Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1266 / 2015    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναιρέσεως λόγοι, Ανώνυμη εταιρία, Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο.




Περίληψη:
1266 - Περίληψη Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Ανώνυμες εταιρείες. Ποινική ευθύνη διευθύνοντος συμβούλου. Αναίρεση. Λόγοι. Έλλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εκτίθενται η αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών, το είδος των χρεών, ο τρόπος πληρωμής τους, το ληξιπρόθεσμο αυτών, δηλ. ο ακριβής χρόνος καταβολής τους, η καθυστέρηση καταβολής τους πέραν του τετραμήνου. Κατ' εξακολούθηση έγκλημα. Δεν πρόκειται, λόγω της μη καταβολής ενός εκάστου χρέους του πίνακα για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, ήτοι για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος,, θεωρεί, πλέον, ότι τα περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη, μη καταβληθέντα, συνιστούν ένα και μόνον έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα. Αναφορά στην απόφαση ότι το έγκλημα τελέστηκε κατ' εξακολούθηση. Η αναφορά αυτή έχει την έννοια ότι η συνολική οφειλή αποτελείται από περισσότερα χρέη που εμπίπτουν στο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και όχι στην έννοια της κατ' εξακολούθηση τελέσεως. Απόλυτη ακυρότητα γιατί δεν προσδιορίζεται επακριβώς η ταυτότητα αναγνωσθέντων εγγράφων. Επαρκώς προσδιορίζονται, με την ανάγνωση τους, είχε δυνατότητα ο αναιρεσείων να προβεί σε δηλώσεις και παρατηρήσεις. Άλλωστε δεν προβλήθηκε αντίρρηση για την ανάγνωσή τους ούτε υποβλήθηκε αίτημα ανάγνωσης άλλου εγγράφου, το οποίο δεν έγινε δεκτό. Φοροδιαφυγή. Μη απόδοση στο Δημόσιο του ΦΠΑ κατ' εξακολούθηση. Ποινική ευθύνη αναιρεσείοντος, Προέδρου του Δ.Σ. και διευθύνοντος συμβούλου ΑΕ. Υποβολή ανακριβών δηλώσεων απόδοσης ΦΠΑ, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου προστιθέμενης αξίας. Έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υποστάσεως. Επαρκής αιτιολόγηση του δόλου, αφού, πέραν της αναφοράς ότι τέλεσε την εν λόγω πράξη προκειμένου -δηλαδή με σκοπό- να αποφύγει την πληρωμή του ακριβούς ποσού του φόρου προστιθέμενης αξίας, επισημαίνεται ότι ο αναιρεσείων κατά το επίδικο διάστημα, εμφάνιζε προς την Δ.Ο.Υ. μειωμένες φορολογητέες εισροές και εκροές της ως άνω εταιρείας, με σκοπό την αποφυγή πληρωμής του ακριβούς ποσού του φόρου προστιθέμενης αξίας. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση για αμφότερα τα παραπάνω αδικήματα. Απορρίπτει αναίρεση.





Αριθμός 1266/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Καπελούζο, Πάνο Πετρόπουλο και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Άννας Ζαΐρη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κουδρόγλου, για αναίρεση της υπ’ αριθ.2360-2383/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιανουαρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 137/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, (πριν από την αντικατάσταση του από το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3943/2011 και ήδη με το άρθρο 20 του ν. 4321/2015) και καταλαμβάνει και την παρούσα περίπτωση, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι: "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ , υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ , υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ".
Με το ανωτέρω άρθρο 34 του ν. 3220/2004, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του τελευταίου, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. 1) Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, μεταξύ άλλων, το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους του χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη, από το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές στα δέκα χιλιάδες (10.000) Ευρώ. Επομένως, με το άρθρο 34 § 1 του Ν. 3220/2004 μεταβλήθηκε ο χρόνος τελέσεως, και εισήχθη η ενιαία αντιμετώπιση των χρεών όσον αφορά το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα τελωνεία ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ και στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη υπολογίζονται μαζί με τη βάσιμη οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις (τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ενώ οι ποινές υπολογίζονται με βάση το κατώτερο ποσό συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους του χρέους παρακρατούμενοι ή εισπραττόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.), ενώ αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ανωτέρω εγκλήματος, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι : 1) η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί, και 5) η μη πληρωμή, του σε δόσεις χρέους ή ολοκλήρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Περαιτέρω, κατά τη σαφή διατύπωση του άρθρου 25 του ως άνω ν. 1882/1990, για κάθε πίνακα χρεών ο οποίος υποβάλλεται στον Εισαγγελέα με την αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη που περιλαμβάνει, ως μία πράξη, την μη καταβολή του συνολικού χρέους που αναφέρεται στον πίνακα, το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επί μέρους χρέους του πίνακα. Δεν πρόκειται, δηλαδή, λόγω της μη καταβολής ενός εκάστου χρέους του πίνακα για κατ’ εξακολούθηση έγκλημα, ήτοι για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος, κυριαρχικώς, θεωρεί, πλέον, ότι τα περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη, μη καταβληθέντα, συνιστούν ένα και μόνον έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα και δη με χρόνο τελέσεως τη συμπλήρωση τετραμήνου από του χρόνου καταβολής αυτών. Με τη ρύθμιση αυτή δηλαδή η καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αποκτά τη μορφή ενός εν δυνάμει ιδιοτύπου αθροιστικού εγκλήματος. (Α.Π.127/2010, Α.Π.509/2015) .
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 2 εδ. α’ του άρθρου 25 του ως άνω ν. 1882/1990, "στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου: α) Για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω". β).... γ)....δ) .....". Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17,18, και 19 του Ν.2523/1997 "Διοικητικές-Ποινικές Κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία" προκύπτει ότι, τα εγκλήματα φοροδιαφυγής που προβλέπονται από τις πιο πάνω διατάξεις αναφέρονται περιοριστικά και μόνον α) στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), β) στην μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και τέλος γ) στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19). Ειδικότερα κατά το άρθρο 18 παρ.1 του Ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα, η προκειμένη φοροδιαφυγή, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με την παρ.2 δ’ του άρθρου 2 Ν.3943/2011, "αδίκημα μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου - εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών διαπράττει ο φορολογούμενος ο οποίος προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή αυτών δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς τους άνω φόρους, τέλη ή εισφορές ή συμψήφισε ή εξαπατώντας τη φορολογική αρχή έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α, τιμωρούμενος: α) με φυλάκιση εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α. που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, ανέρχεται σε ετήσια βάση έως το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α. που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, ανέρχεται σε ετήσια βάση από το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ μέχρι το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) ευρώ. Από τη χρήση της λέξης "προκειμένου" στο κείμενο του νόμου, συνάγεται ότι στην περιπτώσεις αυτές διαπλάθεται έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης (έγκλημα σκοπού) και ο φορολογούμενος πρέπει να ενεργεί με υπερχειλή δόλο (άρθρο 27 παρ. 2 ΠΚ) και συγκεκριμένα, θα πρέπει με τη μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση φόρου προστιθέμενης αξίας, να αποκρύπτει καθαρά εισοδήματα, γνωρίζοντας και επιδιώκοντας να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας. Αν δεν υπάρχει ο ανωτέρω εγκληματικός σκοπός στο πρόσωπο του φορολογουμένου, δεν πληρούται η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα του άρθρου 18 του ανωτέρω νόμου. Επομένως, θα πρέπει στην καταδικαστική απόφαση για την ανωτέρω πράξη να περιέχεται πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφενός της αντικειμενικής υπόστασης που θεμελιώνει το άνω αδίκημα, κυρίως όμως, να αιτιολογείται ο συγκεκριμένος σκοπός (αποφυγής πληρωμής φόρου προστιθέμενης αξίας), ο οποίος πρέπει να αναφέρεται και να εξειδικεύεται ρητά και με σαφήνεια, αφού πρόκειται για στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως του αδικήματος του άρθρου 18 του ως άνω ν. 2523/1997 (Α.Π. 225/2015, 267/2013, 1231/2011).
Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Το έγκλημα της παραβάσεως του άρθρου 25 Ν. 1882/1990, της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που είναι πλημμέλημα, αφού τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως (άρθρο 18 Π.Κ.), προϋποθέτει δόλο (πρόθεση), αφού δεν καθορίζεται υπό του άνω άρθρου το είδος της υπαιτιότητας. Εντεύθεν και δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία του δόλου αφού ο δόλος εξυπακούεται ότι ενυπάρχει, στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης αυτής πράξεως.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη, με αριθμό 2360-2383/2014, απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 β’ Π.Κ, των αξιόποινων πράξεων, α) της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ’ εξακολούθηση και β) της φοροδιαφυγής και ειδικότερα, της παράβασης του άρθρου 18 παρ.1α του ν. 2523/1997, κατ’ εξακολούθηση και τον καταδίκασε, σε συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "1) Στη Θεσσαλονίκη στις 2-1-2006, 2-1-2007, 2-1-2008, 2-1-2009 και στις 1-9-2009 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος προέβη στην τέλεση του εγκλήματος της φοροδιαφυγής μέσω της μη απόδοσης του ΦΠΑ. Ειδικότερα ως πρόεδρος του Δ.Σ. και διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας με την επωνυμία ... Α.Β.Ε.Ε ΑΛΥΣΙΔΩΝ προέβη για λογαριασμό της εν λόγω εταιρίας σε ανακριβείς δηλώσεις απόδοσης ΦΠΑ στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. παραλείποντας έτσι την πραγματική απόδοση του για τις διαχειριστικές περιόδους των ετών 2006, 2007, 2008, καθώς και για τις περιόδους από τις 1-6-2005 έως 31-12-2005 από τις 1-1-2009 έως 31-8-2009 προκειμένου η ανωτέρω εταιρία να αποφύγει την πληρωμή του. Ο μη αποδοθείς ΦΠΑ υπερβαίνει σε ετήσια βάση το ποσό των 3.000 ευρώ. Πιο αναλυτικά για την περίοδο από τις 1-6-2005 έως 31-12-2005 με βάση την προαναφερθείσα ιδιότητα του δήλωσε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ότι η ανωτέρω εταιρία είχε φορολογητέες εκροές ύψους 127.909,45 ευρώ, στις οποίες αντιστοιχούσε ΦΠΑ ύψους 24.096,90 και ότι οι φορολογητέες εισροές της ήταν 130.592,18 ευρώ, στις οποίες ο ΦΠΑ που αντιστοιχούσε ανερχόταν σε 24.036,52 ευρώ. Ακόμη σύμφωνα με την εν λόγω δήλωση στο ΦΠΑ εισροών έπρεπε να προστεθεί το ποσό των 60,38 ευρώ. Με τα δεδομένα της ανωτέρω δήλωσης εμφανιζόταν ισορροπία στο ισοζύγιο ΦΠΑ εκροών και ΦΠΑ εισροών. Ωστόσο από το φορολογικό έλεγχο που έγινε από τους υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης προέκυψε ότι για τη διαχειριστική περίοδο από τις 1-6-2005 έως 31-12-2005 η πιο πάνω εταιρία είχε φορολογητέες εκροές αξίας 283.547,40 ευρώ, στις οποίες αντιστοιχούσε ΦΠΑ ύψους 53.694,05 ευρώ, ενώ οι φορολογητέες εισροές της ήταν 114.511,11 ευρώ, στις οποίες αντιστοιχούσε ΦΠΑ ύψους 21.107,68 ευρώ. Επίσης στο ΦΠΑ εισροών πρέπει να προστεθεί το ποσό των 58 ευρώ και να αφαιρεθεί από αυτόν το ποσό των 0,06 ευρώ. Ως εκ τούτου ο ΦΠΑ που δεν αποδόθηκε στο δημόσιο στις 2-1-2006 για την προαναφερθείσα περίοδο ήταν 32.528 ευρώ. Επίσης για την περίοδο έτους 2006 με βάση την προαναφερθείσα ιδιότητα του δήλωσε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ ότι η ανωτέρω εταιρία είχε φορολογητέες εκροές ύψους 343.023,71 ευρώ, στις οποίες αντιστοιχούσε ΦΠΑ ύψους 62.974,50 ευρώ και ότι οι φορολογητέες εισροές της ήταν 338.554,83 ευρώ, στις οποίες ο ΦΠΑ που αντιστοιχούσε ανερχόταν σε 62.433,51 ευρώ. Ακόμη σύμφωνα με την εν λόγω δήλωση στο ΦΠΑ εισροών έπρεπε να προστεθεί το ποσό των 677,80 και να αφαιρεθεί από αυτόν το ποσό των 136,81 ευρώ. Με τα δεδομένα της ανωτέρω δήλωσης εμφανιζόταν ισορροπία στο ισοζύγιο ΦΠΑ εκροών και ΦΠΑ εισροών. Ωστόσο από το φορολογικό έλεγχο που έγινε από τους υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης προέκυψε ότι για τη διαχειριστική περίοδο έτους 2006 η πιο πάνω εταιρία είχε φορολογητέες εκροές αξίας 601.569,22 ευρώ, στις οποίες αντιστοιχούσε ΦΠΑ ύψους 112.098,15 ευρώ, ενώ οι φορολογητέες εισροές της ήταν 338.554,83 ευρώ, στις οποίες αντιστοιχούσε ΦΠΑ ύψους 62.433,51 ευρώ. Επίσης στο ΦΠΑ εισροών πρέπει να προστεθεί το ποσό των 677,81 ευρώ και να αφαιρεθεί από αυτόν το ποσό των 136,80 ευρώ. Ως εκ τούτου ο ΦΠΑ που δεν αποδόθηκε στο δημόσιο στις 2-1-2007 για την προαναφερθείσα περίοδο ήταν 49.123,63 ευρώ. Περαιτέρω για την περίοδο έτους 2007 με βάση την προαναφερθείσα ιδιότητα του δήλωσε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ότι η ανωτέρω εταιρία είχε φορολογητέες εκροές ύψους 345.983,95 ευρώ, στις οποίες αντιστοιχούσε ΦΠΑ ύψους 63.393,71 ευρώ και ότι οι φορολογητέες εισροές της ήταν 337.508,41 ευρώ, στις οποίες ο ΦΠΑ που αντιστοιχούσε ανερχόταν σε 62.349,65 ευρώ. Ακόμη σύμφωνα με την εν λόγω δήλωση στο ΦΠΑ εισροών έπρεπε να προστεθεί το ποσό των 1.044,21 και να αφαιρεθεί από αυτόν το ποσό των 0,16 ευρώ. Με τα δεδομένα της ανωτέρω δήλωσης εμφανιζόταν ισορροπία στο ισοζύγιο ΦΠΑ εκροών και ΦΠΑ εισροών. Ωστόσο από το φορολογικό έλεγχο που έγινε από τους υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης προέκυψε ότι για τη διαχειριστική περίοδο έτους 2007 η πιο. πάνω εταιρία είχε φορολογητέες εκροές αξίας 524.363,56 ευρώ, στις οποίες αντιστοιχούσε ΦΠΑ ύψους 97.265,83 ευρώ, ενώ οι φορολογητέες εισροές της ήταν 337.508,41 ευρώ, στις οποίες αντιστοιχούσε ΦΠΑ ύψους 62.355,50 ευρώ. Επίσης στο ΦΠΑ εισροών πρέπει να προστεθεί το ποσό των 1.044,27 ευρώ και να αφαιρεθεί από αυτόν το ποσό των 0,27 ευρώ. Ως εκ τούτου ο ΦΠΑ που δεν αποδόθηκε στο δημόσιο στις 2-1-2008 για την προαναφερθείσα περίοδο ήταν 33.886,33 ευρώ. Επιπλέον για την περίοδο έτους 2008 με βάση την προαναφερθείσα ιδιότητα του δήλωσε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ ότι η ανωτέρω εταιρία είχε φορολογητέες εκροές ύψους 165.761,68 ευρώ, στις οποίες αντιστοιχούσε ΦΠΑ ύψους 31.001,21 ευρώ και ότι οι φορολογητέες εισροές της ήταν 167.711,40 ευρώ, στις οποίες ο ΦΠΑ που αντιστοιχούσε ανερχόταν σε 31.314,18 ευρώ. Ακόμη σύμφωνα με την εν λόγω δήλωση στο ΦΠΑ εισροών έπρεπε να προστεθεί το ποσό των 564,56 και να αφαιρεθεί από αυτόν το ποσό των 741,32 ευρώ. Με τα δεδομένα της ανωτέρω δήλωσης εμφανιζόταν πιστωτικό υπόλοιπο ύψους 136,21 ευρώ στο ισοζύγιο ΦΠΑ εκροών και ΦΠΑ εισροών. Ωστόσο από το φορολογικό έλεγχο που έγινε από τους υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης προέκυψε ότι για τη διαχειριστική περίοδο έτους 2008 η πιο πάνω εταιρία είχε φορολογητέες εκροές αξίας 590.906,93 ευρώ, στις οποίες αντιστοιχούσε ΦΠΑ ύψους 111.576,20 ευρώ, ενώ οι φορολογητέες εισροές της ήταν 300.399,14 ευρώ, στις οποίες αντιστοιχούσε ΦΠΑ ύψους 55.630,73 ευρώ. Επίσης στο ΦΠΑ εισροών πρέπει να προστεθεί το ποσό των 564,86 ευρώ και να αφαιρεθεί από αυτόν το ποσό των 0,22 ευρώ. Ως εκ τούτου ο ΦΠΑ που δεν αποδόθηκε στο δημόσιο στις 2-1-2009 για την προαναφερθείσα περίοδο ήταν 55.380,83 ευρώ. Επιπρόσθετα για την περίοδο έτους από τις 1-1-2009 έως 31-8-2009 με βάση την προαναφερθείσα ιδιότητα του δήλωσε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ,ότι η ανωτέρω εταιρία δεν είχε φορολογητέες εκροές και εισροές, καθώς και ότι στο ΦΠΑ εισροών πρέπει να υπολογιστεί το ποσό των 136,21 ευρώ ως υπόλοιπο από υπόλοιπο προηγούμενης περιόδου. Ωστόσο από το φορολογικό έλεγχο που έγινε από τους υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης προέκυψε ότι για τη διαχειριστική περίοδο από τις 1-1-2009 έως 31-8-2009 η πιο πάνω εταιρία είχε φορολογητέες εκροές αξίας 253.536,85 ευρώ, στις οποίες αντιστοιχούσε ΦΠΑ ύψους 47.458,04 ευρώ, ενώ οι φορολογητέες εισροές της ήταν 87.680,65 ευρώ, στις οποίες αντιστοιχούσε ΦΠΑ ύψους 15.813,72 ευρώ. Επίσης στο ΦΠΑ εισροών πρέπει να προστεθεί το ποσό των 0,01 ευρώ. Ως εκ τούτου ο ΦΠΑ που δεν αποδόθηκε στο δημόσιο στις 1-9-2009 για την προαναφερθείσα περίοδο ήταν 31.644,31 ευρώ. Η οριστικοποίηση της σχετικής φορολογικής εγγραφής έγινε στις 17-1-2010. 2) Στη Θεσσαλονίκη, κατά το χρονικό διάστημα από την 1.8.2009 έως 1-8-2010, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ως διευθύνων σύμβουλος της εδρεύουσας στη ... Θεσσαλονίκης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... (...) ΑΒΕΕ ΑΛΥΣΙΔΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "... (...) ΑΒΕΕ", από πρόθεση καθυστέρησε να καταβάλει, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής τους τα βεβαιωμένα από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης χρέη της ανωτέρω εταιρίας προς το Δημόσιο, συνολικού ποσού πεντακοσίων μίας χιλιάδων οκτακοσίων οκτώ ευρώ και εξήντα λεπτών (501.808,60 ευρώ), συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι και τις 21-6-2011 (ημερομηνία σύνταξης του οικείου υπ’ αριθ. 131/2011 πίνακα χρεών όπως αυτά αναγράφονται αναλυτικά στον περιλαμβανόμενο στο διατακτικό πίνακα χρεών και τα οποία ήταν καταβλητέα , όπως ειδικότερα αναγράφεται στον πίνακα αυτόν. Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των ως άνω πράξεων που του αποδόθηκαν". Ακολούθως, η προσβαλλομένη απόφαση, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι: "1) Στη Θεσσαλονίκη στις 2-1-2006, 2-1-2007, 2-1-2008, 2-1-2009 και στις 1-9-2009 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος προέβη στην τέλεση του εγκλήματος της φοροδιαφυγής μέσω της μη απόδοσης του ΦΠΑ. Ειδικότερα ως πρόεδρος του δ.σ και διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας με την επωνυμία ... Α.Β.Ε.Ε ΑΛΥΣΙΔΩΝ προέβη για λογαριασμό της εν λόγω εταιρίας σε ανακριβείς δηλώσεις απόδοσης ΦΠΑ στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. παραλείποντας έτσι την πραγματική απόδοση του για τις διαχειριστικές περιόδους των ετών 2006, 2007, 2008, καθώς και για τις περιόδους από τις 1-6-2005 έως 31-12-2005 από τις 1-1-2009 έως 31-8-2009 προκειμένου, η ανωτέρω εταιρία να αποφύγει την πληρωμή του. Ο μη αποδοθείς ΦΠΑ υπερβαίνει σε ετήσια βάση το ποσό των 3.000 ευρώ. Πιο αναλυτικά για την περίοδο από τις 1-6-2005 έως 31-12-2005 με βάση την προαναφερθείσα ιδιότητα του δήλωσε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ότι η ανωτέρω εταιρία είχε φορολογητέες εκροές ύψους 127.909,45 ευρώ, στις οποίες αντιστοιχούσε ΦΠΑ ύψους 24.096,90 και ότι οι φορολογητέες εισροές της ήταν 130.592,18 ευρώ, στις οποίες ο ΦΠΑ που αντιστοιχούσε ανερχόταν σε 24.036,52 ευρώ. Ακόμη σύμφωνα με την εν λόγω δήλωση στο ΦΠΑ εισροών έπρεπε να προστεθεί το ποσό των 60,38 ευρώ. Με τα δεδομένα της ανωτέρω δήλωσης εμφανιζόταν ισορροπία στο ισοζύγιο ΦΠΑ εκροών και ΦΠΑ εισροών. Ωστόσο από το φορολογικό έλεγχο που έγινε από τους υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης προέκυψε ότι για τη διαχειριστική περίοδο από τις 1-6-2005 έως 31-12-2005 η πιο πάνω εταιρία είχε φορολογητέες εκροές αξίας 283.547,40 ευρώ, στις οποίες αντιστοιχούσε ΦΠΑ ύψους 53.694,05 ευρώ, ενώ οι φορολογητέες εισροές της ήταν 114.511,11 ευρώ, στις οποίες αντιστοιχούσε ΦΠΑ ύψους 21.107,68 ευρώ. Επίσης στο ΦΠΑ εισροών πρέπει να προστεθεί το ποσό των 58 ευρώ και να αφαιρεθεί από αυτόν το ποσό των 0,06 ευρώ. Ως εκ τούτου ο ΦΠΑ που δεν αποδόθηκε στο δημόσιο στις 2-1-2006 για την προαναφερθείσα περίοδο ήταν 32.528 ευρώ. Επίσης για την περίοδο έτους 2006 με βάση την προαναφερθείσα ιδιότητα του δήλωσε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ ότι η ανωτέρω εταιρία είχε φορολογητέες εκροές ύψους 343.023,71 ευρώ, στις οποίες αντιστοιχούσε ΦΠΑ ύψους 62.974,50 ευρώ και ότι οι φορολογητέες εισροές της ήταν 338.554,83 ευρώ, στις οποίες ο ΦΠΑ που αντιστοιχούσε ανερχόταν σε 62.433,51 ευρώ. Ακόμη σύμφωνα με την εν λόγω δήλωση στο ΦΠΑ εισροών έπρεπε να προστεθεί το ποσό των 677,80 και να αφαιρεθεί από αυτόν το ποσό των 136,81 ευρώ. Με τα δεδομένα της ανωτέρω δήλωσης εμφανιζόταν ισορροπία στο ισοζύγιο ΦΠΑ εκροών και ΦΠΑ εισροών. Ωστόσο από το φορολογικό έλεγχο που έγινε από τους υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης προέκυψε ότι για τη διαχειριστική περίοδο έτους 2006 η πιο πάνω εταιρία είχε φορολογητέες εκροές αξίας 601.569,22 ευρώ, στις οποίες αντιστοιχούσε ΦΠΑ ύψους 112.098,15 ευρώ, ενώ οι φορολογητέες εισροές της ήταν 338.554,83 ευρώ, στις οποίες αντιστοιχούσε ΦΠΑ ύψους 62.433,51 ευρώ. Επίσης στο ΦΠΑ εισροών πρέπει να προστεθεί το ποσό των 677,81 ευρώ και να αφαιρεθεί από αυτόν το ποσό των 136,80 ευρώ. Ως εκ τούτου ο ΦΠΑ που δεν αποδόθηκε στο δημόσιο στις 2-1-2007 για την προαναφερθείσα περίοδο ήταν 49.123,63 ευρώ. Περαιτέρω για την περίοδο έτους 2007 με βάση την προαναφερθείσα ιδιότητα του δήλωσε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ότι η ανωτέρω εταιρία είχε φορολογητέες εκροές ύψους 345.983,95 ευρώ, στις οποίες αντιστοιχούσε ΦΠΑ ύψους 63.393,71 ευρώ και ότι οι φορολογητέες εισροές της ήταν 337.508,41 ευρώ, στις οποίες ο ΦΠΑ που αντιστοιχούσε ανερχόταν σε 62.349,65 ευρώ. Ακόμη σύμφωνα με την εν λόγω δήλωση στο ΦΠΑ εισροών έπρεπε να προστεθεί το ποσό των 1.044,21 και να αφαιρεθεί από αυτόν το ποσό των 0,16 ευρώ. Με τα δεδομένα της ανωτέρω δήλωσης εμφανιζόταν ισορροπία στο ισοζύγιο ΦΠΑ εκροών και ΦΠΑ εισροών. Ωστόσο από το φορολογικό έλεγχο που έγινε από τους υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης προέκυψε ότι για τη διαχειριστική περίοδο έτους 2007 η πιο. πάνω εταιρία είχε φορολογητέες εκροές αξίας 524.363,56 ευρώ, στις οποίες αντιστοιχούσε ΦΠΑ ύψους 97.265,83 ευρώ, ενώ οι φορολογητέες εισροές της ήταν ‘ 337.508,41 ευρώ, στις οποίες αντιστοιχούσε ΦΠΑ ύψους 62.355,50 ευρώ. Επίσης στο ΦΠΑ εισροών πρέπει να προστεθεί το ποσό των 1.044,27 ευρώ και να αφαιρεθεί από αυτόν το ποσό των 0,27 ευρώ. Ως εκ τούτου ο ΦΠΑ που δεν αποδόθηκε στο δημόσιο στις 2-1-2008 για την προαναφερθείσα περίοδο ήταν 33.886,33 ευρώ. Επιπλέον για την περίοδο έτους 2008 με βάση την προαναφερθείσα ιδιότητα του δήλωσε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ ότι η ανωτέρω εταιρία είχε φορολογητέες εκροές ύψους 165.761,68 ευρώ, στις οποίες αντιστοιχούσε ΦΠΑ ύψους 31.001,21 ευρώ και ότι οι φορολογητέες εισροές της ήταν 167.711,40 ευρώ, στις οποίες ο ΦΠΑ που αντιστοιχούσε ανερχόταν σε 31.314,18 ευρώ. Ακόμη σύμφωνα με την εν λόγω δήλωση στο ΦΠΑ εισροών έπρεπε να προστεθεί το ποσό των 564,56 και να αφαιρεθεί από αυτόν το ποσό των 741,32 ευρώ. Με τα δεδομένα της ανωτέρω δήλωσης εμφανιζόταν πιστωτικό υπόλοιπο ύψους 136,21 ευρώ στο ισοζύγιο ΦΠΑ εκροών και ΦΠΑ εισροών. Ωστόσο από το φορολογικό έλεγχο που έγινε από τους υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης προέκυψε ότι για τη διαχειριστική περίοδο έτους 2008 η πιο πάνω εταιρία είχε φορολογητέες εκροές αξίας 590.906,93 ευρώ, στις οποίες αντιστοιχούσε ΦΠΑ ύψους 111.576,20 ευρώ, ενώ οι φορολογητέες εισροές της ήταν 300.399,14 ευρώ, στις οποίες αντιστοιχούσε ΦΠΑ ύψους 55.630,73 ευρώ. Επίσης στο ΦΠΑ εισροών πρέπει να προστεθεί το ποσό των 564,86 ευρώ και να αφαιρεθεί από αυτόν το ποσό των 0,22 ευρώ. Ως εκ τούτου ο ΦΠΑ που δεν αποδόθηκε στο δημόσιο στις 2-1-2009 για την προαναφερθείσα περίοδο ήταν 55.380,83 ευρώ. Επιπρόσθετα για την περίοδο έτους από τις 1-1-2009 έως 31-8-2009 με βάση την προαναφερθείσα ιδιότητα του δήλωσε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ ότι η ανωτέρω εταιρία δεν είχε φορολογητέες εκροές και εισροές, καθώς και ότι στο ΦΠΑ εισροών πρέπει να υπολογιστεί το ποσό των 136,21 ευρώ ως υπόλοιπο από υπόλοιπο προηγούμενης περιόδου. Ωστόσο από το φορολογικό έλεγχο που έγινε από τους υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης προέκυψε ότι για τη διαχειριστική περίοδο από τις 1-1-2009 έως 31-8-2009 η πιο πάνω εταιρία είχε φορολογητέες εκροές αξίας 253.536,85 ευρώ, στις οποίες αντιστοιχούσε ΦΠΑ ύψους 47.458,04 ευρώ, ενώ οι φορολογητέες εισροές της ήταν 87.680,65 ευρώ, στις οποίες αντιστοιχούσε ΦΠΑ ύψους 15.813,72 ευρώ. Επίσης στο ΦΠΑ εισροών πρέπει να προστεθεί το ποσό των 0,01 ευρώ. Ως εκ τούτου ο ΦΠΑ που δεν αποδόθηκε στο δημόσιο στις 1-9-2009 για την προαναφερθείσα περίοδο ήταν 31.644,31 ευρώ. Η οριστικοποίηση της σχετικής φορολογικής εγγραφής έγινε στις 17-1-2010 (υπόθεση με αρ. εκθέμ. 9 ). 2) Στη Θεσσαλονίκη, κατά το χρονικό διάστημα από την 1.8.2009 έως 1-8-2010, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ως διευθύνων σύμβουλος της εδρεύουσας στη ... Θεσσαλονίκης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... (...) ABEE ΑΛΥΣΙΔΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "... (...) ABEE", από πρόθεση καθυστέρησε να καταβάλει, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής τους τα βεβαιωμένα από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης χρέη της ανωτέρω εταιρίας προς το Δημόσιο, συνολικού ποσού πεντακοσίων μίας χιλιάδων οκτακοσίων οκτώ ευρώ και εξήντα λεπτών (501.808,60 ευρώ), συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι και τις 21-6-2011 (ημερομηνία σύνταξης του οικείου υπ’ αριθ. 131/2011 πίνακα χρεών όπως αυτά αναγράφονται αναλυτικά στον παρακάτω πίνακα χρεών και τα οποία ήταν καταβλητέα , όπως ειδικότερα αναγράφονται στον ακόλουθο πίνακα (υπόθεση με αρ. εκθέμ. 7):
Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω δικαστήριο στο σκεπτικό, όπως αυτό αλληλοσυμπληρώνεται από το διατακτικό, χωρίς να αποτελεί επανάληψη αυτού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων, της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, και της φοροδιαφυγής για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τις νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ 2, 98 ΠΚ και 18 παρ.1 στοιχ. α’ , β’ και γ’ Ν. 2523/1997, 25 § 1, 2 Ν. 1882/1990, όπως η παράγραφος 1 ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 34 § 1 Ν. 3220/2004, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές και αιτιολογίες και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, καθόσον αφορά την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, προσδιορίζεται στην αιτιολογία της απόφασης, η αρχή που προέβη στην βεβαίωση των χρεών, Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης το είδος αυτών, το ύψος τους (συνολικώς 501.808,60 ευρώ), ο τρόπος πληρωμής τους που με σαφήνεια προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και από τον συνημμένο στο διατακτικό πίνακα χρεών, ο χρόνος καταβολής τους, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαιώσεώς τους, έπρεπε να καταβληθούν και η καθυστέρηση της καταβολής τους με πρόθεση για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, αφ’ ότου κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, κατά την λεπτομερή αναφορά του συνημμένου εις το διατακτικό πίνακα χρεών που συνοδεύει την σχετική μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., καθώς και η ιδιότητά του αναιρεσείοντος, ως Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας " ... (...) ΑΒΕΕ ΑΛΥΣΙΔΩΝ", σε βάρος της οποίας βεβαιώθηκαν τα ως άνω χρέη. Περαιτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας, για τη θεμελίωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου δέχθηκε την εφαρμογή του ν. 3220/2004, που αφορά την μη καταβολή του συνολικού χρέους, που αναφέρεται στον ενσωματωμένο στο διατακτικό της αποφάσεως πίνακα χρεών και κατά τις παραδοχές της αποφάσεως πρόκειται για 15 χρέη συνολικού αθροίσματος 501.808,60 Ευρώ, που υπερβαίνει συνεπώς τα 120.000 ευρώ, ήτοι ότι επρόκειτο για μία πράξη, αυτή της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα και όχι για περισσότερες πράξεις, εκάστη εκ των οποίων να αντιστοιχεί στην μη καταβολή των επί μέρους χρεών που μνημονεύονται στον ενιαίο πίνακα χρεών. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο και σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του άρθρου 98 του ΠΚ αναφορικά με την κρίση του για την κατ’ εξακολούθηση τέλεση της πράξεως, ενόψει του ότι η αναφορά στο σκεπτικό και στο διατακτικό ότι το έγκλημα τούτο τελέστηκε κατ’ εξακολούθηση, έχει την έννοια ότι η συνολική αυτή οφειλή σύγκειται από περισσότερα χρέη που εμπίπτουν στο συγκεκριμένο αυτό χρονικό διάστημα και όχι στην έννοια της κατ’ εξακολούθηση τελέσεως περισσοτέρων πράξεων αφού, ως ελέχθη, η τέλεση του εγκλήματος τούτου υπό την ισχύ του ν. 3220/2004 συνιστά μια πράξη και όχι έγκλημα κατ’ εξακολούθηση.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης ιδία, ως προς τον κατ’ εξακολούθηση χαρακτήρα του αδικήματος της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο και εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 98 ΠΚ και 25 παρ.1 ν.1882/1990 είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης στο οποίο το σκεπτικό παραπέμπει, παρατίθεται πίνακας χρεών κατά στήλες υπό τις "ενδείξεις στοιχεία βεβαίωσης", "τρόπος πληρωμής" στη σχετική δε στήλη του τρόπου πληρωμής αναφέρονται "ο αριθμός ληξιπροθέσμων δόσεων, η ημ/νία λήξης Α’ δόσης και η ημ/νία λήξης τελευταίας δόσης". Στον εν λόγω πίνακα χρεών, το ως άνω επίδικο χρέος με Α/Α, 4 φέρεται ότι πρέπει να καταβληθεί σε τρείς μηνιαίες δόσεις και αναφέρονται δύο (2) ημερομηνίες, η 26-2- 2010 και η 30-4-2010, ως χρόνος καταβολής τους. Αυτό όμως, δεν συνιστά έλλειψη νόμιμης αιτιολογίας, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων, αφού οι παραπάνω χρόνοι καταβολής, είναι ο χρόνος λήξης της Α’ δόσης (26-2-2010) και ο χρόνος λήξης της τελευταίας, Γ’ δόσης (30-4-2010), όπως προκύπτει από τη σχετική ένδειξη στη στήλη του πίνακα χρεών που προαναφέρθηκε, στην οποία ως τρόπος πληρωμής των χρεών σε δόσεις, αναφέρεται, κατά τα εκτεθέντα, η ημ/νία λήξης Α’ δόσης και ημ/νία λήξης τελευταίας δόσης. Τα αυτά ισχύουν και για τα επίδικα χρέη με Α/Α, 5, 6, 7 και 8 τα οποία καίτοι φέρονται ότι πρέπει να καταβληθούν σε έξι (6) μηνιαίες δόσεις εν τούτοις αναφέρονται δύο χρόνοι καταβολής των δόσεων η 26-2-2010 και η 30-7-2010, ήτοι ο χρόνος λήξης της Α’ δόσης (26-2- 2010) και ο χρόνος λήξης της τελευταίας, ΣΤ’ δόσης (30-7-2010). Βάσει των άνω παραδοχών, είναι σαφές, ότι ως χρόνοι της τετραμήνου προθεσμίας καταβολής των ως άνω επί μέρους χρεών, με Α/Α, 5, 6, 7 και 8 ορίζεται η 30-11-2010 (καθ’ όσον στον πίνακα, ως ημερομηνίες ενάρξεως της τετραμήνου προθεσμίας παρατίθενται η 30-7-2010). Εξ άλλου και στο προπαρατεθέν σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, διαλαμβάνεται ότι η προθεσμία καταβολής είναι τεσσάρων (4) μηνών, αρχομένη από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής τους, ήτοι από τις άνω ημερομηνίες.
Συνεπώς είναι σαφές ότι το δικαστήριο δέχθηκε ως χρόνο παρόδου της τετραμήνου προθεσμίας, η πάροδος της οποίας θεμελιώνει το αξιόποινο, την 30-11-2010, από προφανή δε παραδρομή, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό, περιορίζεται ο χρόνος τέλεσης του κατ’ εξακολούθηση φερομένου εγκλήματος έως 1-8-2010, αντί του ορθού μέχρι 30-11-2010.
Συνεπώς, το δικαστήριο της ουσίας στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, διέλαβε την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και ως προς το χρόνο τέλεσης της πράξης της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο. Κατ ‘ ακολουθία, ο εκ του άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ δεύτερος λόγος, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη για έλλειψη αιτιολογίας σε σχέση με τον χρόνο τελέσεως των πράξεων της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, καθόσον αφορά την πράξη της φοροδιαφυγής αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η κατά τα άνω ιδιότητα βάσει της οποίας είχε την υποχρέωση απόδοσης του ΦΠΑ κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ήτοι ότι ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ. και διευθύνων σύμβουλος της ως άνω εταιρείας, οι διαχειριστικές περίοδοι κατά τις οποίες δεν απέδωσε τον ΦΠΑ, το ποσό το οποίο δεν απέδωσε για κάθε διαχειριστική περίοδο, την αρμόδια Δ.Ο.Υ. και την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής. Ακόμη διαλαμβάνεται επαρκής αιτιολογία ως προς το δόλο του αναιρεσείοντος για την τέλεση της ως άνω πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε, αφού κατά τις σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εκείνος τέλεσε την εν λόγω πράξη, προκειμένου -δηλαδή με σκοπό- η παραπάνω εταιρεία να αποφύγει την πληρωμή του ακριβούς ποσού του φόρου προστιθέμενης αξίας για το επίδικο διάστημα, αποδίδοντας ανακριβή φόρο. Συγκεκριμένα αιτιολογείται ο δόλος με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι ο αναιρεσείων, με την ως άνω ιδιότητά του, στις διαχειριστικές περιόδους που αναφέρονται, εμφάνιζε μικρότερες φορολογητέες εισροές και εκροές της παραπάνω εταιρείας, προς απόκρυψη της φορολογητέας ύλης, και σκοπό την αποφυγή πληρωμής του ακριβούς ποσού του φόρου προστιθέμενης αξίας. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ (κατ’ εκτίμηση) και Ε’ Κ.Π.Δ. πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς το δόλο του κατηγορουμένου, ως προς την πράξη της φοροδιαφυγής και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, από την επισκόπηση του ως άνω σκεπτικού της προσβαλλομένης απόφασης και του διατακτικού της, προκύπτει ότι ναι μεν το σκεπτικό, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, ταυτίζεται με το διατακτικό, πλην το τελευταίο, που αποτελεί με το σκεπτικό ενιαίο σύνολο, περιέχει με τόση πληρότητα τα περιστατικά που συγκροτούν τις πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων ώστε καθίστατο περιττή οποιαδήποτε διαφοροποίησή του. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Π.Δ. τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για τον παραπάνω λόγο, της αντιγραφής του διατακτικού στο σκεπτικό είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ’ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι, παραβιάζεται η άσκηση του, κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου, να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά, τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ, πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Εξάλλου δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία, ως προς την ταυτότητα των εγγράφων, όταν από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι αναγνώστηκαν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο, που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, προσδιοριζόμενα κατ’ αύξοντα αριθμό, ως εξής :1 . Η έκθεση ελέγχου ΦΠΑ της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Θεσσαλονίκης. 2. Οι με αριθμό 193, 194, 195, 196, 197/09 πράξεις προσδιορισμού Φ.Π.Α. 3. Τα από 16-11-2009 αποδεικτικά επίδοσης πράξεων προσδιορισμού Φ.Π.Α. Επίσης το Τριμελές Εφετείο, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του και στα κάτωθι έγγραφα, που προσκόμισε ο συνήγορος του κατηγορουμένου και αναγνώστηκαν: 1. Φ/φο σημειώματος πληρωμής με ημερομηνία 19-3-2014 και 2. Φ/φο σημειώματος πληρωμής με ημερομηνία 26-9-2014. Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, άλλωστε όπως βεβαιώνεται στα πρακτικά, όλα ανεξαιρέτως αναγνώσθηκαν. Με την γενόμενη δε ανάγνωση του κειμένου τους, χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά ότι προβλήθηκε αντίρρηση από τον αναιρεσείοντα, έγινε γνωστό και σε όλους τους παράγοντες της δίκης το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, επομένως και στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο καθενός από τα έγγραφα αυτά, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Άλλωστε από την επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι δεν αναγνώστηκαν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό, ούτε ότι υποβλήθηκε αίτημα προς ανάγνωση κάποιου άλλου εγγράφου, το οποίο δεν έγινε δεκτό. Σε κάθε περίπτωση, τα τελευταία από τα παραπάνω έγγραφα 1 και 2, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, τα προσκόμισε στο δικαστήριο προς ανάγνωση ο συνήγορος του κατηγορουμένου και συνεπώς γνώριζε το περιεχόμενό τους. Το Τριμελές, συνεπώς, Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του όλα τα ως άνω έγγραφα και οι αιτιάσεις του κατηγορούμενου ότι παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, διότι το Δικαστήριο της ουσίας, προς στήριξη της περί ενοχής κρίσης του, έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω έγγραφα που αναγνώσθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, είναι αβάσιμες. Εξάλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί ενοχής κρίσης του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, όπως προκύπτει από το προοίμιο του σκεπτικού, όπου περιγράφονται κατ’ είδος, τα αποδεικτικά μέσα. Κατ’ ακολουθία, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του ΚΠΔ, τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 Δ’ ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με τις πιο πάνω αιτιάσεις, ότι στερήθηκε ο αναιρεσείων του δικαιώματος του να εκφέρει παρατηρήσεις επ’ αυτών, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί καθώς επίσης πρέπει ν’ απορριφθεί και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ, ίδιος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας εκ του λόγου ότι δεν προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα αυτά.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 5-1-2015, με αριθμό γεν. πρωτ. 144/7-1-2015, αίτηση του Σ. Σ. του Ι., περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 2360-2383/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ