Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 975 / 2013    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Ε.Σ.Δ.Α., Λόγος στο συνήγορο, Πραγματογνωμοσύνη, Πλάνη, Τεκμήριο αθωότητας.




Περίληψη:
Ορθή και αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση φαρμακοποιού για πλαστογραφία (νόθευση ιατρικών συνταγών) και απάτη κατ' εξακολούθηση ασφαλισμένων στον ΟΓΑ, αλλά και των υπαλλήλων του ΟΓΑ. Στοιχεία εγκλημάτων. Επαρκής αιτιολογία της αντίθετης κρίσεως προς την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Πραγματική πλάνη. Ο σχετικός ισχυρισμός φέρει τον χαρακτήρα αρνητικού της κατηγορίας. Ορθώς συνεκτιμήθηκε παραπεμπτικό βούλευμα επί όμοιας υποθέσεως προς ενίσχυση της κρίσεως που είχε ήδη σχηματισθεί από τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Δεν παραβιάστηκε το τεκμήριο αθωότητας της αναιρεσείουσας που κατοχυρώνεται από την ΕΣΔΑ και το ΔΣΑΠΔ. Δόθηκε ο λόγος στο συνήγορο επί της ενοχής και επί της ποινής, ο οποίος μίλησε τελευταίος. Όχι απόλυτη ακυρότητα. Απόρριψη αιτήσεως και προσθέτων λόγων.




Αριθμός 975/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Θεοδώρας Γκοΐνη), Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ. Ρ. του Φ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Διαμαντή, για αναίρεση της υπ'αριθ.2597/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Φεβρουαρίου 2013 αίτησή της αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 29 Απριλίου 2013 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 304/2013.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η δε χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας με τη μορφή της νοθεύσεως εγγράφου απαιτείται αντικειμενικώς μεν η νόθευση εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιάς του με μεταβολή του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη, εξάλειψη ή αντικατάσταση λέξεων, αριθμών ή σημείων του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες είναι δυνατόν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτον, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Το έγγραφο στη διάταξη αυτή αναφέρεται με την έννοια που προσδιορίζει το άρθρο 13 περ. γ' του ΠΚ, κατά το οποίο έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, ως τέτοιο δε γεγονός νοείται εκείνο, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη. Εκείνος που εξαπατήθηκε δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με αυτόν που ζημιώθηκε.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Περαιτέρω, από το άρθρο 178 του ΚΠοινΔ, το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη ως αποδεικτικό μέσο αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Η πραγματογνωμοσύνη αυτή εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο ή δικαστικό συμβούλιο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 του ίδιου Κώδικα, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Οφείλει, όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2597/2012 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα πλαστογραφίας (νοθεύσεως) κατ` εξακολούθηση από κοινού και κατά μόνας και απάτης κατ` εξακολούθηση, πράξεις που τέλεσε με το ελαφρυντικό ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά από αυτές, και την καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνους ενώ ήταν φαρμακοποιός, πού διατηρούσε φαρμακείο αρχικά στην ... και κατά τους χρόνους τελέσεως των αποδιδόμενων σ' αυτήν πράξεων στη ... επί της οδού ... και είχε συμβληθεί με τον Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ) για τη χορήγηση φαρμάκων στους ασφαλισμένους αυτού, με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους του παραπάνω Οργανισμού ότι είχαν εκτελεστεί οι συνταγές και ότι τα αναγραφόμενα σ' αυτές φάρμακα είχαν παραδοθεί στους δικαιούχους ασφαλισμένους α) την 11-7-2005 νόθευσε την με αριθμό ... συνταγή που αφορούσε την ασφαλισμένη του ΟΓΑ, Λ. Ο., κάτοικο ... θέτοντας στην μεν συνταγή που εκτελέστηκε ημερομηνία, τρία σκευάσματα, επικολλώντας παράλληλα σε αυτήν και τις ταινίες των φαρμακευτικών σκευασμάτων Zyprexa 5 mg Tabl IV, Geodon 80 mg Tabl II, Topamac 200mg Tabl II και την υπογραφή και σφραγίδα του θεράποντος ιατρού Ι. Μ., που υπηρετούσε στο Κέντρο Υγείας Αλεξάνδρειας, δίπλα από το κάθε σκεύασμα και το ονοματεπώνυμο της ασφαλισμένης, σε συνταγή που ήταν ήδη σφραγισμένη και υπογεγραμμένη από τον ως άνω ιατρό μόνο στον κάτω χώρο κάτω από την ένδειξη "ο Ιατρός-Υπογραφή-σφραγίδα", συνολικής αξίας εκ 1141,40 ευρώ, ενώ στο στέλεχος ανέγραψε μόνο το ένα σκεύασμα ήτοι το Zyprexa 5 mg Tabl IV και ενώ ο φερόμενος ιατρός βρισκόταν σε κανονική άδεια από 4-7-2005 έως 12-7-2005, τα δε φαρμακευτικά σκευάσματα δεν ανευρέθησαν στην οικία της ασφαλισμένης, β) την 27-7-2005 νόθευσε από κοινού με άγνωστο άτομο την με αριθμό ... συνταγή που αφορούσε την ασφαλισμένη του ΟΓΑ, Κ. Ο., κάτοικο ... θέτοντας στην μεν συνταγή που εκτελέστηκε ημερομηνία, τρία σκευάσματα, επικολλώντας παράλληλα σε αυτήν τις ταινίες γνησιότητας των φαρμακευτικών σκευασμάτων ΖΥΡΡΕΧΑ 5mg TabllV, Abilify 30 mg Tabl Και Ceclor 750 mg Tabl II, θέτοντας την υπογραφή και σφραγίδα του θεράποντα ιατρού Μ. Ι. δίπλα από το κάθε σκεύασμα και το ονοματεπώνυμο της ασφαλισμένης σε συνταγή που ήταν ήδη σφραγισμένη και υπογεγραμμένη από τον ως άνω ιατρό μόνο στο κάτω αριστερό μέρος κάτω από την ένδειξη "ο Ιατρός-Υπογραφή-Σφραγίδα", συνολικής αξίας 1164,30 ευρώ, έθεσε δε και την υπογραφή της παραλήπτριας, ενώ στο στέλεχος ανέγραψε μόνο το ένα σκεύασμα, ήτοι το ΖΥΡΡΕΧΑ των 5 mg Tabl IV και ενώ ο φερόμενος θεράπων ιατρός του Κέντρου Υγείας Αλεξάνδρειας βρισκόταν σε κανονική άδεια, τα δε φαρμακευτικά σκευάσματα δεν ανευρέθησαν στην οικία της ασφαλισμένης, γ) την 21-7-2005 νόθευσε από κοινού με άγνωστο άτομο την με αριθμό ... συνταγή που αφορούσε την ασφαλισμένη ΟΓΑ Σ. Β. κάτοικο ... θέτοντας στην μεν συνταγή που εκτελέστηκε ημερομηνία, τρία σκευάσματα, επικολλώντας παράλληλα σε αυτήν τις ταινίες γνησιότητας των φαρμακευτικών Atacand 10 mg Tabl, Plendil 5 mg Tabl, Abilify 30 mg Tabl, συνολικής αξίας 922,91 ευρώ, θέτοντας υπογραφή της παραλήπτριας, θέτοντας υπογραφή και σφραγίδα του θεράποντα ιατρού Μ. Ι. δίπλα από ΤΟ ονοματεπώνυμο της ασφαλισμένης και δίπλα από το κάθε σκεύασμα σε συνταγή που ήταν ήδη σφραγισμένη και υπογεγραμμένη από τον ως άνω ιατρό μόνο στο κάτω αριστερό μέρος κάτω από την ένδειξη "ο Ιατρός-Υπογραφή-Σφραγίδα", ενώ στο στέλεχος δεν ανέγραψε το Abilify 30 mg Tabl II, ενώ αφενός ο ιατρός βρισκόταν σε κανονική άδεια, η δε ασφαλισμένη δεν έπασχε από κατάθλιψη και δεν βρέθηκαν στην οικία της τα ως άνω σκευάσματα, δ) την 28-7-2005 νόθευσε από κοινού με άγνωστο άτομο την με αριθμό ... συνταγή που αφορούσε την ασφαλισμένη ΟΓΑ Σ. Β. κάτοικο ... θέτοντας στην μεν συνταγή που εκτελέστηκε ημερομηνία, τρία σκευάσματα επικολλώντας παράλληλα σ' αυτήν τις ταινίες γνησιότητας των φαρμάκων Norvasc 5 mg Tabl Sandimun neural 100mg tabl II, Sandimun neural 50 mg Tabl, συνολικής αξίας 477,15 ευρώ θέτοντας την υπογραφή της παρσλήπτριας ασφαλισμένης, θέτοντας την υπογραφή και σφραγίδα του θεράποντα ιατρού Μ. Ι. του Κέντρου Υγείας Αλεξάνδρειας, δίπλα από το ονοματεπώνυμο της ασφαλισμένης και δίπλα από το κάθε σκεύασμα, σε συνταγή που ήταν ήδη σφραγισμένη και υπογεγραμμένη από τον ως άνω ιατρό στην θέση κάτω αριστερά με την ένδειξη "ο Ιατρός-Σφραγίδα-Υπογραφή", ενώ στο στέλεχος της συνταγής ανέγραψε μόνο το πρώτο φάρμακο ήτοι το Norvasc 5 mg Tabl και ενόσω η ασφαλισμένη δεν έπασχε από ψωρίαση αλλά δεν βρέθηκαν τα σκευάσματα αυτά στην οικία της, ε) την 15-2-2006 νόθευσε από μόνη της την με αριθμό ... συνταγή που αφορούσε την ασφαλισμένη ΟΓΑ Σ. Β., κάτοικο ... θέτοντας στην μεν συνταγή που εκτελέστηκε ημερομηνία, τρία σκευάσματα επικολλώντας ταυτόχρονα σ' αυτά και τις ταινίες γνησιότητας των τριών φαρμάκων Τ4 10Ομγ Tabl, Lexotanil 3 mg Tabl, Remeron Tabl, συνολικής αξίας 95,11 ευρώ, θέτοντας την υπογραφή τόσο της παραλήπτριας ασφαλισμένης, όσο και την υπογραφή και σφραγίδα του θεράποντα ιατρού του νευρολόγου-ψυχιάτρου Μ. Γ. ... δίπλα από το ονοματεπώνυμο της ασφαλισμένης, δίπλα από το κάθε σκεύασμα και στον κάτω αριστερό χώρο υπό την ένδειξη "Ο Ιατρός-Σφραγίδα-Υπογραφή" ενώ η ασφαλισμένη δεν έπασχε από κατάθλιψη και δεν βρέθηκαν στην οικία της τα σκευάσματα αυτά, αλλά και στο στέλεχος είχε διαγράψει το τρίτο σκεύασμα το Remeron Tabl. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη με σκοπό ν` αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη και παράλειψη με την εν γνώσει της παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και συγκεκριμένα παρέστησε ψευδώς προς τους προαναφερόμενους ασφαλισμένους ότι οι συνταγές που είχαν προσκομίσει στο φαρμακείο της ανέγραφαν τα φάρμακα που παρέδιδε σε αυτούς και απέκρυψε από αυτούς αφενός ότι έπρεπε να υπογράψουν ως παραλήπτες στις προαναφερόμενες συνταγές και αφετέρου ότι τα φάρμακα ήταν διαφορετικά και τα είχε παρακρατήσει στο φαρμακείο της, αφού προηγουμένως επικόλλησε τις ταινίες γνησιότητας αυτών στις συνταγές των ασφαλισμένων. Ακολούθως προκειμένου να εισπράξει το αντίτιμο των εν λόγω συνταγών, το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Αυγούστου 2005 για τις 4 πρώτες συνταγές και το πρώτο δεκαήμερο του Μαρτίου του 2006 για την τελευταία από αυτές, προσκόμισε κατάσταση των άνω συνταγών στον υπόχρεο προς πληρωμή Οργανισμό (ΟΓΑ) και παραπλανώντας τους αρμόδιους υπαλλήλους, ότι τα αναγραφόμενα στις προσκομιζόμενες συνταγές φάρμακα είχαν παραδοθεί δήθεν στους δικαιούχους ασφαλισμένους, τους έπεισε να της καταβάλλουν την αξία των φαρμάκων, που κατείχε παράνομα, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα στο φαρμακείο της, ανερχόμενη στο χρηματικό ποσό των 3.155,64 ευρώ, κατά το οποίο και ζημιώθηκε ο ως άνω οργανισμός (ΟΓΑ), πού υπέστη βλάβη ισόποση περιουσιακή ζημία. Περί των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών κατηγορηματικά κατέθεσε ο εξετασθείς στο ακροατήριο μάρτυς κατηγορίας - υπάλληλος του ΟΓΑ, χωρίς η κατάθεσή του και η παραπάνω κρίση να αναιρείται από το περιεχόμενο της από Σεπτεμβρίου 2011 προσκομισθείσας από την κατηγορουμένη έκθεσης γραφολογικής γνωμάτευσης του δικαστικού γραφολόγου, Π. Τ., ο οποίος ουδεμία από τις παραπάνω εγγραφές και υπογραφές αποδίδει σ' αυτήν καθώς και από το περιεχόμενο της από 4-02-2009 έκθεσης Γραφολογικής Πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Ε. Ν., η διενέργεια της οποίας παραγγέλθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης στα πλαίσια της διαταχθείσας προκαταρτικής εξέτασης και αποφαίνεται με υψηλή πιθανολόγηση ότι μόνον η υπό στοιχ. (ε') ιατρική συνταγή συμπληρώθηκε ως προς τα χειρόγραφα και αριθμητικά της στοιχεία από την κατηγορουμένη. Τούτο δε διότι, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, ο οποίος ασχολήθηκε υπηρεσιακά με τον πραγματοποιηθέντα στο φαρμακείο της κατηγορουμένης έλεγχο, αφορμή για τον έλεγχο αυτό υπήρξε ακριβώς ο αυξημένος κύκλος εργασιών, πού κατά το επίδικο χρονικό διάστημα παρουσίαζε το φαρμακείο της και ο οποίος κατά το αμέσως μετά τον έλεγχο διάστημα έπεσε κατακόρυφα. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι σε βάρος της κατηγορουμένης και στο παρελθόν είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για όμοιες πράξεις (πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση και απάτη κατ' εξακολούθηση) σε βάρος του ΟΓΑ, πού φέρεται ότι τέλεσε στη Χώρα Σφακίων, κατά το χρονικό διάστημα από 30-8-1989 έως 10-10-1989 και για τις οποίες παραπέμφθηκε να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης με το υπ' αριθ. 52/1996 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Χανίων, πού αναγνώσθηκε. Κατόπιν τούτων, πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη των πράξεων πού κατηγορείται, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, ...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της πλαστογραφίας (νοθεύσεως) κατ` εξακολούθηση και της απάτης κατ` εξακολούθηση, για τα οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1 και 386 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες, αφού: α) Το Τριμελές Εφετείο σαφώς αντικρούει τα συμπεράσματα της πραγματογνώμονος Ε. Ν., την έκθεση της οποίας ρητά μνημονεύει, με την παραδοχή ότι η έκθεση αυτή δεν αναιρεί την κατάθεση του μάρτυρα υπαλλήλου του ΟΓΑ, ο οποίος πραγματοποίησε έλεγχο στο φαρμακείο της κατηγορουμένης, αφορμή για τον οποίο έδωσε ο αυξημένος κύκλος εργασιών αυτού, που έπεσε κατακόρυφα κατά το αμέσως μετά τον έλεγχο χρονικό διάστημα. Ακόμη, εκθέτει με σαφήνεια σε τι συνίστατο η νόθευση των επίμαχων συνταγών, μια από τις οποίες και η πραγματογνώμονας πιθανολογεί νοθευμένη (εκείνη που τελέσθηκα την 15.2.2006 κατά μόνας και αφορούσε την ασφαλισμένη Β. Σ.). β) Σαφώς έγινε δεκτό ότι η κατηγορουμένη εξαπάτησε τόσο τους ασφαλισμένους, με τον τρόπο που αναφέρεται ανωτέρω, όσο και τους υπαλλήλους του ΟΓΑ, ο οποίος και υπέστη τη ζημία, με τη χρήση των νοθευμένων συνταγών και την αναφορά ότι τα αναγραφόμενα σ` αυτές φάρμακα είχαν παραδοθεί στους ασφαλισμένους. Για τη στοιχειοθέτηση δε του εγκλήματος της απάτης αρκούσε η υπογραφή των συνταγών από τους ασφαλισμένους που παραλάμβαναν τα φάρμακα. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε και Δ του ΚΠοινΔ, δεύτερος και τρίτος λόγοι του δικογράφου των παραδεκτώς ασκηθέντων (ενόψει του ότι η ένδικη αίτηση αναιρέσεως περιέχει παραδεκτό λόγο αναιρέσεως) προσθέτων λόγων, που κατατέθηκαν εμπρόθεσμα (την 29.4.2013) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά την μη αντίκρουση του πορίσματος της ως άνω πραγματογνωμοσύνης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η, εμπεριεχόμενη στον τρίτο πρόσθετο λόγο, αιτίαση περί εσφαλμένης εκτιμήσεως της καταθέσεως του μάρτυρα Γ. Μ., νευρολόγου - ψυχιάτρου, που εξετάστηκε πρωτοδίκως, είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την, αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 30§1 εδ. α του ΠΚ ορίζει ότι "η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη αν αυτός κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης αγνοεί τα περιστατικά που την συνιστούν". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η πραγματική πλάνη, που είναι άγνοια (πλάνη σε ευρεία έννοια), με την οποία ταυτίζεται και η εσφαλμένη αντίληψη (πλάνη σε στενή έννοια) του πράττοντος για κάποιον ουσιαστικό όρο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, αποκλείει τον καταλογισμό. Επί πραγματικής πλάνης ο δράστης αγνοεί ή εσφαλμένα αντιλαμβάνεται τι πράττει, αναφέρεται δε αυτή σε περιστατικά της εγκληματικής πράξεως και δη όχι μόνο σε γεγονότα ή πραγματικές καταστάσεις, αλλά και σε νομικές ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλα αξιολογικά στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και είναι αδιάφορο ποια υπήρξε η πηγή της πλάνης. Εξάλλου, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο από τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του ΠΚ, αφού η αποδοχή του άγει στον μη καταλογισμό της πράξεως στο δράστη και, κατά συνέπειαν, στην αθώωση αυτού. Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, μετά την εξέταση του μάρτυρα κατηγορίας και πριν από την ανάγνωση των εγγράφων, πρόβαλε, μεταξύ άλλων, τον ισχυρισμό ότι: "Στην πραγματικότητα, όλες οι παραπάνω συνταγές έρχονταν στο φαρμακείο ήδη συμπληρωμένες από τον αρμόδιο ιατρό και υπογεγραμμένες από τον τελευταίο και εκτελούνταν κανονικά. Επισημαίνεται δε ότι συνήθως ο ασθενής ή κάποιος συγγενής του δεν προσκόμιζε στο φαρμακείο ολόκληρο το συνταγολόγιο, ώστε ο φαρμακοποιός να ερευνά (δεν είναι άλλωστε αυτή η δουλεία του!) αν στο κάτω στέλεχος αναγράφονταν τα ίδια φάρμακα που περιείχε η πρώτη σελίδα, αλλά μόνο τη μία και μοναδική σελίδα της συνταγής, όπου αναγράφονται τα φάρμακα. Αυτή η συνταγή λοιπόν εκτελούνταν από το φαρμακείο μου, διότι δεν είχα κανένα λόγο να αμφισβητήσω εάν οι συγκεκριμένες ασθενείς έπαιρναν ή όχι τα συγκεκριμένα φάρμακα (ούτε άλλωστε θα μπορούσα και να το γνωρίζω αυτό!).
Συνεπώς, σε καμία περίπτωση δεν υπήρχε πρόθεση από μέρους μου εξαπάτησης του ΟΓΑ με την προσκόμιση νοθευμένων συνταγών, αφού δεν γνώριζα καν ότι αν αυτές ανταποκρίνονταν ή όχι στην πραγματικότητα. ’λλωστε, το ευτελές του ποσού των συγκεκριμένων συνταγών καθώς και το γεγονός ότι στο φαρμακείο μου δεν βρέθηκαν ούτε συνταγολόγια ασθενών αλλά ούτε και σφραγίδες ιατρών (βλ...), αποδεικνύουν ότι δεν θα μπορούσα ποτέ εν γνώσει μου να παραστήσω ψευδή γεγονότα στον ΟΓΑ προκειμένου να εισπράξω παράνομα χρήματα. Ενόψει αυτών ζητώ να με κηρύξει το Δικαστήριο Σας αθώα για την πράξη της απάτης λόγω πραγματικής πλάνης, διότι σε καμία περίπτωση δεν γνώριζα ότι οι επίδικες συνταγές ήταν νοθευμένες". Ο ισχυρισμός αυτός δεν συνιστά αυτοτελή περί πραγματικής πλάνης, όπως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, αλλά είναι αρνητικός της κατηγορίας, όπως ορθώς κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού, στην πραγματικότητα, η αναιρεσείουσα αρνείται την υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε, δηλαδή το δόλο της και, επομένως, το Δικαστήριο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει. Όμως, στην παραδοχή ότι η ίδια η κατηγορουμένη προέβη στη νόθευση των συνταγών εμπεριέχεται και απορριπτική κρίση του ως άνω ισχυρισμού. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, τέταρτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του παραπάνω ισχυρισμού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του, δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο, ενώ κατά την παρ. 3 του ιδίου άρθρου του Κώδικα, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον ’ρειο Πάγο, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον κατηγορούμενο από το νόμο, την Ε.Σ.Δ.Α. και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται με σαφήνεια, ότι μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, υποχρεωτικά δίδεται ο λόγος στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, επί της ενοχής, έστω και αν δεν τον ζητήσει. Αν δευτερολογήσει ο εισαγγελέας ή ένας από τους λοιπούς παράγοντες της δίκης, πρέπει πάντοτε να δίδεται ο λόγος στον κατηγορούμενο. Αν δεν δοθεί ο λόγος στον κατηγορούμενο επί της ενοχής ή δεν του ξαναδοθεί μετά από κάποια δευτερολογία, υπάρχει απόλυτη ακυρότητα (κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ), για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον κατηγορούμενο, η οποία μάλιστα λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και στον ’ρειο Πάγο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, δόθηκε ο λόγος, κατά σειράν, στην Εισαγγελέα και στο συνήγορο της κατηγορουμένης, ο οποίος ζήτησε την απαλλαγή της εντολέως του, δεν δευτερολόγησε δε κανένας. Μετά δε την απαγγελία της αποφάσεως επί της ενοχής και επί του αυτοτελούς ισχυρισμού για την αναγνώριση ελαφρυντικών, δόθηκε ο λόγος επί της ποινής, κατά σειράν, στην Εισαγγελέα και στο συνήγορο της κατηγορουμένης, ο οποίος ζήτησε να επιβληθεί το ελάχιστο όριο της ποινής.
Συνεπώς, δόθηκε πράγματι ο λόγος στο συνήγορο, ο οποίος εκπροσωπούσε την κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα, για να αναπτύξει την υπεράσπισή του επί της ενοχής και επί της επιβλητέας ποινής, ο οποίος μίλησε τελευταίος. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι δεν δόθηκε ο λόγος, τελευταία, στον συνήγορο της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης για να αναπτύξει την υπεράσπισή του επί της ενοχής και επί της ποινής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Το Δικαστήριο της ουσίας, για τη θεμελίωση του δόλου του κατηγορουμένου, ναι μεν δεν μπορεί να αξιολογήσει την πορεία άλλης ποινικής υποθέσεως σε βάρος του για άλλες κατηγορίες επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί ακόμη ούτε παραπεμπτικό βούλευμα, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που κατοχυρώνεται με το άρθρο 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 14 παρ.2 του ΔΣΑΠΔ, που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα με το ν.δ. 53/1974 και το ν. 2462/1997, αντιστοίχως, σύμφωνα με το οποίο δεν επιτρέπεται άμεση ή έμμεση πρόκριση ενοχής προ της καταδίκης, με αποτέλεσμα να επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ και 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ. Όμως, οι ως άνω διατάξεις δεν απαγορεύουν τη συνεκτίμηση αποφάσεως ή βουλεύματος που εκδόθηκε επί άλλης υποθέσεως, όταν μάλιστα αυτό αναγνώσθηκε στο ακροατήριο χωρίς ο κατηγορούμενος να προβάλει αντιρρήσεις για την ανάγνωσή του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων, που αναγνώσθηκαν, περιλαμβάνεται και το υπ` αριθ. 52/1996 παραπεμπτικό της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, για παρόμοιες με τις επίδικες πράξεις, βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων, για την ανάγνωση του οποίου η κατηγορουμένη, δια του συνηγόρου της, δεν πρόβαλε καμιά αντίρρηση. Το Τριμελές Εφετείο μνημόνευσε, κατά τα ανωτέρω, το βούλευμα αυτό στο σκεπτικό, πλην το έλαβε υπόψη όχι για να καταλήξει στην κρίση του περί της ενοχής της κατηγορουμένης, αλλά για να ενισχύσει την κρίση του αυτή, η οποία είχε ήδη διαμορφωθεί από τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Ακόμη, το έλαβε υπόψη του προς ενίσχυση της κρίσεώς του για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού της κατηγορουμένης περί αναγνωρίσεως του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, η οποία στηρίχθηκε ιδίως στο ότι "αυτή δεν είχε λευκό ποινικό μητρώο" και "δεν προσαγόταν κάποια πειστική απόδειξη περί επωφελούς για την κοινωνία δράσης και συμπεριφοράς της κατά τον πριν από την τέλεση των πράξεων, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχη, χρόνο". Επομένως, από τη λήψη του υπόψη δεν παραβιάστηκε το τεκμήριο αθωότητας της αναιρεσείουσας ούτε κάποιο υπερασπιστικό δικαίωμα αυτής και δεν επήλθε καμιά απόλυτη ακυρότητα, ο δε, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση μετά των προσθέτων λόγων αυτής και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15 Φεβρουαρίου 2013 (με αριθ. πρωτ. 1355/2013) αίτηση (δήλωση) της Χ. Ρ. του Φ. μετά των από 29 Απριλίου 2013 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της 2597/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2013.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή