Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 14 / 2001    (In full composition, Penal Cases)

Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Ε.Σ.Δ.Α., Αναλογικότητας αρχή.




Περίληψη:
Εκτέλεση ποινής για το παραδεκτό της αναιρέσεως. Εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας. Η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας(άρθρο 25 παρ.1 εδ. β΄του Συντάγματος) πρέπει να ερευνάται σε κάθε περίπτωση, ενόψει και του ύψους της επιβληθείσης ποινής ή της απαξίας της αξιοποίνου πράξεως. Η απόρριψη ως απαράδεκτης της αιτήσεως του αναιρεσείοντος, που δεν απέδειξε έως την συζήτηση της με πιστοποιητικό του διευθυντή των φυλακών, ότι κατά την άσκηση της αναιρέσεως είχε κρατηθεί( άρθρο 508 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠΔ) ή ότι είχε ανασταλεί ή αναβληθεί η εκτέλεση της ποινής ή ότι συνέτρεχε άλλος λόγος μη εκτελέσεως της επιβληθείσης εις αυτόν ποινής φυλακίσεως των 40 ημερών (μετατραπείσης προς 1.500 δρχ. την ημέρα) για παράβαση του β.δ. 748/1966 "περί εβδομαδιαίας και Κυριακής αναπαύσεως και ημερών αργίας", κρίνεται ιδιαιτέρως επαχθής, δεδομένου ότι πρόκειται για καταδίκη σε μικρή ποινή και για αξιόποινη πράξη τελεσθείσα προ οκταετίας, άγει δε σε παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορουμένου για πρόσβαση σε δικαστήριο και άρα σε δίκαιη δίκη (αρ. 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ). Μειοψηφία εννέα μελών. Αναιρείται η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και παύει οριστικώς η ποινική δίωξη για την ως άνω πράξη λόγω παραγραφής( Ολομ. ΑΠ 14/2001 Ποιν.Χρον. ΝΑ.796 και ΝΒ. 205). Ήδη με το άρθρο 18 παρ. 3 του ν. 3346/17-6-2005 το άρθρο 508 του ΚΠΔ καταργήθηκε και δεν τίθεται ήδη θέμα προσωρινής κράτησης του κατηγορουμένου, προκειμένου το υπ' αυτού ασκούμενο ένδικο μέσο να κριθεί παραδεκτό. (Επιμέλεια περίληψης: Ευριπίδης Αντωνίου, επίτιμος αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)




Αριθμός 14/2001

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ(ΠΟΙΝΙΚΗ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές :Στέφανο Ματθία, Πρόεδρο, Γεώργιο Βελλή, Θεόδωρο Τόλια, Διονύσιο Κατσιρέα, Χαράλαμπο Μυρσινιά, Ευάγγελο Κρουσταλάκη και Κωνσταντίνο Λυμπερόπουλο, Αντιπροέδρους, Ευάγγελο Περλίγκα, Θεόδωρο Πρασουλίδη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Χαράλαμπο Γεωργακόπουλο, Γεώργιο Βρέττα, Γεώργιο Κρασσά, Σπυρίδωνα Γκιάφη, Γεώργιο Κάπο, Παύλο Μεϊδάνη, Αρχοντή Ντόβα, Δημήτριο Βούρβαχη, Γρηγόριο Φιλιππάτο, Στυλιανό Μοσχολέα, Δημήτριο Λινό, Θεόδωρο Λαφαζάνο-Εισηγητή, Λέανδρο Ρακιντζή, Θεόδωρο Μπάκα, Γεράσιμο Φρούντζο, Ελευθέριο Τσακόπουλο, Θεόδωρο Παπαγιαννάκη, Γεώργιο Παπαδημητρίου, Νικόλαο Γεωργίλη, Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Στυλιανό Πατεράκη, Ανδρέα Μοσχανδρέου, Κωνσταντίνο Βαλμαντώνη, Δημήτριο Παπαμήτσο, Γεράσιμο Σιμόπουλο, Αθανάσιο Κρητικό , Ρωμύλο Κεδίκογλου, Αχιλλέα Ζήση, Ιωάννη Βερέτσο, Σπυρίδωνα Μπαρμπαστάθη, Θεόδωρο Αποστολόπουλο και Νικόλαο Κασσαβέτη, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των λοιπών δικαστών).
Με την παρουσία του Εισαγγελέα Παναγιώτη Δημόπουλου και της Γραμματέως Μηλιάς Αθανασοπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του Καταστήματός του, την 15η Μαρτίου 2001, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5436/1999 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθμ. 5436/1999 απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν.
Και ο αναιρεσείων ζητάει τώρα την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Μαρτίου 2000 αίτηση αναιρέσεως, η οποία καταχωρήθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 653/2000.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 1920/2000 απόφαση του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.

Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος που με προφορική ανάπτυξη στο ακροατήριο ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να αναπεμφθεί η ανωτέρω αίτηση στο παραπέμψαν Τμήμα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, νόμιμα εισάγεται στην πλήρη Ολομέλεια η παρούσα υπόθεση, διότι τίθεται ζήτημα εξαιρετικής σημασίας για το παραδεκτό της αναίρεσης.
Επειδή, κατά το άρθρο 508 παρ. 1 εδαφ. α' και β' Κ.Ποιν.Δ. η αίτηση αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής απόφασης, που επέβαλε ποινή στερητική της ελευθερίας, είναι παραδεκτή μόνο αν αποδεικνύεται, μέχρι τη συζήτηση στο ακροατήριο, με πιστοποιητικό του διευθυντή φυλακών, ότι ο αναιρεσείων ήταν κρατούμενος, όταν άσκησε την αναίρεση, εκτός αν από τα έγγραφα προκύπτει η κράτηση ή ότι έχει ανασταλεί ή αναβληθεί η εκτέλεση της ποινής ή ότι αυτή έχει μετατραπεί και αποτιθεί ή αν δόθηκε ανασταλτικό αποτέλεσμα στην αίτηση αναιρέσεως ή αν, με πιστοποιητικό του αρμόδιου υπουργού, βεβαιώνεται ότι η εκτέλεση δεν έγινε από ανυπέρβλητο υπηρεσιακό κώλυμα. Εξάλλου με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Το ίδιο δικαίωμα αναγνωρίζεται και από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο «καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει». Ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς στην άσκηση ένδικου μέσου εναντίον καταδικαστικής απόφασης, αρκεί οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους να μην είναι υπέρμετρες σε σημείο ώστε να αναιρούν την ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο ή να αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας, πράγμα που συμβαίνει όταν η προβλεπόμενη από το νόμο κύρωση είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση δυσανάλογη προς την παράβαση της διάταξης του νόμου. Η αρχή της αναλογικότητας αναγνωρίζεται ήδη με το άρθρο 25 παρ. 1 εδαφ. β' του Συντάγματος (όπως το άρθρο αυτό ισχύει από 18.4.2001, μετά την αναθεώρηση από τη Ζ' Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων), κατά το οποίο οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν , κατά το Σύνταγμα, να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Η παραβίαση της αρχής αυτής πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ενόψει και του ύψους της ποινής, που έχει επιβληθεί ή τη μικρή ή μεγάλη απαξία της αξιόποινης πράξης, εφόσον και αυτή αποτελεί ένα από τα κριτήρια των οποίων η συνεκτίμηση διαμορφώνει τη κρίση του δικαστηρίου για την υπέρβαση ή μη της ως άνω αναλογικότητας. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, που με την απόφαση 5436/1999 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκε ένοχος παραβάσεως των άρθρων 1, 3, 10 παρ. 1 και 2, 17 παρ. 1 του ΒΔ 748/1966 «περί κωδικοποιήσεως, καταργήσεως, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας περί εβδομαδιαίας και Κυριακής αναπαύσεως και ημερών αργίας» και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως 40 ημερών, η οποία έχει μετατραπεί προς 1500 δραχμές την ημέρα, άσκησε την κρινόμενη από 20.3.2000 αναίρεσή του κατά της απόφασης αυτής. Η αναίρεση συζητήθηκε την 14.11.2000 ενώπιον του ΣΤ' τμήματος του Αρείου Πάγου, πλην όμως ο αναιρεσείων δεν απέδειξε ούτε τότε, ούτε μέχρι την προκείμενη συζήτηση, με πιστοποιητικό του διευθυντή των φυλακών ότι κατά την άσκηση της αναίρεσης είχε κρατηθεί, ούτε προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, αν έχει ανασταλεί ή αναβληθεί η εκτέλεση της ποινής, ή αν αποτίθηκε η χρηματική ποινή ή αν συντρέχει άλλος λόγος μη εκτελέσεως της ποινής, από αυτούς που προαναφέρθηκαν. Η κύρωση όμως που προβλέπει η ως άνω διάταξη, ότι δηλαδή η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση δυσανάλογη προς τη μη συμμόρφωση του αναιρεσείοντος κατά το άρθρο 508 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., διότι η προϋπόθεση της προηγούμενης απότισης της ποινής, που επέβαλε η πιο πάνω απόφαση, αν και αυτή δεν έχει καταστεί αμετάκλητη, προκειμένου να είναι παραδεκτή η αναίρεση, είναι ιδιαίτερα επαχθής δεδομένου ότι πρόκειται για καταδίκη σε μικρή ποινή και για αξιόποινη πράξη, που έχει τελεστεί πριν οκτώ έτη, χωρίς ιδιαίτερη απαξία. Επομένως η κύρωση αυτή έρχεται σε αντίθεση προς το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι παραβιάζει το δικαίωμα προσβάσεως του αναιρεσείοντος στο δικαστήριο, ο δε ως άνω περιορισμός δεν είναι αναγκαίος για την απονομή της δικαιοσύνης σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές και την ιδιαίτερη φύση του δικαιώματος αιτήσεως αναιρέσεως. Κατά τη γνώμη όμως των μελών Χαραλάμπους Μυρσινιά, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Αντωνίου Παπαθεοδώρου, Στυλιανού Μοσχολέα, Λέανδρου Ρακιντζή, Θεόδωρου Μπάκα, Γεράσιμου Φρούντζου, Κωνσταντίνου Βαρδαβάκη Στυλιανού Πατεράκη και Σπυρίδωνος Μπαρμπαστάθη, η προϋπόθεση της εκτέλεσης της ποινής για το παραδεκτό της αναίρεσης δεν είναι στην παρούσα περίπτωση ιδιαιτέρως επαχθής και δεν αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας, εφόσον ο αναιρεσείων είχε την ευχέρεια να αποτίσει, με καταβολή, την χρηματική ποινή, στην οποία είχε μετατραπεί η πιο πάνω μικρή ποινή φυλακίσεως. Επομένως δεν παραβιάζεται ούτε το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ ούτε το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που, όπως προαναφέρθηκε, κατοχυρώνουν το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και συγκεκριμένα το δικαίωμα προσβάσεως σε δικαστήριο, ως δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας.
Συνεπώς η αναίρεση έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Επειδή κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ. το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή της οποίας ο χρόνος, προκειμένου για πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέρα των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 εδαφ. β' και 511 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον 'Αρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωσή της, έστω και μετά την άσκηση της αναίρεσης, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή, γιατί ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και περιέχει, σύμφωνα με τα συνδυασμένα άρθρα 474 παρ. 2 και 509 του ΚΠΔ, ένα τουλάχιστον παραδεκτό λόγο από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ, χωρίς να απαιτείται να είναι αυτός και βάσιμος (Ολ. ΑΠ 388/1992). Στην προκειμένη περίπτωση η πλημμεληματική πράξη για την οποία έχει καταδικαστεί ο αναιρεσείων, φέρεται ότι έχει τελεστεί στη Θεσσαλονίκη την 29.1.1993 και επομένως κατά την προκείμενη εκδίκαση της υπόθεσης έχει συμπληρωθεί ο οκταετής χρόνος της παραγραφής και της αναστολής της. Κατά συνέπεια, αφού η αίτηση αναιρέσεως κρίθηκε παραδεκτή και περιέχει παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, δηλαδή την έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος, 139 και 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ.), πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη.

Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την απόφαση 5436/1999 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του .....για παράβαση των άρθρων 1, 3, 10 παρ. 1 και 2, 17 παρ. 1 του ΒΔ 748/1966, πράξη που φέρεται ότι έχει τελεστεί στη Θεσσαλονίκη την 29 Ιανουαρίου 1993.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαϊου 2001 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουλίου 2001.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ