Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1339 / 2008    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Αγορά ναρκωτικών ουσιών κατ’ εξακολούθηση, κατοχή, πώληση παρά μη τοξικομανή, παράνομη είσοδο, κατοχή πλαστού ταξιδιωτικού εγγράφου. Έλλειψη αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, επεκτεινόμενης και στους ισχυρισμούς για χορήγηση ελαφρυντικών. Απορρίπτει αναίρεση.





Αριθμός 1339/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Στ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X1 και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή φυλακή Τρικάλων, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριάννα Παπαδάκη, περί αναιρέσεως της 872/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Απριλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 961/07.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Η εκ των άνω άρθρων επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Ως αυτοτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται όσοι τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, της ικανότητας προς καταλογισμό, τη μείωση της αυτής, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί, να είναι ορισμένοι, δηλαδή, κατά περίπτωση, να αναφέρονται κατά τρόπο αναλυτικό τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη συγκρότηση της νομικής έννοιας του συγκεκριμένου ισχυρισμού, έτσι ώστε να παρέχουν τη δυνατότητα αξιολογήσεως και, σε περίπτωση αποδοχής, οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Διαφορετικά δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των αορίστων αυτών ισχυρισμών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για τη συνδρομή στο πρόσωπό του ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο αρθ. 84 παρ.2 Π.Κ., αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το μέτρο του άρθρου 85 του ίδιου Κώδικα ποινής.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 872/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών, και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως δώδεκα (12) ετών και τεσσάρων (4) μηνών και συνολική χρηματική ποινή είκοσι δύο χιλιάδων (22.000) Ευρώ, για αγορά ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση, κατοχή ναρκωτικών ουσιών, πώληση ναρκωτικών ουσιών παρά μη τοξικομανούς, παράνομη είσοδο στην ελληνική επικράτεια και κατοχή πλαστού ταξιδιωτικού εγγράφου, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "ότι ο κατηγορούμενος, κατά τους αναφερόμενους στο διατακτικό τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση αγόρασε από αγνώστους αντί αγνώστου ποσού τουλάχιστον 50,4 γραμμάρια κοκαΐνης, που κατελήφθη να τα κατέχει, ενώ επώλησε αντί 2.000 ευρώ στον αστυνομικό ......., ο οποίος προσποιήθηκε τον πελάτη, την ανωτέρω ποσότητα της κοκαΐνης. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος, όντας Αλβανός υπήκοος, εισήλθε από άγνωστο σημείο στο ελληνικό έδαφος χωρίς την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων, επιπλέον δε κατείχε το με αριθμ. ...... ελληνικό πλαστό διαβατήριο, φερόμενο ως εκδοθέν από τη Νομαρχία Αττικής στο όνομα ......, όπου είχε θέσει τη δική του φωτογραφία. Πρέπει συνεπώς να κηρυχθεί αυτός ένοχος, απορριπτομένου του αιτήματός του για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α', δ'και ε' Π.Κ., δεδομένου ότι δεν αποδείχτηκαν περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι πριν την τέλεση των πράξεών του έζησε πράγματι έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και εν γένει κοινωνικό βίο, μη αρκούσας της έλλειψης, καταδίκης στο ποινικό μητρώο (Α.Π. 627/2004 Π.Χ. ΝΕ. 221). Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο εν λόγω έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του με συγκεκριμένη συμπεριφορά και ενέργειες, τις οποίες και δεν επικαλείται, ενώ από μόνη της η συμπεριφορά του ως κρατουμένου στις φυλακές, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσης του μετά τις πράξεις του, δε μπορεί να θεμελιώσει και να αιτιολογήσει την απαιτούμενη καλή συμπεριφορά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά από αυτές (Α.Π. 2048/2003 Π.Χ.ΝΓ. 745). Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις εφαρμοσθείσες ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1, 98 Π.Κ., 50 παρ.1, 54 παρ.7 του Ν. 2910/01 και 4 παρ.1, 3 ΠΙΝ Β3, 5 παρ.1β και ζ2 Ν. 1729/1987. Ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις, σημειώνεται ότι δεν ήταν αναγκαίος ο προσδιορισμός της ταυτότητας του πωλητή των ναρκωτικών ουσιών (κοκαΐνης) προς τον αναιρεσείοντα, ούτε και το ακριβές ποσό που ο τελευταίος κατέβαλε για την αιτία αυτή, ενώ δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικών και διατακτικού ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τις λοιπές περιστάσεις της τέλεσης της αξιόποινης πράξης της αγοράς των ναρκωτικών ουσιών, σημειουμένου και του γεγονότος ότι το αιτιολογικό της προσβαλλομένης δεν είναι απλή επανάληψη του διατακτικού, όπως αβασίμως υποστηρίζεται. Περαιτέρω και αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη με ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε τα αιτηθέντα, εκ μέρους του αναιρεσείοντος, ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 α', δ' και ε' του ΠΚ., πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών, ο αναιρεσείων ζήτησε, δια του συνηγόρου του, να του αναγνωρισθούν "τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2 α, 2δ' και 2 ε' Π.Κ.". Έτσι, όμως, όπως προβλήθηκε ο ισχυρισμός αυτός, για την αναγνώριση των ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, είναι εντελώς αόριστος, δεδομένου ότι δεν συνοδεύτηκε με την παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, που να θεμελιώνουν τις εν λόγω ελαφρυντικές περιστάσεις. Επομένως, το Δικαστήριο, δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στον ως άνω αόριστο ισχυρισμό, καίτοι τούτο (Δικαστήριο), ως εκ περισσού, απήντησε στον παραπάνω ισχυρισμό.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ.1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.4.2007 αίτηση του X1, κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή Τρικάλων, για αναίρεση της υπ' αριθ. 872/2007 απόφασης του πενταμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ