεικνύω προσποιητή καλή συμπεριφορά, προκειμένου να τύχω των ευεργετημάτων του νόμου δεν θα πρέπει να τύχει εφαρμογής το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε του ΠΚ, αλλά αντιθέτως θα πρέπει να αναγνωρισθεί σε μένα ότι επέδειξα καλή συμπεριφορά κατά τη διάρκεια της κράτησης μου από 6.2.2001 συνεχώς μέχρι σήμερα.". Με το πιο πάνω περιεχόμενο, οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης και ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη της, είναι αόριστοι, αφού δεν εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται ότι αυτή μετανόησε ειλικρινώς και ότι επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε, ούτε εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι αυτή συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο σχετικά διάστημα μετά τις πράξεις της αυτές. Η απλή αναφορά, ότι επεδίωξε να ζητήσει συγνώμη από τον παθόντα, χωρίς παράλληλα να δέχεται ότι αυτή διέπραξε τα σε βάρος του εγκλήματα, δεν αρκούν για να καταστήσουν ορισμένο τον περί ειλικρινούς μεταμέλεια ισχυρισμό της. Επίσης, δεν αρκεί η αναφορά της καλής της συμπεριφοράς της στη φυλακή, επικαλούμενη ως μόνο συγκεκριμένο περιστατικό, που να αποδεικνύει την συμπεριφορά της αυτή, το ότι επέδειξε καλή διαγωγή και συμπεριφορά με τις συγκρατούμενες της και το σωφρονιστικό προσωπικό. Το Δικαστήριο της ουσίας, εντούτοις, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, λόγω της αοριστίας των ισχυρισμών αυτών, απάντησε, ως εκ περισσού, μόνο στον πρώτο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, τον οποίο απέρριψε, με την αιτιολογία ότι "από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε ότι επέδειξε αυτή ειλικρινή μετάνοια ή ότι επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων της. Αντίθετα η κατηγορουμένη αρνήθηκε την τέλεση των πράξεων της, τόσον πρωτοβαθμίως όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η συγγνώμη δε την οποία επικαλείται αυτή ότι επιδίωξε να ζητήσει από τον θανόντα όταν συνελήφθη, δεν ήταν αληθινή αλλά προσχηματική". Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', ΚΠΔ, για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως, περί συνδρομής των πιο πάνω ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Επίσης, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι το Δικαστήριο δεν αιτιολογεί από ποια ακριβώς στοιχεία προκύπτει ότι συμμετείχε στα πλήγματα που έγιναν στον αποθανόντα Ζ1, από τα οποία προήλθε και ο θάνατος του, ενώ τα στοιχεία που επικαλείται και στηρίζει την κρίση του, δεν αποδεικνύουν τη συγκεκριμένη μορφή της συμμετοχής της στο συγκεκριμένο αδίκημα, αν δηλαδή κατάφερε οποιοδήποτε πλήγμα στο θύμα, παρά μόνον αιτιολογεί την συμμετοχή της στο αδίκημα, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον η αναιρεσείουσα, με την επίκληση του λόγου αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη των σχετικών ισχυρισμών της, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.


ΙΙΙ. Με το άρθρο 2 παρ.2 του Ν. 2408/1996, αντικαταστάθηκε το άρθρο 105 του ΚΠΔ ως ακολούθως: "Όταν ενεργείται προανάκριση, σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ.2 του παρόντος, η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274 και εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104. Η κατά παράβαση του παρόντος εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31". Κατά το δεύτερο αυτό εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31 ΚΠΔ (όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3160/2003 και στη συνέχεια με το άρθρο 5 του ν.3346/05), αν όμως έγινε έγγραφη εξέταση του υπόπτου, η εξέταση αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της εισαγγελίας". Έτσι, με τη διάταξη της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού, καθίσταται πλέον υποχρεωτικό εκείνος που έχει συλληφθεί ως δράστης ή σε βάρος του οποίου υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχεται στην πράξη για την οποία διεξάγεται προανάκριση, χωρίς προηγούμενη εισαγγελική παραγγελία, να εξετάζεται σύμφωνα με ό, τι ισχύει για την εξέταση κάθε κατηγορουμένου, ώστε να αποκλείεται "η μαρτυροποίησή" του και να διασφαλίζεται το υπερασπιστικό του δικαίωμα, ενώ, με τη διάταξη της δεύτερης παραγράφου του ίδιου άρθρου ορίζεται ρητά ότι η κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου εξέταση του δράστη, που έχει συλληφθεί ή του υπαιτίου, είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη, εφαρμοζομένης κατά τα λοιπά της παραπάνω διατάξεως του δευτέρου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 31 ΚΠΔ. Και ναι μεν, η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 31 παρ.2 εδ. δεύτερο του ΚΠΔ, δεν απαγγέλλει ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως της ανώμοτης καταθέσεως του υπόπτου, όμως η διάταξη αυτή έχει θεσπισθεί προς υπεράσπιση του κατηγορουμένου ο οποίος έχει δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεώς του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίωξη", που του διασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), καθώς και του δικαιώματός του από το άρθρο 223 παρ.4 ΚΠΔ να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Επομένως, βάσει της διατάξεως αυτής, δεν είναι επιτρεπτό να αξιολογηθούν σε βάρος του όσα τυχόν επιβαρυντικά στοιχεία έχει καταθέσει γι' αυτόν κατά την ανώμοτη εξέτασή του κατά την διάρκεια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως. Συνακόλουθα, μόνον η κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 31 παρ.2 εδ. β' και 105 παρ.2 εδάφ. β' του ΚΠΔ, ανάγνωση και αποδεικτική αξιολόγηση σε βάρος του κατηγορουμένου της ανώμοτης καταθέσεως του, που δόθηκε κατά το στάδιο της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως, εφόσον έγινε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο μετά τις 4-6-1996, επάγεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' ΚΠΔ και θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ (Ολ. Α.Π. 2/1999, Ολ ΑΠ 1/204), όχι δε και η ύπαρξη αυτής στη σχηματισθείσα δικογραφία και η μη παραμονή της στο αρχείο της εισαγγελίας, εφόσον αυτή, όταν δεν αναγιγνώσκεται ή δεν αξιολογείται από το Δικαστήριο, δεν επηρρεάζει καθ'οιονδήποτε τρόπο την άσκηση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος, με το οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί, παρά το νόμο, δεν τέθηκε στο αρχείο της εισαγγελίας ούτε και αφαιρέθηκε από τη σχηματισθείσα δικογραφία, αλλά παρέμεινε σε αυτήν, (χωρίς όμως να αναγνωσθεί στο ακροατήριο), η από 6-2-2001 ένορκη κατάθεσή της που δόθηκε κατά το στάδιο της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως, που ενεργήθηκε σε βάρος της για τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση και με την οποία φέρεται να ομολογεί ότι διέπραξε τα αδικήματα αυτά, και έτσι στερήθηκε των υπερασπιστικών δικαιωμάτων της σιωπής και της δίκαιης δίκης, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, Περαιτέρω, με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει την πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί, παρά το νόμο, όχι μόνο δεν τέθηκε στο αρχείο της εισαγγελίας ούτε και αφαιρέθηκε από τη σχηματισθείσα δικογραφία, η πιο πάνω κατάθεσή της, αλλά το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πειραιά έλαβε υπ' όψη του και συναξιολόγησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα για τον σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής της για τα αδικήματα, για τα οποία καταδικάστηκε, και, επιπλέον, στήριξε όλη την περί ενοχής κρίση του στην κατάθεση και ομολογία της αυτή, όπως προκύπτει σαφώς από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία στο 29° φύλλο της αναφέρει: " Άλλωστε και η κατηγορούμενη, ομολόγησε προανακριτικά τις πράξεις της......". Η αιτίαση αυτή είναι παντελώς αβάσιμη, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα από το σημείο αυτής που μνημονεύει η αναιρεσείουσα, αναφέρονται τα ακόλουθα. "Άλλωστε και η κατηγορουμένη, όπως η ίδια παραδέχθηκε απολογούμενη, ομολόγησε προανακριτικά τις πράξεις της πλην όμως, αβάσιμα και αναπόδεικτα ισχυρίζεται ότι αναγκάσθηκε να πράξει τούτο, διότι υπέφερε από στερητικό σύνδρομο". Επομένως, το Δικαστήριο ουδόλως έλαβε υπόψη του την αναφερόμενη από την αναιρεσείουσα προανακριτική της κατάθεση, την οποία, άλλωστε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν ανέγνωσε και, όπως ρητώς βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αυτό έλαβε υπόψη του μόνο τα αναγνωσθέντα έγγραφα και τα λοιπά ειδικώς αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα. Το περιστατικό δε της προανακριτικής ομολογίας της κατηγορουμένης το Μικτό Ορκωτό Εφετείο πληροφορήθηκε και αξιολόγησε, ως περιεχόμενο της ενώπιον αυτού του απολογίας της, αφού αυτή έκρινε, ότι έπρεπε να αναφερθεί σε αυτήν, προκειμένου να στηρίξει την υπεράσπισή της. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί, και κατά τούτο, ως αβάσιμος.

ΙV. Κατά το άρθρο 380 παρ. 1 του ΠΚ, τιμωρείται με κάθειρξη όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν από την πράξη προήλθε ο θάνατος κάποιου προσώπου ή βαριά σωματική βλάβη (άρθρο 310) ή αν η πράξη εκτελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα εναντίον προσώπου, επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη. Κατά δε το άρθρο 299 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται, μετά την κατάργηση της ποινής του θανάτου (άρθρ. 33 παρ. 1 ν. 2172/1993), με ισόβια κάθειρξη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, όταν με σκοπό τη ληστεία, κάμπτεται βιαίως η βούληση του θύματος με την άσκηση σωματικής εναντίον του βίας, που εξικνείται στον έσχατο βαθμό της με την από πρόθεση θανάτωσή του και επακολουθεί η σε άμεσο σύνδεσμο με τη θανάτωση αφαίρεση των πραγμάτων, υπάρχει αληθινή συρροή των εγκλημάτων ληστείας και ανθρωποκτονίας με πρόθεση. Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πειραιώς, όπως προκύπτει από τα αλληλοσυμπληρούμενα σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψαν τα εξής ": Η κατηγορουμένη x1, ηλικίας περίπου 30 ετών κατά τον επίδικο χρόνο, από την εφηβική της ηλικία ενεπλάκη στον κόσμο των ναρκωτικών και απέκτησε την έξη της χρήσης των ναρκωτικών, χωρίς να μπορεί να την αποβάλει με τις δικές της δυνάμεις. Η κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ. του ν. 1729/1987 ιδιότητα της ως τοξικομανούς, διαπιστώθηκε άλλωστε και από την πραγματογνωμοσύνη που διενήργησε, με εντολή της 1ης Ανακρίτριας Πειραιά, ο ιατροδικαστής ......, όπως προκύπτει τούτο από την από .... αναγνωσθείσα έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης αυτού. Σε νεαρή ηλικία παντρεύτηκε με τον εξετασθέντα μάρτυρα ......, που καμία σχέση δεν είχε με την αλγεινή αυτή συνήθεια και απέκτησε μαζί του ένα τέκνο, αποβάλλοντας για μικρό χρονικό διάστημα την έξη αυτή. Όμως, λίγο αργότερα, επανήλθε στην χρήση των ναρκωτικών και πολλές φορές εγκατέλειπε για ώρες ή και για ημέρες τη συζυγική οικία, είτε οικειοθελώς είτε διότι την απέπεμπε ο σύζυγος της με αφορμή το πάθος της αυτό. Έφθασε μάλιστα στο σημείο να εκπορνεύεται, προκειμένου να βρίσκει χρήματα για την αγορά των σκληρών ναρκωτικών που χρησιμοποιούσε. Έτσι και κατά το επίδικο διάστημα είχε εγκαταλείψει προ εικοσαημέρου τη συζυγική οικία, διανυκτερεύοντας σε διάφορα ξενοδοχεία της πλατείας ...... και συχνάζοντας σε τόπους που διακινούντο ναρκωτικά, ασχολούμενη με συστηματική και συνεχή χρήση διαφόρων ναρκωτικών, κυρίως όμως και πρωτίστως ηρωίνης, τα οποία αγόραζε με χρήματα που αποκτούσε επιδιδόμενη στην πορνεία. Στις 3-2-2001 αγόρασε από άγνωστο άτομο έξι χάπια Vulbegal που περιέχουν τη δραστική ναρκωτική ουσία φθοριονιτραζεπάμη, τα οποία και κατανάλωσε, επιδιώκοντας την ανεύρεση χρημάτων προκειμένου να αγοράσει ηρωίνη, η εξάρτησή της από την οποία ήταν, όπως προελέχθη ολοκληρωτική. Έτσι, από κοινού με δύο άγνωστους άνδρες συνεργούς της, επιβιβάσθηκε τις μεσημβρινές ώρες σε ιδιωτικής χρήσεως αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ένας από αυτούς και κατευθύνθηκαν στη ......, παρατήρησαν δε ότι στον προαύλιο χώρο μιας οικίας που βρίσκεται στην οδό ....., βρισκόταν την ώρα εκείνη ο Ζ1, ηλικίας 82 ετών, ασχολούμενος με την περιποίηση των σκύλων που διατηρούσε εκεί. Διαβλέποντας η κατηγορουμένη και οι συνεργοί της, δυνατότητα αποσπάσεως χρημάτων από τον υπερήλικα, συναποφάσισαν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση να τον θανατώσουν, με σκοπό να του αφαιρέσουν με τη θανάτωση χρήματα και ότι χρήσιμα κινητά πράγματα έφερε αυτός μαζί του, για να τα ιδιοποιηθούν παράνομα. Στην ίδια ψυχική κατάσταση ευρισκόμενοι, εκτέλεσαν τελικά τις πράξεις τους αυτές. Έτσι η κατηγορουμένη ανέλαβε να τον πλησιάσει και να τον παρασύρει στο όχημα. Για το σκοπό αυτό εξήλθε από το αυτοκίνητο και, με το πρόσχημα ότι ενδιαφερόταν για την ενοικίαση δωματίου και υπαινισσόμενη ενδιαφέρον για την φροντίδα του, έπεισε τον γέροντα να την ακολουθήσει αδιαμαρτύρητα μέχρι το αυτοκίνητο, όπου την ανέμεναν οι συνεργοί της, ο ένας στη θέση του οδηγού, δίπλα από τον οποίο κάθισε η ίδια και ο έτερος στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, δίπλα από τον οποίο κάθισε ο γέροντας. Την παρουσία της κατηγορουμένης στον προαύλιο χώρο της οικίας, αντιλήφθηκε ο πρωτοβαθμίως και προανακριτικά εξετασθείς μάρτυρας Πακιστανός υπήκοος Γ1, που διέμενε σε δωμάτιο της οικίας εκείνης και βρισκόταν εκεί εκείνη την ώρα, βλέποντας αυτήν, όπως με σαφήνεια κατέθεσε πρωτοβαθμίως, να κουβεντιάζει με τον υπερήλικα και ακούγοντας την να τον προτρέπει να την ακολουθήσει με τις λέξεις "έλα παππού, έλα". Ακολούθως, ο οδηγός του αυτοκινήτου έθεσε αυτό σε κίνηση, περιφέροντας τον υπερήλικα σε διάφορες οδούς της ευρύτερης περιοχής της ..... Πειραιά για μισή ώρα, κατά τη διάρκεια της οποίας και ενώ ο γέροντας ήταν καθηλωμένος στο αυτοκίνητο, ανίκανος να προβάλει αντίσταση λόγω της μεγάλης ηλικίας του και να καλέσει σε βοήθεια λόγω της τραχειοτομίας την οποία από ετών έφερε, του κατάφεραν όλοι μαζί από κοινού, πολλαπλά και σφοδρά πλήγματα στο κεφάλι, στο θώρακα και τα άκρα με αγριότητα και αναλγησία, μάλιστα δε ο ένας εκ των δραστών που καθόταν δίπλα του, στην προσπάθεια του να αφαιρέσει το δακτυλίδι που φορούσε ο γέροντας και το οποίο δεν έβγαινε, με προτροπή της κατηγορουμένης, του δάγκωσε με βιαιότητα το δάκτυλο. Όταν το αυτοκίνητο έφθασε στο ύψος του θεάτρου Γραμμών, σταμάτησαν το αυτοκίνητο, τον έβγαλαν έξω, τον έβαλαν στο χώρο των αποσκευών του αυτοκινήτου όπου εξακολούθησαν ανάλγητα να τον χτυπούν με σφοδρότητα και τελικά τον εγκατέλειψαν, σχεδόν ημιθανή, περίπου στις 17.00 η ώρα και εξαφανίσθηκαν, αφού προηγουμένως αφαίρεσαν από την κατοχή του με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης, 80.000 δραχμές, το ανωτέρω δακτυλίδι, ένα βιβλιάριο καταθέσεων της Ε.Τ.Ε και το δελτίο της αστυνομικής του ταυτότητας, που είχε μαζί του. Γρήγορα ο υπερήλικας έγινε αντιληπτός από τρίτους και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Πειραιώς, όπου στις 9.30 ώρα της 10-2-2001, παρά τις παρασχεθείσες ιατρικές υπηρεσίες, απεβίωσε, με μόνη αιτία τη βαρύτητα των πληγμάτων και ιδίως των καταγμάτων του θώρακος. Όπως προκύπτει από τις αναγνωσθείσες εκθέσεις, από ...... ιατροδικαστική έκθεση και ..... έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του ιατροδικαστή Πειραιά ......., ο θανών είχε υποστεί πολλαπλά κατάγματα πλευρών δεξιά και αριστερά, ρινικών οστών, στέρνου, κακώσεις και εκχυμώσεις στα άνω και κάτω άκρα, στη ράχη του σώματος και εκτεταταμένο εκχυμωτικό μώλωπα αριστερού οφθαλμού. Ο ανθρωποκτόνος δόλος της κατηγορουμένης και των συνεργών της αναμφίβολα συνάγεται από την πολλαπλότητα και τη σφοδρότητα των πληγμάτων αλλά και από τα ευπαθή σημεία του σώματος του θανόντος που επλήγησαν, δηλαδή θώρακας και κεφαλή, σε συνδυασμό και με την ηλικία του. Τον ανθρωποκτόνο σκοπό τους, λόγω της βαρύτητας των κακώσεων, συμπεραίνει άλλωστε και ο ανωτέρω ιατροδικαστής στην προαναφερθείσα έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής. Ως εκ τούτου οι προβληθέντες δια του συνηγόρου της ισχυρισμοί της κατηγορουμένης ότι δεν είχε ανθρωποκτόνο πρόθεση αλλά μόνον πρόθεση κλοπής και περί μετατροπής της κατηγορίας σε σκοπούμενη βαριά σωματική βλάβη, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Εξάλλου η κατηγορουμένη, από κοινού με τους συνεργούς της, εκτέλεσε την πράξη της ληστείας με ιδιαίτερη σκληρότητα, κτυπώντας ανηλεώς τον καθηλωμένο στο αυτοκίνητο και ανίκανο να προβάλει αντίσταση γέροντα, συνάπτεται δε η πράξη της αυτή με τη θανάτωσή του, αφού η τελευταία έγινε με σκοπό την αφαίρεση των κινητών πραγμάτων, θανάτωση δε και αφαίρεση συνδέονται αμέσως. Η κατηγορουμένη, απολογούμενη ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, αρνείται παντελώς τη συμμετοχή της στις προαναφερθείσες πράξεις, ισχυριζόμενη ότι άλλη είναι η δράστης αυτών. Την ίδια άρνηση αντέταξε και κατά την απολογία της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Όμως ο ισχυρισμός της αυτός, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Το γεγονός ότι αυτή είναι η μία εκ των δραστών των ανωτέρω στυγερών εγκλημάτων, προκύπτει αναμφισβήτητα από το γεγονός ότι ο θανών Ζ1ς την αναγνώρισε ανεπιφύλακτα στο θάλαμο νοσηλείας του, όχι μόνον κατά την επίδειξη από τους αστυνομικούς φωτογραφιών υπόπτων γυναικών (βλ. περικοπή της από 5-2-2001 προανακριτικής ένορκης κατάθεσης αυτού: ".. .αναγνωρίζω ότι η γυναίκα που με παρέσυρε στο λευκό αυτοκίνητο είναι η εικονιζόμενη στην ..... από 13-2-1998 φωτογραφία...", αλλά και όταν οι αστυνομικοί του εμφάνισαν την επόμενη ημέρα την κατηγορουμένη ανάμεσα σε δύο άλλες γυναίκες. Μάλιστα ο θανών δεν αρκέσθηκε στην οπτική αναγνώριση της κατηγορουμένης, αλλά ζήτησε και από τις τρεις γυναίκες που παρουσίασαν ενώπιον του οι αστυνομικοί, να επαναλάβουν τις φράσεις που είχε ακούσει να του λέει η δράστης των σε βάρος του αξιοποίνων πράξεων, "πάρτου τα όλα, σκοτώστε τον", στο άκουσμα δε της φωνής της κατηγορουμένης, την αναγνώρισε ρητά ως την δράστιδα αυτών, όπως τα περιστατικά αυτά επιβεβαιώνονται από τους παριστάμενους κατά την αναγνώριση εξετασθέντες μάρτυρες ........, αστυνομικό και Δ1 σύζυγο του φερόμενου ως γυιού του παθόντος ......., με τους οποίους συμβίωνε ο θανών κατά το τελευταίο προ του θανάτου του έτος. Πρέπει να επισημανθεί στο σημείο αυτό, ότι ο θανών Ζ1, παρά τους πόνους τους οποίους ένοιωθε λόγω των σοβαρών τραυμάτων του, είχε πολύ καλή επικοινωνία με το περιβάλλον αλλά και καλή διανοητική κατάσταση, όπως βεβαίωσε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού αλλά και κατά την πρωτοβάθμια δίκη, ο θεράπων κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο νοσοκομείο ιατρός ...... αλλά και η προαναφερθείσα Δ1, η οποία του συμπαρίστατο διαρκώς κατά το χρονικό αυτό διάστημα. Ως εκ τούτου, αποκλείεται το ενδεχόμενο λάθους εκ μέρους του, κατά την αναγνώριση της κατηγορουμένης, Πέραν του θανόντος όμως, η κατηγορουμένη ανενδοίαστα αναγνωρίσθηκε, όπως προαναφέρθηκε από τον Πακιστανό υπήκοο Γ1, διαμένοντα στην ίδια οικία, όπου ο παθών διατηρούσε τα κατοικίδια, ως το άτομο που προσέγγισε τον παθόντα και συνομίλησε μαζί του πριν από την επιβίβαση στο αυτοκίνητο. Μάλιστα, με βάση την περιγραφή των χαρακτηριστικών της κατηγορουμένης από τον μάρτυρα αυτό σε συνδυασμό και με εκείνην του παθόντος, οδηγήθηκαν τελικά οι αστυνομικές αρχές στον εντοπισμό και τη σύλληψή της. Χαρακτηριστική είναι η κατάθεση του μάρτυρος αυτού στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς την βεβαιότητα που τον διακατέχει αναφορικά με το πρόσωπο της κατηγορουμένης (βλ. περικοπή της καταθέσεως του: "...είμαι απόλυτα σίγουρος ότι είναι αυτή..."), ενώ άξιο επισημάνσεως είναι και το γεγονός, ότι, κατά την επίδειξη σ' αυτόν από τους αστυνομικούς φωτογραφιών υπόπτων γυναικών, αυτός αναγνώρισε μεν την κατηγορουμένη αλλά με επιφύλαξη, επισημαίνοντας ότι αυτή είχε ένα σημάδι στη μύτη το οποίο δεν εμφανιζόταν στην φωτογραφία. Για το λόγο αυτό ζήτησε να τη δει μετά τη σύλληψή της, μετά δε την επιβεβαίωση του σημαδιού που πράγματι είχε το διάστημα εκείνο στη μύτη της η κατηγορουμένη, όπως άλλωστε και η ίδια παραδέχθηκε κατά την απολογία της ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, ήταν απόλυτα σίγουρος ότι αυτή ήταν το άτομο που πλησίασε και συνομίλησε με τον παθόντα. Άλλωστε και η κατηγορουμένη, όπως η ίδια παραδέχθηκε απολογούμενη, ομολόγησε προανακριτικά τις πράξεις της πλην όμως, αβάσιμα και αναπόδεικτα ισχυρίζεται ότι αναγκάσθηκε να πράξει τούτο διότι υπέφερε από στερητικό σύνδρομο. Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα της αποδείξεως, στοιχειοθετούνται αντικειμενικά και υποκειμενικά οι αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και της ληστείας με ιδιαίτερη σκληρότητα, που διέπραξε η κατηγορουμένη από κοινού με τους άγνωστους συνεργούς της. ..." Με τις σκέψεις αυτές, η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα κρίθηκε, ένοχη ανθρωποκτονίας από πρόθεση, κατά συναυτουργία, κατά πλειοψηφία (5-2) και ομόφωνα για ληστεία που τελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα, (26 παρ.1, 27 45, 94 παρ.1, 299 παρ.1 και 380 παρ.1α, 2β ΠΚ), ενώ το Δικαστήριο δέχθηκε), ότι η κατηγορουμένη είχε, λόγω της τοξικομανίας της, μειωμένη ικανότητα προς καταλογισμό (36 ΠΚ) και της επιβλήθηκε η ποινή καθείρξεως είκοσι ετών για κάθε πράξη και συνολική ποινή καθείρξεως είκοσι πέντε ετών. Με τις παραδοχές του αυτές, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, και των διακεκριμένων κλοπών, για τις οποίες καταδικάστηκε η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές, τα εγκλήματα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και της ληστείας με ιδιαίτερη σκληρότητα, που διέπραξε η κατηγορουμένη αναιρεσείουσα, συρρέουν αληθώς, αφού η θανάτωση του θύματος περιλαμβανόταν στο δόλο του δράστη και έγινε για το σκοπό της αφαιρέσεως των κινητών πραγμάτων, που ανήκαν στο θύμα, και η αφαίρεση αυτών συνδέεται αμέσως με τη θανάτωση αυτού. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 299 παρ.1 380 παρ.1 και 94 του ΠΚ, διότι δέχεται αληθινή συρροή των εγκλημάτων ανθρωποκτονίας από πρόθεση και της ληστείας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-5-2007 αίτηση- δήλωση (με αρ.πρωτ. 4895/29-5-2007) της x1 και ήδη κρατούμενης στις Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού, κατά της 9, 10, 11 /2007 - απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2008.


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ