Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1133 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1133/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Τσολάκο, για αναίρεση της 300/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1665/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή κατά το άρθρο 375 παρ. 1 Π. Κώδικα "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Κατά δε το άρθρο 386 παρ. 1 Π. Κώδικα "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο νόμος καθιερώνει δύο αυτοτελή ποινικά αδικήματα με διάφορη αντικειμενική υπόσταση, η εσώτερη δε μορφή εννοιολογικώς αποτελείται από ιδιαίτερα πραγματικά περιστατικά, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η αληθής πραγματική συρροή, χωρίς όμως να αποκλείεται η συρροή, οσάκις ο δράστης απέκτησε με απάτη την κατοχή του πράγματος και αποσκοπούσε στην αποκλειστική χρήση, η δε ιδιοποίηση επακολούθησε, βάσει μεταγενέστερης απόφασης του δράστη, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή η υπεξαίρεση διευρύνει την αρχική βλάβη, προσβάλλοντας το έννομο αγαθό της ιδιοκτησίας κατά τρόπο διάφορο της απάτης, εφ' όσον εκτός από την απλή αποστέρηση της κατοχής, ο ιδιοκτήτης, με τη νέα πράξη αποστερείται οποιασδήποτε εξουσίας επί του πράγματος, με συνέπεια η υπεξαίρεση να είναι αυτοτελής έναντι της προηγούμενης πράξης της απάτης. Περαιτέρω από το άρθρο 371 παρ. 3 ΚΠΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο έχει την εξουσία να προβεί στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της πράξεως με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και χωρίς να επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας κατά την ασκηθείσα ποινική δίωξη. Δεν αποκλείεται, καίτοι έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για απάτη να υπάρξει καταδίκη για υπεξαίρεση, εφ' όσον τα επί μέρους περιστατικά δικαιολογούν την μεταβολή αυτή της κατηγορίας. Εξάλλου κατά την παράγρ. 2 του άρθρ. 375 του ΠΚ όπως ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 1 παρ. 9 ν. 2480/96, η υπεξαίρεση τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών εάν το αντικείμενον αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και έχει εμπιστευθεί τούτο εις τον δράστη λόγω ανάγκης ή λόγω μιας από τις περιοριστικώς αναφερόμενες ιδιότητες του δράστη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ιδιότητα του εντολοδόχου. Τέλος η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, πρέπει όμως, να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς με την προσβαλλόμενη 300/2008 απόφασή του, δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος εργαζόταν ως περιφερειακός διευθυντής σε διάφορες ασφαλιστικές εταιρείες και παράλληλα παρείχε συμβουλές προς τρίτους σε χρηματιστηριακές επενδύσεις. Με τον πολιτικώς ενάγοντα ... είχε φιλικές σχέσεις από του έτους 1991. Στις αρχές του μηνός Φεβρουαρίου 2001 ο μηνυτής διέθεσε το χρηματικό ποσό των 10.000.000 δραχμών, γεγονός το οποίο γνώριζε και ο κατηγορούμενος, ο οποίος από τον προηγούμενο χρόνο, στις συνεχείς συναντήσεις του, τον διαβεβαίωσε ότι έχει τη δυνατότητα, λόγω των εξειδικευμένων γνώσεών του να τα τοποθετήσει στο χρηματιστήριο και να αυξηθούν τα κέρδη του. Πράγματι ο μηνυτής πείστηκε στις διαβεβαιώσεις του και του παρέδωσε το ανωτέρω ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό 10.000.000 δραχμών με την εντολή να τα επενδύσει επωφελώς και να του επιστρέψει στη συνέχεια, τόσο το εν λόγω ποσό όσο και τα κέρδη από την επένδυση αυτή. Όμως ο κατηγορούμενος δεν αξιοποίησε το ανωτέρω ποσό του μηνυτή, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα από τότε που περιήλθε στην κατοχή του και δεν το απέδωσε στον μηνυτή παρά τις συνεχείς οχλήσεις του. Εν τω μεταξύ προέκυψε ότι παρά τη σχετική συμφωνία και τις συνεχείς διαβεβαιώσεις, ο κατηγορούμενος δεν προέβη σε καμία τοποθέτηση των χρημάτων του μηνυτή στο χρηματιστήριο, αλλά από πρόθεση τα καρπώθηκε και αύξησε ανάλογα την περιουσία του, από τότε που έλαβε στα χέρια του το ποσό των 10.000.000 δραχμών. Προέβη δε στις ανωτέρω ψευδείς διαβεβαιώσεις, με σκοπό να πείσει το μηνυτή να του παραδώσει το εν λόγω ποσό, και έτσι να αποκτήσει το εν λόγω ποσό που ανήκε στο μηνυτή, με τον προαναφερόμενο τρόπο. Κατ' ακολουθία όλων αυτών ο κατηγορούμενος διέπραξε την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας εμπιστευμένου σ' αυτόν λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου του μηνυτή και όχι την πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος (άρθρο 386 παρ. 1, 3 περ. α' Π.Κ.) και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής κατ' επιτρεπτή μεταβολή του κατηγορητηρίου με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ. Αντίθετα το αίτημά του να του χορηγηθεί και το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, πράγμα το οποίο επιβεβαιώθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε τον αναιρεσείοντα, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας ένοχο υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και επέβαλε σ' αυτόν δεχόμενο το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, φυλάκιση τριών (3) ετών.
Έτσι κρίνοντας το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27, 375 παρ. 1 εδ. α' και 2 εδ. α' του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται τα αξιούμενα στοιχεία α) της ιδιότητας του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ως εντολοδόχου κατά τον χρόνο που βρίσκονταν στην κατοχή του, με την παραδοχή ότι δόθηκε σ' αυτόν από τον πολιτικώς ενάγοντα κατά τον σ' αυτό αναφερόμενο χρόνο το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας χρηματικό ποσό των 10.000.000 δρχ. με την εντολή να τα επενδύσει στο χρηματιστήριο, β) την από τον αναιρεσείοντα εξωτερίκευση της πρόθεσης ιδιοποίησής του με την άρνησή του να το αποδώσει στον πολιτικώς ενάγοντα παρά τις συνεχείς οχλήσεις του τελευταίου. Συνακόλουθα ο κατά εκτίμηση από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' συναφής αντίθετος πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η ειδικότερη αιτίαση ότι δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της αφού δεν προσδιορίζονται ποια αποδεικτικά μέσα δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο. Περαιτέρω ως αλυσιτελώς προβαλλόμενη είναι απορριπτέα η αιτίαση περί αντιφατικών παραδοχών, όσον αφορά την παράσταση ψευδών γεγονότων από τον αναιρεσείοντα στον πολιτικώς ενάγοντα, αφού για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαίρεσης είναι αδιάφορο αν η περιέλευση των κινητών πραγμάτων και συνεπώς και των χρημάτων στην κατοχή του εντολοδόχου οφείλετο σε προηγηθείσα εξαπάτηση του εντολέα, η αναφερόμενη δε στο σκεπτικό περικοπή ότι "οι διαβεβαιώσεις εκ μέρους του κατηγορουμένου προκειμένου να πείσει το μηνυτή να του παραδώσει το εν λόγω ποσό ήταν ψευδείς αναφέρονται διηγηματικά. Τέλος απορριπτέος είναι ο κατ' εκτίμηση, από το άρθρο 510 παρ. 1 Α' του ΚΠΔ συναφής λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της αποδιδομένης με το κατηγορητήριο στον αναιρεσείοντα αξιόποινης πράξης της κακουργηματικής απάτης σε κακουργηματική υπεξαίρεση, αφού σύμφωνα με τα στην προηγούμενη μείζονα σκέψη εκτεθέντα είναι επιτρεπτή η παραπάνω μεταβολή δεδομένου ότι τα επιμέρους περιστατικά δικαιολογούν την μεταβολή της κατηγορίας.

ΙΙ.Η κατά τα άνω άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Είναι δε αυτοτελείς ισχυρισμοί εκείνοι οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ. στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή την ικανότητα προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ήτοι με όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, ώστε να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγησή τους να τους κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. έτσι είναι αυτοτελής ο ισχυρισμός περί συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης της διάταξης του άρθρου 84 παρ. 2 ε' Π.Κ., δηλαδή ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, είναι δε ορισμένος ο ισχυρισμός αυτός όταν περιλαμβάνει τα αναγκαία περιστατικά για την θεμελίωσή του,ήταν έντιμη ζωή σε όλες τις άνω εκφάνσεις εκδηλουμένη με θετική συμπεριφορά και καλή γενικά συμπεριφορά στην κοινωνία που να εκτείνεται σε σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη και να είναι αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης και όχι φόβου ή καταναγκασμού.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της απόφασης ο αναιρεσείων ζήτησε την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ καταθέτοντας για καταχώριση στα πρακτικά και αναπτύσσοντας και προφορικά τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι μετά την τέλεση της πράξης, για την οποία φέρεται ως κατηγορούμενος, ότι από το Μάϊο του έτους 2000 μέχρι σήμερα επέδειξε υποδειγματική συμπεριφορά και προσπάθησε να προσφέρει αυτοβούλως οιαδήποτε συνδρομή ήταν εφικτό να προσφερθεί για τη διαλεύκανση της υπόθεσης χωρίς να απασχολήσει ποτέ ξανά τις διωκτικές και δικαστικές αρχές. Κατά το μετά την αποφυλάκισή του διάστημα και μέχρι σήμερα κατέβαλε και εξακολουθεί να καταβάλλει επίπονες και επίμονες προσπάθειες να ανεύρει εργασία για τη συντήρηση του εαυτού του και του ανηλίκου τέκνου του αλλά επί ματαίω, διότι όπως είναι φυσικό με δεδομένο ότι εκκρεμούν ακόμη σε βάρος του ποινικές κατηγορίες, είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσληφθεί από οιαδήποτε εταιρία ή εν γένει εργοδότη για να προσφέρει τις υπηρεσίες ου, όπως έκανε στο παρελθόν που ήταν διευθυντής σε ασφαλιστική εταιρεία και ιδιαίτερα επιτυχημένος στη δουλειά του.
Με το παραπάνω περιεχόμενο ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός ήταν αόριστος τόσον αναφορικά για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο αναιρεσείων παρέμεινε στη φυλακή κρατούμενος, όσο και ως προς το μετά την αποφυλάκισή του τοιούτο, αφού δεν γίνεται καμία επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών από τα οποία να προκύπτει α) ότι η στη φυλακή συμπεριφορά του ήταν προϊόν ελεύθερης βούλησής του και όχι προϊόν φόβου ή καταναγκασμού και β) ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα, το οποίο και δεν προσδιορίζει, επέδειξε συμπεριφορά που να μαρτυρεί ότι ενστερνίστηκε τους κανόνες της κοινωνικής συμβίωσης. Συνακόλουθα το εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει την απόρριψη του αορίστου αυτού ισχυρισμού. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για με ελλιπή αιτιολογία απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3/10/2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της 300/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή