Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1026 / 2014    (Γ, Civil Cases)

Θέμα
Παρέμβαση.




Περίληψη:
Παρέμβαση κύρια. Πρέπει να περιέχει μεταξύ των άλλων και ιδιαίτερη αίτηση παροχής έννομης προστασίας, άλλως είναι απαράδεκτη. Ένδικο μέσον αναιρέσεως Λόγοι από τους αριθμ. 1β΄, 8, 10, 14 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Πότε ιδρύονται (Επικυρώνει Εφ. Θεσσ. 2828/2009)




Αριθμός 1026/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ι. Μ. του Ν., κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Βαρδακαστάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., και 2) Α. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βάννα Τσιορβά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 13/12/1996 αγωγή και από 4/5/2001 κύρια παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας και τις από 5/2/2001 αγωγή και από 5/3/2001 κύρια παρέμβαση του ήδη 2ου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Επί της αρχικής αγωγής εκδόθηκε η 33675/1997 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και στη συνέχεια εκδόθηκαν οι παρακάτω αποφάσεις, με τις οποίες συνεκδικάστηκαν οι ως άνω αγωγές και κύριες παρεμβάσεις: 8945/2002, 20189/2007 μη οριστικές, 20467/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2828/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/11/2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 10/10/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του 2ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 568 § 4 και 576 § 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απουσιάζει ο αναιρεσείων και ο αναιρεσίβλητος που επισπεύδει τη συζήτηση έχει καλέσει, νομίμως και εμπροθέσμως, τον αναιρεσείοντα προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσείοντος.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, η αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, ορισθείσα μετά από αναβολή από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 20-11-2013, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση. Όπως δε προκύπτει από την υπ' αριθμ. .../29-3-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης …, την οποία ο δεύτερος αναιρεσίβλητος προσκομίζει και επικαλείται, ο τελευταίος επέδωσε στην αναιρεσείουσα, νόμιμα και εμπρόθεσμα, αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη με την οποία ορίζεται η ανωτέρω δικάσιμος (20-11-2013) προς συζήτησή της και με κλήση για να παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως και σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού δε η αναβολή εκ του πινακίου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρ. 575, 226 § 4 εδ. γ' και δ' του ΚΠολΔ), το δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της κλητευθείσης, ως ανωτέρω, αναιρεσείουσας.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 79 § 1, 81 §§ 1 και 2, και 216 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο δικόγραφο της κύριας παρέμβασης πρέπει να περιέχεται μεταξύ των άλλων και ιδιαίτερη αίτηση παροχής έννομης προστασίας, δηλαδή είτε καταψηφιστικό αίτημα ως προς το αντιποιούμενο με την παρέμβαση αντικείμενο της κύριας δίκης είτε αναγνωριστικό, θετικό ή αρνητικό, αίτημα ως προς το δικαίωμα αυτό. Άλλως, αν δηλαδή στο δικόγραφο της παρέμβασης αυτής δεν περιέχεται τέτοιο αίτημα, η κύρια παρέμβαση είναι απαράδεκτη και απορριπτέα. Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε απαράδεκτο που προβλέπεται από τον νόμο ή δεν κήρυξε απαράδεκτο που δεν υπήρχε στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενώ, τέλος, κατά το άρθρο 562 § 3 του ΚΠολΔ κανένας δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγον αναιρέσεως από τις δικές του πράξεις ή από πράξεις των προσώπων που ενεργούν στο όνομά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη.
Εν προκειμένω από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα. Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης εισήχθησαν και συνεκδικάστηκαν ως συναφείς α) η από 5-2-2001 αναγνωριστική αγωγή του δεύτερου αναιρεσιβλήτου Α. Κ. κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου ελληνικού δημοσίου, που αφορούσε ένα ακίνητο, εμβαδού 6757 τ.μ., βρισκόμενο στο ... του Δήμου ..., β) η από 13-12-1996 αναγνωριστική αγωγή της αναιρεσείουσας επίσης κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου ελληνικού δημοσίου, που αφορούσε μέρος του ως άνω ακινήτου, εμβαδού 2010 τ.μ., γ) μη ενδιαφέρουσα εδώ παρέμβαση του δεύτερου αναιρεσιβλήτου Α. Κ. και δ) η από 4-5-2001 κύρια παρέμβαση της αναιρεσείουσας Ι. Μ. κατά των αναιρεσιβλήτων Α. Κ., ως ενάγοντος με την προρρηθείσα αγωγή του, και ελληνικού δημοσίου, ως εναγομένου με την τελευταία αυτή αγωγή, η οποία (κύρια παρέμβαση) αφορούσε το ανωτέρω ακίνητο των 2010 τ.μ., ως μέρος του αντικειμένου της δίκης (ακίνητο εμβαδού 6757 τ.μ.) που είχε ανοίξει με την ως άνω αγωγή του Α. Κ. κατά του ελληνικού δημοσίου. Με την κύρια αυτή παρέμβασή της και αφού ισχυρίζεται ότι έγινε κυρία του αντιποιούμενου ως άνω τμήματος του επιδίκου με παράγωγο (κληρονομική διαδοχή) αλλά και με πρωτότυπο (χρησικτησία) τρόπο, βάση ταυτόσημη με εκείνην της αγωγής της, η αναιρεσείουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η κύρια παρέμβασή της "επί τω τέλει όπως απορριφθεί" κατά το μέρος που την αφορά η από 5-2-2001 ως ανωτέρω αγωγή του αναιρεσιβλήτου Α. Κ.. Από το αιτητικό της κύριας παρέμβασης, μόνο του ή και σε συνδυασμό προς το ιστορικό της, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα δεν περιέλαβε στο δικόγραφο της παρέμβασης αίτημα παροχής έννομης προστασίας υπό την προεκτεθείσα έννοια, περιορισθείσα απλώς στο αίτημα να απορριφθεί η αγωγή του αναιρεσιβλήτου Α. Κ.. Επομένως και σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη η κύρια αυτή παρέμβαση ήταν απαράδεκτη, το δε Εφετείο που την απέρριψε γι' αυτόν τον λόγο, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αρ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, της παρά τον νόμο δηλαδή κηρύξεως απαραδέκτου, και είναι αβάσιμα τα αντίθετα που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με τον δεύτερο από τη διάταξη αυτή λόγο της αιτήσεώς της. Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου και υπό την επίκληση του ίδιου αρ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι παρά τον νόμο το Εφετείο δεν απέρριψε την αγωγή της ως αόριστη ως προς την περιγραφή του επιδίκου, αλλά την έκρινε ορισμένη και την απέρριψε κατ' ουσίαν. Παρεκτός του ότι όπως αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη και προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής τής αναιρεσείουσας το επίδικο περιγράφεται πλήρως στην αγωγή κατά θέση και όρια, χωρίς παραπομπή σε άλλα έγγραφα (αναφερόμενο τοπογραφικό), με αποτέλεσμα η αγωγή να είναι ορισμένη, όπως και ορθώς κρίθηκε από το Εφετείο, ο προβαλλόμενος αυτός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, κατά την προρρηθείσα διάταξη του άρθρου 562 § 3 του ΚΠολΔ, αφού επιχειρείται να θεμελιωθεί σε πράξη της ίδιας της αναιρεσείουσας ή (και) του πληρεξούσιου δικηγόρου της, που συνέταξε την κατ' αυτήν αόριστη αγωγή της.
ΙΙΙ. Ο κατά το άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ότι το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο εξάγει την κρίση του επί των ουσιωδών αυτών πραγμάτων στηριζόμενο στα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί ενώπιόν του οι διάδικοι, ο δε κατά το ίδιο άρθρο 559 αρ. 1 περ. β'του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι απαράδεκτος όταν τα φερόμενα ως παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας χρησιμεύουν για την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν αφορούν την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς (ΟλομΑΠ 2/2008). Τέλος, κατά την έννοια του ίδιου άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ ως ουσιώδη πράγματα των οποίων, προταθέντων, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δημιουργεί τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως θεωρούνται και οι λόγοι εφέσεως, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλομΑΠ 25/2003, ΑΠ 786/2007), ο λόγος όμως αυτός της αναίρεσης προφανώς δεν δημιουργείται όταν το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, τον προταθέντα λόγο εφέσεως.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ειδικότερα ως αποδειχθέντα από τα αναφερόμενα και κατ' είδος προσδιοριζόμενα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα: "Τα ακίνητα των οποίων οι ενάγοντες (αναιρεσείουσα και δεύτερος αναιρεσίβλητος) ζητούν να αναγνωριστούν κύριοι κείνται στην περιοχή "...", που σημαίνει μικρός .., της κτηματικής περιοχής του Δημοτικού Διαμερίσματος ... .... Η περιοχή αυτή είναι ορεινή με έντονο ανάγλυφο, το οποίο αυλακώνεται από βαθειά ρέματα και αποτελεί τμήμα της ορεινής λεκάνης απορροής του χειμάρρου Ξηροποτάμου. Στην περιοχή αυτή υπήρχαν δασικές εκτάσεις, υπήρχαν όμως και αγροτικές εκτάσεις που καταλάμβαναν τα πιο εύφορα και ισόπεδα εδάφη αυτής, τα οποία οι κάτοικοι του χωριού Ασβεστοχωρίου καλλιεργούσαν ανέκαθεν. Το ακίνητο, εμβαδού 2.010 τ.μ. που η ενάγουσα Ι. Μ. ζητεί να αναγνωρισθεί κυρία εμπίπτει - ταυτίζεται εν μέρει - στο ακίνητο του οποίου ο ενάγων Α. Κ. ζητεί να αναγνωρισθεί κύριος με τη συνεκδικαζόμενη αγωγή του. Τα επίδικα έχουν υψόμετρο 400 - 430 μ., έκθεση βόρεια με κλίση 15 - 20%, ενώ προς το τμήμα του ρέματος η κλίση αυτή φθάνει έως και 60 - 70%. Το έδαφος των επιδίκων είναι ως επί το πλείστον αβαθές, εν μέρει με περιορισμένο βάθος, ενώ σε κάποια σημεία φαίνεται το μητρικό του πέτρωμα. Τα επίδικα βρίσκονται σε απόσταση 200 μ. περίπου από τα όρια του προϋφισταμένου του έτους 1923 οικισμού του Ασβεστοχωρίου του οποίου οι κάτοικοι είναι γηγενείς. Το ακίνητο 6.757 τ.μ. [στο οποίο εμπίπτει και το ακίνητο της β' αγωγής] συνορεύει βόρεια και ανατολικά με δημόσια δασική έκταση, νότια και δυτικά με μη δασικού χαρακτήρα έκταση. Τα επίδικα ακίνητα κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας αλλά και μετέπειτα λόγω της ορεινής τους μορφής ήταν ακάλυπτα εν μέρει και εν μέρει καλύπτονταν από πολύ αραιή θαμνώδη βλάστηση πρίνου με ελάχιστα άτομα δρυός προς τη μεριά του ρέματος. Την ίδια κατάσταση είχαν και κατά το χρόνο εισαγωγής της Ελληνικής Νομοθεσίας στις Νέες Χώρες. Λόγω της συστάσεως του εδάφους και της κλίσης τους, τα επίδικα κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας δεν καλλιεργούνταν. Αλλά και μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας και κατά το χρόνο εισαγωγής της Ελληνικής Νομοθεσίας στις "Νέες Χώρες", στις οποίες ανήκει ο Ν. Θεσσαλονίκης, και εφεξής, ομοίως δεν καλλιεργήθηκαν αυτά. Ειδικότερα, μετά την απελευθέρωση και κατά την περίοδο της κατοχής λόγω του ότι ήταν κοντά στο χωριό ... οι κάτοικοι αυτού την ελάχιστη θαμνώδη βλάστηση την ξύλευσαν για τις οικιακές ανάγκες. Σε αεροφωτογραφία του έτους 1945 τα επίδικα εμφανίζονται γυμνά, χωρίς ίχνος πρόσφατης ή παλαιότερης καλλιέργειας και χωρίς ύπαρξη φυσικών ή τεχνικών ορίων. Στη συνέχεια, σε αεροφωτογραφία των ετών 1960 και 1988 εμφανίζονται άτομα πρίνου σε ποσοστό 15 - 25% χωρίς ίχνη καλλιέργειας πρόσφατης ή παλαιότερης, χωρίς φυσικά ή τεχνητά όρια που να της προσδίδουν εικόνα καλλιεργημένου αγρού. Τα επίδικα ακίνητα που ανήκαν στην κατηγορία των δημοσίων γαιών, ενόψει της θέσης και του άγονου εδάφους, κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας μέχρι 20-5-1917 δεν εξουσιάζονταν από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων ή τρίτους. Ουδέποτε κατά το διάστημα αυτό ή μεταγενέστερα καλλιεργήθηκαν από αυτούς. Ουδέποτε παραχωρήθηκαν σε ιδιώτες από το Τουρκικό Δημόσιο με δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως [τεσσαρούφ] ούτε είχαν ποτέ καλλιεργηθεί. Τα επίδικα αποτελούσαν ανέκαθεν δημόσιες γαίες και ανήκαν κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 στο Τουρκικό Δημόσιο και ως τέτοιες [Δημόσιες γαίες] περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου βάσει του άρθρου 60 παρ. 1 της δια του από 25-8- 1923 ν.δ. κυρωθείσας συνθήκης της Λωζάννης ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου και κατέστησαν έκτοτε ανεπΙδεκτα χρησικτησίας. Οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων δεν απέκτησαν στα επίδικα ακίνητα δικαίωμα εξουσιάσεως το οποίο στη συνέχεια βάσει του αριθμ. 2468/20-5-1917 Διατάγματος της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης και του ν. 2052/1920 μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας. Α. Η κρίση αυτή περί ανυπαρξίας δικαιώματος εξουσιάσεως των απωτάτων δικαιοπαρόχων των εναγόντων, δεν αναιρείται από την εγγραφή του Τουρκικού Προχείρου Φορολογικού Βιβλίου του χωριού Ασβεστοχωρίου του έτους 1323 [καθ' ημάς 1907], με αύξον. αριθμ. …, αριθμ. μετώπ. … είδος ακινήτου αμπελότοπος, ποιότης γ', με έκταση 1 στρέμμα και ένα αυλάκι και σύνορα Χ. Γ., Δ., Α. και Α. και όνομα εξουσιαστού Α. γιος Α. Τ.. Η εγγραφή αυτή που δεν αποτελεί τίτλο ιδιοκτησίας, δεν προκύπτει ότι αφορά το επίδικο, αφού χωρίς διαστάσεις, εξάρτηση από δίκτυο αναφοράς, τοπογραφικά διαγράμματα ή επώνυμα ομόρων ιδιοκτητών είναι αδύνατο να εφαρμοσθεί στο έδαφος, ως προς το σχήμα και ως προς την ακριβή θέση του ακινήτου που αφορά, αλλά μια τέτοια εγγραφή μπορεί να εφαρμοσθεί και σε άλλα ακίνητα. Το ίδιο δέχεται και ο διορισθείς πραγματογνώμονας Ν. Ι., ο οποίος, ενώ αναγράφει στην έκθεσή του ότι δεν είναι δυνατόν από την περιγραφή της φορολογικής εγγραφής να προσδιορισθεί το σχήμα, η μορφή που είχε το επίδικο και η ακριβής θέση του, παρόλα αυτά, συλλέγοντας μαρτυρία τρίτου προσώπου ονόματι Θ. Χ. τον οποίο εξέτασε, χωρίς να του έχει επιτραπεί από το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της κρίσης του η χρήση μαρτυριών τρίτων προσώπων, και επιπλέον δεχόμενος ότι με το αναγραφόμενο όνομα συνορίτη "Δ." της εγγραφής υπολαμβάνεται ο πατέρας του Δ., ο Σ. Π., ήτοι προφανώς κατ' αυτόν πρόκειται για λάθος του υπαλλήλου του Τουρκικού Κράτους η αναγραφή του "Δ." αντί Σ. καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η εγγραφή αυτή αφορά το επίδικο [αριθμ. έκθ. κατ. 45032/1006], το οποίο ήταν αμπελότοπος και συνεπώς καλλιεργείτο κατά την Τουρκοκρατία. Τα παραπάνω όμως καθιστούν το συμπέρασμά του αυτό επισφαλές. Ούτε οι προταθέντες από την ενάγουσα Ι. Μ. μάρτυρες μπορούν να στηρίξουν αντίθετη κρίση. Οι καταθέσεις των μαρτύρων αυτών, εκ των οποίων μάλιστα ο Α. Λ. Μ. διεκδικεί και ο ίδιος από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δέκα ακίνητα που βρίσκονται στην αυτή με το επίδικο περιοχή, που αναφέρουν πράξεις εξουσιάσεως [καλλιέργειας] του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας επί του επιδίκου αναγόμενες στη δεκαετία πριν από την 20η Μαΐου 1917 τουλάχιστον, ελέγχονται ως μειωμένης αξιοπιστίας, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη το πρόσθετο γεγονός ότι αυτοί γεννήθηκαν το έτος 1931, ώστε δεν ομιλούν εξ ιδίας αντιλήψεως. Αλλά και οι πράξεις καλλιέργειας που καταθέτουν για το μετέπειτα διάστημα καταρρίπτονται από το ζεύγος αεροφωτογραφιών των ετών 1945, 1960 και 1988 όπου το ακίνητο φαίνεται γυμνό οιασδήποτε καλλιέργειας. Επίσης η ενάγουσα, ενώ επικαλείται ότι η δικαιοπάροχός της Α. Γ. Β. είχε στην κυριότητά της το επίδικο ακίνητο βάσει της αριθμ. .../1943 δημόσιας διαθήκης, δεν την προσκομίζει έτσι ώστε να διαπιστωθεί αν αυτό περιέχεται στα κληρονομιαία ακίνητα και έτσι έστω και εμμέσως να συναχθεί εξουσίαση σε παρελθόντα χρόνο. Απεναντίας, στην αριθμ. .../ 11-4-1983 δημόσια διαθήκη της Α. Β. με την οποία καταλείπεται στην ενάγουσα το επίδικο και ένα οικόπεδο, ενώ δηλώνεται για το τελευταίο [οικόπεδο] ως τρόπος περιέλευσης η αριθμ. .../12-12-1943 δημόσια διαθήκη, για το επίδικο δεν αναγράφεται κάτι τέτοιο, γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι αυτό δεν περιέχονταν στη διαθήκη αυτή. Κατά τις επικρατούσες τότε μακροχρόνιες συνήθειες στα χωριά ο διαθέτης όταν συνέτασσε διαθήκη περιλάμβανε όλα τα ακίνητά του. Επίσης, δεν συμβιβάζονταν με τα κρατούντα τότε συναλλακτικά ήθη ο σύζυγος να δωρίζει άτυπα στη σύζυγό του, με την οποία εξακολουθεί να συμβιώνει, ακίνητο όπως εδώ επικαλείται η ενάγουσα ότι ο Α. Τ. εξουσιάζοντας το ακίνητο από το 1902, το έτος 1917 το δώρησε ατύπως στη σύζυγό του Ε. Τ.. Απ' όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι στο επίδικο ακίνητο ουδεμία πράξη εξουσιάσεως έλαβε χώρα κατά τα έτη 1902-1917, αλλά και μεταγενέστερα δεν μεσολάβησε οποιαδήποτε πράξη νομής από τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας. Για πρώτη φορά το ακίνητο αυτό εμφαίνεται στην αριθμ. .../11-4-1983 δημόσια διαθήκη όταν πλέον τα ακίνητα της περιοχής είχαν αρχίσει να αποκτούν οικονομική αξία. Β. Περαιτέρω, αντίθετη κρίση δεν μπορεί να στηριχθεί στις εγγραφές του Τουρκικού Πρόχειρου Φορολογικού Βιβλίου που επικαλείται ο ενάγων Α. Κ. [αριθμ. έκθ. κατάθ. αγωγ. 5351/2001]. Οι εγγραφές αυτές με αύξοντα αριθμ. 1025 και 1026 εκτάσεως 3 και ενός στρεμμάτων [=3.672 τ.μ.] που δεν αποτελούν τίτλους ιδιοκτησίας, δεν προκύπτει σε βαθμό δικανικής πεποιθήσεως ότι αφορούν το επίδικο ακίνητο εμβαδού 6.757 τ.μ., αφού η εφαρμογή τους στο έδαφος είναι αδύνατη ώστε να προσδιορισθεί το σχήμα και η ακριβής θέση αυτού. Τέτοιες εγγραφές μπορούν με τον τρόπο εφαρμογής που επικαλούνται οι πραγματογνώμονες, να εφαρμοσθούν και σε άλλα ακίνητα της ευρύτερης περιοχής. Οι διορισθέντες με την αριθμ. 8945/2002 προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στους οποίους απαγορεύθηκε από το Δικαστήριο, να χρησιμοποιήσουν πληροφορίες διαδίκων και τρίτων, ενώ τονίζουν στην έκθεση που συνέταξαν ότι από τις εγγραφές αυτές δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί το σχήμα του ακινήτου και η ακριβής θέση του, παρόλα αυτά χρησιμοποιώντας και αυτοί ανεπίτρεπτα και συλλέγοντας μαρτυρία τρίτου προσώπου ονόματι Θ. Χ., καταλήγουν ότι η έκταση [6.757 τ.μ.] που διεκδικεί ο ενάγων προέρχεται [αυτολεξεί πραγματογνωμοσύνης] "α] Από τη συνένωση δύο κτημάτων του Α. γιου Σ. Τ. με αύξ. αριθμ. … και …, έκτασης 3.672 τ.μ. το σχήμα των κτημάτων αυτών... δεν μπορεί δυστυχώς να προσδιορισθεί, β] από τη συνένωση του κτήματος με αύξ. αριθμ. 1024... γ] από τη συνένωση του κτήματος του Σ. γιου Δ. Π. με αύξ. 1027... 918 τ.μ. καθώς και κτήμα από το κτήμα του Π.", χωρίς να απαντούν και με τη συμπληρωματική τους πραγματογνωμοσύνη στο ερώτημα ποιο τελικά είναι το τμήμα του επιδίκου που αφορούν οι εγγραφές αυτές και που εντοπίζεται αυτό, παρατηρήσεις που καθιστούν επισφαλή τη γνωμοδότησή τους. Οι καταθέσεις των μαρτύρων που με επιμέλεια του ενάγοντος Α. Κ. εξετάσθηκαν και οι οποίοι αναφέρουν
πράξεις εξουσιάσεως [καλλιέργειας] των δικαιοπαρόχων του επί του επιδίκου αναγόμενες στη δεκαετία πριν από την 20η Μαΐου 1917 τουλάχιστον, ελέγχονται ως μειωμένης αξιοπιστίας, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι γεννήθηκαν κατά τα έτη 1922 και 1929, ώστε δεν ομιλούν εξ ιδίας αντιλήψεως αλλ' επικαλούνται αμφίβολης ακρίβειας διηγήσεις παλαιότερων προσώπων. Επίσης, είναι απορίας άξιο η σύζυγος, η θυγατέρα και ο υιός [ενάγων], ενώ αποδέχονται με την αριθμ. .../26-8-1966 πράξη του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Βαβατσιούλα τα κληρονομιαία ακίνητα του αποβιώσαντος στις 25-10-1965 συζύγου και πατέρα τους, παραλείπουν να συμπεριλάβουν το επίδικο που έχει τόση μεγάλη έκταση στα κληρονομιαία ακίνητα, για το οποίο προβαίνουν σε συμπληρωματική δήλωση αποδοχής μόλις το έτος 1982. Ενισχυτικά όλων των παραπάνω, ήτοι της έλλειψης δικαιώματος εξουσιάσεως έως 20-5-1917 και νομής αργότερα επί του επιδίκου είναι και το γεγονός ότι ο ενάγων υπέδειξε στο 6ο συνεργείο Δασικού Κτηματολογίου, ακίνητο του οποίου η έκταση ανέρχεται σε 5.927,17 τ.μ, ενώ στον τοπογράφο μηχανικό Χ. Μ. και στον Α. Ν. υπέδειξε όρια ακινήτου με έκταση 6.757 τ.μ. και επικαλείται φορολογικές εγγραφές που αφορούν δύο ακίνητα συνολικού εμβαδού 3.674 τ.μ. Όλα τα παραπάνω ενισχύουν την κρίση του Δικαστηρίου ότι στο επίδικο ακίνητο ουδεμία πράξη εξουσιάσεως έλαβε χώρα κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ή τουλάχιστον για μία δεκαετία έως 20-5-1917, αλλά και μεταγενέστερα δεν μεσολάβησε οποιαδήποτε πράξη νομής από τους δικαιοπαρόχους του και τον ίδιο. Για πρώτη φορά το ακίνητο αυτό εμφανίζεται στις αριθμ. ... και .../1982 συμπληρωματικές δηλώσεις αποδοχής, όταν πλέον τα ακίνητα της περιοχής έχουν αρχίσει να αποκτούν αξία. Μετά τις σκέψεις αυτές, οι συνεκδικαζόμενες αριθμ. έκθ. κατάθεσης 45032/ 16-12-1996 και 5351/2001 αγωγές είναι απορριπτέες ως ουσία αβάσιμες γιατί αποδείχθηκε ότι τα ακίνητα υπήρξαν ανέκαθεν δημόσιες γαίες και επί Τουρκοκρατίας ως ανήκοντα στην κατηγορία των δημοσίων γαιών, ουδέποτε παραχωρήθηκαν σε ιδιώτες από το Τουρκικό Δημόσιο με δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης ούτε είχαν ποτέ καλλιεργηθεί επί δεκαετία τουλάχιστον πριν από 20-5-1917 και συνεπώς, η κυριότητά τους περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου". Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου ελληνικού δημοσίου κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 20467/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, και απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη αναγνωριστική αγωγή της αναιρεσείουσας (και εκείνην του δεύτερου αναιρεσιβλήτου Α. Κ., ανωτ. υπό
ΙΙ) κατά του ελληνικού δημοσίου, η οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή πρωτοδίκως. Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι το δικαστήριο στήριξε την κρίση του μεταξύ των άλλων και για τον δασικό χαρακτήρα της επίδικης έκτασης στα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι εκθέσεις των πραγματογνωμόνων που είχαν ορισθεί πρωτοδίκως, ενώ δεν είχε υποχρέωση να διατάξει τη διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, έλαβε δε υπόψη (το Εφετείο) και τον ισχυρισμό - πρώτο λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας ότι ο απώτερος δικαιοπάροχός της ενέμετο το επίδικο με τις προϋποθέσεις του Οθωμανικού δικαίου (τεσσαρούφ), τον οποίο λόγο εφέσεως και απέρριψε κατ' ουσίαν. Επομένως τα αντίθετα που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με τους πρώτον, από τον αριθμό 10, και τον έκτο, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους της αιτήσεώς της, ότι δηλαδή, αντίστοιχα, το Εφετείο δέχθηκε τον ισχυρισμό - λόγο εφέσεως του ελληνικού δημοσίου για τον δασικό χαρακτήρα του επιδίκου χωρίς απόδειξη, ενώ δεν έλαβε υπόψη τον προαναφερθέντα πρώτο λόγο της εφέσεως της ιδίας (αναιρεσείουσας), είναι αβάσιμα. Περαιτέρω, τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι κατά τις επικρατούσες τότε (αναφέρεται στην υπ' αριθμ. .../12-12-1943 δημόσια διαθήκη) μακροχρόνιες συνήθειες στα χωριά ο διαθέτης όταν συνέτασσε διαθήκη περιελάμβανε όλα τα ακίνητά του, και ότι δεν συμβιβάζονταν με τα κρατούντα τότε συναλλακτικά ήθη ο σύζυγος να δωρίζει άτυπα στη σύζυγό του, με την οποία εξακολουθεί να συμβιώνει, ακίνητο όπως εδώ επικαλείται η ενάγουσα ότι ο Α. Τ., εξουσιάζοντας το ακίνητο αυτό το 1902, το έτος 1917 το δώρησε ατύπως στη σύζυγό του Ε. Τ., ως διδάγματα (τα ανωτέρω) της κοινής πείρας που ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο, αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο, όχι δε την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Επομένως και σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο και υπό την επίκληση του αρ. 1 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ υποστηρίζεται ότι το Εφετείο με τις προαναφερθείσες παραδοχές του παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι απαράδεκτος. Τέλος, από την αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει ότι το Εφετείο εκφέρει κρίση και για την μορφή του επιδίκου από τους χρόνους της Τουρκοκρατίας μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως στα δικαστήρια της ουσίας, όπως άλλωστε προεκτέθηκε κατά την εξέταση των πρώτου και έκτου λόγων του αναιρετηρίου. Επομένως ο πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο και υπό την επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ υποστηρίζεται ότι το Εφετείο με το να μην αποφανθεί για την κατά τον ανωτέρω χρόνο μορφή του επιδίκου διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες είναι αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ενώ κατά τα λοιπά απαραδέκτως, κατά το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ, στρέφεται κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου (εκτίμηση αποδείξεων).
IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να μην επιδικασθεί όμως δικαστική δαπάνη υπέρ των αναιρεσιβλήτων, ελλείψει σχετικού αιτήματος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-11-2011 αίτηση της Ι. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2828/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2014. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ