Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 188 / 2013    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Έγγραφα, Χρησικτησία έκτακτη.




Περίληψη:
Απόκτηση κυριότητας ακινήτου παραγώγως, ύστερα από συμφωνία και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία. Λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Περιστατικά. Λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Οι γνωμοδοτήσεις του άρθρου 390 Κ.Πολ.Δ. δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που υποβάλλεται στην ίδια ρύθμιση και εκτιμάται ελεύθερα.






Αριθμός 188/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Βάρλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., την οποία ανακάλεσε και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λιδωρίκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/6/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 109/2007 μη οριστική, 171/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 25/2010 του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Χίου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/6/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 26/9/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192 αρ. 1, 1194 και 1198 ΑΚ προκύπτει, ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, ύστερα από συμφωνία, μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση, με τον τρόπο αυτό, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι εκείνος που συμφώνησε την μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 ΑΚ προκύπτει, ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. ’σκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Τα επίδικα εδαφικά τμήματα που βρίσκονται στη θέση … του Δήμου …, είναι τα εξής: Α. Εδαφικό τμήμα επιφάνειας 349,98 τ.μ (μακρόστενο), που συνορεύει βόρεια σε πλευρά 66,80 μέτρων με την υπόλοιπη, μη αμφισβητούμενη ιδιοκτησία του ενάγοντος, νότια επί πλευράς 69,39μ. με την υπόλοιπη, μη αμφισβητούμενη ιδιοκτησία του εναγομένου, ανατολικά επί πλευράς 3,50 μέτρων με ιδιοκτησία εναγομένου και δυτικά επί πλευράς 10 μ. εν μέρει με το δεύτερο επίδικο τμήμα και εν μέρει με ιδιοκτησία ενάγοντος. Για το εδαφικό αυτό τμήμα ερίζουν οι διάδικοι ισχυριζόμενοι ο καθένας ότι αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας του και ότι περιλαμβάνεται στους δικούς του τίτλους κυριότητος. Όσον αφορά τους τίτλους του ενάγοντος, παρουσιάζουν σοβαρές αποκλίσεις μεταξύ τους, έτσι ώστε να μην παρέχουν ασφαλές κριτήριο για το εάν το επίδικο αυτό τμήμα περιλαμβάνεται ή όχι στο ακίνητο του οποίου έγινε παραγώγως κύριος ο ενάγων, αφού σύμφωνα με τον αρχικό τίτλο του δικαιοπαρόχου του το ακίνητο του οποίου φέρεται να αποτελεί τμήμα το επίδικο, είχε έκταση 1.320 τ.μ., ενώ σήμερα εμφανίζεται να έχει έκταση 4.051,26 τ.μ. Ειδικότερα, ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος Ζ. Τ. απέκτησε με το υπ' αριθμ…/1942 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χίου Κ. Βασιλειάδη που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς από τον αληθή κύριο Ι. Β., ένα ακίνητο στη θέση …, εκτάσεως 4 οργυιών ή 1.320 τ.μ. (4 Χ 330 τ.μ), το οποίο στο συμβόλαιο περιγράφεται ως "χωράφιον αποτελούμενον εξ επτά τεμαχίων". Στη συνέχεια ο εν λόγω Ζ. Τ., με το υπ' αριθμ…/1973 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χίου Π. Γανιάρη που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε και μεταβίβασε τα 2/3 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω ακινήτου στους Ι. Σ. και Γ. Ι. Σ. και με το υπ' αριθμ…/1973 συμβόλαιο (που συντάχθηκε την ίδια ημέρα) του ίδιου συμβολαιογράφου, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε και μεταβίβασε το υπόλοιπο 1/3 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου στο Φ. Μ.. Στα παραπάνω δύο συμβόλαια του έτους 1973 αναφέρεται ότι το ακίνητο, εκτάσεως 4 οργιών κατά τον προηγούμενο τίτλο του, κατόπιν καταμέτρησης που έγινε από το μηχανικό Ν. Σ. ο οποίος εκπόνησε και αναλυτικό σχεδιάγραμμα που προσαρτήθηκε στα δύο συμβόλαιο, βρέθηκε να έχει έκταση 3.948,30 τ.μ., περιγράφεται δε στα συμβόλαιο αυτά ως "αγρός αποτελούμενος εξ επτά (7) βαθμίδων και του συνεχόμενου βραχώδους ακαλλιέργητου πρανούς". Παρά το γεγονός όμως ότι το ακίνητο καταμετρήθηκε από μηχανικό και συντάχθηκε τοπογραφικό διάγραμμα, τρία χρόνια μετά τη σύνταξη των παραπάνω συμβολαίων οι συμβληθέντες σ' αυτά προέβησαν στη σύνταξη της υπ' αριθμ…/1976 διορθωτικής πράξης του ίδιου συμβολαιογράφου Π. Γανιάρη που μεταγράφηκε νόμιμα, σύμφωνα με την οποία το ίδιο ακίνητο μετά από νεότερη καταμέτρηση από τον πολιτικό μηχανικό Σ. Λ. βρέθηκε να έχει έκταση 4.225 τ.μ. Το έτος 1981, δυνάμει του υπ' αριθμ…/1981 πωλητήριου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καλλιμασιάς Χίου Γ. Επιτροπάκη που μεταγράφηκε νόμιμα, οι προαναφερόμενοι συγκύριοι μεταβίβασαν προς τον ενάγοντα το εν λόγω ακίνητο, αναφέροντας στο συμβόλαιο ότι έχει έκταση 4.225 5.μ., ενώ ο ενάγων με δήλωσή του στο ακροατήριο του πρωτόδικου Δικαστηρίου διευκρίνισε ότι, κατόπιν νεότερης καταμέτρησης, το ακίνητό του έχει έκταση 4.051,26 τ.μ. Εκτός από τα συμβόλαια, ωστόσο, προσκομίζονται από τους διαδίκους και φωτογραφίες των επιδίκων από τις οποίες - και ιδίως από τη σειρά φωτογραφιών που προσκομίζει ο εναγόμενος, πολλές από τις οποίες έχουν ληφθεί σε ανύποπτο χρόνο και δεν αμφισβητείται η γνησιότητά τους -, προκύπτουν τα εξής στοιχεία: α) Το επίδικο εδαφικό τμήμα των 349,98 τ.μ. βρίσκεται σε σημαντικά ψηλότερο επίπεδο από την υπόλοιπη μη αμφισβητούμενη ιδιοκτησία του ενάγοντος από την οποία χωρίζεται με πρανές, εν πολλοίς βραχώδες και απότομο ύψους 3-4 μέτρων, που δεν επιτρέπει την επικοινωνία μεταξύ του ακινήτου του ενάγοντος και του επίδικου τμήματος ... Με (βάση) τα δεδομένα, τα οποία επιβεβαιώνουν τόσο οι μάρτυρες του εναγομένου όσο και ο πραγματογνώμονας, το Δικαστήριο (συνεχίζοντας, δέχεται, ότι) οδηγείται στην κρίση ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα εμβαδού 349,98 τ.μ. αποτελεί τμήμα του ακινήτου του εναγομένου και όχι του ενάγοντος. Εξάλλου, (το Εφετείο δέχτηκε) ότι δεν αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων ή οι δικαιοπάροχοί του διενεργούσαν ποτέ συγκεκριμένες διακατοχικές πράξεις στο συγκεκριμένο επίδικο εδαφικό τμήμα, ώστε να αποκτήσει ο ενάγων κυριότητα επ' αυτού με έκτακτη χρησικτησία". Ενώ, δέχτηκε, περαιτέρω (το Εφετείο) και ότι: "Β) Το δεύτερο επίδικο είναι μία εδαφική λωρίδα μήκους 55 περίπου μέτρων και πλάτους περίπου 4 μέτρων, η οποία, όπως και ο ενάγων ομολογεί στην αγωγή του, συνορεύει δυτικά με την υπάρχουσα αγροτική οδό, της οποίας αποτελεί φυσική συνέχεια, όπως προκύπτει με σαφήνεια από τις φωτογραφίες που προσκομίζουν και οι δύο διάδικες πλευρές. Η εδαφική αυτή λωρίδα, την οποία ισχυρίζεται ο ενάγων ότι διαμόρφωσε σε δρόμο ο εναγόμενος το Δεκέμβριο του 2002, έχει διαμορφωθεί σε δρόμο από το έτος 1974 από τους άνδρες του Ελληνικού Στρατού, που, λόγω της τότε Ελληνοτουρκικής κρίσης είχαν κατασκευάσει οχυρωματικό έργο μέσα στο ακίνητο του εναγομένου, καθώς η περιοχή του βρίσκεται απέναντι από τα τουρκικά παράλια (για την ύπαρξη του στρατιωτικού έργου μέσα στο ακίνητο του εναγομένου βλ. το υπ' αριθμ. Φ 834/12-10-1999 έγγραφο της 96 ΑΔΤΕ, 3ο Επιτελικό Γραφείο). Για την κατασκευή του έργου αυτού - και άλλων στην περιοχή - τα στρατιωτικά αυτοκίνητα διέρχονταν από τον επίμαχο δρόμο, ο οποίος έχει σήμερα την ίδια μορφή που είχε αφότου διαμορφώθηκε. Για το περιστατικό αυτό, ότι δηλαδή η επίδικη λωρίδα είναι διαμορφωμένη σε δρόμο από το 1974 και ότι δημιουργήθηκε για την εξυπηρέτηση των αναγκών του στρατού, καταθέτουν μετά λόγου γνώσεως όλοι οι μάρτυρες του εναγομένου. Αλλά και ο εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτόδικου Δικαστηρίου μάρτυρας του ενάγοντος Ε. Κ. (γαμβρός του ενάγοντος), ενώ καταθέτει ότι το επίδικο "ήταν ένα στενό δρομάκι και το άνοιξε" (ο εναγόμενος), στη συνέχεια επιβεβαιώνει ότι "αυτό το δρομάκι, πρέπει να εξυπηρετούσε το στρατό το 1974". Κατέληξε δε το Εφετείο στην κρίση, ότι εφόσον (το δεύτερο αυτό τμήμα) εξυπηρετούσε, το στρατό δεν θα μπορούσε να είναι "στενό δρομάκι" αλλά δρόμος πρόσφορος για τη διέλευση στρατιωτικών οχημάτων ... (και) ότι, επομένως, ο εναγόμενος δεν προέβη σε οποιαδήποτε επέμβαση επί της δεύτερης εδαφικής λωρίδας εμβαδού 201,49 τ.μ. (που βρίσκεται εκτός της περίφραξης του ακινήτου του), αλλά (ότι) η επίμαχη λωρίδα ήταν διαμορφωμένη σε δρόμο εδώ και τριάντα και πλέον χρόνια". Δέχτηκε, μάλιστα, το Εφετείο, ότι "και ο ενάγων (από παραδρομή αναφέρεται ως "εναγόμενος"), αφότου απέκτησε το ακίνητό του το έτος 1981, χρησιμοποιεί τον ίδιο δρόμο για να επικοινωνεί με το δημόσιο δρόμο της …, δεδομένου ότι το ακίνητό του δεν επικοινωνεί από άλλη πλευρά του με δρόμο κατάλληλο για την εξυπηρέτηση των αναγκών του". Δηλαδή το Εφετείο δέχτηκε - όπως προκύπτει από τις προμνημονευθείσες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασή του -, ότι το δεύτερο εδαφικό τμήμα, ως έχοντας από το έτος 1974 διαμορφωθεί σε δρόμο - φυσική συνέχεια του υπάρχοντος εκεί αγροτικού δρόμου - δεν μεταβιβάστηκε - ούτε αυτό - στον αναιρεσείοντα (ενάγοντα) το έτος 1981 με το μεταβιβαστικό πιο πάνω συμβόλαιο και ότι αυτός - αναιρεσείων - δεν νεμήθηκε ποτέ (και) το εδαφικό αυτό τμήμα, αφού το χρησιμοποιούσε - και αυτός - ως δρόμο κοινόχρηστο για την εξυπηρέτηση των αναγκών του. Έκρινε, δηλαδή, το Εφετείο, ότι ο αναιρεσείων δεν απέκτησε την κυριότητα των επίδικων τμημάτων ούτε με το επικαλούμενο …/16.7.1981 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλλιμασιάς Γεωργίου Επιτροπάκη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί (άρθρα 1033, 1192 αρ.1 και 1198 ΑΚ), ούτε με έκτακτη χρησικτησία (ΑΚ 1045), ήτοι με παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο, που αποτελούσαν τις βάσεις (κύρια και επικουρική) της ένδικης - από 15.6.2005 - διεκδικητικής των επίδικων τμημάτων αγωγής του -αναιρεσείοντος - ακολούθως δε απέρριψε την έφεσή του κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ για κτήση κυριότητας ακινήτου με παράγωγο τρόπο ή τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, ούτε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 966 και 967 ΑΚ, που αναφέρονται στα πράγματα εκτός συναλλαγής και στα κοινόχρηστα που επικαλείται ο αναιρεσείων αναφορικά με το δεύτερο επίδικο τμήμα, τις οποίες το Εφετείο δεν εφάρμοσε, εφόσον το Εφετείο απέρριψε την αγωγή - και ως προς το τμήμα αυτό - γιατί δεν αποδείχθηκαν τα θεμελιωτικά των βάσεων αυτής - κύριας και επικουρικής - πραγματικά περιστατικά και όχι διότι - αναφορικά με το δεύτερο επίδικο τμήμα - δέχτηκε τάχα ένσταση του εναγομένου, ότι το επίδικο αυτό τμήμα, αποτελεί δρόμο κοινόχρηστο κατ' άρθρα 966 και 967 ΑΚ - όπως αβάσιμο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται -, ενώ δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της μη απόκτησης από τον ήδη αναιρεσείοντα ενάγοντα της κυριότητάς των με τον παράγωγο πιο πάνω τρόπο και επικουρικά με τον πρωτότυπο της έκτακτης χρησικτησίας, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή μη εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ που αναφέρθηκαν και συνεπώς οι λόγοι αναίρεσης, δεύτερος από τον αριθμό 1 και τρίτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΙΙ. Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες και τα δικαστικά τεκμήρια, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 390 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν. Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι οι γνωμοδοτήσεις που αναφέρονται στη δεύτερη απ' αυτές, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που υποβάλλεται στην ίδια ρύθμιση και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (Ολ. ΑΠ 8/2005, 848/1981, 111/1981). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης διεκδικητικής των επίδικων τμημάτων ακινήτου αγωγής, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, α) την από 5.3.2008 έκθεση αυτοψίας πραγματογνωμοσύνης του αρχιτέκτονα μηχανικού Κ. Μ., καθώς και το συνημμένο σ' αυτήν από Απριλίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου ως άνω μηχανικού, όπως αυτό ενημερώθηκε από αυτόν την 5.3.2008 και β) την από 20.10.2009 βεβαίωση -τεχνική έκθεση του ίδιου ως άνω μηχανικού, καθώς και τα συνημμένα σ' αυτήν και κατάλληλα προσαρμοσμένα μεταξύ τους από 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου ως άνω μηχανικού και από 1976 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Λ., καθώς και από 1973 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ν. Σ., δηλαδή γνωμοδοτήσεις με την έννοια της διάταξης του άρθρου 390 ΚΠολΔ και επομένως έγγραφα, που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον και του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και του Εφετείου με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη της ένδικης διεκδικητικής των επίδικων τμημάτων ακινήτου αγωγής του. Ο ερευνώμενος αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα τα έγγραφα τα οποία και πάλιν προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι" σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικού του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ο οποίος ηττάται, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.6.2010 αίτηση του Γ. Κ. του Ι. για αναίρεση της 25/2010 απόφασης του Εφετείου Αιγίου (Μεταβατική έδρα Χίου).
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή