Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1859 / 2009    (Β, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Κλητήριο θέσπισμα, Ψευδορκία μάρτυρα, Ακυρότητα σχετική, Έγκληση, Ποινής μετατροπή.




Περίληψη:
Έγκληση. Υποβολή μετά την τρίμηνη προθεσμία, αιτιολογία. Αδιαίρετο της εγκλήσεως, έννοια. Ψευδής καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμηση, ψευδορκία μάρτυρα, προϋποθέσεις, Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Έγγραφα, λήψη υπόψη χωρίς να αναγνωσθεί - απόλυτη ακυρότητα. Άρθρ. 367 ΠΚ δεν εφαρμόζεται επί συκοφαντικής δυσφημήσεως, οπότε ο σχετικός ισχυρισμός δεν χρήζει ειδικής αιτιολογίας. Μετατροπή στερητικής της ελευθερίας ποινής από δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η οποία στο πρωτοβάθμιο είχε ανασταλεί - όχι χειροτέρευση θέσεως εκκαλούντος - καταδικασθέντος. Ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος μέχρι πότε προβάλλεται. Έλλειψη ακροάσεως (άρθρ. 510 § 1Β ΚΠΔ) και επί υποβολής αιτήματος αναβολής για το οποίο δεν απεφάνθη το Δικαστήριο. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 1.859/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Σαράντη Δρινέα - Εισηγητή, Νικόλαο Πάσσο, Σοφία Καραχάλιου και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Νικολακόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 153/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα τη Ψ, το γένος ΑΑ, κάτοικο ..., που παρέστη με την πληρεξουσία δικηγόρο της Ευδοξία Τζοβλά.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 981/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρ. 369 παρ. Ι του ΠΚ, στην περίπτωση της συκοφαντικής δυσφημήσεως (363 ΠΚ), η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Κατά δε το άρθρο 117 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε, τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε, ή για έναν από τους συμμέτοχους της. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, συνάγεται ότι η απόφαση επί εγκλήματος διωκόμενου κατ' έγκληση, εφόσον η τελευταία αυτή υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεση του, πρέπει να διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο ο δικαιούμενος σε έγκληση έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε, ή για έναν από τους συμμέτοχους αυτής. Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοίχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την 153/2009 προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα μεταξύ άλλων και για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το αδίκημα τελέσθηκε τη 1.11.2001 αλλά οι εγκαλούντες έλαβαν γνώση της πράξεως, δηλαδή της υποβολής μηνύσεως κατ' αυτών για τα διαλαμβανόμενα σε αυτήν εγκλήματα, την 14.12.2001, χρόνο από τον οποίο δεν παρήλθε τρίμηνο μέχρι την υποβολή της εγκλήσεως την 14.3.2002. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς το χρόνο κατά τον οποίο ο δικαιούμενος σε έγκληση έλαβε γνώση, ώστε να ελεγχθεί η εμπρόθεσμη υποβολή της εγκλήσεως. Επομένως, οι ενιαίως ερευνώμενοι δύο πρώτοι λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' με τους οποίους αποδίδεται η αιτίαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο οι εγκαλούντες έλαβαν γνώση της πράξεως που τελέσθηκε εις βάρος των και του προσώπου που την τέλεσε και της υπέρβασης εξουσίας, διότι θεώρησε εμπρόθεσμη την έγκληση, αν και υποβλήθηκε μετά την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας, δεν είναι βάσιμοι.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 119 και 120 παρ. 2 του ΠΚ καθιερώνεται η αρχή του αδιαιρέτου της εγκλήσεως, που αφορά την πράξη και όχι τα κατ' ιδίαν πρόσωπα και έχει εφαρμογή όταν ο εγκαλών δεν επιθυμεί οπωσδήποτε την τιμωρία του εις βάρος του διαπραχθέντος και κατ' έγκληση διωκομένου εγκλήματος, οπότε η υπέρ ενός των συμμετόχων ανάκληση ή παραίτηση εκ της εγκλήσεως επεκτείνεται και στους υπολοίπους (ΑΠ (ολ.) 2/2007). Κατά τη διάταξη του άρθρου 118 παρ. 3 του ίδιου κώδικα, αν δύο ή περισσότεροι έχουν δικαίωμα της εγκλήσεως, το δικαίωμα αυτό είναι αυτοτελές για τον καθένα. Δηλαδή το αδιαίρετο της εγκλήσεως δεν ισχύει επί πλειόνων παθόντων ως δικαιούχων της εγκλήσεως, καθένας εκ των οποίων έχει αυτοτελές δικαίωμα εγκλήσεως, με την έννοια ότι η τρίμηνη προθεσμία αρχίζει χωριστά για τον καθένα από τότε που έλαβε γνώση της πράξεως και του προσώπου που την τέλεσε και η αντίθετη βούληση ή παραίτηση από την έγκληση ή η ανάκληση της εγκλήσεως του ενός δεν επηρεάζει το δικαίωμα των λοιπών. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ αποδίδεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ερμήνευσε εσφαλμένα και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρ. 117 παρ. 1, 119 και 120 παρ. 2 του ΚΠΔ, διότι, αν και ο αναιρεσείων είχε ζητήσει με την από 1.10.2001 μήνυσή του την ποινική δίωξη των ΒΒ, Ψ, ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ, μόνο οι τρείς πρώτοι εξ αυτών υπέβαλαν εναντίον του έγκληση για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, έτσι δε, εφόσον οι δύο τελευταίοι δεν υπέβαλαν έγκληση και παρήλθε η τρίμηνη προθεσμία του άρθρ. 117 παρ. 1 του ΠΚ, επήλθε σιωπηρή παραίτησή τους από το δικαίωμα της εγκλήσεως, η οποία λόγω της αρχής του αδιαιρέτου αυτής επεκτείνεται υποχρεωτικά και για τους λοιπούς τρείς εγκαλούντες. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή του σκεπτικού, δεν είναι βάσιμος, αφού κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις το αδιαίρετο της εγκλήσεως δεν ισχύει επί πλειόντων παθόντων και δικαιούχων σε έγκληση. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ. "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τον απαρτισμό της εννοίας του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, απαιτείται, αντικειμενικώς, η καταμηνυόμενη ή αναφερόμενη στην αρχή πράξη να συνιστά έγκλημα ή πειθαρχική παράβαση, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι η ανωτέρω πράξη είναι ψευδής και τη θέληση αυτού να καταμηνύσει τον παθόντα ή να τον αναφέρει στην αρχή, με σκοπό να προκαλέσει την άσκηση εναντίον του ποινικής ή πειθαρχικής διώξεως, ανεξαρτήτως της επιτεύξεως του σκοπού αυτού. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, ισχυρισμός ή διάδοση από τον δράστη για άλλον ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί (είναι κατάλληλο) να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 ΠΚ προκύπτει ότι για τον απαρτισμό της εννοίας του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται, αντικειμενικώς, α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια να ενεργεί ένορκη εξέταση και β) τα κατατιθέμενα πραγματικά περιστατικά να είναι ψευδή, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας ότι τα κατατιθέμενα είναι ψευδή ή τη γνώση με την ανωτέρω έννοια, των αληθινών, τα οποία σκοπίμως αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει και αφετέρου, τη θέληση καταθέσεως ψευδών πραγματικών περιστατικών ή αποκρύψεως των αληθινών ή αρνήσεως καταθέσεως των αληθινών. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά, όταν για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος απαιτείται η εν γνώσει τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος), όπως στην ψευδή καταμήνυση, στη συκοφαντική δυσφήμηση και στην ψευδορκία μάρτυρα ή υπερχειλής δόλος, όπως στην ψευδή καταμήνυση, απαιτείται για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αναφορικώς με τις ανωτέρω μορφές δόλου, να εκτίθενται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή καταμήνυσε ή κατέθεσε στην Αρχή και επί πλέον, όταν απαιτείται υπερχειλής δόλος (εγκληματικός σκοπός), να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο δράστης επιδίωκε την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, για να αποκλειστεί και στις δύο περιπτώσεις, ότι ο δράστης ενήργησε από ενδεχόμενο δόλο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν θα θεμελιωνόταν η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Την 1.11.2001 ο αναιρεσείων κατέθεσε μήνυση, στην οποία ανέφερε ότι οι ήδη μηνυτές ΓΓ, Ψ (αδελφή του και ήδη πολιτικώς ενάγουσα) και ο ΣΤ (γαμβρός του), καθώς και οι συμβολαιογράφοι Χαλκίδας ΔΔ και ΕΕ, συνέταξαν δύο πλαστές διαθήκες του αποβιώσαντος την 10.4.1999 πατέρα του ΑΑ και συγκεκριμένα τις ... και ... δημόσιες διαθήκες ενώπιον της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ευαγγελίας ΔΔ. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ανέφερε στη μήνυσή του ότι οι μηνυτές συμμετείχαν στην κατάρτιση των πλαστών διαθηκών, αφού ο πατέρας του για λόγους υγείας δεν ήταν σε θέση να δηλώσει την τελευταία του βούληση. Επί της μηνύσεώς του, μετά τη διενέργεια κυρίας ανάκρισης, εκδόθηκε το 76/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, το οποίο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά του ΒΒ λόγω θανάτου, ενώ αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των λοιπών κατηγορουμένων - καταμηνυθέντων από τον αναιρεσείοντα. Ο τελευταίος άσκησε έφεση κατά του άνω βουλεύματος, η οποία απορρίφθηκε με το 1.769/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα, ενώ και οι αιτήσεις αναιρέσεως που άσκησε ο αναιρεσείων απορρίφθηκαν με το 2336/2005 βούλευμα του Αρείου Πάγου. Όλα όσα ανέφερε ο αναιρεσείων, συνεχίσει η προσβαλλόμενη απόφαση, στη μήνυσή του για τους ήδη εγκαλούντες ήταν ψευδή και αυτός τελούσε εν γνώσει της αναληθείας των αναφερομένων στη μήνυσή του περιστατικών. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων καταμήνυσε εν γνώσει του ψευδώς τους εγκαλούντες και εν γνώσει του κατέθεσε ως μάρτυρας κατά την υποβολή της μηνύσεώς του ότι τα διαλαμβανόμενα σε αυτήν περιστατικά ήταν αληθινά και ακόμη εν γνώσει του ισχυρίσθηκε για τους εγκαλούντες ότι ήταν πλαστογράφοι και κατάρτισαν τις πιο πάνω πλαστές δημόσιες διαθήκες, βλάπτοντας έτσι την τιμή και την υπόληψή τους. Η γνώση του αναιρεσείοντος ότι τα περιστατικά που ανέφερε στη μήνυσή του ήταν ψευδή αποδεικνύεται από το γεγονός ότι γνώριζε την υπογραφή του πατέρα του και συνεπώς γνώριζε ότι ο ίδιος ο πατέρας του και όχι άλλος τρίτος είχε υπογράψει τις παραπάνω δημόσιες διαθήκες. Ο αναιρεσείων, μετά από επιμελή εξέταση των δύο διαθηκών, μπορούσε να διακριβώσει και πράγματι διακρίβωσε ότι ο πατέρας του και όχι άλλος τρίτος είχε υπογράψει τις εν λόγω διαθήκες, ότι δηλαδή η υπογραφή του πατέρα του ήταν γνήσια. Ακόμη, ο αναιρεσείων γνώριζε ότι ο πατέρας του, λόγω της ηλικίας του, είχε μεν προβλήματα υγείας, τα οποία όμως σε καμία περίπτωση δεν τον εμπόδιζαν να προβεί στη σύνταξη δημόσιας διαθήκης. Επίσης, γνώριζε ότι οι σχέσεις του ιδίου με τον πατέρα του δεν ήταν καλές και συνεπώς, η εκ μέρους του τελευταίου εγκατάσταση ως κληρονόμων του της θυγατέρας του Ψ, καθώς και των τέκνων και του συζύγου αυτής, αποτελούσε έκφραση των συναισθημάτων του διαθέτη προς τα παιδιά του και όχι απαραιτήτως προϊόν πλαστογραφίας. Κατόπιν αυτών, κατέληξε το Εφετείο, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο αναιρεσείων των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως κατά συρροή, όπως ειδικότερα περιγράφεται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω αδικημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 2, 224 παρ. 2, 229 παρ. 1 και 363 του ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε και εκ πλαγίου. Ακόμη αιτιολογείται ειδικώς ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος, καθώς και ο εγκληματικός σκοπός αυτού ως προς το έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως, αφού παρατίθενται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η γνώση του αναιρεσείοντος του ψευδούς γεγονότος που αναφέρει στη μήνυσή του, ισχυρίσθηκε δε και κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του αρμοδίου Εισαγγελέα. Πρέπει να σημειωθεί ότι η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου, το οποίο με αμετάκλητο βούλευμα, αφού αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των μηνυθέντων από τον αναιρεσείοντα για πλαστογραφία κ.λ.π., έκρινε, κατ' άρθρ. 585 παρ. 1 του ΚΠΔ, ότι δεν πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον τελευταίο, διότι η μήνυσή του δεν υπεβλήθη από δόλο ή αμέλεια, ούτε δεδικασμένο παράγει για την παρούσα υπόθεση, διότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 57 του ίδιου κώδικα, αφού το βούλευμα εκείνο δεν εκδόθηκε μετά από ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος για τα εγκλήματα που ήδη καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ούτε η κρίση του Εφετείου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου (δόλου) σχετικά με την τέλεση των εγκλημάτων αυτών συνιστά για τον ίδιο λόγο υπέρβαση εξουσίας εκ του ότι η ύπαρξη ή μη του δόλου είχε δήθεν κριθεί με το 76/2004 ως άνω αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, που δεν επέβαλε τα έξοδα στον μηνυτή - αναιρεσείοντα. Εξάλλου, η κρίση περί της επιβολής ή μη των δικαστικών εξόδων, κατά το άρθρ. 585 παρ. 1 του ΚΠΔ, λόγω ελλείψεως του στοιχείου του δόλου κατά την υποβολή της μηνύσεως, δεν έχει σχέση ούτε ασκεί έννομη επίδραση στο από το άρθρ. 366 παρ. 2 του Π.Κ. τεκμήριο περί της αλήθειας ή αναλήθειας του γεγονότος που αφορά η δυσφήμηση, το οποίο αναφέρεται στην καταδίκη ή αθώωση του υπαιτίου για την πράξη που αφορούσε το γεγονός που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε. Επομένως, οι ενιαίως ερευνώμενοι τέταρτος, πέμπτος και έβδομος λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' του ΚΠΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων ισχυρίζεται κατ' εκτίμηση ότι το Εφετείο, δεχόμενο την ύπαρξη του στοιχείου του δόλου στον αναιρεσείοντα κατά τη σύνταξη και κατάθεση της μηνύσεώς του, παρότι με το πιο πάνω αμετάκλητου βούλευμα είχε απαλλαγεί των δικαστικών εξόδων, διότι δεν είχε προκύψει ότι υπέβαλε τη μήνυση από δόλο, α) υπερέβη θετικά την εξουσία του, αφού έτσι αναίρεσε και ακύρωσε εν μέρει το εν λόγω βούλευμα, β) στέρησε την απόφασή του από την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία λόγω αντιφατικών κρίσεων με την εκ νέου έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας των ίδιων περιστατικών (στοιχείο του δόλου) περί των οποίων είχε αποφανθεί αμετακλήτως το Δικαστικό Συμβούλιο και γ) εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρ. 366 παρ. 2 του ΠΚ. δεν είναι βάσιμοι. Επειδή από τον συνδυασμό των άρθρ. 329, 358, 362 και 365 του ΚΠΔ προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρ. 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα, που ιδρύει τον από τον άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, επέρχεται και όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το έγγραφο και το εκτιμά προς στήριξη της κρίσεώς για την ενοχή του κατηγορουμένου, χωρίς τούτο να αναγνωσθεί προηγουμένως κατά την ακροαματική διαδικασία, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρ.358 του ίδιου κώδικα να προβεί σε δηλώσει και εξηγήσεις αναφορικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Εξάλλου, η απλή γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση σχετικά με γεγονότα που τίθενται υπόψη τους, δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 του ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάσσεται με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, κατ' άρθρ. 183 του ίδιου κώδικα, από ανακριτικό υπάλληλο ή το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, λαμβάνεται όμως υποχρεωτικά υπόψη από το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο και συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του, ως έγγραφο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, εκθέτει ότι μεταξύ των αναγνωστέων εγγράφων αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και έγγραφο υπ' αριθμ. 9 )Η από 18.9.2003 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως και έγγραφο υπ' αριθμ. 27) Δύο (2) εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, χωρίς άλλα στοιχεία. Δοθέντος όμως ότι σχετικά με την ένδικη υπόθεση έχουν συνταχθεί και επισυναφθεί στη δικογραφία έξι συνολικά εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, δηλαδή α) δύο εκθέσεις των γραφολόγων Ζ-1 και Ζ-2, που συντάχθηκαν με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, β) δύο εκθέσεις των γραφολόγων Ζ-3 και Ζ-4, που συντάχθηκαν με επιμέλεια των αντιδίκων του αναιρεσείοντος και γ) δύο εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης από τη διορισθείσα από τον ανακριτή γραφολόγο Ζ-5, δεν καθίσταται βέβαιο από το αναφερόμενο με αριθμ. 27 έγγραφο ποιά έκθεση από όλες αναγνώσθηκε ούτε διευκρινίζεται σε κάποιο άλλο σημείο της αποφάσεως. Έτσι, υπάρχει αμφιβολία περί της ταυτότητας των αναγνωσθέντων εγγράφων και εντεύθεν παραβίαση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος να εκθέσει, κατά το άρθρ. 358 του ΚΠΔ, τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό τους, με συνέπεια την επέλευση απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως και ο αναιρεσείων συνομολογεί, μόνο δύο εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης έχουν συνταχθεί και συγκεκριμένα από την ορισθείσα από τον ανακριτή γραφολόγο Ζ-5 και συνεπώς ουδεμία αμφιβολία γεννάται ότι τα αναφερόμενα στον αριθμ. 27 της αποφάσεως αναγνωσθέντα με παρόντα τον αναιρεσείοντα και τον συνήγορό του έγγραφα, είναι οι πιο πάνω εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και ο τελευταίος γνώριζε το περιεχόμενό τους και είχε τη δυνατότητα σχολιασμού αυτών και πάντως, να ζητήσει οποιαδήποτε διευκρίνιση σχετικά με την ταυτότητα και το περιεχόμενό τους και να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις ως προς αυτά. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο για το έγγραφο με την ένδειξη: Η από 18.9.03 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως, το οποίο αντιδιαστέλλεται σαφώς από την κατά τα άνω γραφολογική πραγματογνωμοσύνης και όπως ο αναιρεσείων εκθέτει, συντάχθηκε με επιμέλεια του ιδίου από τον γραφολόγο Ζ-1 και συνεπώς, προσκομίσθηκε από τον ίδιο και γνώριζε σαφώς την ταυτότητα και το περιεχόμενό του. Επειδή ο προβλεπόμενος από το άρθρ. 367 παρ. 1 του ΠΚ αυτοτελής ισχυρισμός, κατά τον οποίο δεν αποτελούν άδικη πράξη οι εκδηλώσεις που γίνονται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, όπως συνάγεται από την παρ.2 του ίδιου άρθρου, μπορεί να προταθεί μόνο όταν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της απλής δυσφήμησης (άρθρ. 362 Π.Κ.) ή της εξύβρισης (άρθρ. 361 παρ. 1 του ΠΚ) και όχι όταν οι εκδηλώσεις αυτές περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 του ΠΚ, δηλαδή όταν υπάρχει διάδοση ή ισχυρισμός ενώπιον τρίτων ψευδούς ισχυρισμού, εν γνώσει του ψευδούς (συκοφαντική δυσφήμηση). Στην τελευταία περίπτωση, εφόσον ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος, η απόρριψή του δεν χρήζει ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον όγδοο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, προβάλει την αιτίαση ότι τον προβληθέντα κατά τη συζήτηση της υποθέσεως από το άρθρ. 367 παρ.1 του ΠΚ ισχυρισμό του ότι η υποβολή της από 1.10.2001 μηνύσεώς του έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και αποτελούσε το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο για τη διαφύλαξη και ικανοποίηση των δικαιωμάτων του μοναδικό μέτρο, χωρίς τη χρήση του οποίου δεν ήταν δυνατή η προστασία τους, απέρριψε χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία να διαλαμβάνει ποιο άλλο νόμιμο μέσο είχε για την προστασία της περιουσίας, της τιμής και της υπολήψεώς του. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, με εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στην οποία περιέχονται όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό ως μη νόμιμο, διότι, όπως έκρινε, η επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 367 παρ.2 του ΠΚ δεν εφαρμόζεται όταν υπάρχουν τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφημήσεως, αδίκημα το οποίο διέπραξε ο αναιρεσείων.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως δεν είναι βάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 470 εδ. α' του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Χειροτέρευση όμως της θέσεως του καταδικασθέντος δεν συνιστά η αναστολή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στερητικής της ελευθερίας ποινής, η οποία είχε πρωτοδίκως μετατραπεί, διότι το μέτρο της αναστολής της ποινής είναι προδήλως ευμενέστερο από εκείνο της μετατροπής της. Με τον ένατο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας λόγω χειροτέρευσης της θέσεώς και συγκεκριμένα, ενώ με την 4746/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως, η οποία μετετράπη προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως, με την προσβαλλόμενη απόφαση καταδικάσθηκε σε μικρότερη μεν ποινή φυλακίσεως, η οποία όμως ανεστάλη επί τριετία, ενώ έπρεπε, για να μη χειροτερεύσει τη θέση του, να μετατρέψει την επιβληθείσα ποινή με το ίδιο τουλάχιστον ποσό που είχε κάμει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή του σκεπτικού, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ'αυτόν εγγράφου που περιέχει ακριβή καθορισμό των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπιση του. Τα ίδια ορίζονται από το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α' και β' της ΕΣΣΔ (ν.δ. 53/1974), δηλαδή ότι "πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα: α)όπως πληροφορηθή εν τη βραχυτέρα προθεσμία εις γλώσσαν την οποίαν εννοεί και εν λεπτομέρεια την φύσιν και τον λόγον της εναντίον του κατηγορίας, β)όπως διαθέτη τον χρόνον και τας αναγκαίας ευκολίας προς προετοιμασίαν της υπερασπίσεως του". Η ακυρότητα, όμως, από τη μη τήρηση των διατάξεων αυτών είναι σχετική, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 1 του ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 του ίδιου Κώδικα, ως αναγόμενη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κυρίας διαδικασίας, γι' αυτό και πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 του ΚΠΔ, να προταθεί μέχρι την έκδοση οριστικής σε τελευταίο βαθμό αποφάσεως για την κατηγορία, αλλιώς καλύπτεται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάσθηκε με την 4746/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμηση. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε αυτός έφεση, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης για κακή εκτίμηση των αποδείξεων μόνον, ενώ δεν περιείχετο στην εν λόγω έκθεση λόγος εφέσεως αναφορικά με ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος λόγω αοριστίας του. Άλλωστε, τέτοια ένσταση δεν προβλήθηκε στην,, πρωτόδικη δίκη που διεξήχθη με παρόντα τον κατηγορούμενο (εκπροσωπούμενο από δικηγόρο) ούτε και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, όπου, πάντως, δεν θα μπορούσε να προβληθεί το πρώτον παραδεκτώς. Με τον δέκατο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Η' του ΚΠΔ πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για τη μη απαγγελία ακυρότητας της διαδικασίας που δημιουργήθηκε στο ακροατήριο από ελλείψεις του κλητηρίου θεσπίσματος συνιστάμενος στο ότι δεν περιείχε τα άρθρα του νόμου που προβλέπουν τις πράξεις που του αποδίδονται και ειδικότερα δεν περιείχε και τις διατάξεις των άρθρ. 61 και 63 του ΠΚ περί στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων, αφού κατά μεν το άρθρο 363 του ΠΚ επί καταδίκης για το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης μπορεί να επιβληθεί και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων, κατά δε το άρθρο 227 παρ. 1 του ίδιου κώδικα επί καταδίκης για ψευδορκία σε φυλάκιση ανώτερη των έξι μηνών επιβάλλεται υποχρεωτικά και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ισχυρισμός περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος δεν προβλήθηκε και μάλιστα εγκαίρως και νομοτύπως ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας και συνεπώς, εάν υφίσταται, ως σχετική, καλύφθηκε λόγω μη έγκαιρης προτάσεώς της.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρ. 170 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη η ακυρότητα επέρχεται στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που τους παρέχεται ρητά από τον νόμο και το δικαστήριό τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος. Τέτοιο είναι και το από το άρθρο 349 του ΚΠΔ δικαίωμα του κατηγορουμένου να ζητήσει αναβολή της δίκης προκειμένου να προσκομισθεί έγγραφο κρίσιμο για την εκδικαζόμενη υπόθεση. Η μη απάντηση σε αίτημα αναβολής συνιστά έλλειψη ακροάσεως, εφόσον από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του υπέβαλαν τέτοιο αίτημα. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τελευταίο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι αν και ο κατηγορούμενος υπέβαλε με την απολογία του ενώπιον του Εφετείου αίτημα αναβολής της υποθέσεως για να προσκομισθεί σημείωμα που άφησε ο αποβιώσας αιφνιδίως μετά την υποβολή της ένδικης εγκλήσεως εκ των μηνυτών ΒΒ (σύζυγος της ήδη πολιτικώς ενάγουσας Ψ) και το οποίο σημείωμα περιείχε πιθανότατα σημαντικά στοιχεία από τις αμοιβαίες προσπάθειες των διαδίκων για την εξώδικη επίλυση των διαφορών τους και είχαν άμεση σχέση με την κρινόμενη υπόθεση, αντίγραφο δε αυτού, αν και είχε ζητηθεί από τον αναιρεσείοντα δια του Εισαγγελέα Χαλκίδας να συσχετισθεί στην παρούσα δικογραφία, δεν χορηγήθηκε, το Εφετείο δεν απεφάνθη επί της αναγκαιότητας του εγγράφου και της συνδρομής σημαντικού αιτίου για αναβολή της δίκης. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των οικείων πρακτικών και ιδίως της απολογίας του αναιρεσείοντος, ο τελευταίος αναφερόμενος στο εν λόγω σημείωμα είπε μόνο ότι "ο γαμπρός μου (ΒΒ) αυτοκτόνησε και είχε αφήσει ένα γράμμα που πιστεύω ότι εκφράζει συγγνώμη για μένα και γι' αυτό δεν το εμφανίζουν" και δεν υπέβαλε αίτημα ούτε και εμμέσως να αναβληθεί η δίκη προκειμένου να προσκομισθεί το εν λόγω σημείωμα. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ως στηριζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας και στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19.6.2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της 153/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ και στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ