Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2189 / 2009    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.




Περίληψη:
Επιταγή. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως διότι η απόφαση έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Προς υποβολή εγκλήσεως νομιμοποιείται και ο εξ αναγωγής υπόχρεος.




Αριθμός 2189/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Παπουτσάκη, περί αναιρέσεως της 957/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1567/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν τούτο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' περ. δ' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν το δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο για έγκλημα, για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη έγκληση (άρθρο 56 ΚΠΔ).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της 957/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το εν λόγω Δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που σχηματίστηκε από τα μνημονευόμενα σε αυτήν κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η δεύτερη των επίδικων επιταγών και συγκεκριμένα η υπ' αριθμ. ... επιταγή ποσού 11.613,41 €, εκδόθηκε στην ... από τον κατηγορούμενο με πληρώτρια την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ και σε χρέωση του σ' αυτήν τηρούμενου υπ' αριθ. ... λογαριασμού και σε διαταγή του εγκαλούντος Ψ, ο οποίος την εμφάνισε προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα (Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ -Κατάστημα ...) την 2.3.2005, χωρίς προηγουμένως να έχει καταθέσει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην παραπάνω πληρώτρια Τράπεζα είτε κατά τον χρόνο της έκδοσης είτε κατά τον χρόνο της πληρωμής της.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί αυτός ένοχος της πράξης της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής". Στη συνέχεια, με τις σκέψεις αυτές το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για το ότι "στην ... στις 28.2.2005 από πρόθεση εξέδωσε επιταγή, η οποία δεν πληρώθηκε γιατί δεν είχε καταθέσει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα, είτε κατά το χρόνο της εκδόσεως είτε κατά το χρόνο της πληρωμής της. Συγκεκριμένα εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ ποσού 11.613,41 €, που έπρεπε να πληρωθεί από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ (κατάστημα ...) την 2.3.2005, χωρίς προηγουμένως να έχει καταθέσει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην παραπάνω πληρώτρια Τράπεζα είτε κατά τον χρόνο της έκδοσης είτε κατά τον χρόνο της πληρωμής της". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν ανωτέρω Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 79 παρ. 5 του Νόμου 5960/1933, όπως αυτό ίσχυε μετά την προσθήκη σε αυτό της παραγράφου 5 με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. Α του Νόμου 2408/1996 και στην παράγραφο 5 εδαφίου με το άρθρο 22 του Νόμου 2721/1999, που ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, με αποτέλεσμα να μη στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση. Περαιτέρω, ορθώς, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο εγκαλών ήταν ο τελευταίος κομιστής της επιταγής, ο οποίος εμφάνισε την επιταγή προς είσπραξη στην Τράπεζα, ο δε σχετικός λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο το δικαστήριο έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη, διότι ο εγκαλών, ως εξ αναγωγής υπόχρεος δεν νομιμοποιούνταν στην υποβολή της εγκλήσεως, είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένηςπροϋποθέσεως, αφού το δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι ο εγκαλών ήταντελευταίος κομιστής και όχι εξ αναγωγής υπόχρεος. Αλλά και στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι ο ως άνω εγκαλων ήταν εξ αναγωγής υπόχρεος, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, και τότε, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 5 του Νόμου 5960/1933, όπως αυτό ίσχυε μετά την προσθήκη σε αυτό της παραγράφου 5 με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. Α του Νόμου 2408/1996 και στην παράγραφο 5 εδαφίου με το άρθρο 22 του Νόμου 2721/1999, ο εγκαλών, είχε δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, εκδότη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής (ΟλΑΠ 23/2007). Για τον ίδιο λόγο, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, με το να μη κηρύξει τη με βάση την έγκληση αυτή ασκηθείσα εναντίον του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη απαράδεκτη και τα αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων είναι αβάσιμα. Ενόψει όλων αυτών, είναι φανερό ότι και οι τρεις ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε', Η' περ. δ' και Δ' του ΚΠΔ αντιστοίχως, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι απορριπτέοι.
ΕΠΕΙΔΗ, μετά από όλα αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 1/7 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά της 957/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ