Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2265 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ναρκωτικά, Αναιρέσεων συνεκδίκαση.




Περίληψη:
Ναρκωτικά. Συνεκδίκαση δύο αιτήσεων αναιρέσεως κατά της αυτής καταδικαστικής αποφάσεως. Λόγοι αναιρέσεως πρώτης αίτησης: έλλειψη αιτιολογίας σε σχέση με την απόρριψη ισχυρισμών ελαφρυντικών περιστάσεων. Λόγοι αναιρέσεως δεύτερης αίτησης: έλλειψη αιτιολογίας, έλλειψη νόμιμης βάσης και απόλυτη ακυρότητα. Απορρίπτονται και οι δύο αιτήσεις.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2265/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1.Χ1, κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοφάνη Μπούνα και 2.Χ2, κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Διονύσιο Μπουλούκο και Δημήτριο Παπαδέλλη, περί αναιρέσεως της 3001Α, 3098/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 28 Ιανουαρίου 2008 και 21 Ιανουαρίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 225/2008.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, νομίμως φέρονται προς συνεκδίκαση οι από 28.1.2008 και 21.1.2008 αιτήσεις των Χ1,Χ2 αντιστοίχως, οι οποίες ασκήθηκαν με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου η πρώτη και με σύνταξη εκθέσεως ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, η δεύτερη, με τις οποίες πλήττεται η 3001 Α, 3098/20074 απόφαση του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β' και ζ' του Ν. 1729/1987, "με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 δρχ. μέχρι 100.000.000 δρχ., τιμωρείται όποιος, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, α) ... β') πωλεί, αγοράζει, προσφέρει, διαθέτει ή διανέμει σε τρίτους, με οποιονδήποτε τρόπο, αποθηκεύει ή παρακαταθέτει ναρκωτικά ή μεσολαβεί σε κάποια από τις πράξεις αυτές και γ') κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, είτε στο έδαφος της επικράτειας, είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη, είτε ιπτάμενος στον Ελληνικό εναέριο χώρο". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλομένη από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει, όχι μόνον ως προς τα περιστατικά που απαρτίζουν την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς οι ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, τον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τους κατά την οικεία διάταξη, ώστε να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγηση, να κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη τους. Έτσι, αν ο αυτοτελής ισχυρισμός για τη συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων των διατάξεων του άρθρου 84 παρ. 2 β', δ' και ε' του Ποινικού Κώδικα, δηλαδή ότι ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη του από αίτια μη ταπεινά, επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, αναπτύχθηκε προφορικώς κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεως του, ώστε να γίνει αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση και παραδόθηκε γραπτώς στον διευθύνοντα τη συζήτηση, καταχωρίσθηκε δε στα πρακτικά (άρθρο 141 παρ. 2 ΚΠΔ) και περιλαμβάνει τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση του, όντας ορισμένος, το δικαστήριο της ουσίας έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την παραδοχή ή την απόρριψη του (ΟλΑΠ 2/2005), η έλλειψη δε της αιτιολογίας αυτής ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο), ο συνήγορος του αναιρεσείοντος Χ1, ανέπτυξε προφορικά και κατέθεσε εγγράφως αυτοτελείς ισχυρισμούς, μεταξύ των οποίων και εκείνους που συνιστούν ελαφρυντικές περιστάσεις, τις οποίες ζήτησε να του αναγνωριστούν. Ειδικότερα, οι ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμοί, κατά το αίτημα της αναγνωρίσεως των ελαφρυντικών περιστάσεων έχουν, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ως ακολούθως: "Αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων ντου άρθρου 84 παρ. 2 περ. α', δ' και ε' Π.Κ. Ανεξάρτητα προς τα ανωτέρω και σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει το Δικαστήριο Σας να μου αναγνωρίσει τις ακόλουθες ελαφρυντικές περιστάσεις: Α. Του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ, του ότι δηλαδή έζησα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Μέχρι τη στιγμή της σύλληψης του (15.3.2004) και σε ηλικία 44 ετών δεν είχε δώσει καμία αφορμή για τέλεση έκνομης ενέργειας. Έχει λευκό ποινικό μητρώο, είναι έγγαμος και πατέρας δύο παιδιών, 18 και 14 ετών αντίστοιχα. Όλα αυτά τα χρόνια δούλευε συνεχώς, όπως και η γυναίκα του, για να συντηρήσει την οικογένεια του. Έχει άδεια εργασίας και παραμονής και ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ. Δεν έχει απασχολήσει ποτέ τις Αστυνομικές και Δικαστικές Αρχές, η διαγωγή του, λοιπόν, πάντα υπήρξε άριστη και θεωρεί ότι όλα τα παραπάνω θα πρέπει να οδηγήσουν στην χορήγηση της συγκεκριμένης ελαφρυντικής περίστασης για να έχει μία ελπίδα μέσα του. Β. Του άρθρο 84 παρ. 2 δ' Π.Κ., του ότι δηλαδή επέδειξα ειλικρινή μετάνοια. Η ειλικρινής μετάνοια αναφέρεται, κατ' αρχήν, στο περιεχόμενο ντου συναισθήματος της μεταμέλειας και προϋποθέτει έμπρακτη έκδηλη συμπεριφορά, εκούσια και αυθόρμητη, η οποία υπερβαίνει την προηγηθείσα παράνομη ενέργεια ή τουλάχιστον εξισορροπεί τις δύο αντιτιθέμενες τάσεις. Από την πρώτη στιγμή της σύλληψης του, ο κατηγορούμενος οδήγησε τους Αστυνομικούς στο σπίτι του, δεν αντιστάθηκε, τους υπέδειξε πού ήταν οι ποσότητες των ναρκωτικών και τους εξιστόρησε με λεπτομέρεια πώς ήρθε στα χέρια του. Έχει μετανιώσει πικρά για την εμπλοκή του στην υπόθεση και επεδίωξε να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, βοηθώντας την Αστυνομία στην εξιχνίαση της υπόθεσης, Αναγνώρισε το μέγα λάθος, έχει πλήρη συναίσθηση του τι έκανε, ανέλαβε τις ευθύνες του και ζήτησε ειλικρινά συγγνώμη από τους δικούς του ανθρώπους και το Δικαστήριο Σας. Γ) Του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ, του ότι δηλαδή συμπεριφέρθηκα καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη. Είναι στην φυλακή από τις 15.3.2004 δηλαδή επί τρία (3) χρόνια και εννέα (9) μήνες, χρονικό διάστημα σημαντικό και υπό καθεστώς κράτησης και όχι ελεύθερης διαβίωσης και από την πρώτη στιγμή επέδειξε διαγωγή πολύ καλή, χωρίς να υποπέσει στο παραμικρό πειθαρχικό παράπτωμα. Διευκρινίζεται στο σημείο αυτό ότι εφόσον ο νόμος δεν θέτει ως προϋπόθεση χορήγησης του ελαφρυντικού αυτού την ελεύθερη κοινωνική δραστηριότητα, δεν θα πρέπει να αφαιρείται αυτό από τον κατηγορούμενο - κρατούμενο. Η υπακοή, μάλιστα, μέσα σε ένα σύστημα με αντίξοες συνθήκες και σκληρούς κανονισμούς θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον υπαίτιο της πράξεις και να διαμορφώνει κριτήρια καλής συμπεριφοράς. Η επί τόσο μακρύ χρονικό διάστημα πολύ καλή διαγωγή δεν οφείλεται στην εξαναγκασμένη και οφειλόμενη στους αυστηρούς κανόνες της φυλακής, αλλά προέρχεται και είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησης μου, είναι αυθόρμητη και ειλικρινής και προοιωνίζει με βεβαιότητα και την μελλοντική μου διαγωγή". Στη συνέχεια το Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Όργανα της υπηρεσίας δίωξης ναρκωτικών είχαν πληροφορίες ότι οι ... υπήκοοι Χ1 (1ος κατηγορούμενος) και Χ2 (2ος κατηγορούμενος), πωλούσαν ηρωίνη σε διάφορα άτομα και περιοχές της Αττικής και κινούνταν με το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο. Αξιοποιώντας τις παραπάνω πληροφορίες, από τα στοιχεία του αυτοκινήτου, διαπίστωσαν ότι αυτό ανήκε στον δεύτερο, και αφού εντόπισαν τη διεύθυνση κατοικίας του, στην ..., την έθεσαν υπό παρακολούθηση επί 4 - 5 ημέρες. Διαπιστώθηκε ότι τον δεύτερο κατηγορούμενο επισκέπτονταν διάφορα άτομα και κυρίως ο πρώτος και ανέμεναν την κατάλληλη στιγμή προκειμένου να επέμβουν. Τελικά, τις νυκτερινές ώρες τις 15.3.2004 αντιλήφθηκαν να καταφθάνει ένα αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2 και οδηγούσε ένα τρίτο άτομο, ο Κ. Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2 εξήλθε του αυτοκινήτου και με προφυλάξεις μπήκε στο σπίτι του δεύτερου, και μετά από λίγη ώρα εξερχόμενος κατευθύνθηκε τρέχοντας προς το αυτοκίνητο, το οποίο τον ανέμενε. Την στιγμή εκείνη επενέβησαν τα παρακολουθούντα αστυνομικά όργανα και παρά την προσπάθεια του να διαφύγει, τον συνέλαβαν. Κατά την σωματική έρευνα που έγινε, βρέθηκε να έχει κρυμμένο σε εσωτερική τσέπη του μπουφάν του ένα αυτοσχέδιο δέμα με ποσότητα ηρωίνης 525 γραμμαρίων και το ποσό των 5.800 ευρώ. Την άνω ποσότητα ηρωίνης, επρόκειτο από κοινού με το δεύτερο, να πωλήσει (είχε προεισπράξει το άνω χρηματικό ποσό) στον Κ, η πράξη όμως δεν ολοκληρώθηκε γιατί εν τω μεταξύ, συνελήφθη. Επακολούθησε έρευνα στην οικία του δεύτερου κατηγορουμένου, όπου βρέθηκε επιμελώς κρυμμένη σε ηλεκτρική σκούπα, στο πατάρι του διαμερίσματος και σε ράφι στο σαλόνι, ποσότητα ηρωίνης συσκευασμένη σε είκοσι (20) ανισομερείς συσκευασίες, ως ειδικότερα εξειδικεύονται στο διατακτικό, συνολικού βάρους 6.671 γραμμαρίων. Η παραπάνω ποσότητα είναι πέραν εκείνης των 525 γραμμαρίων που κατασχέθηκε στα χέρια του πρώτου κατηγορουμένου, κατά την απόπειρα πώλησης, που προαναφέρθηκε. Επίσης βρέθηκε στην ως άνω οικία σε ντουλάπα και το ποσό των 3.600 ευρώ. Η ποσότητα των 7.196 γραμμαρίων που αναφέρθηκε (6.671 + 525) είναι μέρος ποσότητας 10.500 γραμμαρίων, την οποία άγνωστος συνεργός των κατηγορουμένων και μετά συνεννόηση με αυτούς είχε αποστείλει από την Αλβανία για να διατεθεί από τους κατηγορουμένους στην ελληνική αγορά. Οι κατηγορούμενοι είχαν από κοινού την κατοχή της άνω ποσότητας, μέρος της οποίας, και δη τα ελλείποντα 3.304 γραμμάρια, (10.500 - 7.196) το τελευταίο πριν την σύλληψη τους χρονικό διάστημα του ενός μηνός, είχαν πωλήσει σε διάφορα άγνωστα πρόσωπα, αντί τιμήματος 3-6 ευρώ ανά γραμμάριο. Επακολούθησε έρευνα των αστυνομικών οργάνων σε οικία, στην ..., όπου τους οδήγησε ο 1ος κατηγορούμενος, όπου δεν ανευρέθηκε τίποτα και στη συνέχεια σε οικία στην ... που ανήκε σε συγγενικά του πρόσωπα, όπου και ανευρέθηκε σάκος με τα είδη ένδυσης του και ένα τετράδιο με σημειώσεις διαφόρων χρηματικών ποσών και ονομάτων. Από την ποσότητα ηρωίνης που κατασχέθηκε κατά την απόπειρα πώλησης (525 γραμ.), σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι κατασχεθείσες 20 συσκευασίες αφορούν ποσότητες από 100 έως και 540 γραμμαρίων, προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι ήσαν διακινητές μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών. Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι έναντι αμοιβής που του κατέβαλε ο ομοεθνής του στην Αλβανία με το όνομα ... είχε την εντολή για λογαριασμό του τελευταίου να εισπράττει και να αποστέλλει στην Αλβανία διάφορα οφειλόμενα σε εκείνον χρηματικά ποσά δεν κρίνεται πειστικός και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την επ' Αυτοφώρω σύλληψη του με τα 525 γραμμάρια ηρωίνης και το ποσό των 5.800 ευρώ, ούτε την ανεύρεση στην κατοικία του τετραδίου σημειώσεων, όπου καταχωρούσε τις δοσοληψίες του με τον δεύτερο, καθώς και με άλλα άτομα, τα ονόματα των οποίων αναφέρονται σε αυτό. Ομοίως δεν είναι πειστικοί και οι ισχυρισμοί του δεύτερου κατηγορουμένου ότι δέχθηκε την φύλαξη του σάκου με την ηρωίνη από κάποιον εξ .... Η κατοχή της συνολικής κατά τα άνω ποσότητας ηρωίνης των 10.500 κιλών (6.671 κιλά + 3.304 κιλά + 525 γραμ). προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού, στον οποίο δήλωσε ο δεύτερος κατηγορούμενος ότι ένας ... του είχε στείλει ποσότητα 10.500 κιλών (βλ. την κατάθεση του μάρτυρα Ζ τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου, όσο και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου). Εξάλλου, από την κατάθεση του ίδιου μάρτυρα προκύπτει και η πώληση της παραπάνω ποσότητας ηρωίνης, καθόσον όπως κατέθεσε τους δήλωσε ο δεύτερος κατηγορούμενος ότι ο πρώτος κατηγορούμενος έπαιρνε κάθε φορά από αυτόν διάφορες ποσότητες ηρωίνης και τις διέθετε. Επομένως, οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις πράξεις της κατ' εξακολούθηση κατοχής και κατ' εξακολούθηση πώλησης και απόπειρας πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και πρέπει να κηρυχτούν ένοχοι τέλεσαν δε τις πράξεις αυτές κατ' επάγγελμα, λόγω της επανειλημμένης τέλεσης αυτών και της υποδομής που είχαν διαμορφώσει (σημειωματάριο, κρύπτη στο πατάρι, ηλεκτρική σκούπα) προς τον σκοπό πορισμού εισοδήματος και κατά συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή προς διάπραξη του εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας των δραστών". Στη συνέχεια το Δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στον πρώτο κατηγορούμενο, κατά πλειοψηφία πρέπει να αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 233 του ΠΚ, ήτοι της μετεφηβικής ηλικίας, καθόσον κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξεις (2004) διήγε το 19° έτος της ηλικίας του, ως γεννηθείς το έτος 1985. Στον δεύτερο κατηγορούμενο, πρέπει να αναγνωρισθεί, επίσης κατά πλειοψηφία, το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α' Π.Κ., καθόσον μέχρι του χρόνου τέλεσης των ως άνω πράξεων έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει κοινωνική ζωή. Ομόφωνα το δικαστήριο απορρίπτει λοιπούς αυτοτελείς ισχυρισμούς και λοιπά ελαφρυντικά που ζήτησαν οι κατηγορούμενοι. Ειδικότερα, καθόσον αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο, λόγω και της αοριστίας τους, καθόσον δεν εξειδικεύθηκαν οι λόγοι που δικαιολογούν την χορήγηση αυτών, ενώ καθόσον αφορά τον δεύτερο δεν αποδείχθηκε μεταμέλεια στο πρόσωπο του. Εξάλλου, το αίτημα για χορήγηση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 ε' Π.Κ. που ζήτησαν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, πρέπει να απορριφθεί, για το λόγο ότι η χορήγηση του εν λόγω ελαφρυντικού προϋποθέτει καλή συμπεριφορά μετά την πράξη στην κοινωνία η οποία να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά διάστημα και να είναι αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης και όχι φόβου ή εξαναγκασμού, περιστατικά που δεν συντρέχουν εν προκειμένω, αφού οι κατηγορούμενοι όλο αυτό το διάστημα βρίσκονται στη φυλακή και η συμπεριφορά τους δεν είναι αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης". Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 27 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 47 παρ. 1, 51, 52, 53, 57, 84 παρ. 2α, 94 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα και 4 παρ. 1 και 3 ΠΙΝ Α' περ. 5, 6 και 5 παρ. 1 β' και ζ' του Ν.1729/1987 όπως ισχύει, που ορθώς εφάρμοσε και ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Ειδικότερα Α) με την αίτηση αναιρέσεως του Χ1 και με τον μοναδικό από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως αιτιάται ο ως άνω αναιρεσείων ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και αναφορικά με το κεφάλαιο της απορρίψεως των αυτοτελών του ισχυρισμών για την αναγνώριση υπέρ αυτού των ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, και ιδίως εκείνης της ειλικρινούς μετανοίας ελλείπει η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που επιβάλλεται από της διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πέραν του ότι είναι αόριστος και γενικός, αφού δεν αναφέρονται στην έκθεση τα πραγματικά περιστατικά που προβλήθηκαν και το τι δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είναι και αβάσιμος, διότι το Δικαστήριο απάντησε εκθέτοντας τα αντίθετα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκανε δεκτά, ότι δηλαδή μετά τη σύλληψη του πρώτου κατηγορουμένου (ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος Χ2), επακολούθησε έρευνα στην οικία του δεύτερου κατηγορουμένου (ήδη πρώτου αναιρεσείοντος Χ1), όπου βρέθηκαν κρυμμένες επιμελώς οι ανωτέρω αναφερόμενες ποσότητες ναρκωτικών, ο δε αναιρεσείων δήλωσε ότι ένας ... του είχε στείλει ποσότητα 10,500 κιλών. Βάσει των περιστατικών αυτών, τα οποία δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν από τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία κατ' είδος αναφέρει, αιτιολογημένα δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε μεταμέλεια στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος. Β) Με την αίτηση αναιρέσεως του Χ2, αιτιάται ο ως άνω αναιρεσείων με τους πρώτο και με τον δεύτερο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγους αναιρέσεως ότι η απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ότι εσφαλμένως ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν οι ως άνω αναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτίθενται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, οι αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στις αναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις τις οποίες ορθώς ερμήνευσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του ως άνω αναιρεσείοντος, που περιέχονται στον πρώτο λόγο και αναφέρονται στην κακή εκτίμηση των αποδείξεων, που με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες.
Επειδή, με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως ο αναιρεσείων Χ2 αιτιάται ότι χωρίς την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας,ειδική και περιστατομένη αιτιολογία το Δικαστήριο απέρριψε "σωρηδόν" τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του για την αναγνώριση υπέρ αυτού αφ' ενός μεν της μη συνδρομής των επιβαρυντικών περιστάσεων και αφ' ετέρου της συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 83 παρ. 2 α', δ' και ε' του Ποινικού Κώδικα. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη και απορριπτέα, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων δεν ανέπτυξε τους ως άνω ισχυρισμούς, αλλ' όλως αορίστως ζήτησε "την επιείκεια του Δικαστηρίου για την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, χωρίς τις επιβαρυντικές περιστάσεις και να αναγνωριστούν στον κατηγορούμενο τα ελαφρυντικά των άρθρων 84 παρ. 2 α, δ, ε και 133 Π.Κ." και επομένως και σύμφωνα με όσα παραπάνω, στη νομική σκέψη εκτίθενται το δικαστήριο δεν είχε την υποχρέωση να απαντήσει στους ως άνω ισχυρισμούς.
Επειδή, κατά το άρθρο 211 εδ. α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας "με ποινή ακυρότητας της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, δεν εξετάζονται ως μάρτυρες κατά την αποδεικτική διαδικασία όσοι άσκησαν και ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση". Η ακυρότητα που επέρχεται από την παράβαση αυτή είναι σχετική (άρθρα 170 παρ.2 και 171 παρ.1 ΚΠΔ), καλυπτόμενη, επομένως, αν δεν προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ΚΠΔ, διαφορετικά, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Λόγω της γενικότητας της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 211, αυτή συμπεριλαμβάνει όλους όσους άσκησαν ανακριτικά καθήκοντα, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα προανακριτικά, ο λόγος δε της εξαιρέσεως των προσώπων αυτών στηρίζεται στην προκατάληψη την οποία θεωρεί ο νομοθέτης ότι μπορεί να έχουν υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου, ως εκ της ασκήσεως των καθηκόντων τους.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με το δεύτερο σκέλος του τρίτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγου, αιτιάται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως, αν όχι αποκλειστικά στην κατάθεση του αστυνομικού Ζ, την εξαίρεση του οποίου είχε ζητήσει, με τον ισχυρισμό ότι ο μάρτυς αυτός είχε συμπράξει προανακριτικώς στην έκθεση κατασχέσεως, η οποία αποτελεί ανακριτική πράξη και ότι με την απόρριψη της ενστάσεως αυτής από το Πενταμελές Εφετείο, επήλθε ακυρότητα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο απάντησε στην προβληθείσα ως άνω ένσταση ως εξής: Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 15.3.2004 έκθεση σύλληψης που αφορά τον 1° κατηγορούμενο, καθώς και την υπό αυτή ημεροχρονολογία έκθεση σύλληψης που αφορά τον 2° κατηγορούμενο, οι σχετικές εκθέσεις σύλληψης συντάχθηκαν ενώπιον ντου Αρχ. Π.Σ. ..., ως ανακριτικού υπαλλήλου, παρόντος και του Ανθυπαστυνόμου ..., προσληφθέντος ως 2ου Ανακριτικού Υπαλλήλου.
Συνεπώς στις εν λόγω εκθέσεις δεν έχει συμπράξει ως ανακριτικός υπάλληλος ο μάρτυρας Ζ, του οποίου η μη εξέταση ζητείται και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα. Τα παραπάνω ισχύουν και καθόσον αφορά και τις από 15.3.2004 εκθέσεις κατάσχεσης ναρκωτικών και αυτοκινήτου, καθόσον αυτές συντάχθηκαν από τους προαναφερθέντες δύο Ανακριτικούς Υπαλλήλους και όχι από τον μάρτυρα του οποίου η μη εξέταση ζητείται". Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας αιτιολογημένα απέρριψε την παραπάνω ένσταση, δεχόμενο ότι στις προαναφερόμενες προανακριτικές εκθέσεις δεν συνέπραξε ο ως άνω μάρτυς που εξετάσθηκε στο ακροατήριο. Επομένως τα αντίθετα που υποστηρίζει με τον ως άνω από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
ΕΠΕΙΔΗ, μετά από όλα αυτά, και ενόψει του ότι δεν προβάλλονται άλλοι λόγοι αναιρέσεως, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες και οι αναιρεσείοντες να καταδικαστούν στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις από 28.1.2008 και 21.1.2008 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, αντιστοίχως, για αναίρεση της 3001 Α, 3098/2007 αποφάσεως του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €) για κάθε αναιρεσείοντα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή