Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 783 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 783/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Ψυχιατρείο κρατουμένων ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ειρήνη Μαρούπα, για αναίρεση της 46, 56, 57/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιά.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 23 Δεκεμβρίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1480/2008.

Αφού άκουσε
Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 § 2, 474 § 2, 476 § 1, 509 § 2 και 510 ΚΠΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σε αυτή ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως εκ των αναφερομένων περιοριστικώς στο άρθρο 510 ΚΠΔ, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τοιαύτη απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως η οποία προβλέπει τον λόγον αναιρέσεως χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλουμένη πλημμέλεια δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο λόγος ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως, να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση προσθέτων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν σύμφωνα με το άρθρο 509 § 2 ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ 2/2002). Ειδικότερα για το ορισμένο του εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως, για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλουν τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως πρέπει αν ελλείπει μεν παντελώς η αιτιολογία να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως, η ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η αιτίαση, εάν υπάρχει δε αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη να προσδιορίζεται επί πλέον, εις τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικώς με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως (Ολομ. ΑΠ 19/2001), ποιες οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία αυτής ή οι αντιφατικές αιτιολογίες της ή ποία αποδεικτικά μέσα δεν έχουν ληφθεί υπ' όψη ή δεν εξετιμίθησαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολομ. ΑΠ 2/2002). Περαιτέρω για το ορισμένο του εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. ε' ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφηρμόσθη, πρέπει να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που φέρεται ότι παρεβιάσθη, καθώς και της αποδιδομένης σε σχέση με την διάταξη αυτή πλημμελείας, δηλαδή εις τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της εφαρμοσθείσης από την απόφαση ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ή επί παραβιάσεως εκ πλαγίου, της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που παραβιάσθη και πως οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, εις τι συνίστανται οι ασάφειες ή τα λογικά κενά εξαιτίας των οποίων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της εφαρμοσθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και, τέλος, επί εσφαλμένης ερμηνείας ποία η αληθής έννοια της διατάξεως αυτής. Το ίδιο ισχύει και ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να αναφέρεται ποία από τις αναφερόμενες στη διάταξη του άρθρου 171 ΚΠΔ περιπτώσεις απολύτου ακυρότητος, παρέβη το δικαστήριο και εις τι συνίσταται αυτή ως και τα περιστατικά που θεμελιώνουν την επικαλουμένη πλημμέλεια. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η υπ' αριθμ. 46, 56, 57/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιώς, με την οποίαν ο αναιρεσείων κατεδικάσθη εις ποινή καθείρξεως είκοσι (20) ετών για ανθρωποκτονία από πρόθεση με ενδεχόμενο δόλο. Στην αίτηση αυτή ο αναιρεσείων δηλώνει ότι ασκεί αναίρεση κατά λέξη: "Δι' απόλυτον ακυρότητα λόγω έλλειψης επαρκούς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Η απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνώρισης ελαφρυντικών δεν αιτιολογείται. Δεν αιτιολογείται η απόρριψη ισχυρισμών μετατροπής κατηγορίας". Ούτω διατυπούμενοι οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι αόριστοι, αφού δεν προσδιορίζεται εις τι συνίσταται η έλλειψη αιτιολογίας και από ποίες συγκεκριμένες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει τοιαύτη έλλειψη, σε ποία κεφάλαια αυτής ανάγονται ως και ποία πραγματικά περιστατικά δεν περιέχονται με σαφήνεια και πληρότητα σ' αυτή προς δε δεν αναφέρεται εις ποίον έτερον αδίκημα αφεώρα ο ισχυρισμός περί μετατροπής της κατηγορίας και τι εν τέλει απερρίφθη. Εντεύθεν και λόγω της αοριστίας τους είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατ' άρθρον 369 § 1 ΚΠΔ όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που την διευθύνει δίνει τον λόγο στον Εισαγγελέα ....έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα....ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει τον λόγο στον κατηγορούμενο και § 3 ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με την του άρθρου 333 § 3 ιδίου κώδικος, κατά την οποίαν ....ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχουν το δικαίωμα να ομιλούν πάντοτε τελευταίοι, προκύπτει ότι είναι υποχρεωτικό να δίδεται ο λόγος από τον διευθύνοντα τη συζήτηση στον Εισαγγελέα και τους διαδίκους με την άνω κεκανονισμένη σειρά, στον δε κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του στο τέλος περί της ενοχής και μετά την απαγγελία της περί ενοχής αποφάσεως στον ίδιο ή τον συνήγορό του περί της ποινής και αν δεν το ζητήσουν αυτοί τούτο. Η παράβαση των ανωτέρω διατάξεων επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 § 1 εδ. δ' ΚΠΔ, διότι αφορά εις την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος για την παράβαση των οποίων ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, ο οποίος κατά το άρθρο 511 ιδίου κώδικος λαμβάνεται υπ' όψη και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποίαν εξεδόθη η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 46, 56, 57/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιώς, μετά την πρόταση του εισαγγελέως περί της επιβλητέας ποινής "οι συνήγοροι του κατηγορουμένου, αφού έλαβαν τον λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησαν να του επιβληθεί το ελάχιστο όριο της ποινής. Το αυτό εζήτησε και ο κατηγορούμενος, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο". Ούτως ο σχετικός γ' λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως ότι δεν εδόθη ο λόγος εις τον συνήγορο του αναιρεσείοντος περί της ποινής, και κατ' εκτίμηση, το δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια των σχετικών διατάξεων των άρθρων 171 § 1 στοιχ. δ' και 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας α) Είναι επιτρεπτή ή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο β)Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε εξ ενός εκάστου αυτών, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Η επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι είναι εκείνοι, οι οποίοι τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή της ικανότητος προς καταλογισμόν ή την μείωση αυτής ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, εφ' όσον προβάλλονται σαφώς και ορισμένως και αναπτύσσονται προφορικά (άρθρ. 141 § 2 και 331 ΚΠΔ), ώστε να παρέχεται η δυνατότης αξιολογήσεως και εις περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκότερο για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα,. Δεν είναι όμως αυτοτελής ο αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός ή ο περί μεταβολής αυτής τοιούτος και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επ' αυτού και μάλιστα ητιολογημένα. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγον αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά ή εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της εφαρμοσθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλομένη απόφασή του, υπ' αριθμ. 46, 56, 57/2008 εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων "τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως νομίμως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ίδιο ακροατήριο και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία, σε συνδυασμό με την ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου απολογία του κατηγορουμένου" (εδέχθη) τα εξής πραγματικά περιστατικά, μεταξύ άλλων.... "Κατόπιν των ανωτέρω το Δικαστήριο κρίνει ότι ο θάνατος της συζύγου του κατηγορουμένου προήλθε από εγκεφαλική αιμορραγία που προκλήθηκε από τα άνω ισχυρά γρονθοκοπήματα και δυνατά κτυπήματα του κατηγορουμένου στο κεφάλι της αποθανούσας συζύγου του και όχι από την πτώση της, από το κρεβάτι στο δάπεδο του δωματίου της οικίας τους, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος. Στην άνω πράξη και πριν και κατά την τέλεσή της ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και σε τέτοια κατάσταση αποφάσισε να θανατώσει τη σύζυγό του. Τούτο δε (η ήρεμη ψυχική κατάσταση με ανθρωποκτόνο δόλο) συνάγεται, α) από τα πολύ ευπαθή σημεία του σώματος του θύματος που επέλεξε (κεφαλή και τράχηλος) και τελικά έπληξε με απόλυτη επιτυχία, μετά βεβαίως από την αποτυχημένη προσπάθεια στραγγαλισμού της, δηλωτική του ανθρωποκτόνου σκοπού του, δεδομένου ότι είχε ετοιμάσει φαγητό για την οικογένειά του, έκανε το θαλάσσιο μπάνιο του, μετέβη με το μηχανάκι του στην οικία της άνω μάρτυρος, όπου εργαζόταν η σύζυγός του για να την παραλάβει, μετέβη επίσης και στην οικία της αδελφής του για να παραλάβει το τέκνο του και τέλος ζήτησε να κάνει έρωτα με τη σύζυγό του, β) από την σφοδρότητα του τρόπου και την ένταση των κτυπημάτων, γνωρίζοντας τον σωματικό πόνο και τον κίνδυνο της ζωής που επίκειται και γνωρίζοντας τουλάχιστον - δηλαδή το λιγότερο - ότι τα ισχυρά κτυπήματα γροθιές στο κεφάλι η ένταση και η βιαιότητα αυτών θα έχουν ως αναγκαία ή και πιθανή (ενδεχόμενη) συνέπεια το θάνατο του θύματος τον οποίον απεδέχθη, γ) από την ανυπαρξία λόγου θανάτωσης της αποθανούσης, δ) από την προσπάθεια αποκρύψεως της αλήθειας ακόμη και το πιο δικό του πρόσωπο, την αδελφή του, στην οποία έλεγε ότι το θύμα έπεσε από το κρεβάτι σε συνδυασμό με την απαξίωση των ενεργειών του, καταθέτοντας ότι τις έδωσε, απλώς, δύο "σφαλιάρες" ή μια "ανάποδη". Στο σημείο αυτό, πρέπει να τονιστεί ότι ο θάνατος του θύματος σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συνδεθεί με τον εξασθενημένο δήθεν οργανισμό της αποθανούσης, όπως αβασίμως διατείνεται ο κατηγορούμενος, λόγω πράγματι απώλειας πολλών κιλών, δεδομένου ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε ότι το θύμα έπασχε παθολογικά, αντίθετα εργαζόταν σε σπίτια, η δε άνω μάρτυρας ... στην οικία της οποίας εργαζόταν, όπως προειπώθηκε, δηλώνει στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού "πιστεύω ότι είχε δύναμη αφού έβγαζε το σπίτι μου πέρα" και ο μάρτυρας ιατροδικαστής ... δηλώνει επίσης στο ακροατήριο "η κοπέλα δέχθηκε αρκετά ισχυρά κτυπήματα αλλά τα οστά της άντεξαν... Τα κτυπήματα ήταν ισχυρά και μπορούσε εξαιτίας τους να επέλθει ο θάνατος, αυτός όμως προήλθε από αιμορραγία". Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της άνω πράξης του και πριν απ' αυτήν δεν τελούσε υπό την επίδραση κάποιας ψυχικής νόσου, σε τέτοιο βαθμό ώστε να μειωθεί η ικανότητά του να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του. Το γεγονός ότι στις 28-2-2002 μετά από αυτοκινητικό ατύχημα, είχε νοσηλευθεί στη νευρολογική κλινική "...", για δεκαπέντε (15) ημέρες περίπου για συναισθηματική διαταραχή καταθλιπτικού τύπου, όπως προειπώθηκε και ότι τελούσε όπως ισχυρίζεται υπό φαρμακευτική αγωγή, λόγω καταθλιπτικών εκδηλώσεων, που προφανώς εκδηλώθηκαν κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του σε διάφορες φυλακές, εφόσον όλες οι σχετικές ιατρικές βεβαιώσεις που επικαλείται και προσκομίζει φέρουν μεταγενέστερη ημερομηνία του συμβάντος, δεν είναι ικανά να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην πεποίθηση και κρίση ότι ο κατηγορούμενος έπασχε από ψυχωσιόμορφες εκδηλώσεις που μειώνουν ουσιωδώς την ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο των πράξεών του, όπως αβασίμως διατείνεται με σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό του. Εξάλλου, ούτε ο ίδιος ο κατηγορούμενος σε κανένα στάδιο της δίκης δεν ισχυρίσθηκε ποτέ, ούτε ισχυρίζεται κάτι τέτοιο. Αντίθετα, δηλώνει σε όλα τα στάδια της δίκης και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ότι κτύπησε τη σύζυγό του επειδή νευρίασε. Είχε, κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος πλήρη επίγνωση των πράξεών του και ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και όχι λόγω ψυχωσικής συνδρομής - ώστε να κρίνεται αναγκαία η αλυσιτελώς προβαλλόμενη, λόγω της παρέλευσης του χρόνου, διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, όπως αβασίμως ζητεί ο κατηγορούμενος με σχετικό, απορριπτέο, αίτημά του, ούτε λόγω διακοπής της αντιψυχωσικής αγωγής του. Ο ίδιος δηλώνει α) στην από 13-7-2004 συμπληρωματική προανακριτική απολογία "οι γιατροί μου έχουν συστήσει να παίρνω το χάπι μου όταν δεν αισθάνομαι καλά" και β) στην από 14-7-2004 ανακριτική απολογία "Νοσηλεύθηκα ... στην ψυχιατρική κλινική ... το 2000 επειδή είχα κατάθλιψη και νεύρα. Από τότε οι γιατροί μου έδωσαν φάρμακα τα οποία έχω σταδιακά ελαττώσει", "την προηγούμενη μέρα του συμβάντος είχα πάρει ένα χάπι για τα νεύρα μου". Τέλεσε την εν λόγω πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση με ενδεχόμενο δόλο. Απλώς, λόγω του ευερέθιστου, σκληρού, βάναυσου, αυταρχικού και βίαιου χαρακτήρος, εκνευρισμένος από το καθυστερημένο τηλεφώνημα της συζύγου του, προκειμένου να την παραλάβει από την οικία όπου εργαζόταν ως οικιακή βοηθός, όπως προαναφέρθηκε, αφού προηγουμένως είχε κάνει το θαλάσσιο μπάνιο του ανέμενε το θύμα του για να εκπληρώσει τον ανθρωποκτόνο σκοπό του. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, απορριπτόμενων κατά πλειοψηφία των ως άνω ισχυρισμών του κατηγορουμένου και ουδενός, συνεπώς λόγου συντρέχοντος για μετατροπή της κατηγορίας σε βαριά μη σκοπούμενη σωματική βλάβη ή σε ανθρωποκτονία από αμέλεια, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, (ενός μέλους του Δικαστηρίου του ενόρκου Ε1 έχοντος τη γνώμη ότι έπρεπε να γίνει δεκτός ο αυτοτελής ισχυρισμός του άρθρου 36 ΠΚ, αφού πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος έπασχε ψυχικά,) το Δικαστήριο κρίνει κατά πλειοψηφία ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ανθρωποκτονίας από πρόθεση με ενδεχόμενο δόλο (ενός μέλους του Δικαστηρίου, του ενόρκου Ε1 έχοντος τη γνώμη ότι ο κατηγορούμενος έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος θανατηφόρου σωματικής βλάβης, αφού για την τέλεση της πράξης δεν χρησιμοποίησε κάποιο όργανο ή όπλο αλλά τα χέρια του"...
Με αυτά που εδέχθη η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την απαιτουμένη κατά τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού σ' αυτήν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως, για την οποία κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 § 1, 299 § 1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει α)την αιτιολογία της απορρίψεως του εκ του άρθρου 36 ΠΚ ισχυρισμού β)τον ενδεχόμενο δόλο με τον οποίον εδέχθη ότι ετελέσθη η ανθρωποκτονία γ) την αιτιολογία της απορρίψεως του αιτήματος της διενεργείας ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, δ)όλα τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την απόρριψη του περί μεταβολής της κατηγορίας ισχυρισμού, από ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ανθρωποκτονία από αμέλεια ή βαριά μη σκοπούμενη σωματική βλάβη ε)τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία όλα ελήφθησαν υπ' όψη για την ενοχή του κατηγορουμένου. Κατ' ακολουθίαν αυτών οι σχετικοί πρόσθετοι λόγοι περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθ' όλα της τα σκέλη ως και περί εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Καθ' ό μέρος δε με αυτούς επιχειρείται διάφορος εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (και δη της καταθέσεως του μάρτυρος ψυχιάτρου ... και της απολογίας του κατηγορουμένου), ούτοι είναι απαράδεκτοι, διότι πλήττουν την ουσία της υποθέσεως. Μετά πάντα ταύτα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως ως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 66/11-4-2008 αίτηση του Χ1 , για αναίρεση της υπ' αριθμ. 46, 56, 57/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιώς ως και τους από 23/12/2008 προσθέτους λόγους αυτής. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή