Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1437 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Πραγματογνωμοσύνη, Συναυτουργία.




Περίληψη:
Ναρκωτικά. Κατοχή κατά συν-αυτουργία και μεταφορά. Επιβαρυντικές περιπτώσεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση των εγκλημάτων. Πραγματογνωμοσύνη ως ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, Αυτό συμβαίνει όχι μόνο όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της απόφασης ότι τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης έγιναν δεκτά από το δικαστήριο. Τοξικολογική εξέταση δειγμάτων, ανεξάρτητα αν αποτελεί έγγραφο ή πραγματογνωμοσύνη, προκύπτει ότι έχει ληφθεί υπόψη. Λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τις επιβαρυντικές περιπτώσεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Αυτοτελής ισχυρισμός από το άρθρο 27 του ΚΝΝ 3459/2006 (ότι συντέλεσε ο δράστης με δική του πρωτοβουλία στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση συμμορίας διακίνησης ναρκωτικών ή στην ανακάλυψη και σύλληψη μεγαλέμπορου ναρκωτικών). Προϋποθέσεις. Πότε είναι ορισμένος ο ισχυρισμός αυτός. Λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τις επιβαρυντικές περιπτώσεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Δήμευση αντικειμένων. Αιτιολογία αποφάσεως. Απορρίπτει αίτηση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1437/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 1106-1107/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.

Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, και στο από 22 Απριλίου 2009 δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 17/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στην οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' ΚΠΔ, και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ , υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη, πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως αυτό συμβαίνει, όχι μόνο όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της απόφασης ότι τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και σε κάθε περίπτωση δεν είναι αντίθετα με αυτά. Στην προκειμένη υπόθεση ο αναιρεσείων με τον περιεχόμενο στο κυρίως δικόγραφο της αιτήσεως λόγο αναιρέσεως, της έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, προβάλλει τις αιτιάσεις ότι δεν αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης, ούτε στην έκθεση των αποδεικτικών μέσων, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεξετίμησε και τις εξής εκθέσεις, που αναφέρονται στα πρακτικά ότι αναγνώστηκαν: "9. Οι με αριθμ. πρωτ. ..., ... εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης (εκθέσεις τοξικολογικής εξέτασης δειγμάτων" της Χημικού κ. ... ...". Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας αυτή εκδόθηκε, καθώς και από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προς διερεύνηση της βασιμότητας των προβαλλόμενων λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι οι με αριθμούς πρωτ. ... και ... "εκθέσεις εξέτασης", που αναγνώστηκαν (με αριθμό 9 στον πίνακα των αναγνωσθέντων εγγράφων), αφορούν τοξικολογικές εξετάσεις δειγμάτων της Χημικού κ. ..., που διενεργήθηκε κατόπιν παραγγελιών με αριθμούς πρωτ. ... και .. της Υπ/νσης Δίωξης Ναρκωτικών ... . Από τις εκθέσεις αυτές προκύπτει ότι οι ποσότητες ουσιών που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, για την κατοχή και μεταφορά των οποίων κρίθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, είναι πράγματι ναρκωτικές ουσίες (ηρωίνη και ινδική κάνναβη, αντίστοιχα), όπως ακριβώς δέχθηκε και το Δικαστήριο. Επομένως, ανεξαρτήτως του, αν οι πιο πάνω εκθέσεις αποτελούν το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο που προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 178 στοιχ. γ' του ΚΠΔ ως "πραγματογνωμοσύνη", και όχι απλά έγγραφα, (βλ. ΑΠ 2034/2008, ΑΠ 2069/08), σε κάθε περίπτωση ανενδοιάστως προκύπτει ότι οι συγκεκριμένες εκθέσεις συνεκτιμήθηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο. Κατ' ακολουθία, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των παρ.1 και 4 του άρθρου 27 του ΚΝΝ 3459/2006 προκύπτει, πλην άλλων ότι, αν επιβεβαιωθεί ότι ο υπαίτιος για τις πράξεις του άρ. 20 του νόμου αυτού: α) πιθανολογείται ότι συντέλεσε με δική του πρωτοβουλία στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση συμμορίας διακίνησης ναρκωτικών ή στην ανακάλυψη και σύλληψη μεγαλέμπορου ναρκωτικών, β) δεν συντρέχει στο πρόσωπό του διακεκριμένη περίπτωση ή επιβαρυντική περίσταση κατά τα άρθρα 21 και 23 του νόμου αυτού (και 23Α, κατά την γενόμενη αντικατάσταση του εδ. β της παρ.1 του εν λόγω άρθρου με το άρθρο 11 Ν.3727/2008) και γ) η επικινδυνότητα του υπαιτίου και η βαρύτητα της πράξης του είναι καταδήλως μικρότερες από την επικινδυνότητα των προσώπων, στην ανακάλυψη και σύλληψη των οποίων συντέλεσε και τη βαρύτητα των πράξεων που αυτά τέλεσαν, τότε, οι πιο πάνω όροι συνιστούν ελαφρυντική περίσταση, ενώ το δικαστήριο μπορεί να διατάξει και την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για διάστημα δύο (2) έως είκοσι (20) ετών, ανεξάρτητα αν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 99 επ. του Π.Κ. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά και στην κρίση για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, η οποία επίσης πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, με την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί προβάλλονται παραδεκτά και κατά τρόπο ορισμένο. Τέτοιοι ισχυρισμοί (αυτοτελείς), είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής, όπως είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου, ότι αυτός συνετέλεσε με δική του πρωτοβουλία, στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση συμμορίας διακίνησης ναρκωτικών ουσιών ή στην ανακάλυψη και σύλληψη μεγαλέμπορου ναρκωτικών και, επομένως, πρέπει να του αναγνωρισθεί ότι συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται με τη διάταξη του άρθρου 27 παρ.4 του ΚΝΝ 3459/06 (24 του ν.1729/87), ή και να διαταχθεί η αναστολή εκτέλεσης της ποινής. Η απόρριψη των ισχυρισμών αυτών, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση σ' ένα τέτοιο (αυτοτελή) ισχυρισμό, συνιστά έλλειψη ακρόασης, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Β' του Κ.Π.Δ. Όταν όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο ή αόριστο ισχυρισμό. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, αφού έλαβε το λόγο, κατέθεσε και εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά ισχυρισμούς, στους οποίους, μεταξύ άλλων, ανέφερε και τα εξής: "Αμέσως μετά τη σύλληψή μου για τις επίδικες πράξεις αλλά και έως σήμερα με την ενεργό στάση μου συμβάλλω στην αποκάλυψη και εξάρθρωση κυκλωμάτων διακίνησης ναρκωτικών από την Ελληνική Αστυνομία. Πιο συγκεκριμένα η σύλληψή μου με έκανε να αντιληφθώ την τεράστια ποινική και ηθική κυρίως απαξία της πράξεως που είχα τελέσει. Κατανόησα πλήρως ότι η εμπλοκή μου σε τέτοιου είδους υποθέσεις με οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην καταστροφή και παράλληλα αποτελεί τεράστια πηγή κινδύνου για το κοινωνικό σύνολο. Αντιλήφθηκα δηλαδή όλα αυτά τα οποία έως τότε, λόγω του νεαρού της ηλικίας αλλά και της ψευδαίσθησης που μου είχε δημιουργήσει ο εγκέφαλος της ιστορίας, δεν είχα αξιολογήσει. Έκτοτε έλαβα την απόφαση να σταθώ και εγώ απέναντι σε όλη αυτή την υπόθεση της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και με δική μου πρωτοβουλία, πολλές φορές και με κίνδυνο της προσωπικής μου ακεραιότητας να συμβάλλω στη δραστική αντιμετώπιση του από την Ελληνική Αστυνομία, ως σαφή και έμπρακτη απόδειξη της ειλικρινούς μου μεταμέλειας. Έτσι, μετά τη σύλληψή μου αλλά και μετά την καταδίκη μου συνέβαλα, σύμφωνα και με την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, στην ανακάλυψη των αναφερόμενων από αυτόν περιπτώσεων και στην εξάρθρωση κυκλωμάτων διακίνησης ναρκωτικών, με τον εντοπισμό σημαντικότατων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών. Οι υποθέσεις αυτές κρίνονται από τα ίδια τα αστυνομικά όργανα ως σημαντικές, η δε συμβολή μου υπήρξε αποφασιστική στην εξιχνίαση τους. Πρέπει μάλιστα να συνεκτιμηθεί το γεγονός ότι η συμπεριφορά μου αυτή εκδηλώνεται καθ' ο χρόνο βρίσκομαι κρατούμενος στη φυλακή, δηλαδή σε περιβάλλον επικίνδυνο στο οποίο τέτοιου είδους συμπεριφορές εάν ανακαλυφθούν οδηγούν στη φυσική εξόντωση. Παρά ταύτα η βούληση μου είναι να σταθώ, με οποιοδήποτε κόστος, απέναντι σε όλη αυτή την ιστορία, ως στάση ζωής και διαφορετικής θεώρησης των πραγμάτων. Θα πρέπει συνεπώς το Δικαστήριο Σας, αξιολογώντας όλα τα παραπάνω, τα οποία προκύπτουν από την ακροαματική διαδικασία, κρίνοντας με επιείκεια την υπόθεση μου και λαμβάνοντας υπόψη και το νεαρό της ηλικίας μου να αναγνωρίσει ότι στο πρόσωπο μου συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 27 ν. 3459/2006 ...". Έτσι, όμως, όπως προβλήθηκε ο ισχυρισμός αυτός, δηλαδή χωρίς αναφορά ειδικότερων περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει, με ποιες πληροφορίες του, συνετέλεσε στην ανακάλυψη και εξάρθρωση συμμορίας ναρκωτικών και ποιάς, ή την ανακάλυψη και σύλληψη μεγαλέμπορου ναρκωτικών ουσιών και ποιού, ήταν αόριστος και απαράδεκτος.
Συνεπώς το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε ισχυρισμό που ήταν απαράδεκτος. Ανεξαρτήτως, όμως αυτού, το δίκασαν Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, εκ περισσού, απάντησε στον ισχυρισμό αυτόν του κατηγορουμένου, τον οποίο και απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμο, ενώ δέχθηκε, ως βάσιμο, τον επικουρικό ισχυρισμό του να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2δ' του ΠΚ, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Τέλος, στον πρώτο κατηγορούμενο (δηλαδή στον αναιρεσείοντα), πρέπει να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μετάνοιας διότι επεδίωξε να άρει τις συνέπειες της πράξεως του, βοηθώντας τις αρχές να εξαρθρώσουν κυκλώματα διακίνησης ναρκωτικών ουσιών χωρίς όμως να στοιχειοθετείται το ελαφρυντικό του άρθρου 27 Ν. 3659/06, αφού δεν πληρούνται οι όροι εφαρμογής του, δεχόμενο το Δικαστήριο εν μέρει τους ως άνω ισχυρισμούς του". Το Πενταμελές Εφετείο με την αναφορά του ότι δεν πληρούνται οι όροι εφαρμογής του άρθρου 27 Ν. 3659/06, εννοεί προφανώς ότι εμποδίζεται η παραδοχή του ως άνω ισχυρισμού και η χορήγηση των αιτηθεισών ελαφρυντικών περιστάσεων από το γεγονός ότι συντρέχουν εν προκειμένω στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου οι επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987, όπως το άρθρο 8 αντικ. με το άρθρο 5 § 1 του Ν. 3.189/2003, περί της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των αξιοποίνων πράξεων κατοχής κατά συρροή και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, από μη τοξικομανή δράστη, όπως το Δικαστήριο δέχθηκε με τις αμέσως προηγούμενες σκέψεις του στην αυτή απόφασή του. Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του προαναφερόμενου αυτοτελούς ισχυρισμού και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 24 του Ν. 1729/1987 ή εκείνης του άρθρου 27 § 4 του Ν. 3459/2006. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., δεύτερος λόγος αναιρέσεως, του κύριου δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη αιτιολογίας της απορριπτικής αποφάσεως του πιο πάνω αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 5 παρ.1 εδ. ζ του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν.2161/1993 (άρθρο 20 παρ.1 περ. ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά -ΚΝΝ- Ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων, κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά, ενώ η μεταφορά πραγματώνεται με τη μετακίνηση των ναρκωτικών από ένα τόπο σε άλλο με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχή αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Κατά το άρθρο 8 του ίδιου νόμου (άρθρο 23 ΚΝΝ 3459/2006), ο δράστης των παραπάνω τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή από 1.000.0000 δρχ. μέχρι 200.000.000 δρχ. (ήδη 29.412 μέχρι 588.235 ευρώ, αντίστοιχα), αν, εκτός των άλλων, ενεργεί κατ' επάγγελμα ή συνήθεια. Η έννοια της κατ' επάγγελμα ή συνήθεια τελέσεως της πράξεως ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ του ΠΚ, κατά την οποία κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Η κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως για παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών με τις επιβαρυντικές πιο πάνω περιπτώσεις της κατ' επάγγελμα ή συνήθεια τελέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στις περιστάσεις αυτές. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν αρκεί να αναφέρονται τα τυπικά στοιχεία των νομικών διατάξεων που τις προβλέπουν, αλλά απαιτείται επί πλέον η αναφορά πραγματικών περιστατικών, που μπορούν να υπαχθούν στις παραπάνω έννοιες των επιβαρυντικών περιστάσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, και μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "... Στη Διεύθυνση Ασφαλείας ... (Υποδιεύθυνση Τμήματος δίωξης ναρκωτικών) ύστερα από ανώνυμες τηλεφωνικές καταγγελίες περιήλθαν πληροφορίες ότι ο κατηγορούμενος Χ1, Αλβανός υπήκοος καθώς και ο ομοεθνής του ΑΑ, αγνώστων λοιπών στοιχείων, διακινούσαν μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών με το ... ΕΙΧ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του πρώτου των κατηγορουμένων, στην περιοχή ... . Στις 18.10.2004 και περί ώρα 15.00, αφού εντοπίστηκε ο κατηγορούμενος, ο οποίος δεν είναι τοξικομανής κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ. 1 του Ν. 1729/1987 (βλ. από 19.10.2002 δύο ιατροδικαστικές εκθέσεις του ειδικού ιατροδικαστή επίκουρου καθηγητής του Α.Π.Θ. ...), τέθηκε υπό παρακολούθηση από αστυνομικούς του άνω Τμήματος, μεταξύ των οποίων ήταν και ο ΒΒ. Ο άνω κατηγορούμενος και ο δεύτερος επιβιβάστηκαν του παραπάνω αυτοκινήτου και κατευθύνθηκαν από την επί της οδού ... αριθμ. ... στην ... οικία του πρώτου στην περιοχή της παραλιακής λεωφόρου στην ... και συγκεκριμένα σε πάρκο που βρίσκεται στο ύψος του αριθμού ... της οδού ... . Αφού εξήλθαν από το αυτοκίνητο κατευθύνθηκαν οι εν λόγω κατηγορούμενοι στην παραλιακή οδό πραγματοποιώντας ο πρώτος τούτων τηλεφωνικές επικοινωνίες με τρίτους μέσω του κινητού τηλεφώνου του. Στη συνέχεια μόνο ο πρώτος κατηγορούμενος κατευθύνθηκε στο άνω αυτοκίνητο από το οποίο πήρε μία "σακούλα" και επέστρεψε στο παραπάνω πάρκο καθήμενος σε ένα παγκάκι αυτού, ενώ ο δεύτερος παρέμεινε στην αρχική του θέση, σε απόσταση περί τα εκατό (100) μέτρα από αυτόν. Περί ώρα 16.10 μ.μ. σε νομότυπη σωματική έρευνα που διενεργήθηκε από τα παραπάνω αστυνομικά όργανα στον πρώτο κατηγορούμενο κατελήφθη αυτός να έχει στη φυσική του εξουσίαση και να μπορεί πραγματικά να διαθέσει κατά τη βούληση του ποσότητα ηρωίνης, συνολικού βάρους 1064 γραμμαρίων, διαμοιρασμένη σε δύο αυτοτελείς συσκευασίες, βάρους 536 και 528 γραμμαρίων, αντίστοιχα, τοποθετημένες στην άνω πλαστική σακούλα που είχε τοποθετήσει και μεταφέρει με το παραπάνω όχημα του, η οποία και κατασχέθηκε (βλ. από 18.10.2004 έκθεση κατάσχεσης). Την ίδια ημέρα (18.10.2004) σε νομότυπη έρευνα που διενεργήθηκε στο επί της οδού ... αριθμ. ... μίσθιο διαμέρισμά του πρώτου κατηγορούμενου, ο οποίος το είχε μισθώσει και για λογαριασμό του Αλβανού υπηκόου ΑΑ, αγνώστων λοιπών στοιχείων, βρέθηκε και κατασχέθηκε ποσότητα ινδικής κάνναβης, συνολικού βάρους 52 κιλών και 982 γραμμαρίων διαμοιρασμένη σε 106 αυτοτελείς συσκευασίες και ποσότητα ηρωίνης συνολικού βάρους 1 κιλού και 32 γραμμαρίων διαμοιρασμένη σε δύο αυτοτελείς συσκευασίες, βάρους 536 και 528 γραμμαρίων, αντίστοιχα (βλ. από 18.10.2004 έκθεση κατάσχεσης). Οι ως άνω ποσότητες ναρκωτικών ουσιών που βρέθηκαν στην μίσθια οικία του πρώτου κατηγορουμένου και του ΑΑ ανήκαν στην κατοχή αμφοτέρων οι οποίοι μπορούσαν να διαθέσουν αυτές κατά βούλησή τους. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την σαφέστατη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ΒΒ και τα αναγνωσθέντα έγγραφα (από 22-7-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, εκθέσεις κατασχέσεων, ιατροδικαστικές εκθέσεις κ.α.), καθίσταται αδιαμφισβήτητο ότι ο πρώτος κατηγορούμενος τέλεσε τις ως άνω αξιόποινες πράξεις τις οποίες και ομολογεί, ήτοι της κατοχής από κοινού (με τον ΑΑ) των ως άνω ναρκωτικών ουσιών και μεταφοράς αυτών, για τις οποίες και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος και δη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων αυτών, υποδομή που καταδεικνύεται από την συνεργασία του με τον ομοεθνή του ΑΑ, την διακίνηση όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα (22-7-2003 έως 18-10-2004) σημαντικότατων ποσοτήτων ηρωίνης και ινδικής κάνναβης, με μοναδικό σκοπό την αποκόμιση παρανόμου εισοδήματος, την κατοχή κατά τον χρόνο της σύλληψής του της εξαιρετικά σημαντικής ποσότητα των 52.892 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης και των 2.096 γραμμαρίων ηρωίνης, την διαμοίραση των ως άνω ποσοτήτων σε μικρότερες αυτοτελείς συσκευασίες, έτοιμες δηλαδή προς άμεση περαιτέρω διάθεση, την μίσθωση διαμερίσματος στην οδό ..., που χρησιμοποιείτο ως χώρος απόκρυψης των ναρκωτικών, προκύπτει, αφενός σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και αφετέρου σταθερή ροπή του για την τέλεση των ως άνω πράξεων ως στοιχείο της προσωπικότητάς του... Τέλος στον πρώτο κατηγορούμενο πρέπει να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μετανοίας διότι επεδίωξε να άρει τις συνέπειες της πράξεως του, βοηθώντας τις αρχές να εξαρθρώσουν κυκλώματα διακίνησης ναρκωτικών ουσιών χωρίς όμως να στοιχειοθετείται το ελαφρυντικό του άρθρου 27 Ν. 3659/06, αφού δεν πληρούνται οι όροι εφαρμογής του, δεχόμενο το Δικαστήριο εν μέρει τους άνω ισχυρισμούς του". Με τις σκέψεις δε αυτές το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα Χ1, του ότι χωρίς να είναι τοξικομανής, από κοινού με τον Αλβανό υπήκοο ΑΑ, τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της κατοχής κατά συρροή ναρκωτικών ουσιών κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και κατά μόνας της μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2 εδ. δ' του ΠΚ, και του καταγνώσθηκε ποινή καθείρξεως δεκαεννέα (19) ετών και χρηματική ποινή 20.000 ευρώ. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των διωκόμενων εγκλημάτων της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45 και 94 του ΠΚ και των άρθρων 4 §§ 1 & 3 Πίνακας Α' αριθ. 5 & 6, 5 § 1 περ. β'& ζ' και 8 του Ν. 1729/1987, όπως το άρθρο 5 αντικ. με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993 και όπως το άρθρο 8 αντικ. με το άρθρο 5 § 1 του Ν. 3.189/2003, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία έγινε δεκτή στην προκειμένη περίπτωση η συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ1 των επιβαρυντικών περιστάσεων της τελέσεως των αξιοποίνων πράξεων κατοχής κατά συρροή και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, από δράστη που δεν ήταν κατά τον κρίσιμο χρόνο τοξικομανής, αφού στηρίζονται οι ως άνω επιβαρυντικές περιστάσεις, τόσο στην επανειλημμένη (κατά συρροή) τέλεση της πράξεως κατοχής ναρκωτικών ουσιών, από την οποία προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, καθώς και σταθερή ροπή του προς διάπραξη των εγκλημάτων αυτών, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, όσο και στην υποδομή που είχε διαμορφώσει ο ίδιος με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων κατοχής κατά συρροή και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών προς το σκοπό πορισμού εισοδήματος. Η υποδομή δε αυτή καταδεικνύεται, κατά τις παραδοχές της απόφασης, από τη συνεργασία του με τον ομοεθνή του, ΑΑ τη διακίνηση κατά το από 22-7-2003 έως 18-10-2004 χρονικό διάστημα σημαντικότατων ποσοτήτων ηρωίνης και ινδικής κάνναβης, με μοναδικό σκοπό την αποκόμιση παρανόμου εισοδήματος, την κατοχή κατά το χρόνο της σύλληψής του, της εξαιρετικά σημαντικής ποσότητας των 52.892 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης και 2.096 γραμμαρίων ηρωίνης, τη διαμοίραση των ως άνω ποσοτήτων σε μικρότερες αυτοτελείς συσκευασίες, έτοιμες δηλαδή προς άμεση περαιτέρω διάθεση και τη μίσθωση διαμερίσματος στην οδό ..., που χρησιμοποιείτο ως χώρος απόκρυψης των ναρκωτικών. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τη συνδρομή των πιο πάνω επιβαρυντικών περιστάσεων, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
IV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 504 παρ. 3, 492, 373, 310 παρ. 2, 463 και 476 ΚΠΔ, σαφώς προκύπτει ότι, κατά του μέρους της ποινικής αποφάσεως σχετικά με την απόδοση ή τη δήμευση των κατασχεθέντων κατά την προδικασία πραγμάτων, επιτρέπεται η άσκηση αναιρέσεως στον κατηγορούμενο, τον πολιτικώς ενάγοντα και τον τρίτο, του οποίου τις αξιώσεις επί των κατασχεθέντων έκρινε η απόφαση. Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 37 παρ.1 ΚΝΝ 3459/06 (19 παρ. 1 του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 17 του Ν. 2161/1993), ορίζεται ότι: "Σε περίπτωση καταδίκης για παράβαση των άρθρων 20 έως και 24 το δικαστήριο, με την επιφύλαξη του τελευταίου εδαφίου, διατάσσει τη δήμευση όλων των πραγμάτων, τα οποία προήλθαν από την πράξη, του τιμήματός τους, των κινητών και ακινήτων που αποκτήθηκαν με το τίμημα αυτό, καθώς και των μεταφορικών μέσων και όλων των αντικειμένων, τα οποία χρησίμευσαν ή προορίζονταν για την τέλεση της πράξης, είτε αυτά ανήκουν στον αυτουργό είτε σε οποιονδήποτε από τους συμμέτοχους ή ακόμα και σε τρίτους που δεν συμμετείχαν στο έγκλημα, εφόσον γνώριζαν ότι τα αντικείμενα αυτά προορίζονταν για την τέλεση του εγκλήματος. Δήμευση μπορεί να διαταχθεί από το αρμόδιο δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 76 Π.Κ. ακόμη και όταν για την πράξη που έχει τελεστεί δεν καταδικάσθηκε ορισμένο πρόσωπο. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι ρυθμίσεις της Σύμβασης Ηνωμένων Εθνών κατά της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών φαρμάκων και ψυχοτρόπων ουσιών που κυρώθηκε με το ν. 1990/1991 (ΦΕΚ 193 Α) και ιδίως εκείνες του άρθρου 5 αυτής αναφορικά με τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων". Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, απαιτείται να περιλαμβάνει, στην περίπτωση που διατάσσεται με την απόφαση η δήμευση των κατασχεθέντων, και τις σκέψεις με βάση τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας έκρινε, με αναφορά στη συγκεκριμένη διάταξη νόμου που την προβλέπει, ότι συντρέχει νόμιμη κατ' ουσίαν περίπτωση για να δημευθούν τα κατασχεθέντα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1106-1107/2008 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην αρχή του σκεπτικού της αποφάσεως αποδεικτικών μέσων, αφού κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και για την πράξη της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, την οποία δέχθηκε ότι τέλεσε αυτός χωρίς να είναι τοξικομανής, ήτοι για πράξη περιλαμβανόμενη στο άρθρο 5 του Ν. 1729/1987 (άρθρο 20 παρ.1 ζ ΚΝΝ), και αφού τον καταδίκασε γι' αυτή σε ποινή καθείρξεως 19 ετών και χρηματική ποινή 20.000 ευρώ, διέταξε περαιτέρω τη δήμευση των κατασχεθέντων κατά την προδικασία ακόλουθων αντικειμένων: α) Το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. με αριθμό πλαισίου ... και αριθμό κινητήρα ... με χώρα έκδοσης της αδείας Ελλάδα, εργοστάσιο κατασκευής Β.Μ.W. μοντέλο 318, χρώματος μολυβί, αυτοκίνητο, β) Το κινητό τηλέφωνο τύπου ΝΟΚΙΑ, γ) Το από 22-7-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, δ) Τα από 10/10/2003 και 12/2/2004 τιμολόγια Δ.Ε.Η., ε) Το από 22-7-2003 τιμολόγιο Δ.Ε.Η., στ) Δύο έγγραφα λογαριασμών μηνών Μάιος-Απρίλιος 2004 και Μάιος-Ιούνιος 2004, ζ) Την από 10/3/2004 απόδειξη ενοικίου, η) Την από 13.9.2004 απόδειξη ενοικίου, και θ) Το κινητό τηλέφωνο τύπου SAMSUNG. Το Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε ότι πρέπει να διαταχθεί η δήμευση των πιο πάνω αντικειμένων, "όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας", αφού προηγουμένως, με τις διαλαμβανόμενες στο περί ενοχής σκεπτικό της απόφασης, δέχθηκε ότι όλα τα πιο πάνω αντικείμενα, χρησίμευσαν στην τέλεση των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, και επομένως συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, κατά την προαναφερόμενη διάταξη του άρ. 37 παρ.1 ΚΝΝ 3459/06 (άρ.19 του ν.1729/87) για τη δήμευσή τους ( ενώ, μαζί με τις διατάξεις που προβλέπουν το αξιόποινο των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων παρατίθεται και η σχετική με τη δήμευση διάταξη του άρ. 19 του ν.1729/87). Ειδικότερα, ως προς τη δήμευση του ΕΙΧ αυτοκινήτου με αριθμό κυκλοφορίας ..., το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τόσο στο σκεπτικό της περί ενοχής αποφάσεως, όσο και στο διατακτικό, αφού γίνεται ειδική αναφορά ότι το αυτοκίνητο αυτό χρησίμευσε στην τέλεση των πιο πάνω πράξεων και ανήκε στην κυριότητα του αναιρεσείοντος, αυτουργού των πράξεων αυτών. Συγκεκριμένα στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος Χ1, καθώς και ο ομοεθνής του ΑΑ, "διακινούσαν μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών με το ... ΕΙΧ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του πρώτου των κατηγορουμένων, στην περιοχή ..." και ότι "ποσότητα ηρωίνης, συνολικού βάρους 1064 γραμμαρίων, διαμοιρασμένη σε δύο αυτοτελείς συσκευασίες, βάρους 536 και 528 γραμμαρίων αντίστοιχα", που ήταν τοποθετημένες σε πλαστική σακούλα "που είχε τοποθετήσει και μεταφέρει με το παραπάνω όχημα του, η οποία και κατασχέθηκε (βλ. από 18.10.2004 έκθεση κατάσχεσης)". Επίσης, όπως προκύπτει από τις διαλαμβανόμενες παραδοχές στο σκεπτικό της περί ενοχής αποφάσεως, γίνεται δεκτό, ότι ο αναιρεσείων, κατά τη διακίνηση και μεταφορά των αναφερομένων σε αυτό ναρκωτικών ουσιών, πραγματοποίησε "τηλεφωνικές επικοινωνίες με τρίτους μέσω του κινητού τηλεφώνου του" και προφανώς τα δημευθέντα κινητά τηλέφωνα, στην κατοχή του οποίου βρέθηκαν, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και ειδικότερα από τις εκθέσεις κατασχέσεως των αντικειμένων αυτών, χρησιμοποιήθηκαν από αυτόν κατά την τέλεση των πιο πάνω πράξεων. Τέλος το από 22-7-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, τα από 10/10/2003, 12/2/2004 και 22-7-2003 τιμολόγια Δ.Ε.Η., τα δύο έγγραφα λογαριασμών μηνών Μάιος-Απρίλιος 2004 και Μάιος-Ιούνιος 2004, και οι από 10/3/2004 και 13.9.2004 αποδείξεις ενοικίου, αφορούν, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πιο πάνω εγγράφων, το αναφερόμενο στο σκεπτικό της απόφασης "επί της οδού ... αριθμ. ... μίσθιο διαμέρισμα του πρώτου κατηγορούμενου, ο οποίος το είχε μισθώσει και για λογαριασμό του Αλβανού υπηκόου ΑΑ, αγνώστων λοιπών στοιχείων ...", διαμέρισμα το οποίο, κατά τις παραδοχές της απόφασης, "χρησιμοποιείτο ως χώρος απόκρυψης των ναρκωτικών". Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης με προβαλλόμενες αιτιάσεις, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς τη δήμευση των πιο πάνω αντικειμένων, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-12-2008 αίτηση - δήλωση (αρ. πρωτ. ...) και τους από 22/4/2009 προσθέτους αυτής λόγους του Χ1, ήδη κρατουμένου στο Κ.Φ. Κέρκυρας, για αναίρεση της 1106-1107/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στα διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή