Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1909 / 2016    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη, Αναιρέσεως απόρριψη, Αναιρέσεως λόγοι.




Περίληψη:
Απορρίπτει κύριους και πρόσθετους λόγους αναιρέσεως κατά αποφάσεως
που καταδίκασε τους κατηγορουμένους για υποβολή ανακριβούς δηλώσεως
πόθεν έσχες. Αβάσιμοι οι λόγοι περί ελλειπούς και αντιφατικής αιτιολογία και περί
ελλείψεως νόμιμης βάσης. Αβάσιμοι και οι πρόσθετοι λόγοι περί απόλυτης
ακυρότητας λόγω προσβολής του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και περί απόλυτης
ακυρότητας λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας. Αβάσιμος και ο λόγος
περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως
του άρθρου 2 του Ν. 3213/2003, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το
άρθρο 223 του Ν. 4281/2014. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα έξοδα της
ποινικής διαδικασίας.





Αριθμός 1909/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Ι. Π. του Π. και 2. Σ. Κ. του Σ., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Δημακόπουλο, για αναίρεση της υπ’ αριθ 859/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαρτίου 2016 αίτησή τους αναιρέσεως και στους από 18 Απριλίου 2016 πρόσθετους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 3213/2003, όπως ίσχυαν μετά την παρ. 4α του άρθρου 13 Ν. 3242/2004, ο βουλευτής ήταν υπόχρεος σε υποβολή δήλωσης της περιουσιακής κατάστασης του ιδίου, της συζύγου και των ανήλικων τέκνων του, η οποία υποβαλλόταν μέσα σε ενενήντα (90) ημέρες από την ορκωμοσία ή την ανάληψη των καθηκόντων του και κάθε χρόνο κατά το διάστημα της θητείας του και για τρία (3) χρόνια μετά από την απώλεια ή τη λήξη της βουλευτικής του ιδιότητας, το αργότερο την 30ή Ιουνίου κάθε έτους. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 περ. α, β και γ του Ν. 3213/2003, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 4 του Ν. 3327/2005 και πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 223 του Ν. 4281/2014, ορίζεται ότι: "1.α. Η δήλωση περιουσιακής κατάστασης περιέχει, λεπτομερώς, τα υφιστάμενα κατά το χρόνο υποβολής της περιουσιακά στοιχεία. Ως περιουσιακά στοιχεία, θεωρούνται, ιδίως: i. Τα έσοδα, από κάθε πηγή, κατά τα τρία τελευταία οικονομικά έτη πριν από την αρχική υποβολή της δήλωσης και κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος για τις μετέπειτα υποβαλλόμενες δηλώσεις. ii. Τα ακίνητα, καθώς και τα εμπράγματα δικαιώματα σε αυτά, με ακριβή προσδιορισμό τους. iii. Οι μετοχές ημεδαπών και αλλοδαπών εταιρειών, τα ομόλογα και ομολογίες κάθε είδους, τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων κάθε είδους και τα παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα κάθε είδους. iv. Οι καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια και άλλα ημεδαπά ή αλλοδαπά πιστωτικά ιδρύματα. v. Τα πλωτά και τα εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και τα κάθε χρήσης οχήματα. vi. Η συμμετοχή σε κάθε είδους επιχείρηση. β.i. Σε περίπτωση απόκτησης νέου περιουσιακού στοιχείου ή επαύξησης υφιστάμενου, στη δήλωση περιλαμβάνεται, υποχρεωτικώς, το ύψος της σχετικής δαπάνης, καθώς και αναλυτική παράθεση της πηγής προέλευσης των σχετικών πόρων. Σε περίπτωση εκποίησης μνημονεύεται το εισπραχθέν τίμημα. ii. Οι υπόχρεοι οφείλουν να επισυνάπτουν στη δήλωση και αντίγραφα των οικείων παραστατικών. γ. Η δήλωση υποβάλλεται από τον υπόχρεο και υπογράφεται από τον ίδιο, αν σε αυτή αναγράφονται μόνον τα δικά του περιουσιακά στοιχεία, από τη σύζυγό του, αν αναγράφονται μόνο δικά της στοιχεία, και από αμφότερους τους συζύγους, αν αναγράφονται περιουσιακά στοιχεία και των δύο ή των ανήλικων τέκνων τους. Η δήλωση περιουσιακής κατάστασης συνοδεύεται υποχρεωτικά από αντίγραφο της φορολογικής δήλωσης του υπόχρεου του αντίστοιχου οικονομικού έτους". Με το άρθρο 4 παρ. 3 εδ. α’ του Ν. 3213/2003, όπως αυτό ίσχυε πριν από το άρθρο 1 παρ. 5 και 2 του Ν. 3849/2010, οριζόταν ότι: "Ελεγχόμενος, που παραλείπει να υποβάλλει την κατά τα άρθρα 1 και 2 δήλωση ή υποβάλλει εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή.". Ακολούθως, μετά από τις τροποποιήσεις που επήλθαν στο Ν. 3213/2003 με τα άρθρα 1 παρ. 5, 2 και 4 του Ν.3849/2010, με το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3213/2003, οριζόταν ότι: "Υπόχρεος σε δήλωση που παραλείπει να υποβάλλει δήλωση ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή δήλωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ". Και ήδη σήμερα, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 6 του Ν. 3213/2003, όπως ίσχυε, με το άρθρο 227 του Ν. 4281/2014, ορίζεται ότι: "Υπόχρεος σε δήλωση που παραλείπει να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή δήλωση τιμωρείται με φυλάκιση και με χρηματική ποινή έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ". Η τελευταία αυτή διάταξη, η οποία επιβάλλει μικρότερες ποινές από τις προγενέστερες διατάξεις για το πλημμέλημα της με πρόθεση υποβολής ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακής κατάστασης, περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις και είναι εφαρμοστέα στη συγκεκριμένη περίπτωση κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2 του Π.Κ.. Εξάλλου, από τις ως άνω διατάξεις, προκύπτει με σαφήνεια ότι ο υπόχρεος σε δήλωση περιουσιακής κατάστασης βουλευτής, πρέπει να δηλώσει λεπτομερώς και να συμπεριλάβει στη δήλωση περιουσιακής κατάστασης που θα υποβάλει όλα τα υφιστάμενα κατά το χρόνο της υποβολής της περιουσιακά στοιχεία του ιδίου και της συζύγου του και ότι η απαρίθμηση των περιουσιακών στοιχείων που γίνεται στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου είναι ενδεικτική, όπως τούτο προκύπτει από τη λέξη "ιδίως" που χρησιμοποιείται στο άρθρο αυτό. Σε περίπτωση δε που εν γνώσει του (με πρόθεση) δεν δηλώσει και δεν συμπεριλάβει στη δήλωση περιουσιακής κατάστασης που θα υποβάλει όλα τα υφιστάμενα κατά το χρόνο της υποβολής της περιουσιακά στοιχεία του ιδίου και της συζύγου του, υποβάλλει εν γνώσει του (με πρόθεση) ανακριβή στοιχεία ως προς την περιουσιακή κατάσταση του ιδίου και της συζύγου του και διαπράττει το ως άνω πλημμέλημα που προβλεπόταν αρχικά από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του Ν. 3213/2003 και ήδη προβλέπεται και τιμωρείται από την προαναφερθείσα ευμενέστερη διάταξη του άρθρου 6 του Ν. 3213/2003, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 227 του Ν. 4281/2014. Τέλος, κατά το άρθρο 46 παρ. 1β’ του Π.Κ., "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρείχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται με σαφήνεια ότι, για την ύπαρξη άμεσης συνέργειας στην τελούμενη από άλλον αξιόποινη πράξη, απαιτείται παροχή άμεσης συνδρομής από τον δράστη στον αυτουργό κατά την τέλεση και κατά την διάρκεια εκτέλεσης της κύριας πράξεως και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς αυτή τη συνδρομή να μην ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδικότερη αναφορά στο καθένα από αυτά και μνεία του τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ, Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, το οποίο προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα οποία καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 859/2016 αποφάσεώς του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως ως προς τις αξιόποινες πράξεις της υποβολής ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως από βουλευτή, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων και της άμεσης συνέργειας σε αυτή, για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, κατά λέξη, τα εξής: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Ι. Π., στην …, κατά τον παρακάτω χρόνο τέλεσε με πρόθεση την αξιόποινη πράξη της υποβολής ανακριβούς δήλωσης περιουσιακής κατάστασης (πόθεν έσχες) αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία της συζύγου του και δεύτερης κατηγορουμένης, Σ. Κ. και συγκεκριμένα ενώ ήταν βουλευτής του Ελληνικού Κοινοβουλίου και λόγω της ιδιότητας του αυτής είχε την υποχρέωση να υποβάλει το αργότερο έως την 30η Ιουνίου κάθε έτους, προς την επιτροπή του άρθρου 21 του Ν. 3023/2002, δήλωση περιουσιακής κατάστασης (πόθεν έσχες), η οποία να περιέχει λεπτομερώς τα υφιστάμενα κατά το χρόνο της υποβολής της δήλωσης περιουσιακά στοιχεία του ιδίου και της συζύγου του και μεταξύ άλλων τις καταθέσεις τους σε τράπεζες, ταμιευτήρια και άλλα ημεδαπά ή αλλοδαπά πιστωτικά ιδρύματα, εντούτοις υπέβαλε ανακριβή, με πρόθεση, δήλωση περιουσιακής κατάστασης για το οικονομικό έτος 2008, την οποία κατέθεσε την 26-6-2008. Ειδικότερα, στην ως άνω δήλωση του, με πρόθεση παρέλειψε να δηλώσει υπό τον κωδικό "... Καταθέσεις σε Τράπεζες, ταμιευτήρια και άλλα ημεδαπά ή αλλοδαπά πιστωτικά ιδρύματα", την υφιστάμενη, κατά το χρόνο εκείνο, κατάθεση της συζύγου του και δεύτερης κατηγορουμένης στην Τράπεζα ..., σε κεφάλαια ομολόγων, κεφάλαια μετοχών και ρευστοποιήσιμο ενεργητικό, συνολικού ποσού 2.121.412 δολαρίων Η.Π.A (1.348.555,082 ευρώ), η οποία περιλαμβανόταν αρχικά στους εννέα (υπο) λογαριασμούς που ειδικότερα αναφέρονται στο διατακτικό και στη συνέχεια μεταφέρθηκε σε άλλο λογαριασμό που αφορούσε ανακλητό καταπίστευμα που είχε συστήσει η ίδια στην ίδια Τράπεζα, του οποίου δικαιούχος παρέμεινε αυτή, παρά το ότι γνώριζε την ύπαρξη της ως άνω τραπεζικής κατάθεσης, η οποία προερχόταν από δικά του εισοδήματα, λαμβανομένου υπόψη του ότι τα εισοδήματα της συζύγου του και του τέως συζύγου της δεν δικαιολογούσαν την κατάθεση στην ως άνω τράπεζα ενός τόσο μεγάλου ποσού. Επίσης, η δεύτερη κατηγορουμένη, Σ. Κ., με πρόθεση παρείχε άμεση συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια και την εκτέλεση της άδικης πράξης που αυτός διέπραξε και συγκεκριμένα κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, υπέγραψε με πρόθεση, ως σύζυγος αυτού την ίδια ως άνω δήλωση, παρά το ότι γνώριζε ότι δεν συμπεριέλαβε την ανωτέρω αναφερόμενη τραπεζική κατάθεση της. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι δεν τέλεσαν την αποδιδομένη σ’ αυτούς πράξη, διότι, όπως προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα της Τράπεζας ... Bank, που οι ίδιοι προσκόμισαν και αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, κατά τον χρόνο υποβολής της δήλωσης περιουσιακής κατάστασης του έτους 2008, ήτοι την 26-6-2008, δεν υπήρχαν καταθέσεις προς δήλωση στους εννέα τραπεζικούς λογαριασμούς που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, διότι οι οκτώ από αυτούς ήταν κλειστοί, ενώ ο μόνος ενεργός λογαριασμός είχε μηδενικό υπόλοιπο, είναι αβάσιμος, διότι, εκτός του ότι από τα παραπάνω έγγραφα δεν προκύπτει η κίνηση δύο εκ των ως άνω λογαριασμών και η εικόνα τους κατά τον κρίσιμο χρόνο, σε κάθε περίπτωση και εάν ακόμη υποτεθεί ότι είναι αληθής ο ισχυρισμός αυτών και πάλι στοιχειοθετείται πλήρως το αποδιδόμενο στους ίδιους αδίκημα, λαμβανομένου υπόψη του ότι αυτό αφορά την μη δήλωση του χρηματικού ποσού της κατάθεσης που υφίστατο κατά τον κρίσιμο χρόνο στο πιστωτικό ίδρυμα, ανεξαρτήτως αριθμού λογαριασμού, αυτοί δε (κατηγορούμενοι) δεν αρνούνται την ύπαρξη της κατάθεσης αυτής στην προαναφερθείσα Τράπεζα αλλά απλώς διατείνονται ότι αυτή είχε μεταφερθεί σε άλλο λογαριασμό που αφορούσε τη σύσταση ανακλητού καταπιστεύματος από τη δεύτερη τούτων. Ας σημειωθεί δε, ότι κατά τον ίδιο χρόνο και στο σχετικό έντυπο που συμπλήρωναν οι υπόχρεοι προς δήλωση ουδόλως αναφερόταν αριθμός λογαριασμού αλλά μόνο το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο ήταν κατατεθειμένο το προς δήλωση ποσό. Επομένως, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της ως άνω πράξεως". Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τους αναιρεσείοντες ενόχους των ως άνω αξιοποίνων πράξεων της υποβολής ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακής κατάστασης από υπόχρεο και της άμεσης συνέργειας στην πράξη αυτή και επέβαλε στον καθένα απ’ αυτούς ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, της οποίας ανέστειλε την εκτέλεση επί τριετία και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, με το ακόλουθο επί λέξει διατακτικό: "
Κηρύσσει τους κατηγορουμένους ένοχους του ότι: Στην…, στις 26/06/2008: Α) Ο πρώτος κατηγορούμενος Π. Ι.: Ενώ ως βουλευτής του Ελληνικού Κοινοβουλίου είχε κατά νόμο υποχρέωση λόγω της ιδιότητας του αυτής να υποβάλλει, προς την Επιτροπή του άρθρου 21 του Ν. 3023/2002, το αργότερο μέχρι την 30η Ιουνίου κάθε έτους δήλωση περιουσιακής κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3213/2003, η οποία να περιέχει λεπτομερώς τα υφιστάμενα κατά τον χρόνο υποβολής της δήλωσης περιουσιακά στοιχεία του ιδίου και της συζύγου του, δηλαδή α) τα έσοδα από κάθε πηγή, κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος, β) τα ακίνητα, καθώς και τα εμπράγματα δικαιώματα σε αυτά, με ακριβή προσδιορισμό τους, γ) τις μετοχές ημεδαπών και αλλοδαπών εταιρειών, τα ομόλογα και ομολογίες κάθε είδους, τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων κάθε είδους και τα παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα κάθε είδους, δ) τις καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια και άλλα ημεδαπά ή αλλοδαπά πιστωτικά ιδρύματα, ε) τα πλωτά και τα εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και τα κάθε χρήσης οχήματα, στ) τη συμμετοχή σε κάθε είδους επιχείρηση, με πρόθεση καταχώρησε εν γνώσει του ανακριβώς στην υποβληθείσα κατά την ανωτέρω ημεροχρονολογία ( 26-6-2008) δήλωση περιουσιακής κατάστασης οικονομικού έτους 2008 τα υφιστάμενα κατά το χρόνο εκείνο περιουσιακά στοιχεία της συζύγου του Σ. Κ. του Σ. και συγκεκριμένα με πρόθεση παρέλειψε να συμπεριλάβει σ’ αυτά και να αναγράψει στην ως άνω δήλωση, υπό τον κωδικό " ... Καταθέσεις σε Τράπεζες, ταμιευτήρια και άλλα ημεδαπά ή αλλοδαπά πιστωτικά Ιδρύματα " την κατάθεση της στην Τράπεζα ..., σε κεφάλαια ομολόγων, κεφάλαια μετοχών και ρευστοποιήσιμο ενεργητικό με αριθμούς λογαριασμούς τους πιο κάτω:(...), συνολικού ποσού δύο εκατομμυρίων εκατόν είκοσι μιας χιλιάδων τετρακοσίων δώδεκα (2.121.412) δολαρίων ΗΠΑ (που ήταν ισότιμο, κατά την ισοτιμία δολαρίου - ευρώ κατ’ εκείνο το χρόνο, με το ποσό των 1.348.555,082 ευρώ), παρά το ότι γνώριζε την ύπαρξη της ως άνω τραπεζικής κατάθεσης. Β) Η δεύτερη κατηγορούμενη Κ. Σ.: Παρείχε από πρόθεση άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια και την εκτέλεση της κύριας άδικης πράξης της από πρόθεση υποβολής ανακριβούς δήλωσης περιουσιακής καταστάσεως εκ μέρους υπόχρεου προς τούτο προσώπου, την οποία αυτός τέλεσε. Συγκεκριμένα, ενώ ο σύζυγός της Ι. Π. του Π., ως Βουλευτής του Ελληνικού Κοινοβουλίου είχε κατά νόμο υποχρέωση, λόγω της ιδιότητας του αυτής, να υποβάλλει, προς την Επιτροπή του άρθρου 21 του Ν. 3023/2002, το αργότερο μέχρι την 30η Ιουνίου κάθε έτους, δήλωση περιουσιακής κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3213/2003, η οποία να περιέχει λεπτομερώς τα υφιστάμενα κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης περιουσιακά στοιχεία του ιδίου και της συζύγου του, δηλαδή α) τα έσοδα, από κάθε πηγή, κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος, β) τα ακίνητα, καθώς και τα εμπράγματα δικαιώματα σε αυτά, με ακριβή προσδιορισμό τους, γ) τις μετοχές ημεδαπών και αλλοδαπών εταιρειών, τα ομόλογα και ομολογίες κάθε είδους, τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων κάθε είδους και τα παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα κάθε είδους, δ) τις καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια και άλλα ημεδαπά ή αλλοδαπά πιστωτικά ιδρύματα, ε) τα πλωτά και τα εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και τα κάθε χρήσης οχήματα, στ) τη συμμετοχή σε κάθε είδους επιχείρηση, με πρόθεση καταχώρησε εν γνώσει του ανακριβώς στην υποβληθείσα κατά την ανωτέρω ημεροχρονολογία (26-6-2008) δήλωση περιουσιακής κατάστασης οικονομικού έτους 2008 τα υφιστάμενα κατά το χρόνο εκείνο περιουσιακά της στοιχεία και συγκεκριμένα με πρόθεση παρέλειψε να συμπεριλάβει σ’ αυτά και να αναγράψει στην ως άνω δήλωση, υπό τον κωδικό "... Καταθέσεις σε Τράπεζες, ταμιευτήρια και άλλα ημεδαπά ή αλλοδαπά πιστωτικά Ιδρύματα", την κατάθεσή της στην Τράπεζα ..., σε κεφάλαια-ομολόγων, κεφάλαια μετοχών και ρευστοποιήσιμο ενεργητικό (με αριθ. λογαριασμούς τους πιο κάτω: IBAN...), συνολικού ποσού δύο εκατομμυρίων εκατόν είκοσι μιας χιλιάδων τετρακοσίων δώδεκα (2.121.412) δολαρίων ΗΠΑ (που ήταν ισότιμο, κατά την ισοτιμία δολαρίου - ευρώ κατ’ εκείνο το χρόνο, με το ποσό των 1.348.555,082 ευρώ), παρά το ότι γνώριζε την ύπαρξη της ως άνω τραπεζικής κατάθεσής της, παρείχε σ’ αυτόν άμεση συνδρομή στη διάρκεια και κατά την εκτέλεση της παραπάνω άδικης πράξης του, υπογράφοντας με πρόθεση ως σύζυγος αυτού την ίδια ως άνω δήλωση, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1γ του Ν. 3213/2003, παρά το ότι γνώριζε ότι δεν συμπεριέλαβε την ανωτέρω αναφερόμενη τραπεζική κατάθεσή της". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η προσβαλλόμενη απόφαση, που καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της υποβολής ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως από βουλευτή και την αναιρεσείουσα σύζυγό του για την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας σε αυτή, περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων της υποβολής ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως από βουλευτή, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων και της άμεσης συνέργειας σε αυτή, για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, με παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν την ποινική υπόσταση των εγκλημάτων αυτών, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν και των συλλογισμών με βάση τους οποίους το δικαστήριο έκανε την υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του Ν. 3213/2003 που προαναφέρθηκαν και των άρθρων 26 παρ. 1 εδ. α, 27 παρ. 1 και 2 και 46 παρ. 1 περ. β’ του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στην ως άνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ο τόπος, ο χρόνος, ο τρόπος και τα μέσα τελέσεως των ως άνω αξιοποίνων πράξεων της εν γνώσει (με πρόθεση) υποβολής ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακής κατάστασης από υπόχρεο βουλευτή και της άμεσης συνέργειας στην πράξη αυτή από μέρους της συζύγου του, αφού κατά τις παραδοχές της αποφάσεως αμφότεροι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι υπήρχε κατατεθειμένο στην τράπεζα ... της ..., σε ένα ή περισσότερους λογαριασμούς, με δικαιούχο τη αναιρεσείουσα, το συνολικό ποσό των δύο εκατομμυρίων εκατόν είκοσι μιας χιλιάδων τετρακοσίων δώδεκα (2.121.412) δολαρίων ΗΠΑ (που ήταν ισότιμο, κατά την ισοτιμία δολαρίου - ευρώ κατ’ εκείνο το χρόνο, με το ποσό των 1.348.555,082 ευρώ) και ο μεν αναιρεσείων βουλευτής εν γνώσει του υπέβαλε ανακριβή δήλωση, παραλείποντας να δηλώσει την κατάθεση του ως άνω ποσού στην ως άνω τράπεζα, η δε αναιρεσείουσα, με πρόθεση και ενώ γνώριζε και αυτή την κατάθεση του ως άνω ποσού στην ως άνω τράπεζα, συνυπέγραψε ως σύζυγός του την ως άνω ανακριβή δήλωση περιουσιακής καταστάσεως που υπέβαλε ως υπόχρεος προς τούτο βουλευτής. Μάλιστα, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό και το διατακτικό της που αλληλοσυμπληρώνονται, δέχεται ότι το ως άνω συνολικό ποσό ήταν αρχικά κατατιθεμένο στους αναφερόμενους στο σκεπτικό της εννέα (9) λογαριασμούς και στη συνέχεια μεταφέρθηκε σε άλλο λογαριασμό που αφορούσε τη σύσταση ανακλητού καταπιστεύματος από τη αναιρεσείουσα και σύζυγο του αναιρεσείοντος και δεν χρειαζόταν να αναφέρει και τον αριθμό του τελευταίου λογαριασμού στον οποίο μεταφέρθηκε και βρισκόταν το ως άνω συνολικό χρηματικό ποσό της καταθέσεως στην τράπεζα ... της ... με δικαιούχο την αναιρεσείουσα. Άλλωστε, ούτε τους αριθμούς των λογαριασμών στους οποίους ήταν αρχικά καταθειμένο το ως άνω ποσό χρειαζόταν να αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλ’ αρκούσε η παραδοχή της ότι αποδείχθηκε ότι το ως άνω ποσό των 2.121.412 δολαρίων ΗΠΑ, που ήταν ισότιμο, κατά την ισοτιμία δολαρίου - ευρώ κατ’ εκείνο το χρόνο, με το ποσό των 1.348.555,082 ευρώ, ήταν κατατεθειμένο στην τράπεζα ... της ... με δικαιούχο την αναιρεσείουσα. Το ότι αναφέρονται διηγηματικά οι αριθμοί των εννέα (9) λογαριασμών στους οποίους ήταν αρχικά κατατεθειμένο το ως άνω ποσό και δεν αναφέρεται και ο αριθμός του άλλου λογαριασμού στον οποίο μεταφέρθηκε το ως άνω ποσό, δεν ασκεί έννομη επιρροή, ούτε αποτελεί αντίφαση στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αφού όπως προαναφέρθηκε αυτή δέχεται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ότι αμφότεροι, δηλαδή τόσο ο αναιρεσείων, όσο και η αναιρεσείουσα, γνώριζαν ότι υπήρχε κατατεθειμένο στην τράπεζα ... της ... με δικαιούχο την αναιρεσείουσα το συνολικό ποσό των δύο εκατομμυρίων εκατόν είκοσι μιας χιλιάδων τετρακοσίων δώδεκα (2.121.412) δολαρίων ΗΠΑ και ο μεν αναιρεσείων, ως υπόχρεος σε υποβολή δηλώσεως περιουσιακής κατάστασης βουλευτής, παρέλειψε με πρόθεση να δηλώσει την κατάθεση του ως άνω ποσού με δικαιούχο τη σύζυγό του και δεύτερη αναιρεσείουσα και υπέβαλε έτσι ανακριβή δήλωση περιουσιακής κατάστασης για το έτος 2008 και η αναιρεσείουσα με πρόθεση συνυπέγραψε ως σύζυγός του την ως άνω ανακριβή δήλωση περιουσιακής καταστάσεως που υπέβαλε ως υπόχρεος προς τούτο βουλευτής, για την ειδική δε και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της ως άνω καταδικαστικής αποφάσεως, δεν χρειαζόταν να αναφέρεται σε ποιο λογαριασμό της τράπεζας ήταν κατατεθειμένο το χρηματικό ποσό, αλλ’ αρκούσε η παραδοχή ότι αποδείχθηκε ότι ήταν κατατεθειμένο στην τράπεζα και δεν δηλώθηκε ως περιουσιακό στοιχείο της συζύγου του βουλευτή, ανεξάρτητα από τον αριθμό και το είδος του λογαριασμού στον οποίο ήταν κατατεθειμένο, παραδοχή η οποία υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, οι λόγοι της κρινόμενης αναιρέσεως που περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναιρέσεως και αναφέρονται σε έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και σε έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ Κ.Ποιν.Δ.), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Περαιτέρω, στο άρθρο 171 παρ.1 περ. δ’ του Κ.ΠοινΔ. ορίζεται ότι "ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται : 1. Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α) ... δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελειωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα". Μεταξύ των δικαιωμάτων αυτών συγκαταλέγεται και το δικαίωμα στη χρηστή απονομή της δικαιοσύνης ή δικαίωμα σε "δίκαιη δίκη", οι εκδηλώσεις του οποίου περιγράφονται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και αποτελεί εγχώριο δίκαιο, κατά την παρ. 3 εδ. α’ και β’ του οποίου ορίζεται ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα α) να πληροφορείται στη βραχύτερη προθεσμία, στη γλώσσα την οποία εννοεί και με κάθε λεπτομέρεια, τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας και β) να διαθέτει το χρόνο και τις αναγκαίες ευκολίες για την προετοιμασία της υπεράσπισης του, διαφορετικά παραβιάζεται το κατά τα ανωτέρω δικαίωμά του. Όμως, για την κατάφαση της παραβίασης αυτής, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα από το σύνολο της διαδικασίας ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε τη δυνατότητα να πληροφορηθεί με επάρκεια την κατηγορία (... της 21-2-2002, ... της 1-3-2001). Τέλος, μεταβολή της κατηγορίας, η οποία επάγεται την αναίρεση της αποφάσεως για απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του Κ.Ποιν.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. β’ και δ’ του ίδιου Κώδικα, υπάρχει όταν η πράξη για την οποία δικάζεται ο κατηγορούμενος, κατά τόπο, χρόνο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις, είναι ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη για την οποία έχει ασκηθεί η ποινική δίωξη, έχει απαγγελθεί η κατηγορία και επί της οποίας ο κατηγορούμενος κλήθηκε να απολογηθεί και στήριξε την υπεράσπισή του, ώστε να αποτελεί νέο έγκλημα αντικειμενικά διαφορετικό. Αντίθετα, δεν υπάρχει τέτοια μεταβολή, όταν με την απόφαση συμπληρώνονται και προσδιορίζονται σαφέστερα τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την πράξη. Ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας επέρχεται και όταν αυτή αναφέρεται σε στοιχείο αναγκαίο κατά το νόμο για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δύο πρώτους πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του μετέβαλε ανεπίτρεπτα και κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 και 3 περ. α’ και β’ της ΕΣΔΑ την σε βάρος τους κατηγορία, την οποία μάλιστα υπήγαγε σε διαφορετική διάταξη του Ν. 3213/2003 από την επιεικέστερη που ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξης και συγκεκριμένα στη διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 3213/2003, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το Ν. 4281/2014, με αποτέλεσμα να επέλθει απόλυτη ακυρότητα από παραβίαση των υπερασπιστικών τους δικαιωμάτων. Όμως, οι αιτιάσεις αυτές των αναιρεσειόντων είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, διότι η κατηγορία σε βάρος των αναιρεσειόντων συνίστατο σε από μέρους του πρώτου αναιρεσείοντος ως βουλευτή παράλειψη δηλώσεως καταθέσεως συνολικού ποσού 2.121.412 δολλαρίων ΗΠΑ που υπήρχε κατατεθειμένο ως περιουσιακό στοιχείο της δεύτερης αναιρεσείουσας και συζύγου του στην τράπεζα ... και εν γνώσει του υποβολή ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακής κατάστασης οικονομικού έτους 2008 και σε από μέρους της δεύτερης αναιρεσείουσας άμεση συνδρομή στην ανωτέρω αξιόποινη πράξη του συζύγου της με την εν γνώσει της υπογραφή ως συζύγου της ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακής κατάστασης οικονομικού έτους 2008 που υπέβαλε ο πρώτος αναιρεσείων και σύζυγός της ως βουλευτής και η κατηγορία αυτή σε βάρος των αναιρεσειόντων δεν υπέστη καμμιά μεταβολή από την διευκρίνιση στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το ως άνω συνολικό ποσό των 2.121.412 δολλαρίων ΗΠΑ που ήταν κατατεθειμένο ως περιουσιακό στοιχείο της δεύτερης αναιρεσείουσας και συζύγου του στην τράπεζα ... περιλαμβανόταν αρχικά στους εννέα (υπο) λογαριασμούς που ειδικότερα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και στη συνέχεια μεταφέρθηκε σε άλλο λογαριασμό που αφορούσε ανακλητό καταπίστευμα που είχε συστήσει η ίδια η δεύτερη αναιρεσείουσα στην ίδια Τράπεζα, του οποίου δικαιούχος παρέμεινε αυτή. Τούτο δε διότι για την στοιχειοθέτηση του ως άνω πλημμελήματος για το οποίο διώχθηκαν και καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, ο πρώτος ως αυτουργός και η δεύτερη ως συνεργός, όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 2 παρ. 1 περ. α’ , β’ και γ’ του Ν. 3213/2003, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 4 του Ν. 3327/2005 και πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 223 του Ν. 4281/2014, αρκεί το ότι ο υπόχρεος σε δήλωση περιουσιακής κατάστασης βουλευτής, εν γνώσει του (με πρόθεση) δεν δήλωσε και δεν συμπεριέλαβε στη δήλωση περιουσιακής κατάστασης που υπέβαλε όλα τα υφιστάμενα κατά το χρόνο της υποβολής της περιουσιακά στοιχεία του ιδίου και της συζύγου του, αφού η απαρίθμηση των περιουσιακών στοιχείων που γίνεται στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου είναι ενδεικτική, όπως τούτο προκύπτει από τη λέξη "ιδίως" που χρησιμοποιείται στο άρθρο αυτό, τέτοιο δε περιουσιακό στοιχείο αποτελούν και οι κάθε είδους καταθέσεις σε τράπεζες, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και οι καταθέσεις σε τράπεζα που γίνονται σε λογαριασμό που αφορά τη σύσταση ανακλητού καταπιστεύματος, όπως τούτο διευκρινιστικά επαναλαμβάνεται και με την διάταξη του άρθρου 223 παρ. 1 περ. ιv του μεταγενέστερου και επιεικέστερου ως προς την ποινή Ν. 4281/2014, στην οποία αναφέρεται και πάλι ενδεικτικά ότι ως περιουσιακά στοιχεία θεωρούνται ιδίως: " ι) ... ιv) Οι κάθε είδους καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια και άλλα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και τα κάθε είδους χρηματιστηριακά ή ασφαλιστικά προϊόντα και συμμετοχές σε κεφάλαια επιχειρηματικών ή επενδυτικών συμμετοχών (funds) και καταπιστεύματα (trusts)". Σε περίπτωση δε που δεν συμπεριλάβει στη δήλωση περιουσιακής κατάστασης που θα υποβάλει όλα τα υφιστάμενα κατά το χρόνο της υποβολής της περιουσιακά στοιχεία του ιδίου και της συζύγου του, υποβάλλει εν γνώσει του (με πρόθεση) ανακριβή στοιχεία ως προς την περιουσιακή κατάσταση του ιδίου και της συζύγου του και διαπράττει το ως άνω πλημμέλημα που προβλεπόταν αρχικά από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του Ν. 3213/2003 και ήδη προβλέπεται και τιμωρείται από την προαναφερθείσα ευμενέστερη διάταξη του άρθρου 6 του Ν. 3213/2003, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 227 του Ν. 4281/2014. Κατά συνέπεια, δεν αποτελεί στοιχείο του ως άνω πλημμελήματος το είδος και ο αριθμός του τραπεζικού λογαριασμού στον οποίο είναι κατατεθειμένο το χρηματικό ποσό, αλλά μόνον το ότι το χρηματικό ποσό είναι κατεθειμένο σε τράπεζα και αποτελεί περιουσιακό στοιχείο του βουλευτή ή της συζύγου του, το οποίο παρέλειψε να συμπεριλάβει στη δήλωσή του. Έτσι, από το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε στις παραδοχές της ότι το χρηματικό ποσό των 2.121.412 δολλαρίων ΗΠΑ που ήταν κατατεθειμένο ως περιουσιακό στοιχείο της δεύτερης αναιρεσείουσας και συζύγου του πρώτου αναιρεσείοντος στην τράπεζα ... περιλαμβανόταν αρχικά στους εννέα (υπο) λογαριασμούς που αναφέρονταν και στο κατηγορητήριο και που ειδικότερα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και στη συνέχεια μεταφέρθηκε σε άλλο λογαριασμό που αφορούσε ανακλητό καταπίστευμα που είχε συστήσει η ίδια η δεύτερη αναιρεσείουσα στην ίδια Τράπεζα, του οποίου δικαιούχος παρέμεινε αυτή, δεν αποτελεί μεταβολή της κατηγορίας για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη, απαγγέλθηκε κατηγορία κατά των αναιρεσειόντων και κλήθηκαν αυτοί να απολογηθούν και να υπερασπίσουν τους εαυτούς τους, αφού το πλημμέλημα για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες είναι το ίδιο με εκείνο για το οποίο τους απαγγέλθηκε κατηγορία και δεν αποτελεί νέο έγκλημα αντικειμενικά διαφορετικό, αλλ’ απλώς με την προσβαλλόμενη απόφαση συμπληρώνονται και προσδιορίζονται σαφέστερα τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την αξιόποινη πράξη του ως άνω πλημμελήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες. Κατά συνέπεια, οι αναιρεσείοντες πληροφορήθηκαν έγκαιρα και ακριβώς τη συγκεκριμένη σε βάρος τους κατηγορία, ότι δηλαδή ο πρώτος υπέβαλε ως βουλευτής ανακριβή δήλωση πόθεν έσχες και συγκεκριμένα παρέλειψε να δηλώσει το χρηματικό ποσό των 2.121.412 δολλαρίων ΗΠΑ που ήταν κατατεθειμένο ως περιουσιακό στοιχείο της δεύτερης αναιρεσείουσας και συζύγου του στην τράπεζα ... και η δεύτερη του παρέσχε άμεση συνδρομή στην πράξη του αυτή συνυπογράφοντας την ανακριβή δήλωση πόθεν έσχες που υπέβαλε, δεν επήλθε ουδεμία μεταβολή της κατηγορίας αυτής σε βάρος τους από το ότι το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι το χρηματικό ποσό των 2.121.412 δολλαρίων ΗΠΑ που ήταν κατατεθειμένο με δικαιούχο την δεύτερη αναιρεσείουσα και σύζυγο του πρώτου αναιρεσείοντος στην τράπεζα ... περιλαμβανόταν αρχικά στους εννέα (υπο) λογαριασμούς που ειδικότερα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και στη συνέχεια μεταφέρθηκε σε άλλο λογαριασμό που αφορούσε ανακλητό καταπίστευμα που είχε συστήσει η ίδια η δεύτερη αναιρεσείουσα στην ίδια Τράπεζα, του οποίου δικαιούχος παρέμεινε αυτή, αφού για την στοιχειοθέτηση του πλημμελήματος που κατηγορήθηκαν και καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες αρκούσε το γεγονός ότι υπήρχε περιουσιακό στοιχείο καταθέσεως χρηματικού ποσού σε τράπεζα που δεν δηλώθηκε από τον βουλευτή, ανεξάρτητα από το είδος του λογαριασμού στον οποίο ήταν κατατεθειμένο αυτό, δηλαδή ανεξάρτητα από το αν ο λογαριασμός με δικαιούχο τη σύζυγο του βουλευτή αφορούσε λογαριασμό ταμιευτηρίου ή λογαριασμό ανακλητού καταπιστεύματος ή άλλου είδους λογαριασμό. Επομένως, οι δύο πρώτοι πρόσθετοι λόγοι της κρινόμενης αναιρέσεως που αναφέρονται σε απόλυτη ακυρότητα λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας και παράβασεως των άρθρων 6 παρ. 1 και 3 περ. α και β της ΕΣΔΑ (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ Κ.Ποιν.Δ.), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Τέλος, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και συγκεκριμένα ότι με τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 3213/2003, όπως αυτή ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως και πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 223 του Ν. 4281/2014 και τους κήρυξε ενόχους, τον μεν αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της υποβολής ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως από βουλευτή, την δε αναιρεσείουσα σύζυγό του για την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας στην ως άνω αξιόποινη πράξη του συζύγου της. Όμως, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 3213/2003, όπως αυτή ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως και πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 223 του Ν. 4281/2014, για τη στοιχειοθέτηση του πλημμελήματος της ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακής κατάστασης από βουλευτή, αρκεί το ότι ο υπόχρεος σε δήλωση περιουσιακής κατάστασης βουλευτής, εν γνώσει του (με πρόθεση) δεν δήλωσε και δεν συμπεριέλαβε στη δήλωση περιουσιακής κατάστασης που υπέβαλε όλα τα υφιστάμενα κατά το χρόνο της υποβολής της περιουσιακά στοιχεία του ιδίου και της συζύγου του, αφού η απαρίθμηση των περιουσιακών στοιχείων που γίνεται στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου είναι ενδεικτική, όπως τούτο προκύπτει από τη λέξη "ιδίως" που χρησιμοποιείται στο άρθρο αυτό, τέτοιο δε περιουσιακό στοιχείο αποτελούν και οι κάθε είδους καταθέσεις σε τράπεζες, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και οι καταθέσεις σε τράπεζα που γίνονται σε λογαριασμό που αφορά τη σύσταση ανακλητού καταπιστεύματος. Τούτο απλώς και μόνον διευκρινιστικά επαναλαμβάνεται στη διάταξη του άρθρου 223 παρ. 1 περ. ιv του μεταγενέστερου και επιεικέστερου ως προς την ποινή Ν. 4281/2014, στην οποία αναφέρεται και πάλι ενδεικτικά ότι ως περιουσιακά στοιχεία θεωρούνται ιδίως: " ι) ... ιv) Οι κάθε είδους καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια και άλλα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και τα κάθε είδους χρηματιστηριακά ή ασφαλιστικά προϊόντα και συμμετοχές σε κεφάλαια επιχειρηματικών ή επενδυτικών συμμετοχών (funds) και καταπιστεύματα (trusts)". Επομένως και ο ως άνω τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως που αναφέρεται σε εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 2 του Ν. 3213/2003, όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 223 του Ν. 4281/2014 (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ Κ.Ποιν.Δ.), είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση και να επιβληθούν στον καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-3-2016 δήλωση - αίτηση αναιρέσεως των 1) Ι. Π. του Π. και 2) Σ. Κ. του Σ., που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 11-3-2016, για αναίρεση της 859/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στον καθένα από τους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ