Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2091 / 2008    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Δικαστηρίου σύνθεση.




Περίληψη:
Κακή σύνθεση δικαστηρίου. Όχι ακυρότητα, εάν δεν αναφέρεται στην απόφαση ότι οι μετέχοντες στη σύνθεση δικαστηρίου κληρώθηκαν και ότι μετέχει προεδρεύων Εφέτης επειδή κωλύεται ο Πρόεδρος. Άρθρα 333 παρ. 3 και 369 παρ. 3 ΚΠΔ. Ο διευθύνων δίδει το λόγο στον κατηγορούμενο τελευταίως. Για την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως δεν απαιτείται συγκριτική αξιολόγηση ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Απορρίπτει αναίρεση.




Αριθμός 2091/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), Χαράλαμπο Δημάδη, ορισθέντα με την υπ'αριθμό 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καμπά, περί αναιρέσεως της 7733/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 148/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των παραγράφων 1, 3 και 4 του άρθρου 17 στοιχ. Β' του Ν. 1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών" προκύπτει για το Εφετείο Αθηνών, όπου προβλέπεται οργανικός αριθμός μεγαλύτερος των δέκα πέντε (15) εφετών και Εισαγγελέων το Τριμελές Ποινικό Εφετείο συγκροτείται νομίμως υπό την προεδρία του Εφέτου που εκληρώθη και με την συμμετοχή του κληρωθέντος επίσης εισαγγελέως ή αντεισαγγελέως εφετών, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην εκδιδομένη απόφαση ότι εκείνοι που μετέσχον στη σύνθεση του δικαστηρίου είναι αυτοί, οι οποίοι εκληρώθησαν, ούτε σε σχέση με τον προεδρεύοντα εφέτη ότι κωλύονται ο πρόεδρος εφετών και οι αρχαιότεροι εφέτες.
Συνεπώς ο εκ των άρθρων 171 παρ.1α και 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ. λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίον η σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, δεν ήτο σύμφωνος με τις διατάξεις των άνω άρθρων ως και του 5 παρ.1,2 και 3 του Οργανισμού των Δικαστηρίων, διότι προήδρευσε εφέτης και συμμετείχαν ως μέλη εφέτες, χωρίς να αναφέρει ότι όλοι είναι αυτοί οι οποίοι εκληρώθησαν, η δε προεδρεύουσα εφέτης ήσκησε καθήκοντα ως αναπληρώτρια του κωλυομένου προέδρου εφετών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 δ' ΚΠΔ ακυρότητα που λαμβάνεται υπ'όψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον 'Αρειο Πάγο ακόμη προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Εξ αυτών προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από τον νόμον, υποχρέωση του δικαστού να δημιουργήσει οίκοθεν τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των άνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγουμένη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Ούτως από τις διατάξεις των άρθρων 333 παρ.3 και 369 παρ.3 ΚΠΔ υφίσταται υποχρέωση του διευθύνοντος την συζήτηση να δίδει τον λόγο τελευταίως στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, που έχουν δικαίωμα να μιλούν πάντοτε τελευταίοι. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, αφού απελογήθησαν οι παρόντες κατηγορούμενοι, η Πρόεδρος έδωσε τον λόγο στον Εισαγγελέα και τους διαδίκους κατά τα άρθρα 368 και 333 ΚΠΔ, αν έχουν ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση και μετά, αφού απήντησαν αρνητικά, εκήρυξε την λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Μετά έδωσε τον λόγο στον Εισαγγελέα, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα και τέλος στους κατηγορουμένους. Περί αυτού ειδικότερα αναφέρει η απόφαση: Οι συνήγοροι των κατηγορουμένων αφού έλαβαν το λόγο από την Πρόεδρο και ανάπτυξαν την υπεράσπιση ζήτησαν την απαλλαγή τους άλλως αναβολή για να κλητευθεί να καταθέσει ο Α. Ο Εισαγγελέας αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο πρότεινε την απόρριψη του αιτήματος αναβολής. Ο πληρεξούσιος του Πολιτικώς ενάγοντος όταν του δόθηκε ο λόγος από την Πρόεδρο ζήτησε ν'απορριφθεί το αίτημα. Οι πληρεξούσιοι των κατηγορουμένων ζήτησαν και πάλι την αθώωση των πελατών τους άλλως την αναβολή της δίκης. Οι κατηγορούμενοι, όταν ρωτήθηκαν από την Πρόεδρο αν έχουν να προσθέσουν τίποτε για την υπεράσπισή τους απάντησαν αρνητικά. Ούτως ο ισχυρισμός της αναιρεσειούσης ότι εδόθη ο λόγος μόνο στους "σώματι" παρόντες κατηγορουμένους και όχι και στον συνήγορό της ο οποίος την εξεπροσώπει, κατά το άρθρο 340 παρ.2 ΚΠΔ όπως ισχύει μετά τον Ν. 3346/17-6-2005 στη δίκη ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και, εντεύθεν, υπήρξε πλημμέλεια επιφέρουσα ακυρότητα, είναι αβάσιμος.
Συνεπώς και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η κατά το είδος του αναφορά γενικώς χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ'όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο τινά εξ αυτών κατ'επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων και των μαρτυρικών καταθέσεων ως και η από τον αναιρεσείοντα διαφορετική εκτίμηση και αποδεικτική αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, διότι ούτω πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και εσφαλμένη είναιη εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη ότι προέκυψαν στην αληθή έννοιά του, αλλά και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, εδέχθη, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε συνδυασμό με το διατακτικό, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα και από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, ένορκες καταθέσεις των υπολοίπων μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, έγγραφα τα οποία ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο, απολογία των εμφανισθέντων κατηγορουμένων και γενικά από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης, ότι το δικαστήριο πείσθηκε ότι η 1η κατηγορουμένη Χ1 (και ο 3ος κατηγορούμενος Χ2) έχουν τελέσει την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο που τους αποδίδεται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτής. Ειδικότερα αποδείχθηκαν τα εξής: Η 1η κατηγορούμενη Χ1 ως νόμιμη εκπρόσωπος και ο 3ος κατηγορούμενος Χ2 ως επιβλέπων του προσωπικού της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΕΧ - Μεταλλικές Κατασκευές Μηχανική Α.Ε.", η οποία εδρεύει στο 23° χιλιόμετρο της Νέας Εθνικής οδού Αθηνών Κορίνθου, δεν έλαβαν την 8-7-2002 τα αναγκαία μέτρα προστασίας και ασφάλειας του προσωπικού αυτής, με συνέπεια από αμέλειά τους να τραυματιστεί ο εργαζόμενος Ψ. Συγκεκριμένα την 8-7-2002 ανέθεσαν στον αμμοβολιστή βαφέα Ψ να εργαστεί στο τμήμα χειριστών γερανών και να μεταφέρει με γερανογέφυρα σε άλλο σημείο του εργοστασίου δοκό διατομής ΗΕΒ 700, ύψους 0,70 μ., μήκους 11,50 μ. και βάρους 3,8 tm περίπου, στα άκρα της οποίας υπήρχαν δοκοί ίδιας διατομής σε τριγωνική μορφή, μολονότι γνώριζαν ότι αυτός δεν είχε άδεια χειριστού γερανού ούτε είχε εκπαιδευτεί κατάλληλα για τη συγκεκριμένη εργασία, ούτε είχε ενημερωθεί επαρκώς σχετικά με την εργασία αυτή. Αποτέλεσμα αυτού ήταν, κατά την ανύψωση της δοκού σε όρθια θέση, προκειμένου να εφαρμοστούν κάτω από τα πέλματα αυτής αλυσίδες για την μεταφορά της τα δύο πλαϊνά τμήματα στις άκρες να πατήσουν στο έδαφος, η δοκός να αρχίσει να ταλαντεύεται, να ξεφύγει από το άγκιστρο και να επιπέσει στο δεξιό κάτω άκρο του παθόντος, με συνέπεια αυτός να υποστεί ακρωτηριασμό δεξιάς ποδοκνημικής και άκρου ποδός κάτωθεν του γόνατος. Την εν λόγω εργασία οι προαναφερόμενοι ανέθεσαν στον αμμοβολιστή βαφέα Ψ επειδή την ημέρα εκείνη οι χειριστές γερανών και οι βοηθοί τους ήταν απασχολημένοι σε άλλη εργασία που τους είχε ανατεθεί ή απουσίαζαν. Από έλλειψη δε της προσοχής των παραπάνω κατηγορουμένων, που όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν λόγω της προαναφερόμενης ιδιότητάς τους, δηλαδή της νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας η Χ1 και του επιβλέποντος του προσωπικού ο Χ2, δεν προέβλεψαν το αποτέλεσμα (ακρωτηριασμό παθόντος) που προκάλεσε η πράξη τους (ανάθεση στον παθόντα της μεταφοράς της δοκού με τον γερανό) και προξένησαν στον παθόντα την άνω σωματική βλάβη, την οποία μπορούσαν όμως και ήταν υποχρεωμένοι λόγω της παραπάνω ιδιότητας τους να την αποτρέψουν, με την μη ανάθεση στον παθόντα της χρήσης του γερανού για την μεταφορά της δοκού, εφόσον δεν είχε άδεια χειριστού γερανού ούτε την κατάλληλη εκπαίδευση και τις απαιτούμενες γνώσεις ώστε να προβεί στην εργασία αυτή. Στην κρίση ότι η 1η και ο 3ος (4ος στην πρωτόδικη απόφαση) των κατηγορουμένων είναι υπεύθυνοι για τον τραυματισμό του παθόντος το Δικαστήριο καταλήγει, αφού λαμβάνει κυρίως υπόψη του: 1) Την με αρ. πρωτ. ..... έκθεση αυτοψίας του τεχνικού επιθεωρητή του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ....., σύμφωνα με την οποία, το ατύχημα ήταν δυνατόν να αποφευχθεί αν τη γερανογέφυρα την χειριζόταν άτομο που είχε τη σχετική άδεια. 2) Την ανωμοτί κατάθεση του παθόντος, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι την εργασία αυτή του την ανέθεσε ο κατηγορούμενος Χ2, ως εργοδηγός, ότι δεν μπορούσε να αρνηθεί γιατί θα τον απέλυαν και ότι την αμμοβολή η εταιρεία την είχε δώσει σε εξωτερικό συνεργάτη γι' αυτό τον πήγαν σε άλλη εργασία όπως έκαναν και με άλλους συναδέλφους του και ότι το σωματείο είχε διαμαρτυρηθεί πολλές φορές γι' αυτό και είχαν παραπονεθεί και στη διεύθυνση εργασίας. 3) Την κατάθεση του μάρτυρα Β, λογιστή της εταιρείας, στην οποία αναφέρει ότι είχε επέμβει και το Σωματείο εργαζομένων ώστε καθένας να εργάζεται στην ειδικότητά του, από το οποίο προκύπτει ότι οι εργαζόμενοι ανεπιτρέπτως απασχολούντο και σε εργασίες της μη ειδικότητάς τους. Το κατατιθέμενο από τον μάρτυρα αυτόν ότι ο παθών απασχολείτο μόνο στην αμμοβολή και ότι όλοι απασχολούντο στην ειδικότητά τους, πέραν του ότι έρχεται σε αντίθεση με όσα αυτός κατέθεσε αμέσως παραπάνω, δεν κρίνεται πειστικό και για το λόγο ότι αναιρείται από το κατατιθέμενο από τον ίδιο μάρτυρα ότι όταν έγινε το ατύχημα δεν υπήρχε εργασία για αμμοβολή, ότι οι δύο εργαζόμενοι δεν είχαν εργασία για 2-3 μήνες και ότι αυτό το διάστημα ο παθών απασχολείτο σε εργασίες καθαρισμού. Επίσης, το κατατιθέμενο από τον μάρτυρα ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να είχε δώσει εντολή να χειριστεί ο παθών το μηχάνημα αφού δεν ήταν χειριστής, δεν κρίνεται πειστικό και για τον πρόσθετο λόγο ότι αυτός παραλείπει να δώσει κάποια εξήγηση πως ένας απλός εργάτης σε μια μεγάλη εταιρεία, όπως ήταν η "ΒΙΕΧ -Μεταλλικές Κατασκευές Μηχανική Α.Ε.", ανέλαβε μόνος του τέτοια πρωτοβουλία με κίνδυνο μάλιστα της σωματικής του ακεραιότητας και 4) Το Ημερολόγιο Μηχανικού Ασφάλειας με εγγραφές από 20-12-1994 μέχρι 20-5-2002, από το οποίο προκύπτει ότι απασχολούντο από την εταιρεία στη χρήση γερανογεφυρών άτομα μη ειδικευμένα. Ειδικότερα, α) στην εγγραφή 20-5-2002 (πριν δηλ. το ατύχημα άρα σε ανύποπτο χρόνο) αναφέρεται από τον μηχανικό ασφάλειας Γ (2° κατηγορούμενο) ότι παρατηρείται το φαινόμενο να χειρίζονται γερανογέφυρες εργαζόμενοι που δεν κατέχουν άδειες χειρισμού, ότι δημιουργείται κίνδυνος για την σωματική ακεραιότητα τη δική τους αλλά και των γύρω εργαζομένων και ότι απαιτείται η λειτουργία γερανογεφυρών να γίνεται μόνο από αδειούχους χειριστές και β) στην εγγραφή 21-4-2000 ότι ο χειρισμός των γερανογεφυρών και του λοιπού εξοπλισμού διακίνησης υλικού πρέπει πάντα να γίνεται από έμπειρους και ειδικευμένους εργαζόμενους .
Το ότι δεν λαμβάνονταν τα αναγκαία μέτρα για την ασφάλεια των εργαζομένων ενισχύεται και από το με αρ. πρωτ. ..... έγγραφο του σωματείου εργαζομένων της ΒΙΕΧ "Ο ΑΓΩΝΑΣ" προς τη Διοίκηση της ΒΙΕΧ, στο οποίο καταγγέλλεται ότι δεν λαμβάνεται επαρκής πρόνοια για την ασφάλεια και την υγιεινή των εργαζομένων και ότι όσον αφορά τα ατυχήματα συναδέλφων και τα οποία προέρχονται από αμέλεια υπευθύνων κυρίως της παραγωγής το Σωματείο δεν μπορεί να ανεχθεί άλλα και θα καταγγείλει κάθε υπεύθυνο σε μελλοντικό συμβάν. Το έγγραφο βέβαια αυτό είναι μεταγενέστερο του κρισίμου χρόνου, αβίαστα όμως συνάγεται από αυτό ότι στην εν λόγω εταιρεία και στο παρελθόν υπήρχε πρόβλημα ως προς την τήρηση των όρων ασφάλειας των εργαζομένων.
Το κατατιθέμενο από τον μάρτυρα υπεράσπισης ότι ο παθών προσπάθησε να γυρίσει μόνος του την δοκό και χτύπησε δεν κρίνεται πειστικό. Κατά πρώτον διότι, όπως ο ίδιος δέχεται, δεν ήταν παρών κατά το ατύχημα και άρα δεν έχει άμεση αντίληψη σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος αλλά όσα καταθέτει τα γνωρίζει από άλλους. Κατά δεύτερον δε διότι παραλείπει να αναφέρει την πηγή της γνώσης του.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 μέχρι την τέλεση του εγκλήματος διήγαγαν έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και γενικά κοινωνικό βίο και συνεπώς πρέπει να τους αναγνωρισθεί η ελαφρυντική αυτή περίσταση (άρθρο 84 παρ.2 α ΠΚ). Μετά ταύτα το δικαστήριο εκήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους για σωματική βλάβη από αμέλεια παρ' υποχρέου και επέβαλε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών εις έκαστον, ανασταλείσαν επί τριετίαν (άρθρο. 314, 315 παρ.1 εδ.β' ΠΚ). Με τις άνω παραδοχές του το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν, με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του άνω εγκλήματος για το οποίο και κατεδικάσθη η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, τα αποδεικτικά μέσα επί των οποίων εστηρίχθη προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίος υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη των άρθρων 314, 315 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αφού ανέφερε όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβεν υπ'όψη, δεν ήτο ανάγκη, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να χωρήσει και εις την αξιολογική εκτίμηση όλων αυτών και την συγκριτική στάθμισή των, από το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν συνάγεται ότι δεν ελήφθησαν υπ'όψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως, διατί δεν εξαίρονται τα άλλα, περαιτέρω δε αναφέρει τις σκέψεις με τις οποίες κατέληξε στην καταδικαστική του για την αναιρεσείουσα κρίση σχετικά με την σωματική βλάβη εξ αμελείας του παθόντος.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εις την προσβαλλομένη απόφαση, και αντιθέσεως στη διάταξη 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ ιδία εκ του ότι έγινε αξιολόγηση ορισμένων μόνον εκ των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Καθ'ό μέρος, υπό την επίφαση του άνω λόγου, επιχειρείται η από την αναιρεσείουσα διάφορος εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων του παθόντος και του Β ως και των εγγράφων ("αδειών μηχανοδηγών χειριστών", κατάσταση προσωπικού και ωρών εργασίας" κλπ), αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτος, διότι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Τέλος εφ'όσον η δίωξη ησκήθη για σωματική βλάβη εξ αμελείας παρ' υποχρέου, δι' ην και κατεδικάσθη η αναιρεσείουσα και όχι για παράβαση του άρθρου 11 παρ.2 του ΠΔ 395/1994, με τις ποινικές κυρώσεις εκ του άρθρου 25 Ν. 2224/1994, φυλάκιση μέχρις ενός (1) έτους ή με χρηματική ποινή, ο ισχυρισμός της αναιρεσειούσης ότι έπρεπε, εφ' όσον η πράξη έχει τελεσθεί την 8-7-2002, ήτοι μέχρι της δημοσιεύσεως του Ν. 3346/17-6-2005, να παύσει υφ' όρον η ποινική δίωξη κατ' άρθρον 31 του Νόμου αυτού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, απορριπτέος δε και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως ως αβάσιμος, υποστηρίζων εν εκτάσει τα αντίθετα.
Μετά ταύτα, απορριπτομένων όλων των λόγων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-12-2007 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ'αριθμ. 7733/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Οκτωβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ