Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1413 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Συναυτουργία.




Περίληψη:
Αίτηση αναιρέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για απάτη κατά συναυτουργία με συνολικό όφελος και συνολική αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Λόγοι αναιρέσεως. Έλλειψη αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.




Αριθμός 1413/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Στ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 750/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο το Χ2.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1069/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 364/07.07.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω υπό τη κρίση του Δικαστηρίου σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 67/2008 βούλευμα παρέπεμψε στο ακροατήριο του αρμόδιου Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και τον κατηγορούμενο Χ1, κάτοικο ..., για να δικαστεί ως υπαίτιος κατά συναυτουργία με συνολικό όφελος, που υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ (βλ. βούλευμα).
ΙΙ. Κατά του παραπεμπτικού αυτού βουλεύματος ο κατηγορούμενος Χ1 άσκησε έφεση, όμως το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 750/2008 βούλευμα, δέχθηκε μεν τυπικά, αλλά απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση και επικύρωσε το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα (βλ. 750/2008 βούλευμα).
ΙΙΙ. Το εφετειακό αυτό βούλευμα επιδόθηκε νομοτύπως στον μεν κατηγορούμενο στις 21-5-2008 στον δε αντίκλητο δικηγόρο του Αθανάσιο Κανελλόπουλο στις 22-5-2008 (βλ. αντίστοιχα αποδεικτικά επιδόσεως). Στις 2-6-2008 ημέρα Δευτέρα ο κατηγορούμενος Χ1 εμφανίστηκε στην αρμόδια υπάλληλο του Εφετείου Αθηνών και δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά του 750/2008 βουλεύματος και έτσι συντάχθηκε η με αριθμό 108/2-6-2008 έκθεση αναίρεσης, στην οποία ως λόγοι αναίρεσης αναφέρονται η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 484 § § 1-β', δ' Κ.Π.Δ.) (βλ. έκθεση). Η αναίρεση αυτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ουσιαστικά, γιατί πρόκειται για ένδικο μέσο που ασκήθηκε εμπροθέσμως και νομοτύπως από διάδικο που είχε το σχετικό δικαίωμα, αφού παραπέμπεται για κακούργημα.
IV. To παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή στην ουσιαστική διάταξη όπου εφαρμόσθηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η επιβαλλομένη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία, γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος, και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ'αυτή, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 244/2006, ΑΠ 2253/2002).
V. Στη προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών στηρίζει την παραπεμπτική κρίση καθολοκληρίαν με αναφορά στο σύνολο του περιεχομένου της ενσωματωμένης στο βούλευμα πρότασης του αρμόδιου Εισαγγελέα Εφετών. Σύμφωνα με τη πρόταση αυτή, από τα στοιχεία της δικογραφίας και ειδικότερα τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα, σε συνδυασμό και με τις απολογίες των κατηγορουμένων προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Τον Οκτώβριο του 2004 ο εκκαλών Ψ ενδιαφερόταν να αγοράσει άδεια επαγγελματικού οχήματος (ταξί) και αυτοκινήτου (ταξί) μάρκας SKODA τύπου OCTAVIA, με έτος κυκλοφορίας 2004. 'Ετσι, απευθύνθηκε σε διάφορες επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων και στην επιχείρηση της ΑΑ. Εκεί ο μηνυτής συμφώνησε προφορικά τη μεταβίβαση στο όνομά του μιας άδειας ταξί, έναντι 123.000 ευρώ και ενός αυτοκινήτου ταξί, ένεκα 16.000 ευρώ, οπότε η ΑΑ του υπέδειξε να απευθυνθεί στον Χ2, υποδιευθυντής της Τράπεζας EUROBANK, που βρίσκεται στην οδό ..., προκειμένου να διευθετηθεί το θέμα της έκδοσης δανείου για τη χρηματοδότηση - πραγματοποίηση των παραπάνω αγορών. Πράγματι, ο μηνυτής μετέβη στο γραφείο του κατηγορουμένου Χ2, αρμοδίου υπαλλήλου της Τράπεζας για τις εγκρίσεις χρηματοδοτήσεων για τις ως άνω αγορές, οπότε ο τελευταίος τον ενημέρωσε για τους όρους του παραπάνω δανείου και τελικά υπεγράφη η από 4-2-2005 σύμβαση δανείου για το ποσό των 145.000 ευρώ, για τις ως άνω αγορές, ποσό το οποίο ήδη από τα τέλη Φεβρουαρίου 2005 ήταν στη διάθεση του μηνυτή (βλ. υπ'αριθμ. ... σύμβαση δανείου). Δεδομένου δε ότι μεταξύ του μηνυτή και του κατηγορουμένου Χ2 είχαν προηγηθεί πολλές συναντήσεις-συζητήσεις πριν από την έγκριση του ανωτέρω δανείου και ο τελευταίος είχε κερδίσει την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη του μηνυτή, την 25-2-05 ο εν λόγω κατηγορούμενος (Χ2), κατόπιν προσυνεννοήσης και συναπόφασης με το συγκατηγορούμενό του Χ1, παρέστησε ψευδώς στο μηνυτή, ότι η πρόταση της ΑΑ για την πώληση της άδειας ταξί που προηγήθηκε δεν ήταν αξιόπιστη και συμφέρουσα για αυτόν και ότι τον συνέφερε να αγοράσει την άδεια και το αυτοκίνητο της προτίμησής του από την επιχείρηση του Χ1, ο οποίος ήταν δήθεν αξιόπιστος και φερέγγυος επιχειρηματίας πώλησης αδειών ταξί και αυτοκινήτων ταξί και ο οποίος διατηρούσε επιχείρηση στην οδό ... στην ... . Ο μηνυτής πείστηκε από τις διαβεβαιώσεις του Χ2, οπότε ο τελευταίος την ίδια ημέρα (25-2-05) κάλεσε στην Τράπεζα EUROBANK (Υπ/μα ...) τον συγκατηγορούμενό του Χ1, ο οποίος και επανέλαβε τους ως άνω ψευδείς ισχυρισμούς στο μηνυτή και ειδικότερα ότι ως έμπορος αυτοκινήτων ταξί, είχε ήδη στην κατοχή του μια άδεια ταξί και ένα αυτοκίνητο ταξί SKODA-OCTAVIA, έτους 2004, τα οποία μπορούσαν να μεταβιβασθούν στο μηνυτή έναντι 145.000 ευρώ. Προκειμένου μάλιστα να γίνουν πειστικοί οι κατηγορούμενοι, ο εξ αυτών Χ1, μετέβη μαζί με το μηνυτή στη ..., σε χώρο πώλησης ταξί και επέδειξε το αυτοκίνητο που επρόκειτο να μεταβιβασθεί. Επιστρέφοντας δε ο μηνυτής και ο Χ1 στο γραφείο του Χ2, δήλωσε (ο μηνυτής), ότι δέχεται να αγοράσει από αυτούς την άδεια και το ταξί που πωλούσε ο Χ1 και μάλιστα έδωσε στο Χ1, παρουσία του Χ2, μια προκαταβολή ποσού 3.500 ευρώ, συντασσομένης προς τούτο έγγραφης απόδειξης παραλαβής του ποσού αυτού από τον Χ1. Στη συνέχεια οι κατηγορούμενοι από κοινού υπέδειξαν στο μηνυτή, ότι έπρεπε άμεσα να εξοφλήσει ολόκληρο το τίμημα άδειας και αυτοκινήτου, προκειμένου να ακολουθήσει η μεταβίβαση αυτών. Πεισθείς και στις διαβεβαιώσεις αυτές ο μηνυτής δέχθηκε την 28-2-05 να δώσει στον Χ1, παρουσία και στο γραφείο του Χ2, 138.000 ευρώ, για την παραπάνω αγορά, απομένοντος ενός μικρού υπολοίπου της τάξης των 4.000 ευρώ. Για τον παραπάνω σκοπό ο μηνυτής εξέδωσε τις υπ' αρ. ... και ... επιταγές της EUROBANK, ποσού 125.250 και 13.000 ευρώ αντίστοιχα, τις οποίες και παραέδωσε στο Χ1, ο οποίος συνέταξε και τις αντίστοιχες χειρόγραφες αποδείξεις παραλαβής (βλ. σχ. αποδείξεις, τις πιο πάνω τραπεζικές επιταγές και την από 12-7-05 κατάθεση του ΒΒ). Τελικά, όμως, η παραπάνω μεταβίβαση ουδέποτε έλαβε χώρα, οπότε, περί τα τέλη Μαρτίου 2005, ο μηνυτής συνειδητοποίησε ότι είχε πέσει θέμα εξαπάτησης από τους κατηγορουμένους-εκκαλούντες, οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας συνεργαζόταν συστηματικά (βλ. τις από 13-10-05 και 22-10-05 υπεύθυνες δηλώσεις του ΓΓ και της ΔΔ αντίστοιχα και την από 1-2-07 μαρτυρική κατάθεση του ΕΕ). Αποτέλεσμα δε της απατηλής και από κοινού συμπεριφοράς των κατηγορουμένων- επικαλούντων ήταν να αποκομίσουν αυτοί παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 141.500 ευρώ, (που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ), με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας του μηνυτή. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται την κατηγορία και επιρρίπτουν την ευθύνη ο ένας στον άλλον. Ειδικότερα ο Χ1 παραδέχεται ότι συνεργαζόταν με το Χ2 για την πώληση αδειών ταξί και αυτοκινήτων σε υποψήφιους αγοραστές, αλλά ισχυρίζεται ότι ο ίδιος ουδέποτε συμφώνησε ή υποσχέθηκε οτιδήποτε στο μηνυτή, αποδεχόμενος ότι αυτός απλώς θέλησε να διευκολύνει το Χ2, εισπράττοντας τις επιταγές του μηνυτή και αποδίδοντας αμέσως τα χρήματα στο Χ2. Όμως, τα στοιχεία της δικογραφίας τον διαψεύδουν, ενώ δεν εξηγεί πειστικά ο κατηγορούμενος αυτός γιατί δέχθηκε να δώσει έγγραφες αποδείξεις παραλαβής χρημάτων στο μηνυτή και να επιδείξει σ'αυτόν συγκεκριμένο αυτοκίνητο - ταξί στη ... . Ο Χ2 ισχυρίζεται ότι και ο ίδιος έπεσε θύμα του συγκατηγορούμενου του Χ1, από τον οποίο αρνείται ότι έλαβε αυτός οποιοδήποτε ποσό. 'Όμως και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου αυτού δεν είναι πειστικός ενόψει όσων ήδη έχουν εκτεθεί για την ουσιαστική και συστηματική συμμετοχή του στην από κοινού με το Χ1 εξαπάτηση του μηνυτή. Τέλος και οι δύο κατηγορούμενοι ισχυρίζονται, ανεπιτυχώς, ότι η υπό κρίση υπόθεση συνιστά απλώς αθέτηση αστικής συμφωνίας και όχι απάτης του ποινικού δικαίου. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία, ως παραγωγός αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, οι οποίες έγιναν προς το σκοπό της επίτευξης παρανόμου οφέλους με δόλια παραπλάνηση, όπως την διαγράφει ο νόμος.
Συνεπώς για τη συντέλεση αυτού πρέπει να υπάρχει ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αφενός της απατηλής ενέργειας του δράστη και της απ'αυτήν δημιουργηθείσης πλάνης του παθόντος και αφετέρου της πλάνης αυτής και της ενέργειας στην οποία παραπείσθηκε ο απατηθείς, η οποία ενέχει περιουσιακή διάθεση, που ενάγεται αναγκαίως περιουσιακή βλάβη του εαυτού του ή τρίτου. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. 'Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις ή παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής ενπλήρωσης με βάση την εμφανιζομένη ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του και τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (ΑΠ 59/05 Ποιν.Χρ. ΝΕ 887, ΑΠ 610/02 Ποιν.Δικ. 2002, 988, ΑΠ 5/01 Ποιν. Χρ. ΝΑ 591). Περαιτέρω κατά το άρθρο 386 § 3 εδ. β' του Π.Κ., όπως αντικ. με το άρθρο. 14 § 4 του Ν.2721/99, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ). Τελείται δε μία πράξη απάτης, όταν συνεπεία της άπαξ προκληθείσης πλάνης, ο εξαπατηθείς προβαίνει σε διαφορετικούς χρόνους σε περισσότερες επιζήμιες πράξεις (ΑΠ 1203/06 Ποιν. Χρ. ΝΖ 209, ΑΠ 967/06 Ποιν. Χρ. ΝΖ 334). Επίσης οι μετά την εξαπάτηση ψευδής παραστάσεως του δράστη προς διατήρηση του οφέλους που πέτυχε από την αρχική εξαπάτηση δεν συρρέουν αληθώς με την απάτη, εφόσον δεν προκαλείται νέα διαφορετική βλάβη στην περιουσία του θύματος (ΑΠ 965/05 Ποιν. Χρ. ΝΣΤ 61 επ., ΑΠ 405/04 Ποιν, Χρ. ΝΕ 140). Τέλος από τη διάταξη του άρθρ. 45 Π.Κ., προκύπτει ότι για την ύπαρξη συναυτουργίας απαιτείται, αντικειμενική σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της κυρίας πράξης, υποκειμενικά δε κοινός δόλος, που σημαίνει, ότι ο καθένας συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται να πραγματώσει με την πράξη του την αντικειμενική υπόσταση του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με το δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και να θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση προς εκείνη του άλλου για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. Η συναπόφαση αυτή μπορεί να ληφθεί κατόπιν συμφωνίας που προηγήθηκε της τελέσεως της πράξεως ή και κατά την τέλεση και πράξεως. Η σύπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται, στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι αυτή πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές (ΑΠ 757/06 Ποιν. Χρ. ΝΖ 215, ΑΠ 854/06 Ποιν. Χρ. ΝΖ 236). Με βάση τα ανωτέρω νομικά δεδομένα οι κατηγορούμενοι διέπραξαν το έγκλημα της απάτης, από κοινού, σε βαθμό κακουργήματος, αφού οι εν λόγω κατηγορούμενοι είχαν παραστήσει ψευδώς στο μηνυτή, ότι ο Χ1 ήταν αξιόπιστος και φερέγγυος και ότι είχε τη δυνατότητα να μεταβιβάσει σ'αυτόν (μηνυτή) άδεια ως αυτοκίνητο ταξί εντός ευλόγου χρόνου, γεγονότα που ανάγονταν στο παρελθόν και στο παρόν, οι δε υποσχέσεις τους για μελλοντικά γεγονότα συνοδευόταν αναμφισβήτητα με τις ψευδείς διαβεβαιώσεις που προηγήθηκαν, το δε περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 73.000 ευρώ και ανέρχεται στο ποσό των 141.500 ευρώ. Επειδή από τα ανωτέρω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της απάτης, από κοινού, από την οποία επήλθε ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ (άρ. 45, 386 § ι εδ. β'Π.Κ.), προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής προς στήριξη στο ακροατήριο κατηγορίας και πρέπει να απορριφθούν στην ουσία της οι υπό κρίση εφέσεις και να επικυρωθεί το πρωτόδικο βούλευμα. VI. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιον Εφετών δι έλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει , με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε, ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις και νομικούς συλλογισμούς με τους οποίας υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικάς διατάξεις που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε. Ειδικώτερα: α) αναφέρονται κατά κατηγορία και είδος τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν και είναι αβάσιμος ο αντίθετος ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, β) έγινε δεκτό κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Συμβουλίου, ότι πρόκειται περί κακουργηματικής απάτης, αφού το επιτευχθέν όφελος και η αντίστοιχος περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 ευρώ και όχι γιατί τελέσθηκε " κατ'επάγγελμα", ώστε να απαιτείται ειδική αιτιολογία , όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, γ) στοιχειοθετείται το έγκλημα της απάτης, αφού κατά τις παραδοχές του Συμβουλίου οι συμβατικές υποχρεώσεις, συνωδεύοντο ταυτοχρόνως από ψευδείς βεβαιώσεις, που ανάγονται στο παρελθόν και το παρόν, κατά τρόπον ώστε να δημιουργείται η εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από τους κατηγορουμένους, που είχαν ήδη λάβει την απόφαση να μη εκπληρώσουν τις παραπάνω συμβατικές υποχρεώσεις τους.
Συνεπώς είναι αβάσιμες oι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος. Πρέπει συνεπώς η αναίρεση να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω Ι. Να απορριφθεί η με αριθμό 108/2-6-2008 αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ1, κάτοικο ..., κατά του 750/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 30 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Βασίλειος Μαρκής".

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από τα οποία, ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, οι οποίες έγιναν προς τον σκοπό της επιτεύξεως παράνομου οφέλους με δόλια παραπλάνηση, όπως την διαγράφει ο νόμος.
Συνεπώς, για τη συντέλεση αυτού, πρέπει να υπάρχει ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αφ' ενός της απατηλής ενέργειας του δράστη και της πλάνης του παθόντος, που δημιουργήθηκε από αυτήν και αφ' ετέρου της πλάνης αυτής και της ενέργειας στην οποία παραπείσθηκε ο απατηθείς, η οποία ενέχει περιουσιακή διάθεση, που επάγεται αναγκαίως περιουσιακή βλάβη του εαυτού του ή τρίτου. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά, που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα, που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις ή παραστάσεις άλλων γεγονότων, που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από τον δράστη, που έχει ήδη ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του και τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 386 παρ. 3 εδ. β' του Ποινικού Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 παρ. 4 του Νόμου 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 €). Τελείται δε μία πράξη απάτης, όταν συνεπεία της πλάνης που προκλήθηκε μία φορά, αυτός που εξαπατήθηκε προβαίνει σε διαφορετικούς χρόνους σε περισσότερες επιζήμιες πράξεις. Επίσης, οι μετά την εξαπάτηση ψευδείς παραστάσεις του δράστη, προς διατήρηση του οφέλους που πέτυχε από την αρχική εξαπάτηση, δεν συρρέουν αληθώς με την απάτη, εφ' όσον δεν προκαλείται νέα, διαφορετική βλάβη, στην περιουσία του θύματος. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 45 του Ποινικού Κώδικα "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη συναυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικά σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως, υποκειμενικά δε κοινός δόλος, που σημαίνει, ότι ο καθένας συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται να πραγματώσει με την πράξη του την αντικειμενική υπόσταση του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με το δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και να θέλει ή να αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράστη προς εκείνη του άλλου για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. Η συναπόφαση αυτή μπορεί να ληφθεί ύστερα από συμφωνία που προηγήθηκε της τελέσεως της πράξεως ή και κατά την τέλεση της πράξεως. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι αυτή πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται το περιεχόμενο κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προκύπτει απ' αυτό, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθ' όσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Πρέπει επίσης να προσδιορίζονται οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία επιτρεπτώς γίνεται με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, καλύπτει δε η αναφορά αυτή και το στοιχείο της μνείας των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην πρόταση αυτή. Είναι επίσης επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 484 παρ. 1 β' ΚΠΔ) υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση) καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το βούλευμα, το οποίο αναιρεσιβάλλεται, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική και παραδεκτή αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, δέχθηκε ανελέγκτως ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει κατ' είδος, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Τον Οκτώβριο του 2004, ο εκκαλών Ψ ενδιαφερόταν να αγοράσει άδεια επαγγελματικού οχήματος (ταξί) και αυτοκινήτου (ταξί) μάρκας SCODA τύπου OCTAVIA, με έτος κυκλοφορίας 2004. Έτσι, απευθύνθηκε σε διάφορες επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων και στην επιχείρηση της ΑΑ. Εκεί ο μηνυτής συμφώνησε προφορικά τη μεταβίβαση στο όνομα του μιας άδειας ταξί, έναντι 123.000 ευρώ και ενός αυτοκινήτου ταξί, έναντι 16.000 ευρώ, οπότε η ΑΑ του υπέδειξε να απευθυνθεί στον Χ2, υποδιευθυντή της Τράπεζας EUROBANK, που βρίσκεται στην οδό ..., προκειμένου να διευθετηθεί το θέμα της έκδοσης δανείου για τη χρηματοδότηση - πραγματοποίηση των παραπάνω αγορών. Πράγματι, ο μηνυτής μετέβη στο γραφείο του κατηγορουμένου Χ2, αρμοδίου υπαλλήλου της Τράπεζας για τις ως άνω αγορές, οπότε ο τελευταίος τον ενημέρωσε για τους όρους του παραπάνω δανείου και τελικά υπεγράφη η από 4.2.2005 σύμβαση δανείου για το ποσό των 145.000 ευρώ, για τις ως άνω αγορές, ποσό το οποίο ήδη από τα τέλη Φεβρουαρίου 2005 ήταν στη διάθεση του μηνυτή. Δεδομένου δε ότι μεταξύ του μηνυτή και του κατηγορουμένου Χ2 είχαν προηγηθεί πολλές συναντήσεις - συζητήσεις πριν από την έγκριση του ανωτέρω δανείου και ο τελευταίος είχε κερδίσει την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη του μηνυτή, την 25.2.2005, ο εν λόγω κατηγορούμενος (Χ2), κατόπιν προσυνεννόησης και συναπόφασης με το συγκατηγορούμενό του Χ1, παρέστησε ψευδώς στο μηνυτή ότι η πρόταση της ΑΑ για την πώληση της άδειας ταξί που προηγήθηκε δεν ήταν αξιόπιστη και συμφέρουσα για αυτόν και ότι τον συνέφερε να αγοράσει την άδεια και το αυτοκίνητο της προτίμησης του από την επιχείρηση του Χ1, ο οποίος ήταν δήθεν αξιόπιστος και φερέγγυος επιχειρηματίας πώλησης αδειών ταξί και αυτοκινήτων ταξί και ο οποίος διατηρούσε επιχείρηση στην οδό ... στην ... . Ο μηνυτής πείστηκε από τις διαβεβαιώσεις του Χ2, οπότε ο τελευταίος την ίδια ημέρα (25.2.05) κάλεσε στην Τράπεζα EUROBANK (Υπ/μα ...) τον συγκατηγορούμενό του Χ1, ο οποίος και επανέλαβε τους ως άνω ψευδείς ισχυρισμούς στο μηνυτή και ειδικότερα ότι ως έμπορος αυτοκινήτων ταξί, είχε ήδη στην κατοχή του μια άδεια ταξί και ένα αυτοκίνητο ταξί SCODA - OCTAVIA, έτους 2004, τα οποία μπορούσαν να μεταβιβαστούν στο μηνυτή έναντι 145.000 ευρώ. Προκειμένου μάλιστα να γίνουν πειστικοί οι κατηγορούμενοι, ο εξ αυτών Χ1 μετέβη μαζί με το μηνυτή στη ..., σε χώρο πώλησης ταξί και επέδειξε το αυτοκίνητο, που επρόκειτο να μεταβιβασθεί. Επιστρέφοντας δε ο μηνυτής και ο Χ1 στο γραφείο του Χ2, δήλωσε (ο μηνυτής) ότι δέχεται να αγοράσει από αυτούς την άδεια και το ταξί που πωλούσε ο Χ1 και μάλιστα έδωσε στον Χ1, παρουσία του Χ2 μια προκαταβολή ποσού 3.500 ευρώ, συντασσόμενης προς τούτο έγγραφης απόδειξης παραλαβής του ποσού αυτού από τον Χ1. Στη συνέχεια οι κατηγορούμενοι από κοινού υπέδειξαν στο μηνυτή ότι έπρεπε άμεσα να εξοφλήσει ολόκληρο το τίμημα άδειας και αυτοκινήτου, προκειμένου να ακολουθήσει η μεταβίβαση αυτών. Πεισθείς και στις διαβεβαιώσεις αυτές, ο μηνυτής δέχθηκε την 28.2.05 να δώσει στον Χ1, παρουσία και στο γραφείο του Χ2, 138.000 ευρώ, για την παραπάνω αγορά, απομένοντος ενός μικρού υπολοίπου της τάξης των 4.000 ευρώ. Για τον παραπάνω σκοπό ο μηνυτής εξέδωσε τις υπ' αρ. ... και ... επιταγές της EUROBANK, ποσού 125.250 και 13.000 ευρώ αντίστοιχα, τις οποίες και παρέδωσε στο Χ1, ο οποίος συνέταξε και τις αντίστοιχες χειρόγραφες αποδείξεις παραλαβής (βλ. σχ. αποδείξεις, τις πιο πάνω τραπεζικές επιταγές και την από 12.7.05 κατάθεση του ΒΒ). Τελικά, όμως, η παραπάνω μεταβίβαση ουδέποτε έλαβε χώρα, οπότε, περί τα τέλη Μαρτίου 2005, ο μηνυτής συνειδητοποίησε ότι είχε πέσει θύμα εξαπάτησης από τους κατηγορουμένους - εκκαλούντες, οι οποίοι όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας συνεργάζονταν συστηματικά (βλ. τις από 13.10.05 και 22.10.05 υπεύθυνες δηλώσεις του ΓΓ και της ΔΔ αντίστοιχα και την από 1.2.07 μαρτυρική κατάθεση του ΕΕ). Αποτέλεσμα δε της απατηλής και από κοινού συμπεριφοράς των κατηγορουμένων - εκκαλούντων ήταν να αποκομίσουν αυτοί παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 141.500 ευρώ (που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ), με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας του μηνυτή. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται την κατηγορία και επιρρίπτουν την ευθύνη ο ένας στον άλλον. Ειδικότερα ο Χ1 παραδέχεται ότι συνεργαζόταν με το Χ2 για την πώληση αδειών ταξί και αυτοκινήτων σε υποψήφιους αγοραστές, αλλά ισχυρίζεται ότι ο ίδιος ουδέποτε συμφώνησε ή υποσχέθηκε οτιδήποτε στο μηνυτή, αποδεχόμενος ότι αυτός απλώς θέλησε να διευκολύνει το Χ2, εισπράττοντας τις επιταγές του μηνυτή και αποδίδοντας αμέσως τα χρήματα στο Χ2. Όμως, τα στοιχεία της δικογραφίας τον διαψεύδουν, ενώ δεν εξηγεί πειστικά ο κατηγορούμενος αυτός γιατί δέχθηκε να δώσει έγγραφες αποδείξεις παραλαβής χρημάτων στο μηνυτή και να επιδείξει σ' αυτόν συγκεκριμένο αυτοκίνητο - ταξί στη ... . Ο Χ2 ισχυρίζεται ότι και ο ίδιος έπεσε θύμα του συγκατηγορουμένου του, Χ1, από τον οποίο αρνείται ότι έλαβε αυτός οποιοδήποτε ποσό. Όμως και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου αυτού δεν είναι πειστικός ενόψει όσων ήδη έχουν εκτεθεί για την ουσιαστική και συστηματική συμμετοχή του στην από κοινού με το Χ1 εξαπάτηση του μηνυτή". Στη συνέχεια, το Συμβούλιο Εφετών, αφού προέβη σε ανάλυση και ερμηνεία του άρθρου 386 παρ. 1 και 3 εδ. β' του Ποινικού Κώδικα, δέχεται τα ακόλουθα: "Με βάση τα ανωτέρω νομικά δεδομένα οι κατηγορούμενοι διέπραξαν το έγκλημα της απάτης από κοινού, σε βαθμό κακουργήματος, αφού οι εν λόγω κατηγορούμενοι είχαν παραστήσει ψευδώς στο μηνυτή ότι ο Χ1 ήταν αξιόπιστος και φερέγγυος και ότι είχε τη δυνατότητα να μεταβιβάσει σ' αυτόν (μηνυτή) άδεια και αυτοκίνητο ταξί εντός ευλόγου χρόνου, γεγονότα που ανάγονταν στο παρελθόν και στο παρόν, οι δε υποσχέσεις τους για μελλοντικά γεγονότα συνοδεύοντα αναμφισβήτητα με τις ψευδείς διαβεβαιώσεις που προηγήθηκαν, το δε περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 73.000 ευρώ και ανέρχεται στο ποσό των 141.500 ευρώ. Επειδή, από τα ανωτέρω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της απάτης από κοινού, από την οποία επήλθε ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρα 45, 386 παρ. 1 εδ. β Π.Κ.), προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής προς στήριξη στο ακροατήριο κατηγορίας και πρέπει να απορριφθούν στην ουσία τους οι υπό κρίση εφέσεις και να επικυρωθεί το πρωτόδικο βούλευμα". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του| την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της κακουργηματικής απάτης, για την οποία ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε να δικασθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις σχετικές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες το Συμβούλιο Εφετών ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα ρητώς αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων παραπέμπεται για την πράξη της κακουργηματικής απάτης, διότι το όφελος που επιτεύχθηκε και η αντίστοιχη περιουσιακή ζημία υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ και όχι διότι τελέσθηκε κατ' επάγγελμα, ώστε να απαιτείται ειδική αιτιολογία, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Τέλος, ρητώς αναφέρει το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι στοιχειοθετείται το έγκλημα της απάτης, αφού, κατά τις παραδοχές του, οι συμβατικές υποχρεώσεις συνοδεύονταν ταυτοχρόνως από ψευδείς βεβαιώσεις, που ανάγονται στο παρελθόν και στο παρόν, κατά τρόπον ώστε να δημιουργείται η εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από τους κατηγορουμένους, που είχαν ήδη λάβει την απόφαση να μην εκπληρώσουν τις παραπάνω συμβατικές υποχρεώσεις τους. Περαιτέρω, για την πληρότητα της αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος, αρκούσε η κατά το είδος τους αναφορά των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών για τον σχηματισμό της παραπεμπτικής κρίσεως του και δεν ήταν αναγκαία η αναλυτική παράθεση τους και η μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά και για τον λόγο αυτό είναι αβάσιμες οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος.
ΕΠΕΙΔΗ, ενόψει αυτών, είναι αβάσιμοι οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως και στο σύνολο της αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 108/2.6.2008 αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση του 750/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή