Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 505 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ψευδής βεβαίωση.




Περίληψη:
Αναιρεί. Αποφαίνεται ότι κατά των κατηγορουμένων δεν πρέπει να γίνει κατηγορία για ψευδή βεβαίωση.





Αριθμός 505/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου,
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του 2954/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1) Χ1, εφέτη, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4, δικηγόροι, και Χ5, υπάλληλο του ΤΑΠ-ΟΤΕ, κάτοικοι άπαντες Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 42/04.12.2006 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1904/2006 Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή με αριθμό 61/06.02.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 ΚΠΔ, την 42/06 αίτηση αναιρέσεως του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία ζητά την αναίρεση του 2954/06 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που παραπέμπει τους κατηγορουμένους Χ1, εφέτη, 2) Χ2 κλπ. ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για ψευδή βεβαίωση [άρθρο 242 παρ.1 ΠΚ], και, επειδή τούτη εξεταζόμενη από τυπικής και ουσιαστικής απόψεως κρίνεται ορθή για τους λόγους που σαφώς και εμπεριστατωμένα εκτίθενται στο περιεχόμενό της, στο οποίο εξ ολοκλήρου αναφέρομαι, προτείνω να γίνει από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου τυπικά και ουσιαστικά δεκτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α-Να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η 42/06 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Β-Να αναιρεθεί το 2954/06 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, Και
Γ-Να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, προς νέα συζήτηση της υποθέσεως.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Με το 2026/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών οι 1)Χ1, εφέτης Αθηνών, 2) Χ2, δικηγόρος Αθηνών, 3) Χ3, δικηγόρος Αθηνών, 4) Χ4, δικηγόρος Αθηνών 5) Χ5, υπάλληλος και μέλος του Δ.Σ του ΤΑΠ-ΟΤΕ, για να δικασθούν για παράβαση του άρθρου 242 παρ. 1 του ΠΚ και ειδικότερα ως υπαίτιοι του ότι στην Αθήνα, την 18-7-2002, ο πρώτος κατηγορούμενος ως Πρόεδρος της πενταμελούς επιτροπής του άρθρου 18 του Ν. 1868/1989 και οι λοιποί ως μέλη της επιτροπής, από κοινού με πρόθεση βεβαίωσαν ψευδώς στο από 18-7-2002 πρακτικό το οποίο συνέταξαν και περιείχε τον πίνακα αξιολόγησης των υποψηφίων δικηγόρων προς πρόσληψη στο ΤΑΠ-ΟΤΕ, περιστατικό το οποίο μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα βεβαίωσαν ψευδώς ότι η Γ1 είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών και ειδικότερα του "Maitrise mention droit prive" του Πανεπιστημίου της Lille ενώ το αληθές ήταν ότι ο προαναφερόμενος τίτλος δεν ήταν μεταπτυχιακός αλλά απλός τίτλος σπουδών, με συνέπεια να θεωρηθεί από τους κατηγορουμένους ότι εφόσον η Γ1 είχε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, υπερτερούσε επιστημονικά της δεύτερης καταταγείσας Γ2 και να προκριθεί στον πίνακα αξιολόγησης η ως άνω Γ1, η οποία και με απόφαση του Προέδρου του Δ.Σ του Ταμείου ΤΑΠ-ΟΤΕ προσελήφθη στην θέση της έμμισθης δικηγόρου παρά Πρωτοδίκαις μέχρι παρ' Εφέταις. Κατά του παραπάνω βουλεύματος άσκησε την από 10-7-2006 έφεση ο εισαγγελέας Εφετών Αθηνών. Το συμβούλιο εφετών Αθηνών, με το 2.954/2006 βούλευμά του, απέρριψε την έφεση και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα. Ήδη, με την από 4-12-2006 αίτησή του, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί την αναίρεση του βουλεύματος του δυτεροβάθμιου συμβουλίου.
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 242 παρ. 1 του ΠΚ, υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Κατά την έννοια του άνω άρθρου, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης, που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13α' και 263Α του ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά ή προς αναπλήρωση άλλου β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 γ του ΠΚ, και δη δημόσιο κατά την έννοια του άρθρου 438 ΚΠολΔ, δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από καθ' ύλη και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία και έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη, έναντι πάντων, για τα βεβαιούμενα σ' αυτό γεγονότα, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, δηλαδή περιστατικών που δεν έλαβαν χώρα, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν τη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Δεν συνιστούν γεγονός, ως μη αναγόμενες στο παρελθόν ή το παρόν, κρίσεις, γνώμες ή εκτιμήσεις νομικές ή πραγματικές και αν ακόμη αναφέρονται σε περιστατικά που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες έστω και αν κατά την ενδεχόμενη πεποίθηση του προσώπου που τις εκφέρει αφίστανται της αληθείας, εκτός εάν υπό τον τύπο της εκφράσεως γνώμης υποκρύπτεται βεβαίωση πραγματικού περιστατικού και δ) δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση του να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν αυτό δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, το συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση και καθόσον ειδικότερα αφορά τη συγκρότηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα επόμενα πραγματικά περιστατικά. "... Με την από ......προκήρυξη του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού ΟΤΕ (ΤΑΠ-ΟΤΕ) προκηρύχθηκαν δύο θέσεις δικηγόρων με έμμισθη εντολή στο Ταμείο, εκ των οποίων η μία θέση ήταν για θέση δικηγόρου παρ' Αρείω Πάγω και η ετέρα για θέση δικηγόρου παρά Πρωτοδίκαις έως παρ' Εφέταις, με αντικείμενον απασχολήσεως την δικαστικήν και εξώδικον υποστήριξιν υποθέσεων του ρηθέντος ταμείου. Υπό της προκηρύξεως και ειδικώτερον υπό της παραγράφου 5 εδ. ζ' αυτής προεβλέπετο ότι, κατά την αξιολόγηση των υποψηφίων και "Για την επιλογή θα εκτιμηθεί, εκτός των άλλων, η εξειδίκευση και εμπειρία σε θέματα Ασφαλιστικού και Διοικητικού Δικαίου και Διοικητικής Δικονομίας" (Ορ. σχετ. την προκήρυξη). Για τις προαναφερθείσες θέσεις των δικηγόρων που προκηρύχθηκαν, συνήλθε την ..... η πενταμελής επιτροπή του άρθρου 18 του ν. 1868/1989, η οποία και εξήτασε τις αιτήσεις και τα δικαιολογητικά των υποψηφίων και επροχώρησεν εις ατομικές συνεντεύξεις αυτών, ως άλλωστε προεβλέπετο υπό της προκηρύξεως. Τελικώς, την ......., η ειρημένη πενταμελής επιτροπή, συντεθειμένη και καθ'α προεξετέθη υπό των κατηγορουμένων, λαβούσα υπ' όψιν της τα κατατεθέντα παρά των υποψηφίων δικαιολογητικά, την προσωπικότητα, την επιστημονική κατάρτιση και εξειδίκευση αυτών επί του αντικειμένου της προκηρύξεως, την δικαστηριακή απασχόληση και την επαγγελματική των πείρα και επάρκεια, την εκ μέρους των γνώση ξένων γλωσσών και συνεκτιμήσασα την οικογενειακή, κοινωνική και οικονομική κατάσταση, τις βιοτικές ανάγκες, την ηλικία και την πρόβλεψη εξελίξεως εκάστου υποψηφίου, προέβη εις αξιολόγησιν αυτών (υποψηφίων) για την προκηρυχθείσα θέση του δικηγόρου παρά Πρωτοδίκαις έως παρ'Εφέταις. Όπως ρητώς αναφέρεται εις το συνταχθέν παρά της επιτροπής πρακτικόν, αυτή (επιτροπή) και εν σχέσει προς την προμνησθείσαν αξιολόγησιν, απεφάσισε, μετά πρότασιν του Προέδρου "και μετά τη σύγκλιση των αποκλινουσών απόψεων να επιλέξει την υποψήφια Γ1, δικηγόρο παρά πρωτοδίκαις, διότι κατά την εκτίμησή της συγκεντρώνει τα περισσότερα ουσιαστικά προσόντα για την κατάληψη αυτής της θέσεως, η οποία θέση - ειρήσθω εν παρόδω - προκηρυσσομένη μαζί με την προηγουμένως αναφερθείσα (Δικηγόρου παρ' Αρείω Πάγω) οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το Ταμείο έχει ανάγκη από έναν ακόμη δικηγόρο, ο οποίος να συνδυάζει τα προσόντα των απαραιτήτων θεωρητικών γνώσεων της βασικής δικαστηριακής εμπειρίας και της σχετικά νεαρής ηλικίας, ώστε να μπορεί να ανταποκρίνεται στα ποικίλα καθήκοντά του. Από τις απόψεις αυτές η Γ1 υπερτερεί των άλλων συνυποψηφίων της διότι διαθέτει και επαρκή επιστημονική κατάρτιση (έχει μεταπτυχικό τίτλο "Maitrise mention droit prive" του Γαλλικού Πανεπιστημίου της Lille), έχει τετραετή ενεργό άσκηση δικηγορίας, με κάποια προτίμηση στο διοικητικό δίκαιο, έχει προηγούμενη εμπειρία ασκουμένης (stagiaire) στη Γενική Διεύθυνση Ενέργειας (Direction Generale d' Energie) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, είναι γνώστης δύο ξένων γλωσσών (Γαλλικής, σε καλύτερο βαθμό της Αγγλικής) και του χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή και είναι ηλικίας 31 ετών". Εις το αυτό ωσαύτως πρακτικόν αναφέρεται ότι "και ως προς τα κοινωνικά κριτήρια (οικογενειακή και οικονομική κατάσταση, βιοτικές ανάγκες) δεν υστερεί (η επιλεγείσα Γ1 εννοείται) των λοιπών, καθόσον είναι έγγαμη με δύο ανήλικα τέκνα, λόγω δε της ανηλικότητας αυτών υποαπασχολείται, βοηθώντας κυρίως τον σύζυγό της, είναι και αυτός δικηγόρος, και συνεπώς δεν έχει αξιόλογα δικά της εισοδήματα, παρά το ότι οι βιοτικές της ανάγκες είναι σχετικά αυξημένες, έχει όμως ιδιόκτητο διαμέρισμα όπου κατοικεί με την οικογένειά της (Ορ. σχετ. υφιστάμενο στην δικογραφία πρακτικόν της επιτροπής του άρθρου 11 του ν. 1649/1986, ως αντικατεστάθη δι' άρθρου 18 του ν. 1868/1989). Δευτέρα, ως προς την επιλογήν της συγκεκριμένης επιτροπής, κατετάγη ομοφώνως η Γ2, δικηγόρος Αθηνών παρ' εφέταις, η οποία, κατά το αυτό ως άνω πρακτικόν "υστερεί έναντι της προηγουμένης (έναντι δηλαδή της επιλεγείσης Γ1) ως προς το ότι είναι μητέρα ενός ανηλίκου κοριτσιού, το ότι γνωρίζει μόνο μία ξένη γλώσσα και ότι μέχρι πρόσφατα, κατά δήλωσή της, είχε εισοδήματα 200.000 δραχμών μηνιαίως από την δικηγορία, πράγμα που σημαίνει ότι οι βιοτικές της ανάγκες εν μέρει καλύπτονται. Αντίθετα υπερτερεί έναντι των επομένων υποψηφίων ως προς την επιστημονική κατάρτιση, αφού έχει μεταπτυχιακό τίτλο του Τομέα Δημοσίου Δικαίου και Πολιτιστικών επιστημών, έχει δεκαετή επαγγελματική πείρα και έχει προαχθεί σε δικηγόρο παρ' Εφέταις" (Ορ. σχετ. το αυτό ως άνω πρακτικόν). Δέχεται, περαιτέρω, το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι πυρήνας και πεμπτουσία της βαρυνούσης τους κατηγορουμένους κατηγορίας είναι η υπ' αυτών βεβαίωση, στο συνταχθέν οικείον πρακτικόν, εκ προθέσεως ψευδώς και συναυτουργικώς, περιστατικού δυναμένου να έχει έννομες συνέπειες, ειδικότερα δε η υπ' αυτών βεβαίωση "ότι η Γ1 είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών και ειδικότερα του "Maitrise mention droit prive" του Γαλλικού Πανεπιστημίου της Lille, ενώ το αληθές ήταν ότι ο προαναφερόμενος τίτλος δεν ήταν μεταπτυχιακός αλλά απλός τίτλος σπουδών". Περαιτέρω, διαλαμβάνονται στο βούλευμα εκτενείς σκέψεις με βάση τις οποίες το Συμβούλιο καταλήγει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι οι κατηγορούμενοι εκ προθέσεως ψευδώς βεβαίωσαν ότι ο προαναφερόμενος τίτλος σπουδών του αλλοδαπού πανεπιστημίου είναι τίτλος μεταπτυχιακός. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 του Π.Κ και αναιρετέο κατέστησε το βούλευμα που εξέδωσε. Ανεξάρτητα από τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των συνυποψηφίων δικηγόρων, τα οποία οι κατηγορούμενοι, ως μέλη της κατά το άρθρο 18 του Ν. 1869/1989 πενταμελούς επιτροπής, αξιολόγησαν και κατέληξαν, στη μη ελεγχόμενη ουσιαστική κρίση, ότι η δικηγόρος Γ1 υπερείχε της δικηγόρου Γ2, κατά τις παραδοχές του βουλεύματος η πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως, κατά τα αντικειμενικά της στοιχεία εδράζεται στο ότι οι κατηγορούμενοι στο πρακτικό αξιολόγησης των υποψηφίων το οποίο συνέταξαν, βεβαίωσαν ότι η προαναφερόμενη Γ1 ήταν κάτοχος του μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών "Maitrise mention droit prive" του Γαλλικού Πανεπιστημίου της Lille, ενώ αυτό δεν ήταν αληθές. Γεγονός, ως αναγόμενο στο παρελθόν ή το παρόν, κατά την έννοια του άρθρου 242 παρ.1 του Π.Κ συνιστά στην προκείμενη περίπτωση η από την δικηγόρο απόκτηση ή μη του προαναφερόμενου τίτλου σπουδών.
Συνεπώς, θα θεμελιωνόταν το έγκλημα του άρθρου 242 του Π.Κ. εάν στο πρακτικό της επιτροπής, που είναι δημόσιο έγγραφο, οι κατηγορούμενοι βεβαίωναν ψευδώς ότι η ως άνω δικηγόρος ήταν κάτοχος του ως άνω πανεπιστημιακού τίτλου ενώ αυτό δεν ανταποκρίνεται στα πράγματα. Βεβαιώνεται, όμως, στο βούλευμα με σαφείς παραδοχές ότι πράγματι η δικηγόρος Γ1 είχε και συνυπέβαλε μαζί με τα άλλα δικαιολογητικά τον παραπάνω τίτλο. Κατά τούτο, δεν υπάρχει ψευδής βεβαίωση στο πρακτικό της επιτροπής. Ο περαιτέρω, όμως, χαρακτηρισμός του τίτλου ως "μεταπτυχιακού" ,δεν συνιστά γεγονός κατά την προεκτεθείσαν έννοια αλλά σφαλερή πραγματική κρίση και εκτίμηση των κατηγορουμένων η οποία, αυτή καθ' εαυτή δεν μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, αφού κατά τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος στην προκήρυξη (παράγραφος 5 εδ.ζ'), για την επιλογή, δεν προβλεπόταν ως τυπικό προσόν για την αξιολόγηση του υποψηφίου ο μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών.
Συνεπώς, με τις παραδοχές που διαλαμβάνονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο επικύρωσε το πρωτοβάθμιο παραπεμπτικό βούλευμα, δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά η πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως για την οποία παραπέμπονται οι κατηγορούμενοι. Πρέπει, λοιπόν, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του λόγου αναιρέσεως, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠοινΔ, της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 484 παρ. 2 ,317,318 και 315 ΚΠοινΔ, να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και αποφανθεί το δικαστήριο ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό διαλαμβανόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ


Αναιρεί το με αριθμό 2954/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Αποφαίνεται ότι κατά των κατηγορουμένων 1) Χ1, εφέτη 2) Χ2 3) Χ3 4) Χ4, δικηγόρων και 5) Χ5 υπαλλήλου του ΤΑΠ-ΟΤΕ, δεν πρέπει να γίνει κατηγορία για ψευδή βεβαίωση, πράξη την οποία φέρονται ότι από κοινού τέλεσαν στην Αθήνα στις 18 Ιουλίου 2002.-
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουλίου 2007. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2008.




Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή