Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1706 / 2009    (Α, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Αναίρεση μερική, Παράβαση καθήκοντος, Ψευδής βεβαίωση.




Περίληψη:
Ψευδής βεβαίωση σε βαθμό κακουργήματος. Παράβαση καθήκοντος. Έγγραφο και τα πρακτικά κλήρωσης συνθέσεως Δικαστηρίου. ΠΟΠΔ για παράβαση καθήκοντος λόγω παραγραφής. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή νόμου. Αναιρεί κατά ένα μέρος ως προς τη διάταξη παράβασης καθήκοντος.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1706/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, Παναγιώτη Ρουμπή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Ιουλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, κατοίκου ... και 2. Χ2, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1473/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Χ3, 2. Χ4, 3. Χ5, 4. Χ6, 5. Χ7, 6. Χ8, 7. Χ9, 8. Χ10, 9. Χ11, 10. Χ12 και 11. Χ13.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 11 Φεβρουαρίου 2009 και 16 Φεβρουαρίου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, καθώς και την από 24 Ιουνίου 2009 αίτηση για αυτοπρόσωπη εμφάνιση της Χ2, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 261/2009.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τις προτάσεις του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση, με αριθμούς 190/21.5.09 και 231/26.6.09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Eισάγω, κατά το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ., με τη σχετική δικογραφία, τις υπ'αριθμ. 21/11-2-2009 και 23/16-2-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 1473/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως και το από 25-2-2009 αίτημα του πρώτου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου σας, και εκθέτω τα εξής:
Με το προσβαλλόμενο βούλευμα, που εκδόθηκε κατά το αρ. 29 § 4 Κ.Π.Δ. (όπως προστ. με αρ. 15 § 1 ν.3472/2006), παραπέμπονται οι αναιρεσείοντες (μαζί με άλλους κατηγορουμένους) στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθούν για ψευδή βεβαίωση κατά μόνας (ο πρώτος) και από κοινού και κατ'εξακολούθηση με σκοπό τον προσπορισμό σε άλλον, αθέμιτου οφέλους που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και επί πλέον ο πρώτος για παράβαση καθήκοντος (αρ. 13α', 26 § 1, 27 § 1, 45, 259, 263Α, 98 § § 1,2 και 242 § § 1,3 Π.Κ., όπως τα τελ. συμπλ. με αρ. 14 ν.2721/99). Οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν, αντιστοίχως, από τους δικηγόρους Αθηνών Θεόδωρο Ζευκιλή και Διονύσιο Φιλιππόπουλο για λογαριασμό των κατηγορουμένων, δυνάμει των επισυναπτόμενων από 5-9-2008 και 13-2-2009 εξουσιοδοτήσεων των τελευταίων, στις 11-2-2009 και 16-2-2009, νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως, εφόσον το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε σ'αυτούς, αντιστοίχως, στις 10-2-2009 και 17-2-2009. Περιέχουν δε ως λόγους αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και επί πλέον η μεν πρώτη την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η δε δεύτερη την έλλειψη νόμιμης βάσης (αρ. 484 § 1 στοιχ. β'και δ'Κ.Π.Δ.). Τέλος, το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, αφού παραπέμπονται οι κατηγορούμενοι για κακούργημα, ενώ δικαιωματικά ο πρώτος ζητάει την αναίρεση και για το συναφές αδίκημα της παράβασης καθήκοντος (αρ. 462, 463, 473 § 1, 474 § 1 και 482 § ια Κ.Π.Δ.).
Συνεπώς οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε, ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει, διαφορετική έννοια σ' αυτήν από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ποινικής διάταξης που συνιστά λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484§1 ΚΠΔ υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του συμβουλίου από την ανακριτική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού του βουλεύματος, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή η εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 242 § 1 του Π.Κ. υπάλληλος, που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδή περιστατικά που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως, που αποτελεί έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτούνται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13α' και 263α' του ΠΚ, αρμόδιος για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 438 ΚΠοινΔ προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία που χρησιμεύει προς απόδειξη έναντι πάντων. Στην περίπτωση αυτή υπάγονται και τα πρακτικά για τις κληρώσεις κατ' αρθρ. 17 του Ν. 1756/1988 των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων, τα οποία μετά την κλήρωση αναρτώνται στον πίνακα ανακοινώσεων του Δικαστηρίου και ισχύουν έναντι πάντων, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες, ήτοι να αποδεικνύουν την παραγωγή, ύπαρξη, διατήρηση, μεταβολή (αλλοίωση) ή αναίρεση (απόσβεση) ενός δικαιώματος ή μίας έννομης δημόσιας ή ιδιωτικής σχέσεως ή καταστάσεως. Ψευδές είναι το περιστατικό όταν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ειδικότερα όταν βεβαιώνεται περιστατικό που δεν είναι αληθές ή δεν αναφέρεται περιστατικό αληθές, που έπρεπε όμως να αναφερθεί και δ) δόλος που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση του δράστη να βεβαιώσει ψευδή περιστατικά που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες ή τουλάχιστον στη γνώση ως ενδεχόμενης της παραγωγής αυτών από την πράξη και συγχρόνως στην εκ προοιμίου αποδοχή αυτής. Για την κακουργηματική μορφή της ανωτέρω πράξης, που τιμωρείται με κάθειρξη, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 παρ. 6 του Ν. 2721/1999, απαιτείται σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα κάποιον άλλον, χωρίς να είναι αναγκαία η επίτευξη του, το δε συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη να υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Κατά τη αληθινή έννοια της τελευταίας αυτής, διατάξεως σκοπός αθέμιτου οφέλους υπάρχει όταν επιζητείται η άμεση ή έμμεση, πρόσκαιρη ή διαρκής απόλαυση περιουσιακών ωφελημάτων με όχι νόμιμα μέσα. Ακόμη, περιουσιακής φύσεως συνέπειες μπορούν να νοηθούν και σ' ένα ευρύτερο φάσμα αλλαγών των εννόμων σχέσεων που επιφέρει ένα ψευδές ή νοθευμένο έγγραφο. Η επιδίωξη απλώς και μόνον ηθικών ωφελημάτων δεν αρκεί για να αναχθεί το πλημμέλημα της ψευδούς βεβαιώσεως σε κακουργηματική πράξη. Επιπλέον, το όφελος θα πρέπει να είναι αθέμιτο και η βλάβη παράνομη, πράγμα που σημαίνει ότι δεν θα πρέπει να υπάρχει νόμιμη αξίωση για την απόκτηση του, η δε περιουσιακή βλάβη δεν θα πρέπει να δικαιολογείται (ΑΠ 146/2006, ΑΠ 185/2005, ΑΠ 610/2004, ΑΠ 173/2001, ΑΠ 349/1996, Ν. Μπιτζιλέκης, Υπηρεσιακά Εγκλήματα, β' έκδοση, 2001, σελ. 448 επ., 451). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος, η σύμπραξη δε στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες ή επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται εξειδίκευση των ενεργειών καθενός συναυτουργού. Ειδικότερα, απαιτείται καθένας από τους συναυτουργούς να θέλει ή να γνωρίζει και να αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας παράλληλα ότι και οι λοιποί συναυτουργοί πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος. Επίσης, απαιτείται καθένας από τους συναυτουργούς να συμπράττει, ταυτόχρονα ή διαδοχικά, στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, υλοποιώντας, αυτοπροσώπως και αμέσως, είτε ολόκληρη την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος είτε επί μέρους πράξεις συγκλίνουσες στην πραγμάτωση αυτού (ΑΠ Ολ. 50/90 Π.Χρ. Μ 949).
Επί πλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 § § 1,2 του Π.Κ., αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή. Για την επιμέτρηση της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε (ΑΠ 1506/2005, ΑΠ 2088/2001. Τέλος, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 § 2 του Π.Κ. (όπως αντικ. με αρ. 1 § 6 ν.2408/96) το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε ετών και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση όχι όμως πέρα από τρία έτη. Η κύρια διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ ., 314, 320, 321, 339, 340 και 343 ΚΠΔ, αρχίζει είτε με την έναρξη, της προκαταρκτικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως (αφού το παραπεμπτικό βούλευμα καταστεί αμετάκλητο) ή του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωσή σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 εδάφ. β', 484 παρ. 2 511 και 512 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημοσίας τάξεως εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής δίκης, ακόμα και από τον Αρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωσή της και μετά την άσκηση της αναίρεσης κατά βουλεύματος υποχρεούται ν'αναιρέσει τούτο και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 310 παρ. 1 εδάφ. β' του ΚΠΔ, αρκεί η αίτηση αναιρέσεως ν' ασκηθεί παραδεκτώς και να περιέχεται σ'αυτήν ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως από εκείνους, που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 484 του ίδιου Κώδικα (Ολ. ΑΠ 382/1992 και 583-585/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει κα προσδιορίζει κατ'είδος, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην προκειμένη περίπτωση απ'όλο το αποδεικτικό υλικό και ειδικότερα τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων, (πλην του Χ8, κατά του οποίου εκδόθηκε το υπ' αριθ. 11/2007 ένταλμα συλλήψεως από τον Επίκουρο Ανακριτή- Εφέτη), προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Πρέπει δε να τονιστεί στο σημείο αυτό ότι δεν λαμβάνονται υπόψη, προς επιβάρυνση της θέσης των κατηγορουμένων, οι δοθείσες απ' αυτούς, πριν από την απόκτηση της ιδιότητας του κατηγορουμένου (αρθρ. 72 ΚΠοινΔ), μαρτυρικές καταθέσεις κατά την προκαταρκτική εξέταση (στο μέτρο που δεν παραπέμπουν οι ίδιοι σ' αυτές με την απολογία τους), ενόψει του δικαιώματος σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεως του κατηγορουμένου, ως ειδικότερης έκφρασης του δικαιώματος υπεράσπισης και του δικαιώματος για δίκαιη δίκη κατ' αρθρ. 6 της ΕΣΔΑ (βλ. ΟλομΑΠ 1/2004 ΝοΒ 2004-1791, Ολομ ΑΠ 2/1999 ΝοΒ 2000-510). Ειδικότερα δε από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ακόλουθα: Την 11-12-2002 συνεδρίασε το Α' Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με θέμα "Κλήρωση για την κατάρτιση των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων αυτού κατά το μήνα Ιανουάριο 2003". Ο τρόπος και η διαδικασία της κλήρωσης αυτής προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 17 του Ν. 1756/1988 "Περί Κώδικα Οργανισμού των Δικαστηρίων κλπ", όπως ίσχυε κατά το χρόνο εκείνο. Τη σύνθεση του ως άνω Δικαστηρίου κατά την προαναφερόμενη συνεδρίαση απετέλεσαν οι Χ1, Προεδρεύων Εφέτης (δεύτερος κατηγορούμενος), ΑΑ, Εφέτης, Χ2 (τρίτη κατηγορουμένη), Εφέτης, ΒΒ, Αντεισαγγελέας Εφετών και ο γραμματέας της έδρας. Στους παραπάνω κατηγορουμένους Χ1 και Χ2, οι οποίοι έχουν ήδη παραιτηθεί από το Δικαστικό Σώμα, αποδίδεται ότι στη Θεσσαλονίκη στις 11-12-2002 ως Πρόεδρος και μέλος αντίστοιχα της συνθέσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο κατά τη συνεδρίαση της 11-12-2002 διενήργησε τις κληρώσεις για τις συνθέσεις των δικαστηρίων του μηνός Ιανουαρίου 2003, βεβαίωσαν ψευδώς ότι η κλήρωση έγινε σύμφωνα με τα οριζόμενα στο νόμο και ότι: 1) για τη σύνθεση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης της 16-1-2003 είχαν κληρωθεί ως μέλη της συνθέσεως, μεταξύ των άλλων, οι Εφέτες ΓΓ, Χ2 και ΔΔ, ενώ στην πραγματικότητα, τουλάχιστον ως προς τα μέλη αυτά, δεν είχε γίνει κλήρωση αλλά ορισμός, με σκοπό να ευνοηθούν οι κατηγορούμενοι για τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική χρήση πλαστού πλαστού εγγράφου και της λαθρεμπορίας Χ7 και Χ8, των οποίων ποινική υπόθεση είχε οριστεί προς εκδίκαση κατά την ανωτέρω ημερομηνία ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και οι οποίοι με την υπ' αριθ. 89-90/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκαν αθώοι, ο μεν Χ7 ομοφώνως, ο δε Χ8 κατά πλειοψηφία τριών (των προαναφερομένων ΓΓ, Χ2 και ΔΔ) προς δύο. Με την πράξη τους δε αυτή είχαν δε σκοπό οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2, σύμφωνα με την αποδιδόμενη σ' αυτούς ως άνω κατηγορία, να προσπορίσουν τουλάχιστον στο Χ8 παράνομο όφελος ύψους 917.466,32 ευρώ με ισόποση αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο αποστερείτο των εισπρακτέων απ' αυτό δασμών και λοιπών δικαιωμάτων και 2) για τη σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων της 9-1-2003 κληρώθηκαν ως μέλη της συνθέσεως οι ΕΕ και ΔΔ και ως Εισαγγελέας της έδρας ο ΒΒ, ενώ στην πραγματικότητα δεν έγινε κλήρωση για τα μέλη της συνθέσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης της ανωτέρω ημερομηνίας αλλά ορισμός, προκειμένου οι ως άνω εφέτες, μετά από σύμφωνη πρόταση του ανωτέρω εισαγγελέα : α) να εκδώσουν ευνοϊκή απόφαση για τους κατηγορουμένους Χ12, Χ11 και Χ13 για τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και ηθικής αυτουργίας στις παραπάνω πράξεις, πράγμα που επιτεύχθηκε, αφού οι ανωτέρω κηρύχθηκαν αθώοι με την υπ' αριθ. 54-55-60/2003 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και β) να εκδώσουν ευνοϊκή απόφαση για τους κατηγορουμένους Χ8 και Χ7 για το έγκλημα της κατοχής λαθρεμπορεύματος, κάτι που τελικά έγινε, αφού οι ανωτέρω κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι με την υπ' αριθ. 41/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά πλειοψηφία, μειοψηφίσαντος του Προέδρου ΣΤ. Με τις πράξεις τους δε αυτές είχαν σκοπό να προσπορίσουν στη μεν υπό στοιχείο α' περίπτωση παράνομο όφελος στους Χ12, Χ11 και Χ13 με την απαλλαγή τους από τις πιο πάνω κατηγορίες της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση για τον πρώτο απ' αυτούς και της ηθικής αυτουργίας στις παραπάνω πράξεις για τους λοιπούς εξ αυτών, αφ' ετέρου δε χρηματικό όφελος 40.000.000 δραχμών ή 117.388,11 ευρώ, που ήταν το συνολικό ποσό το οποίο ζητούσαν με ξεχωριστές αγωγές τους οι δύο τελευταίοι από το ΖΖ λόγω της προβαλλόμενης από αυτούς προσβολής της προσωπικότητας τους, που εφέρετο να τους έχει προκαλέσει ο τελευταίος, αντίδικος τους σε πολιτική δίκη, ο οποίος ισχυριζόταν ότι ουδέποτε είχε θέσει την υπογραφή του στη θέση του παραλαβόντος στις εκθέσεις επιδόσεως των αγωγών αυτών και αντίστοιχη ισόποση ζημία του ΖΖ. Επίσης, οι πιο πάνω κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 στην υπό στοιχείο β' περίπτωση είχαν σκοπό να προσπορίσουν παράνομο όφελος στους Χ8 και Χ7 και ισόποση αντίστοιχη ζημία εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 6.591.869 ευρώ από την παράλειψη καταβολής εκ μέρους των τελευταίων αναλογούντων σε κατεχόμενα απ' αυτούς λαθρεμπορεύματα δασμών και λοιπών φόρων, που εκείνο αποστερήθηκε. Από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι κατά τη συνεδρίαση της 11-12-2002 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης δεν έγινε κλήρωση αλλά ορισμός των δικαστών που θα αποτελούσαν τα μέλη της συνθέσεως των προαναφερομένων Δικαστηρίων και συγκεκριμένα του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης της 16-1-2003 και του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης της 9-1-2003. Στο σημείο αυτό χαρακτηριστική είναι η κατάθεση του μάρτυρα ΖΖ, ο οποίος παρακολούθησε προσωπικά την πιο πάνω συνεδρίαση του Δικαστηρίου αυτού της 11-12-2002 και με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος διαπίστωσε ότι γινόταν ορισμός κατά βούληση και με τη συνεργασία, των πιο πάνω δύο κατηγορουμένων και όχι κλήρωση των συνθέσεων των εν λόγω Δικαστηρίων. Ειδικότερα δε αυτός στην από 28-9-2006 κατάθεση του ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, εκτός των άλλων, καταθέτει και ότι "... Τοποθετούσε ανάμεσα στα δάχτυλα του τρεις κλήρους, έβαλε και κάποιους άλλους κλήρους σε ένα μικρό πλαστικό δοχείο, έβαλε το χέρι του δήθεν μέσα και έβγαλε τους κλήρους που είχε στα δάχτυλα και τους ανακοίνωσε σαν να είχαν κληρωθεί. Αυτός ο τρόπος τηρήθηκε στην κλήρωση των κακουργημάτων. Όταν έφθασε στην κλήρωση των Δικαστηρίων που θα δίκαζαν πλημμελήματα δεν έκανε ούτε αυτό. Συνενοείτο με την κα Χ2 και όριζε κατά βούληση τους Δικαστές και τους Εισαγγελείς που θα μετείχαν στη σύνθεση των Τριμελών Εφετείων Πλημμελημάτων. Εγώ παρακολουθούσα να δω τι θα γίνει με την κλήρωση της 9ης Ιανουαρίου 2003, που ήταν το δικαστήριο μου. Χωρίς να κάνει καμία κλήρωση ανακοίνωσε απλώς ότι Πρόεδρος του Δικαστηρίου θα ήταν ο Εφέτης κος ΣΤ. Όταν τέλειωσε ο ορισμός των Προέδρων άρχισε να ορίζει τα άλλα δύο μέλη της συνθέσεως και ανακοίνωσε τα ονόματα της κας ΔΔ και της κας ΕΕ, επίσης χωρίς να κάνει κλήρωση ...". Τα παραπάνω επιβεβαίωσαν στις καταθέσεις τους και οι μάρτυρες ΗΗ και ΘΘ, συνάδελφος και δικηγόρος του ανωτέρω μάρτυρα αντίστοιχα, οι οποίοι επίσης παρακολούθησαν τη συνεδρίαση του παραπάνω Δικαστηρίου της 11-12-2002, μετά από προτροπή του πρώτου. Μάλιστα ο παραπάνω μάρτυρας (ΖΖ) κατά τη συνεδρίαση της 9-1-2003, κατά την οποία είχε αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης με εγκαλούντα-πολιτικώς ενάγοντα τον ίδιο και κατηγορουμένους τους Χ12, Χ11 και Χ13, αφού έλαβε το λόγο από τον Προεδρεύοντα, έθεσε θέμα νομιμότητας της διαδικασίας για την κατάρτιση των μελών της συνθέσεως του εν λόγω Δικαστηρίου. Στη συνέχεια δε αυτός υπέβαλε αίτημα περί αναβολής της υποθέσεως προκειμένου αυτή να εκδικαστεί από τους φυσικούς του δικαστές και, μετά την απόρριψη του αιτήματος του αυτού, υπέβαλε ένσταση εξαιρέσεως της συνθέσεως του Δικαστηρίου για τον ίδιο λόγο. Πρέπει δε να τονιστεί ότι από τα πρακτικά του Δικαστηρίου αυτού της 9-1-2003 προκύπτει ότι ο πιο πάνω μάρτυρας ΖΖ είχε αναφέρει και τότε-σε ανύποπτο χρόνο- ότι στις 11-12-2002 παρακολούθησε τη συνεδρίαση για την "κλήρωση και εκλογή για την κατάρτιση των μελών της συνθέσεως του παρόντος Δικαστηρίου". Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί ότι ο μάρτυρας ΑΑ, Εφέτης που συμμετείχε τη σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης της 11-12-2002, καταθέτει ότι "δεν μπορεί να βεβαιώσει εάν τηρούσε ο Προεδρεύων κατά τη διάρκεια της κληρώσεως τις υποχρεώσεις του, που προκύπτουν από το Νόμο, σε σχέση με τον τρόπο της κληρώσεως". Με τα δεδομένα αυτά είναι φανερό ότι οι πιο πάνω κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 έχοντας προς τούτο γνώση και θέληση βεβαίωσαν ψευδώς στα συντασσόμενα κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 του Ν. 1756/1988 πρακτικά, που αποτελούν δημόσια έγγραφα, ότι η κλήρωση για τις συνθέσεις των πιο πάνω Δικαστηρίων της 16-1-2003 και 9-1-2003 είχε γίνει σύμφωνα με τα οριζόμενα στο νόμο, ενώ στην πραγματικότητα, τουλάχιστον ως προς τα μέλη των συνθέσεων αυτών είχε γίνει ορισμός. Ειδικότερα δε αυτοί βεβαίωσαν με πρόθεση ψευδώς για τη σύνθεση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης της 16-1-2003 ότι είχαν κληρωθεί ως μέλη της συνθέσεως, μεταξύ των άλλων, οι Εφέτες ΓΓ, Χ2 και ΔΔ, ενώ στην πραγματικότητα, τουλάχιστον ως προς τα μέλη αυτά, δεν είχε γίνει κλήρωση αλλά ορισμός. Τούτο δε έπραξαν με σκοπό να ευνοήσουν τους κατηγορουμένους για της πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική χρήση πλαστού εγγράφου και λαθρεμπορίας Χ7 και Χ8, των οποίων ποινική απόθεση είχε οριστεί προς εκδίκαση κατά την ανωτέρω ημερομηνία ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και οι οποίοι με την υπ' αριθ. 89-90/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκαν αθώοι, ο μεν Χ7 ομοφώνως, ο δε Χ8 κατά πλειοψηφία τριών (των προαναφερομένων ΓΓ, Χ2 και ΔΔ) προς δύο. Με την πράξη τους αυτή είχαν σκοπό να προσπορίσουν τουλάχιστον στο Χ8 παράνομο όφελος ύψους 917.466,32 ευρώ με ισόποση αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο αποστερείτο των εισπρακτέων απ' αυτό δασμών και λοιπών δικαιωμάτων. Επίσης, οι παραπάνω κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 βεβαίωσαν με πρόθεση ψευδώς για τη σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων της 9-1-2003 ότι είχαν κληρωθεί ως μέλη οι ΕΕ και ΔΔ και ως Εισαγγελέας της έδρας ο ΒΒ, ενώ στην πραγματικότητα δεν είχε γίνει κλήρωση για τα μέλη της συνθέσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης της ανωτέρω ημερομηνία αλλά ορισμός. Τούτο δε έπραξαν με σκοπό να ευνοήσουν τους κατηγορουμένους: α) Χ12, Χ11 και Χ13, των οποίων ποινική υπόθεση για τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και ηθικής αυτουργίας στις παραπάνω πράξεις είχε οριστεί προς εκδίκαση κατά την ανωτέρω ημερομηνία ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, το οποίο με την υπ' αριθ. 54-55-60/2003 απόφαση του κήρυξε αυτούς αθώους. Συγκεκριμένα δε οι παραπάνω κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 είχαν σκοπό να προσπορίσουν στους κατηγορουμένους Χ12, Χ11 και Χ13 με την απαλλαγή τους παράνομο όφελος ύψους 40.000.000 δραχμών ή 117.388,11 ευρώ, που ήταν το συνολικό ποσό το οποίο ζητούσαν με ξεχωριστές αγωγές τους οι δύο τελευταίοι από το ΖΖ λόγω της προβαλλόμενης από αυτούς προσβολής της προσωπικότητας τους, που εφέρετο να τους έχει προκαλέσει ο τελευταίος, αντίδικος τους σε πολιτική δίκη, ο οποίος ισχυριζόταν ότι ουδέποτε είχε θέσει την υπογραφή του στη θέση του παραλαβόντος στις εκθέσεις επιδόσεως των αγωγών αυτών και αντίστοιχη ισόποση ζημία του ΖΖ και β) τους κατηγορουμένους Χ8 και Χ7, των οποίων ποινική υπόθεση για την πράξη της κατοχής λαθρεμπορεύματος είχε οριστεί προς εκδίκαση κατά την ανωτέρω ημερομηνία ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, το οποίο με την υπ' αριθ. 41/2003 απόφαση του κήρυξε αυτούς αθώους κατά πλειοψηφία, μειοψηφίσαντος του Προέδρου ΣΤ. Συγκεκριμένα δε οι παραπάνω κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 είχαν σκοπό να προσπορίσουν στους κατηγορουμένους Χ8 και Χ7 με την απαλλαγή τους παράνομο όφελος και ισόποση αντίστοιχη ζημία εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 6.591.869 ευρώ από την παράλειψη καταβολής εκ μέρους των τελευταίων αναλογούντων σε κατεχόμενα απ' αυτούς λαθρεμπορεύματα δασμών και λοιπών φόρων, που εκείνο αποστερήθηκε. Κατά συνέπεια τούτων στην παρούσα περίπτωση προκύπτει ότι υφίστατο στους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2 σκοπός να περιποιήσουν σε άλλους αθέμιτο περιουσιακό όφελος με την απαλλαγή των πιο πάνω κατηγορουμένων στις προαναφερόμενες δίκες, στο οποίο όφελος και οι πρώτοι απέβλεπαν και ως εκ τούτου το έγκλημα της ψευδούς βεβαιώσεως καθίσταται κακούργημα, αδιαφόρως εάν επιτεύχθηκε ο ως άνω επιδιωκόμενος σκοπός. Συγκεκριμένα, οι κατηγορούμενοι αυτοί προέβησαν σε επιλογή κατά τη βούληση τους των μελών της συνθέσεως των ως άνω Δικαστηρίων με προφανή σκοπό να προσπορίσουν στους κατηγορουμένους Χ8, Χ7, Χ12, Χ11 και Χ13 με την απαλλαγή τους παράνομο όφελος. Έτσι, με βάση τα παραπάνω ως προς τους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2 στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 242 παρ. 1 και 3 ΠΚ, ο κακουργηματικός χαρακτήρας του οποίου διατηρείται, ανεξαρτήτως της επιτεύξεως ή μη του παραπάνω σκοπού εκ μέρους τους και χωρίς να συνδέεται άμεσα με την τέλεση ή μη του εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος, που αποδίδεται στις κατηγορούμενες ΓΓ, Χ2, ΔΔ και ΕΕ, οι οποίες τελικά μετείχαν στη σύνθεση των ως άνω Δικαστηρίων, μετά τον ορισμό τους με τον πιο πάνω τρόπο. Επομένως, ως προς την περίπτωση της κληρώσεως της 11-12-2002 από τα όσα προαναφέρθηκαν, εκτιμώμενα υπό το πρίσμα της κατά το άρθρο 177 ΚΠοινΔ ηθικής και κατά συνείδηση αξιολόγησης των αποδείξεων, προκύπτουν για τους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2 σοβαρές ενδείξεις ενοχής, η συνδρομή των οποίων επιβάλλει τον ακροαματικό έλεγχο της υποθέσεως και ως εκ τούτου πρέπει να παραπεμφθούν αυτοί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. 1β, 313 του ΚΠοινΔ, για να δικαστούν για την αξιόποινη πράξη της κατάχρησης εξουσίας με σκοπό προσπορισμού αθεμίτου οφέλους που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, όπως αυτή ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας". Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, αφού είναι φανερό ότι από γραφική παραδρομή αναφέρεται ότι οι κατηγορούμενοι πρέπει να δικασθούν για την αξιόποινη πράξη "της κατάχρησης εξουσίας" αντί του ορθού της ψευδούς βεβαίωσης σε βαθμό κακουργήματος. Περαιτέρω, συνεχίζει το Συμβούλιο Εφετών, προέκυψε ότι την 26 και 27 Ιανουαρίου 2004 εκδικάστηκε από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης υπόθεση με κατηγορουμένους τους Χ5, Χ6 και ΚΚ, κατοίκους ... Νομού ..., από τους οποίους οι πρώτος και τρίτος ήσαν κρατούμενοι στις Δικαστικές Φυλακές Θεσσαλονίκης για τις αξιόποινες πράξεις της κατοχής ναρκωτικών ουσιών από κοινού, νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα από κοινού και κατ' εξακολούθηση, παράνομη κατοχή όπλου και παράνομη κατοχή κυνηγετικού όπλου. Ειδικότερα δε καθόσον αφορά στις δύο πρώτες από τις ως άνω αξιόποινες πράξεις αυτοί κατηγορούνταν για το ότι στους παρακάτω τόπους και χρόνους, ενεργώντας άλλοτε από κοινού όλοι και άλλοτε από κοινού οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι Χ5 και Χ6, τέλεσαν από πρόθεση την αντικειμενική υπόσταση εγκλημάτων που τιμωρούνται από το νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή και δη: Α) Όλοι οι κατηγορούμενοι (Χ5, Χ6 και ΚΚ), στον παρακάτω τόπο και χρόνο, ενεργώντας από κοινού, κατείχαν, δηλαδή είχαν στη φυσική τους εξουσίαση, ναρκωτικά. Συγκεκριμένα, στη μονοκατοικία του πρώτου απ' αυτούς (Χ5), που βρίσκεται στην ... Νομού ..., στις 14-12-2002, κατείχαν από κοινού, δηλαδή η μεν δεύτερη από αυτούς (Χ6), η οποία συμβίωνε και συγκατοικούσε με τον πρώτο (Χ5), ο δε τρίτος από αυτούς φιλοξενείτο από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους στην προαναφερόμενη κατοικία του πρώτου από αυτούς και όλοι μαζί είχαν στη φυσική τους εξουσίαση ναρκωτικά και δη ποσότητα (69,20) γραμμαρίων ηρωίνης, επιμερισμένη σε επτά ( 7 ) μερικότερες συσκευασμένες ποσότητες, έτοιμες προς μεταπώληση, βάρους (10,10 + 9 + 10 + 10,30 + 10,10 + 9,90 + 9,80) γραμμαρίων, επιμελώς κρυμμένες σ' ένα βάζο, στην ισόγεια - αποθήκη της προαναφερόμενης κατοικίας του Χ5. Β) Οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι (Χ5 και Χ6) ενεργώντας από κοινού στον παρακάτω τόπο και σε διαφορετικούς χρόνους, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενεργώντας με πρόθεση και από κοινού και ατομικά καθένας και με σκοπό να συγκαλύψουν την αληθινή προέλευση εσόδων τους, προερχομένων από εγκληματική δραστηριότητα, δηλαδή αγορά-κατοχή ναρκωτικών ουσιών, με σκοπό την περαιτέρω πώληση σε τρίτους, αγόρασαν ενεργώντας ατομικά και από κοινού καθένας, διάφορα περιουσιακά στοιχεία (κινητά και ακίνητα) και έγιναν με κάθε τρόπο δικαιούχοι αυτών των περιουσιακών στοιχείων με έσοδα που προέρχονται από την προαναφερόμενη εγκληματική δραστηριότητα και συγκεκριμένα: 1) Στην ... του Νομού ..., στις 29-6-2001, ενεργώντας από κοινού και ατομικά καθένας, αγόρασαν και απέκτησαν κατά κυριότητα με ποσοστό συγκυριότητας 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, τύπου MERCEDES 190, 1997 κυβικών εκατοστών, με σκοπό να συγκαλύψουν την αληθινή προέλευση εσόδων τους, που προέρχονται από την παραπάνω εγκληματική δραστηριότητα. 2) Στην ... του Νομού ... , το Νοέμβριο του 2002, ενεργώντας από κοινού και ατομικά ο καθένας, έγιναν συγκύριοι και συνδικαιούχοι κατ' ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου καθένας του χρηματικού ποσού των 26.000 ευρώ, το οποίο κατέθεσαν στον υπ' αριθ. ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με σκοπό να συγκαλύψουν την αληθινή προέλευση των εσόδων τους, που προέρχονται από την προαναφερόμενη εγκληματική δραστηριότητα. Και 3) Στην ... του Νομού ..., στις 4-3-1997, ενεργώντας από κοινού και ατομικά ο καθένας, έγιναν κύριοι από κοινού ενός οικοπέδου, που βρίσκεται επί της οδού ... αριθ. ... στην ..., στο οποίο ανήγειραν με την υπ' αριθ. ... οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου ..., διώροφη οικοδομή-μονοκατοικία με υπόγειο, υπερπολυτελούς κατασκευής, με διαμορφωμένο περιβάλλοντα χώρο, με σκοπό να συγκαλύψουν την αληθινή προέλευση εσόδων τους, που προέρχονται από την προαναφερόμενη εγκληματική δραστηριότητα. Στη σύνθεση του παραπάνω Δικαστηρίου στις 26 και 27-1-2004, μετείχε ως Προεδρεύων Εφέτης ο κατηγορούμενος Χ1, ενώ ο κατηγορούμενος Χ4, δικηγόρος, κάτοικος ..., παραστάθηκε ως συνήγορος υπερασπίσεως των πιο άνω κατηγορουμένων Χ5 και Χ6. Ακολούθως, με την υπ' αριθ. 127/26 και 27-1-2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης κηρύχθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι Χ5, Χ6 και ΚΚ για τις αποδιδόμενες σ' αυτούς αξιόποινες πράξεις της κατοχής ναρκωτικών ουσιών από κοινού και νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα από κοινού και κατ' εξακολούθηση, ενώ κηρύχθηκε ένοχος ο πρώτος αυτών Χ5 για τις πλημμεληματικού χαρακτήρα αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις της παράνομης κατοχής όπλου και παράνομης κατοχής κυνηγετικού όπλου. Επιπλέον, ο δεύτερος κατηγορούμενος ως Προεδρεύων του πιο πάνω Δικαστηρίου, κατά παράβαση του καθήκοντος αμεροληψίας και αντικειμενικότητας, αφ' ενός μεν δεν επεδίωξε κατά τη διαδικασία να αποκαλυφθεί η αλήθεια, αφ' ετέρου δε έδωσε απαλλακτική ψήφο, με συνέπεια λόγω και της απαλλακτικής ψήφου των άλλων δύο μελών της συνθέσεως του Δικαστηρίου, να κηρυχθούν αθώοι οι ως άνω κατηγορούμενοι για τις προαναφερόμενες πράξεις. Πλην όμως από το όλο αποδεικτικό υλικό της υποθέσεως ουδόλως δικαιολογείτο η απαλλακτική αυτή κρίση, καθόσον υπήρχαν συγκεκριμένα στοιχεία που οδηγούσαν σε αντίθετο συμπέρασμα. Έτσι, ο κατηγορούμενος αυτός κατά το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης ενήργησε όχι με βάση την αρχή της νομιμότητας, αλλά αυθαίρετα και υπερβαίνοντας τα ακραία όρια της λογικής, οι ενέργειες του δε αυτές επικαλύπτονται από δόλο παράβασης των καθηκόντων του και προσπορισμού οφέλους στους πιο πάνω κατηγορουμένους. Ειδικότερα, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 κατά παράβαση του καθήκοντος αμεροληψίας και αντικειμενικότητας ανέγραψε στο αιτιολογικό της ως άνω απαλλακτικής αποφάσεως: α) ότι τα πιο πάνω περιουσιακά στοιχεία αποτελούν προϊόν σκληρού κόπου και μόχθου, ενώ αυτά δεν δικαιολογούνταν από τα εισοδήματα των κατηγορουμένων, β) ότι ουδέποτε είχε ακουστεί ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι είχαν σχέση με ναρκωτικά, ενώ από το αποδεικτικό υλικό προέκυπτε γνώση των αστυνομικών αρχών ότι αυτοί σχετίζονται με ναρκωτικά, δεδομένου ότι υπήρχαν πληροφορίες ότι στην οικία του πρώτου κατηγορουμένου Χ5 γίνεται διακίνηση ναρκωτικών από τον ίδιο, τη γυναίκα του και έναν Αλβανό που έμενε μαζί τους, γ) ότι η αποθήκη βρισκόταν στο πίσω μέρος του σπιτιού και ότι μπορούσε να έχει πρόσβαση σ' αυτήν οποιοσδήποτε διερχόταν από εκεί, ενώ κάτι τέτοιο δεν προέκυπτε από τα στοιχεία της δικογραφίας, αφού η αποθήκη ήταν δίπλα στο σπίτι και η ποσότητα των ναρκωτικών (69 γραμμάρια ηρωίνης) είναι μεγάλη και ένας χρήστης δεν θα διακινδύνευε να τα κρατήσει εκεί, δ) ότι η τοποθέτηση των ναρκωτικών στο σημείο που δέχθηκε η απόφαση ήταν έργο άλλων ατόμων και πιθανότατα των ΛΛ και ΜΜ, που εξετάστηκαν ως μάρτυρες, ενώ αυτοί δεν είχαν καταθέσει κάτι τέτοιο και ακόμη, ενώ ο κατηγορούμενος Χ1 ως Προεδρεύων δέχθηκε τα παραπάνω, παρέλειψε να ενεργήσει, όπως ήταν υποχρεωμένος κατά τη διάταξη του άρθρου 38 ΚΠοινΔ, δεδομένου ότι κατά τη διάρκεια της ποινικής δίκης είχε ανακύψει γεγονός που μπορούσε να χαρακτηριστεί ως έγκλημα διωκόμενο αυτεπαγγέλτως. Ο πιο πάνω κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι, ενόψει της δηλώσεως του Εισαγγελέα της έδρας προς το μάρτυρα ΛΛ κατά την οποία "επέστησε την προσοχή του ότι αυτά που αναφέρει κατά την κατάθεση του είναι ποινικά αδικήματα που μπορούν να επισύρουν την ποινική δίωξη για τον ίδιο και για άλλους που πιθανόν αυτός αναφέρει στην κατάθεση του", του δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι ο Εισαγγελέας της έδρας είχε αναλάβει την υποχρέωση και θα έπραττε τα δέοντα. Πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός του πιο πάνω κατηγορουμένου είναι αβάσιμος, καθόσον με τη διάταξη του άρθρου 38 ΚΠοινΔ ρητά και με σαφήνεια καθιερώνεται υποχρέωση του προεδρεύοντος δικαστή να συντάξει έκθεση και να τη διαβιβάσει στον αρμόδιο εισαγγελέα με κάθε πληροφορία και με σχετικά έγγραφα. Ακόμη πρέπει να σημειωθεί ότι ο ΝΝ, αρχικός δικηγόρος των κατηγορουμένων Χ5 και Χ6, στην κατάθεση του αναφέρει ότι ο Χ5 ζητούσε απ' αυτόν επιμόνως να του παράσχει τη διαβεβαίωση ότι η κρίση του Δικαστηρίου θα ήταν γι' αυτόν απαλλακτική. Πλην όμως τέτοια διαβεβαίωση δεν μπορούσε να παράσχει ο παραπάνω μάρτυρας, δεδομένου ότι θεωρούσε ότι τα στοιχεία της δικογραφίας δεν του επέτρεπαν κάτι τέτοιο, οπότε ο Χ5 την 23-4-2003 του δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσει να είναι υπερασπιστής του και παραστάθηκε στη δίκη με δικηγόρο τον ένατο κατηγορούμενο Χ4. Με τα δεδομένα αυτά είναι φανερό ότι ο κατηγορούμενος Χ1 παρέβη το καθήκον αμεροληψίας και αντικειμενικότητας, διαστρέφοντας τα αποδεικτικά στοιχεία, με σκοπό να ωφελήσει παράνομα τους πιο πάνω κατηγορουμένους με την αθώωση τους και ως εκ τούτου προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του. Επομένως, πρέπει αυτός να παραπεμφθεί, σύμφωνα με. τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. 1β', 313 του ΚΠοινΔ, για να δικαστεί για την αποδιδόμενη αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και ακολούθως παρέπεμψε τους αναιρεσείοντος-κατηγορουμένους στο ακρατοήριο για να δικασθούν για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως κατά μόνας και από κοινού σε βαθμό κακουργήματος, αφενός διέλαβε την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , με την έννοια που εκτέθηκε στη νόμιμη σκέψη της παρούσας, αφετέρου δε ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 45, 98 και 242 § § 1,3 του Π.Κ., τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε στις διατάξεις αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκαν παραπεμπτέοι οι αναιρεσείοντες. Δεν εμφιλοχώρησε δε οποιανδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών, το δε Συμβούλιο Εφετών συνεκτίμησε και συναξιολόγησε όλα τα κατ'είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ενώ δεν απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά.
Συνεπώς οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις του πρώτου που με το πρόσχημα της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών είναι απαράδεκτες.
Κατ'ακολουθία, οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και για έλλειψη νόμιμης βάσης είναι αβάσιμοι και οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες. Το αίτημα δε του πρώτου αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου σας πρέπει να απορριφθεί, αφού με πληρότητα στην αίτηση αναιρέσεως αναπτύσσει τις απόψεις τους και δεν χρειάζεται να δώσει οποιαδήποτε διευκρίνιση.
Τέλος, η πλημμεληματική πράξη της παράβασης καθήκοντος, που αποδίδεται στον πρώτο αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο Χ1 και φέρεται ότι έλαβε χώρα την 26 και 27 Ιανουαρίου 2004, υπέπεσε ήδη (μετά την έκδοση του προσβαλλομένου βουλεύματος 10-9-2008) σε παραγραφή, αφού από της τελέσεώς της μέχρι σήμερα παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών, χωρίς στο μεταξύ να μεσολαβήσει κάποιος λόγος αναστολής της παραγραφής. Κατόπιν αυτών, εφόσον η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του εν λόγω αναιρεσείοντος ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως και περιέχει ένα παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, πρέπει κατ'αυτεπάγγελτη έρευνα του χρόνου παραγραφής, να αναιρεθεί εν μέρει το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικώς η κατ'αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη για παράβαση καθήκοντος λόγω παραγραφής.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: Α) Να απορριφθεί το αίτημα του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου σας.
Β) Να απορριφθούν οι υπ'αριθμ. 21/2009 και 23/2009 αιτήσεις αναίρεσεις των κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 1473/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες.
Γ) Να αναιρεθεί εν μέρει το υπ'αριθμ. 1473/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, καθόσον αφορά την αποδιδομένη στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο Χ1 αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος, που φέρεται ότι τέλεσε στη ... στις 26 και 27-1-2004 και να παύσει οριστικά η ασκηθείσα κατ'αυτού για την πράξη αυτή ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής.
Αθήνα 6 Μαρτίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Βλάσσης
Εισάγω συμπληρωματικά με την υπ' αριθμ. 190/21-5-2009 πρότασή μου, το από 24-6-2009 αίτημα της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ2 για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον του Συμβουλίου σας και προτείνω να απορριφθεί, διότι με πληρότητα στην αίτηση αναιρέσεως αναπτύσσει τις απόψεις της και δεν χρειάζεται να δώσει οποιαδήποτε διευκρίνιση.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Βλάσσης

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι με αριθμό 21/11-2-2009 και 23/16-2-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2, αντίστοιχα, για αναίρεση του 1473/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο οι αναιρεσείοντες και άλλοι κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν για ψευδή βεβαίωση κατά μόνας(ο πρώτος) και από κοινού και κατ' εξακολούθηση, με σκοπό τον προσπορισμό σε άλλον αθέμιτου οικονομικού οφέλους, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και επί πλέον ο πρώτος και για παράβαση καθήκοντος, ασκήθηκαν παραδεκτά και πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της συνάφειας τους. Όμως, το αίτημα των αναιρεσειόντων, που παραδεκτά υποβλήθηκε, για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου τούτου προς παροχή εξηγήσεων, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμο, δεδομένου ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) με τα δικόγραφα της αναίρεσης έχουν εκθέσει εκτενώς προς υπεράσπισή τους τις απόψεις τους, για την υπόθεση. Κατά το άρθρο 242 παρ. 1, 3 του ΠΚ, υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν όμως ο υπαίτιος της πράξεως αυτής είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, επιβάλλεται κάθειρξη, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως, που αποτελεί έγκλημα σχετικό με την υπηρεσία, απαιτούνται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263 Α' του ΠΚ, αρμόδιος για τη σύνταξη ή την έκδοση εγγράφου, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' ΠΚ, που πρέπει να είναι δημόσιο, όπως είναι και τα πρακτικά για τις κληρώσεις κατ' άρθρο 17 του Ν. 1756/1988 των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων, τα οποία μετά την κλήρωση αναρτώνται στον πίνακα των ανακοινώσεων του δικαστηρίου και ισχύουν έναντι πάντων, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδούς περιστατικού που είναι δυνατόν να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή που να αναφέρεται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή αναίρεση (απόσβεση) δικαιώματος ή έννομης δημόσιας ή ιδιωτικής σχέσεως ή καταστάσεως, αδιάφορα αν επιτεύχθηκε η επέλευση αυτών και δ) δόλος που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση του δράστη να βεβαιώσει ψευδή περιστατικά που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες, ή τουλάχιστον στη γνώση ως ενδεχόμενης της παραγωγής αυτών από την πράξη και συγχρόνως στην εκ προοιμίου αποδοχή αυτής. Για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξεως απαιτείται επιπλέον και σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξή του, το δε όφελος ή η βλάβη να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος, η σύμπραξη δε στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες ή επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται εξειδίκευση των ενεργειών καθενός συναυτουργού. Ειδικότερα, απαιτείται καθένας από τους συναυτουργούς να θέλει ή να γνωρίζει και να αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας παράλληλα ότι και οι λοιποί συναυτουργοί πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος. Επίσης απαιτείται καθένας από τους συναυτουργούς να συμπράττει ταυτόχρονα ή διαδοχικά, στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, υλοποιώντας, αυτοπροσώπως και αμέσως, είτε ολόκληρη την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος είτε επί μέρους πράξεις συγκλίνουσες στην πραγμάτωση αυτού. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ.1,2 του ΠΚ, αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή. Για την επιμέτρηση το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε.
Τέλος, κατά τα άρθρα 111,112 και 113 παρ.2 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε ετών και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση όχι όμως πέρα από τρία έτη. Η κύρια διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ.,314,320,321,339,340και 343 ΚΠΔ, αρχίζει είτε με την έναρξη της προκαταρκτικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως(αφού το παραπεμπτικό βούλευμα καταστεί αμετάκλητο) ή του κλητήριου θεσπίσματος με το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωση. Η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής δίκης, ακόμη και στον ’ρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της και μετά την άσκηση της αναίρεσης κατά βουλεύματος, υποχρεούται ν' αναιρέσει τούτο και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 310 παρ.1 εδάφ. β' του ΚΠΔ, αρκεί η αίτηση αναίρεσης να ασκηθεί παραδεκτά και να περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως από εκείνους, που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 484 του ίδιου κώδικα. Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικά ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος η κατ' είδος αναφορά τούτων, χωρίς αναλυτική παράθεσή των και τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο για το σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Κατά δε το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' του ΚΠΔ συνιστούν λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη, ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής: Απ' όλο το αποδεικτικό υλικό και ειδικότερα τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων (πλην του Χ8, κατά του οποίου εκδόθηκε το υπ' αριθ. 11/2007 ένταλμα συλλήψεως από τον Επίκουρο Ανακριτή-Εφέτη), προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Πρέπει δε να τονιστεί στο σημείο αυτό ότι δεν λαμβάνονται υπόψη, προς επιβάρυνση της θέσης των κατηγορουμένων, οι δοθείσες απ' αυτούς, πριν από την απόκτηση της ιδιότητας του κατηγορουμένου (άρθρ. 72 ΚΠοινΔ), μαρτυρικές καταθέσεις κατά την προκαταρκτική εξέταση (στο μέτρο που δεν παραπέμπουν οι ίδιοι σ' αυτές με την απολογία τους), ενόψει του δικαιώματος σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεως του κατηγορουμένου, ως ειδικότερης έκφρασης του δικαιώματος υπεράσπισης και του δικαιώματος για δίκαιη δίκη κατ' άρθρ.6 της ΕΣΔΑ (βλ. Ολομ.ΑΠ 1/2004 ΝΟΒ 2004-1791,Ολομ. ΑΠ 2/1999 ΝΟΒ 2000-510). Ειδικότερα δε από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ακόλουθα: Την 11-12-2002 συνεδρίασε το Α' Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με θέμα "Κλήρωση για την κατάρτιση των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων αυτού κατά το μήνα Ιανουάριο 2003". Ο τρόπος και η διαδικασία της κλήρωσης αυτής προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 17 του Ν. 1756/1988 "Περί Οργανισμού των Δικαστηρίων κλπ", όπως ίσχυε κατά το χρόνο εκείνο. Τη σύνθεση του ως άνω Δικαστηρίου κατά την προαναφερόμενη συνεδρίαση απετέλεσαν οι Χ1, Προεδρεύων Εφέτης (δεύτερος κατηγορούμενος), ΑΑ, Εφέτης, Χ2 (τρίτη κατηγορουμένη), Εφέτης, ΒΒ, Αντεισαγγελέας Εφετών και ο γραμματέας της έδρας. Στους παραπάνω κατηγορουμένους Χ1 και Χ2, οι οποίοι έχουν ήδη παραιτηθεί από το Δικαστικό Σώμα, αποδίδεται ότι στη ... στις 11-12-2002, ως Πρόεδρος και μέλος, αντίστοιχα, της συνθέσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο κατά τη συνεδρίαση της 11-12-2002 διενήργησε τις κληρώσεις για τις συνθέσεις των δικαστηρίων του μηνός Ιανουαρίου 2003, βεβαίωσαν ψευδώς ότι η κλήρωση έγινε σύμφωνα με τα οριζόμενα στο νόμο και ότι: 1) για τη σύνθεση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης της 16-1-2003 είχαν κληρωθεί ως μέλη της συνθέσεως, μεταξύ των άλλων, οι Εφέτες ΓΓ, Χ2 και ΔΔ, ενώ στην πραγματικότητα, τουλάχιστον ως προς τα μέλη αυτά, δεν είχε γίνει κλήρωση αλλά ορισμός, με σκοπό να ευνοηθούν οι κατηγορούμενοι για τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική χρήση πλαστού εγγράφου και της λαθρεμπορίας Χ7 και Χ8, των οποίων ποινική υπόθεση είχε οριστεί προς εκδίκαση κατά την ανωτέρω ημερομηνία ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και οι οποίοι με την υπ' αριθ. 89-90/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκαν αθώοι, ο μεν Χ7 ομοφώνως, ο δε Χ8 κατά πλειοψηφία τριών (των προαναφερομένων ΓΓ, Χ2 και ΔΔ) προς δύο. Με την πράξη τους δε αυτή είχαν ως σκοπό οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2, σύμφωνα με την αποδιδόμενη σ' αυτούς ως άνω κατηγορία να προσπορίσουν τουλάχιστον στο Χ8 παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 917.466,32 ευρώ με ισόποση αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο απεστερείτο των εισπρακτέων α' αυτό δασμών και λοιπών δικαιωμάτων και 2) για τη σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων της 9-1-2003 κληρώθηκαν ως μέλη της συνθέσεως οι ΕΕ και ΔΔ και ως Εισαγγελέας της έδρας ο ΒΒ, ενώ στην πραγματικότητα δεν έγινε κλήρωση για τα μέλη της συνθέσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης της ανωτέρω ημερομηνίας αλλά ορισμός προκειμένου οι ως άνω εφέτες, μετά από σύμφωνη πρόταση του ανωτέρω Εισαγγελέα: α) να εκδώσουν ευνοϊκή απόφαση για τους κατηγορουμένους Χ12, Χ11 και Χ13, για τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση και ηθικής αυτουργίας στις παραπάνω πράξεις, πράγμα που επιτεύχθηκε, αφού οι ανωτέρω κηρύχθηκαν αθώοι με την υπ' αριθ. 54-55-60/2003 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και β) να εκδώσουν ευνοϊκή απόφαση για τους κατηγορουμένους Χ8 και Χ7 για το έγκλημα της κατοχής λαθρεμπορεύματος, κάτι που τελικά έγινε, αφού οι ανωτέρω κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι με την υπ' αριθ.41/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά πλειοψηφία, μειοψηφήσαντος του Προέδρου ΣΤ. Με τις πράξεις τους δε αυτές είχαν σκοπό να προσπορίσουν στη μεν υπό στοιχείο α' περίπτωση παράνομο όφελος στους Χ12, Χ11 κα Χ13 με την απαλλαγή τους από τις ως άνω κατηγορίες της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, ψευδούς βεβαιώσεως, κατ' εξακολούθηση για τον πρώτο απ' αυτούς και της ηθικής αυτουργίας στις παραπάνω πράξεις για τους λοιπούς εξ αυτών, αφ' ετέρου δε χρηματικό όφελος 40.000.000 δραχμών ή 117.388,11 ευρώ, που ήταν το συνολικό ποσό το οποίο ζητούσαν με ξεχωριστές αγωγές τους οι δύο τελευταίοι από το ΖΖ λόγω της προβαλλόμενης από αυτούς προσβολής της προσωπικότητας τους, που εφέρετο να τους έχει προκαλέσει ο τελευταίος, αντίδικος τους σε πολιτική δίκη, ο οποίος ισχυριζόταν ότι ουδέποτε είχε θέσει την υπογραφή του στη θέση του παραλαβόντος στις εκθέσεις επιδόσεως των αγωγών αυτών και αντίστοιχη ζημία του ΖΖ. Επίσης, οι πιο πάνω κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 στην υπό στοιχείο β' περίπτωση είχαν σκοπό να προσπορίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος στους Χ8 και Χ7 και ισόποση αντίστοιχη ζημία εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 6.591.869 ευρώ από την παράλειψη καταβολής εκ μέρους των τελευταίων αναλογούντων σε κατεχόμενα απ' αυτούς λαθρεμπορεύματα δασμών και λοιπών φόρων, που εκείνο αποστερήθηκε. Από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι κατά τη συνεδρίαση της 11-12-2002 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης δεν έγινε κλήρωση αλλά ορισμός των δικαστών που θα αποτελούσαν τα μέλη της συνθέσεως των προαναφερόμενων Δικαστηρίων και συγκεκριμένα του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης της 16-1-2003 και του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης της 9-1-2003. Στο σημείο αυτό χαρακτηριστική είναι η κατάθεση του μάρτυρα ΖΖ, ο οποίος παρακολούθησε προσωπικά την πιο πάνω συνεδρίαση του Δικαστηρίου αυτού στις 11-12-2002 και με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος διαπίστωσε ότι γινόταν ορισμός κατά βούληση και με τη συνεργασία των πιο πάνω κατηγορουμένων και όχι κλήρωση των συνθέσεων των εν λόγω Δικαστηρίων. Ειδικότερα δε αυτός στην από 28-9-2006 κατάθεση του ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, εκτός των άλλων, καταθέτει και ότι "... Τοποθετούσε ανάμεσα στα δάκτυλα του τρείς κλήρους, έβαλε και κάποιους άλλους κλήρους σε ένα μικρό πλαστικό δοχείο, έβαλε το χέρι του δήθεν μέσα και έβγαλε τους κλήρους που είχε στα δάκτυλα και τους ανακοίνωσε σαν να είχαν κληρωθεί. Αυτός ο τρόπος τηρήθηκε στην κλήρωση των κακουργημάτων. Όταν έφθασε στην κλήρωση των Δικαστηρίων που θα δίκαζαν πλημμελήματα δεν έκανε ούτε αυτό. Συνεννοείτο με την κα Χ2 και όριζε κατά βούληση τους Δικαστές και τους Εισαγγελείς που θα μετείχαν στη σύνθεση των Τριμελών Εφετείων Πλημμελημάτων. Εγώ παρακολουθούσα να δω τι θα γίνει με την κλήρωση της 9ης Ιανουαρίου 2003, που ήταν το δικαστήριο μου. Χωρίς να κάνει καμία κλήρωση ανακοίνωσε απλώς ότι Πρόεδρος του Δικαστηρίου θα ήταν ο Εφέτης κος ΣΤ. Όταν τελείωσε ο ορισμός των Προέδρων άρχισε να ορίζει τα άλλα δυο μέλη της συνθέσεως και ανακοίνωσε τα ονόματα της κας ΔΔ και της κας ΕΕ, επίσης χωρίς να κάνει κλήρωση ...". Τα παραπάνω επιβεβαίωσαν στις καταθέσεις τους και οι μάρτυρες ΗΗ και ΘΘ, συνάδελφος και δικηγόρος του ανωτέρω μάρτυρα, αντίστοιχα, οι οποίοι επίσης παρακολούθησαν τη συνεδρίαση του παραπάνω Δικαστηρίου της 11-12-2002, μετά από προτροπή του πρώτου. Μάλιστα ο παραπάνω μάρτυρας (ΖΖ) κατά τη συνεδρίαση της 9-1-2003, κατά την οποία είχε αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης με εγκαλούντα-πολιτικώς ενάγοντα τον ίδιο και κατηγορουμένους τους Χ12, Χ11 και Χ13, αφού έλαβε το λόγο από τον Προεδρεύοντα, έθεσε θέμα νομιμότητας της διαδικασίας για την κατάρτιση των μελών της συνθέσεως του εν λόγω Δικαστηρίου. Στη συνέχεια δε αυτός υπέβαλε αίτημα αναβολής της υποθέσεως προκειμένου αυτή να εκδικαστεί από τους φυσικούς του δικαστές και, μετά την απόρριψη του αιτήματος του αυτού, υπέβαλε ένσταση εξαιρέσεως της συνθέσεως του Δικαστηρίου για τον ίδιο λόγο. Πρέπει δε να τονιστεί ότι από τα πρακτικά του Δικαστηρίου αυτού της 9-1-2003 προκύπτει ότι ο πιο πάνω μάρτυρας ΖΖ είχε αναφέρει και τότε -σε ανύποπτο χρόνο-ότι στις 11-12-2002 παρακολούθησε τη συνεδρίαση για την "κλήρωση και εκλογή για την κατάρτιση των μελών της συνθέσεως του παρόντος δικαστηρίου".
Ακόμη πρέπει να σημειωθεί ότι ο μάρτυρας ΑΑ, Εφέτης που συμμετείχε στη σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης της 11-12-2002, καταθέτει ότι "δεν μπορεί να βεβαιώσει εάν τηρούσε ο Προεδρεύων κατά τη διάρκεια της κληρώσεως τις υποχρεώσεις του, που προκύπτουν από το Νόμο, σε σχέση με τον τρόπο της κληρώσεως". Με τα δεδομένα αυτά είναι φανερό ότι οι πιο πάνω κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 έχοντας προς τούτο γνώση και θέληση βεβαίωσαν ψευδώς στα συντασσόμενα κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 του Ν. 1756/1988 πρακτικά, που αποτελούν δημόσια έγγραφα, ότι η κλήρωση για τις συνθέσεις των πιο πάνω δικαστηρίων της 16-1-2003 και 9-1-2003 είχε γίνει σύμφωνα με τα οριζόμενα στο νόμο, ενώ στην πραγματικότητα, τουλάχιστον ως προς τα μέλη των συνθέσεων αυτών είχε γίνει ορισμός. Ειδικότερα δε αυτοί βεβαίωσαν με πρόθεση ψευδώς για τη σύνθεση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης της 16-1-2003 ότι είχαν κληρωθεί ως μέλη της συνθέσεως, μεταξύ των άλλων, οι Εφέτες ΓΓ, Χ2 και ΔΔ, ενώ στην πραγματικότητα, τουλάχιστον ως προς τα μέλη αυτά, δεν είχε γίνει κλήρωση αλλά ορισμός. Τούτο δε έπραξαν με σκοπό να ευνοήσουν τους κατηγορουμένους για τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική χρήση πλαστού εγγράφου και λαθρεμπορίας Χ7 και Χ8, των οποίων ποινική υπόθεση είχε οριστεί προς εκδίκαση κατά την ανωτέρω ημερομηνία ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και οι οποίοι με την υπ' αριθ. 89-90/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκαν αθώοι, ο μεν Χ7 ομοφώνως, ο δε Χ8 κατά πλειοψηφία τριών (των προαναφερομένων ΓΓ, Χ2 και ΔΔ) προς δύο. Με την πράξη τους αυτή είχαν σκοπό να προσπορίσουν τουλάχιστον στο Χ8 παράνομο όφελος ύψους 917.466,32 ευρώ με ισόποση αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο αποστερείτο των εισπρακτέων απ' αυτό δασμών και λοιπών δικαιωμάτων. Επίσης οι παραπάνω κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 βεβαίωσαν με πρόθεση ψευδώς για τη σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης της 9-1-2003 ότι είχαν κληρωθεί ως μέλη η ΕΕ και ΔΔ και ως Εισαγγελέας της έδρας ο ΒΒ, ενώ στην πραγματικότητα δεν είχε γίνει κλήρωση για τα μέλη της συνθέσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης της ανωτέρω ημερομηνίας αλλά ορισμός. Τούτο δε έπραξαν με σκοπό να ευνοήσουν τους κατηγορουμένους α) Χ12, Χ11 και Χ13, των οποίων ποινική υπόθεση για τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και ηθικής αυτουργίας στις παραπάνω πράξεις είχε οριστεί προς εκδίκαση κατά την ανωτέρω ημερομηνία ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, το οποίο με την υπ' αριθ. 54-55-60/2003 απόφαση του κήρυξε αυτούς αθώους. Συγκεκριμένα δε οι παραπάνω κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 είχαν σκοπό να προσπορίσουν στους κατηγορουμένους Χ12, Χ11 και Χ13 με την απαλλαγή τους παράνομο όφελος ύψους 40.000.000 δραχμών ή 117.388,11 ευρώ, που ήταν το συνολικό ποσό το οποίο ζητούσαν με ξεχωριστές αγωγές τους οι δύο τελευταίοι από το ΖΖ, λόγω της προβαλλόμενης από αυτούς προσβολής της προσωπικότητα τους, που εφέρετο να τους έχει προκαλέσει ο τελευταίος αντίδικος τους σε πολιτική δίκη, ο οποίος ισχυριζόταν ότι ουδέποτε είχε θέσει την υπογραφή του στη θέση του παραλαβόντος στις εκθέσεις επιδόσεως των αγωγών αυτών και αντίστοιχη ισόποση ζημία του ΖΖ και β) τους κατηγορουμένους Χ8 και Χ7, των οποίων ποινική υπόθεση για την πράξη της κατοχής λαθρεμπορεύματος είχε οριστεί προς εκδίκαση κατά την ανωτέρω ημερομηνία ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, το οποίο με την υπ' αριθ. 41/2003 απόφαση του κήρυξε αυτούς αθώους κατά πλειοψηφία, μειοψηφήσαντος του Προέδρου ΣΤ. Συγκεκριμένα δε οι παραπάνω κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 είχαν σκοπό να προσπορίσουν στους κατηγορουμένους Χ8 και Χ7 με την απαλλαγή τους παράνομο όφελος και ισόποση αντίστοιχη ζημία εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 6.591.869 ευρώ από την παράλειψη καταβολής εκ μέρους των τελευταίων αναλογούντων σε κατεχόμενα απ' αυτούς λαθρεμπορεύματα δασμών και λοιπών φόρων, που εκείνο αποστερήθηκε. Κατά συνέπεια τούτων στην παρούσα περίπτωση προκύπτει ότι υφίστατο στους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2 σκοπός να περιποιήσουν σε άλλους αθέμιτο περιουσιακό όφελος με την απαλλαγή των πιο πάνω κατηγορουμένων στις προαναφερόμενες δίκες, στο οποίο όφελος και οι πρώτοι απέβλεπαν και ως εκ τούτου το έγκλημα της ψευδούς βεβαιώσεως καθίσταται κακούργημα, αδιαφόρως αν επιτεύχθηκε ο ως άνω επιδιωκόμενος σκοπός. Συγκεκριμένα, οι κατηγορούμενοι αυτοί προέβησαν σε επιλογή κατά τη βούλησή τους των μελών της συνθέσεως των ως άνω Δικαστηρίων με προφανή σκοπό να προσπορίσουν στους κατηγορουμένους Χ8, Χ7, Χ12, Χ11 και Χ13 με την απαλλαγή τους παράνομο όφελος. Έτσι με βάση τα παραπάνω ως προς τους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2 στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 242 παρ. 1 και 3 ΠΚ, ο κακουργηματικός χαρακτήρας του οποίου διατηρείται, ανεξαρτήτως της επιτεύξεως ή μη του παραπάνω σκοπού εκ μέρους τους και χωρίς να συνδέεται άμεσα με την τέλεση ή μη του εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος που αποδίδεται στις κατηγορούμενες ΓΓ, Χ2, ΔΔ και ΕΕ, οι οποίες τελικά μετείχαν στη σύνθεση των ως άνω Δικαστηρίων, μετά τον ορισμό τους με τον πιο πάνω τρόπο. Επομένως, ως προς την περίπτωση της κληρώσεως της 11-12-2002, από τα όσα προαναφέρθηκαν, εκτιμώμενα υπό το πρίσμα της κατά το άρθρο 177 ΚΠοινΔ ηθικής και κατά συνείδηση αξιολόγησης των αποδείξεων, προκύπτουν για τους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2 σοβαρές ενδείξεις ενοχής, η συνδρομή των οποίων επιβάλλει τον ακροαματικό έλεγχο της υποθέσεως και ως εκ τούτου πρέπει να παραπεμφθούν αυτοί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. 1β,313 του ΚΠοινΔ, για να δικαστούν για τις αξιόποινη πράξη της κατάχρησης εξουσίας με σκοπό προσπορισμού αθεμίτου οφέλους που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, όπως αυτή ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας". Περαιτέρω προέκυψε ότι την 26 και 27 Ιανουαρίου 2004 εκδικάστηκε από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης υπόθεση με κατηγορουμένους τους Χ5, Χ6 και ΚΚ, κατοίκους ... Νομού ... , από τους οποίους οι πρώτος και τρίτος ήσαν κρατούμενοι στις Δικαστικές Φυλακές Θεσσαλονίκης για τις αξιόποινες πράξεις της κατοχής ναρκωτικών ουσιών από κοινού, νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα από κοινού και κατ' εξακολούθηση, παράνομη κατοχή όπλου και παράνομη κατοχή κυνηγετικού όπλου. Ειδικότερα δε καθόσον αφορά στις δύο πρώτες από τις ως άνω αξιόποινες πράξεις αυτοί κατηγορούνταν για το ότι στους παρακάτω τόπους και χρόνους, ενεργώντας άλλοτε από κοινού όλοι και άλλοτε από κοινού οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι Χ5 και Χ6, τέλεσαν από πρόθεση την αντικειμενική υπόσταση εγκλημάτων που τιμωρούνται από το νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή και δη: Α)Όλοι οι κατηγορούμενοι (Χ5, Χ6 και ΚΚ),στον παρακάτω τόπο και χρόνο, ενεργώντας από κοινού, κατείχαν, δηλαδή είχαν στη φυσική τους εξουσίαση, ναρκωτικά. Συγκεκριμένα στη μονοκατοικία του πρώτου απ' αυτούς (Χ5), που βρίσκεται στην ... Νομού ..., στις 14-12-2002, κατείχαν από κοινού, δηλαδή η μεν δεύτερη από αυτούς (Χ6), η οποία συμβίωνε και συγκατοικούσε με τον πρώτο (Χ5), ο δε τρίτος απ' αυτούς φιλοξενείτο από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους στην προαναφερόμενη κατοικία του πρώτου από αυτούς και όλοι μαζί είχαν στη φυσική τους εξουσίαση ναρκωτικά και δη ποσότητα(69,20) γραμμαρίων ηρωϊνης, επιμερισμένη σε επτά (7) μικρότερες συσκευασμένες ποσότητες, έτοιμες προς μεταπώληση, βάρους (10,10 + 9 + 10 + 10,30 + 10,10 + 9,90 + 9,80) γραμμαρίων, επιμελώς κρυμμένες σ' ένα βάζο, στην ισόγεια-αποθήκη της προαναφερόμενης κατοικίας του Χ5. Β) Οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι (Χ5 και Χ6) ενεργώντας από κοινού στον παρακάτω τόπο και σε διαφορετικούς χρόνους, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενεργώντας με πρόθεση και από κοινού και ατομικά καθένας και με σκοπό να συγκαλύψουν την αληθινή προέλευση εσόδων τους, προερχομένων από εγκληματική δραστηριότητα, δηλαδή αγορά- κατοχή ναρκωτικών ουσιών, με σκοπό την περαιτέρω πώληση σε τρίτους, αγόρασαν ενεργώντας ατομικά και από κοινού καθένας, διάφορα περιουσιακά στοιχεία (κινητά και ακίνητα) και έγιναν με κάθε τρόπο δικαιούχοι αυτών των περιουσιακών στοιχείων με έσοδα που προέρχονται από την προαναφερόμενη εγκληματική δραστηριότητα και συγκεκριμένα: 1) Στην ... του Νομού ..., στις 29-6-2001, ενεργώντας ατομικά και από κοινού καθένας, αγόρασαν και απέκτησαν κατά κυριότητα με ποσοστό συγκυριότητας 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, τύπου MERCEDES 190,1997 κυβικών εκατοστών, με σκοπό να συγκαλύψουν την αληθινή προέλευση εσόδων τους, που προέρχονται από την παραπάνω εγκληματική δραστηριότητα. 2) Στην ... του Νομού ..., το Νοέμβριο του 2002, ενεργώντας από κοινού και ατομικά ο καθένας, έγιναν συγκύριοι και συνδικαιούχοι κατ' ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου καθένας του χρηματικού ποσού των 26.000 ευρώ, το οποίο κατέθεσαν στον υπ' αριθ. ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με σκοπό να συγκαλύψουν την αληθινή προέλευση των εσόδων τους, που προέρχονται από την προαναφερόμενη εγκληματική δραστηριότητα. Και 3) Στην ... του Νομού ..., στις 4-3-1997, ενεργώντας από κοινού και ατομικά ο καθένας, έγιναν κύριοι από κοινού ενός οικοπέδου, που βρίσκεται επί της οδού ... αριθ. ... στην ..., στο οποίο ανήγειραν με την υπ' αριθ. ... οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου ..., διώροφη οικοδομή-μονοκατοικία με υπόγειο, υπερπολυτελούς κατασκευής, με διαμορφωμένο περιβάλλοντα χώρο, με σκοπό να συγκαλύψουν την αληθινή προέλευση εσόδων τους, που προέρχονται από την προαναφερόμενη εγκληματική δραστηριότητα. Στη σύνθεση του παραπάνω Δικαστηρίου στις 26 και 27-1-2004, μετείχε ως Προεδρεύων Εφέτης ο κατηγορούμενος Χ1, ενώ ο κατηγορούμενος Χ4, δικηγόρος, κάτοικος ..., παραστάθηκε ως συνήγορος υπερασπίσεως των πιο άνω κατηγορουμένων Χ5 και Χ6. Ακολούθως, με την υπ' αριθ. 127/26 και 27-1-2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, κηρύχθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι Χ5, Χ6 και ΚΚ για τις αποδιδόμενες σ' αυτούς αξιόποινες πράξεις της κατοχής ναρκωτικών ουσιών από κοινού και νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα από κοινού και κατ' εξακολούθηση, ενώ κηρύχθηκε ένοχος ο πρώτος αυτών Χ5 για τις πλημμεληματικού χαρακτήρα αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις της παράνομης κατοχής όπλου και παράνομης κατοχής κυνηγετικού όπλου. Επιπλέον, ο δεύτερος κατηγορούμενος, ως Προεδρεύων του πιο πάνω Δικαστηρίου, κατά παράβαση του καθήκοντος αμεροληψίας και αντικειμενικότητας, αφ' ενός μεν δεν επεδίωξε κατά τη διαδικασία να αποκαλυφθεί η αλήθεια, αφ' ετέρου δε έδωσε απαλλακτική ψήφο, με συνέπεια λόγω και της απαλλακτικής ψήφου των άλλων δύο μελών της συνθέσεως του Δικαστηρίου, να κηρυχθούν αθώοι οι ως άνω κατηγορούμενοι για τις προαναφερόμενες πράξεις. Πλην όμως από το όλο αποδεικτικό υλικό της υποθέσεως ουδόλως δικαιολογείτο η απαλλακτική αυτή κρίση, καθόσον υπήρχαν συγκεκριμένα στοιχεία που οδηγούσαν σε αντίθετο συμπέρασμα. Έτσι, ο κατηγορούμενος αυτός, κατά το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης ενήργησε όχι με βάση την αρχή της νομιμότητας, αλλά αυθαίρετα και υπερβαίνοντας τα ακραία όρια της λογικής, οι ενέργειες του δε αυτές επικαλύπτονται από δόλο παράβασης των καθηκόντων του και προσπορισμού οφέλους στους πιο πάνω κατηγορουμένους. Ειδικότερα, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 κατά παράβαση του καθήκοντος αμεροληψίας και αντικειμενικότητας ανέγραψε στο αιτιολογικό της ως άνω απαλλακτικής αποφάσεως: α) ότι τα πιο πάνω περιουσιακά στοιχεία αποτελούν προϊόν σκληρού κόπου και μόχθου, ενώ αυτά δεν δικαιολογούνταν από τα εισοδήματα των κατηγορουμένων, β) ότι ουδέποτε είχε ακουστεί ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι είχαν σχέση με ναρκωτικά, ενώ από το αποδεικτικό υλικό προέκυπτε γνώση των αστυνομικών αρχών ότι αυτοί σχετίζονται με ναρκωτικά, δεδομένου ότι υπήρχαν πληροφορίες ότι στην οικία του πρώτου κατηγορουμένου Χ5 γίνεται διακίνηση ναρκωτικών από τον ίδιο, τη γυναίκα του και έναν Αλβανό που έμενε μαζί τους, γ) ότι η αποθήκη βρισκόταν στο πίσω μέρος του σπιτιού και ότι μπορούσε να έχει πρόσβαση σ' αυτήν, οποιοσδήποτε διερχόταν από εκεί, ενώ κάτι τέτοιο δεν προέκυπτε από τα στοιχεία της δικογραφίας, αφού η αποθήκη ήταν δίπλα στο σπίτι και η ποσότητα των ναρκωτικών (69 γραμμάρια ηρωϊνης) είναι μεγάλη και ένας χρήστης δεν θα διακινδύνευε να τα κρατήσει εκεί, δ) ότι η τοποθέτηση των ναρκωτικών στο σημείο που δέχθηκε η απόφαση ήταν έργο άλλων ατόμων και πιθανότατα των ΛΛ και ΜΜ, που εξετάστηκαν ως μάρτυρες, ενώ αυτοί δεν είχαν καταθέσει κάτι τέτοιο και ακόμη, ενώ ο κατηγορούμενος Χ1 ως Προεδρεύων δέχθηκε τα παραπάνω, παρέλειψε να ενεργήσει, όπως ήταν υποχρεωμένος κατά τη διάταξη του άρθρου 38 ΚΠοινΔ, δεδομένου ότι κατά τη διάρκεια της ποινικής δίκης είχε ανακύψει γεγονός που μπορούσε να χαρακτηριστεί ως έγκλημα διωκόμενο αυτεπαγγέλτως. Ο πιο πάνω κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι, ενόψει της δηλώσεως του Εισαγγελέα της έδρας προς το μάρτυρα ΛΛ κατά την οποία "επέστησε την προσοχή του ότι αυτά που αναφέρει κατά την κατάθεση του είναι ποινικά αδικήματα που μπορούν να επισύρουν την ποινική δίωξη για τον ίδιο και για άλλους που πιθανόν αυτός αναφέρει στην κατάθεση του", του δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι ο Εισαγγελέας της έδρας είχε αναλάβει την υποχρέωση και θα έπραττε τα δέοντα. Πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός του πιο πάνω κατηγορουμένου είναι αβάσιμος, καθόσον με τη διάταξη του άρθρου 38 ΚΠοινΔ ρητά και με σαφήνεια καθιερώνεται υποχρέωση του Προεδρεύοντος δικαστή να συντάξει έκθεση και να τη διαβιβάσει στον αρμόδιο εισαγγελέα με κάθε πληροφορία και με σχετικά έγγραφα. Ακόμη πρέπει να σημειωθεί ότι ο ΜΜ, αρχικός δικηγόρος των κατηγορουμένων Χ5 και Χ6, στην κατάθεση του αναφέρει ότι ο Χ5 ζητούσε απ' αυτόν επιμόνως να του παράσχει τη διαβεβαίωση ότι η κρίση του Δικαστηρίου θα ήταν γι' αυτόν απαλλακτική. Πλην όμως τέτοια διαβεβαίωση δεν μπορούσε να παράσχει ο παραπάνω μάρτυρας, δεδομένου ότι θεωρούσε ότι τα στοιχεία της δικογραφίας δεν του επέτρεπαν κάτι τέτοιο, οπότε ο Χ5 την 23-4-2003 του δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσει να είναι υπερασπιστής του και παραστάθηκε στη δίκη με δικηγόρο τον ένατο κατηγορούμενο Χ4. Με τα δεδομένα αυτά είναι φανερό ότι ο κατηγορούμενος Χ1 παρέβη το καθήκον αμεροληψίας και αντικειμενικότητας, διαστρέφοντας τα αποδεικτικά στοιχεία, με σκοπό να ωφελήσει παράνομα τους πιο πάνω κατηγορουμένους με την αθώωση τους και ως εκ τούτου προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του. Επομένως, πρέπει αυτός να παραπεμφθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ.1β', 313 του ΚΠοινΔ, για να δικαστεί για την αποδιδόμενη αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος". Ακολούθως με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών παρέπεμψε τους κατηγορουμένους αναιρεσείοντες με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθούν για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ψευδούς βεβαιώσεως, κατά μόνας και από κοινού, σε βαθμό κακουργήματος, για την οποία παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα ανωτέρω περιστατικά, καθώς και τις σκέψεις με βάση τις οποίες ορθώς, κατά τα εκτεθέντα στην νομική σκέψη της παρούσας, έγινε η υπαγωγή τούτων στην ποινική διάταξη του άρθρου 242 §§ 1, 3 του Π.Κ., την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το Συμβούλιο χωρίς να παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα σαφώς προσδιορίζονται και επαρκώς αιτιολογούνται, μεταξύ των άλλων, ο σκοπός των αναιρεσειόντων να προσπορίσουν σε άλλους περιουσιακό όφελος και να προκαλέσουν αντίστοιχη ζημία σε βάρος άλλων, η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως, για την οποία παραπέμπονται οι αναιρεσείοντες, του παράνομου οφέλους και της ζημίας, συνολικού ποσού άνω των 73.000 ευρώ και τέλος ο τρόπος δράσης κάθε αναιρεσείοντος. Ακόμη από το περιεχόμενο του σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο για την πράξη που προαναφέρθηκε, έλαβε υπόψη του, συνεκτίμησε και συναξιολόγησε όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα,( καταθέσεις όλων των μαρτύρων, το περιεχόμενο όλων των εγγράφων και τις απολογίες των κατηγορουμένων, στις οποίες περιλαμβάνεται και το απολογητικό τους υπόμνημα),ενώ δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος να γίνει χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από καθένα από αυτά. Εξάλλου δεν εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια η λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτής και του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων.
Συνεπώς οι, περί του αντιθέτου, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ β' και δ' του ΚΠΔ, αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι: 1) τα πρακτικά κληρώσεων αποτελούν έγγραφα εσωτερικής υπηρεσίας, 2) δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ψευδούς βεβαίωσης, για την οποία παραπέμπονται, του οφέλους και της ζημίας, 3) δεν προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και την κατάθεση του γραμματέα της έδρας ΞΞ και το απολογητικό τους υπόμνημα, είναι αβάσιμες. Αβάσιμη είναι και η αιτίαση ότι μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού υπάρχει αντίφαση, διότι η αναγραφή στο πρώτο οι κατηγορούμενοι πρέπει να δικασθούν για την αξιόποινη πράξη "της κατάχρησης εξουσίας" αντί του ορθού της ψευδούς βεβαιώσεως σε βαθμό κακουργήματος, οφείλεται σε πρόδηλη γραφική παραδρομή. Επομένως οι από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' και δ' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, κατά το μέρος δε κατά το οποίο, με την, κατ' επίφαση, επίκληση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται η ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση των αποδείξεων, κρίση του Συμβουλίου, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχουν, για έρευνα, άλλοι παραδεκτοί λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν και οι αιτήσεις αναιρέσεως, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ).
Η πράξη της παράβασης καθήκοντος, που αποδίδεται στον πρώτο αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο Χ1 και φέρεται ότι τελέστηκε την 26 και 27 Ιανουαρίου 2004, υπέπεσε ήδη (μετά την έκδοση του προσβαλλόμενου βουλεύματος) σε παραγραφή, αφού από της τελέσεως της μέχρι σήμερα παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιος λόγος αναστολής της παραγραφής.
Συνεπώς, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως του εν λόγω αναιρεσείοντος ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως και περιέχει ένα παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, πρέπει κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του χρόνου της παραγραφής, να αναιρεθεί κατά το μέρος αυτό το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικά η κατ' αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη για παράβαση καθήκοντος, λόγω παραγραφής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά ένα μέρος, το 1473/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως προς την πράξη της παράβασης καθήκοντος, που αποδίδεται στον πρώτο αναιρεσείοντα, Χ1, την οποία φέρεται ότι τέλεσε στη Θεσσαλονίκη στις 26 και 27 Ιανουαρίου 2004 και

Παύει οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του για την παραπάνω πράξη.

Απορρίπτει το αίτημα των αναιρεσειόντων για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου τούτου.

Απορρίπτει τις από 11-2-2009 και 16-2-2009 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, για αναίρεση του παραπάνω βουλεύματος. Και

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουλίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουλίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή