Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2253 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2253/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, περί αναιρέσεως της 721/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με κατηγορουμένη την Χ, κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Θεοχάρη, και πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και το οποίο στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Παναγιώτη Πανάγου.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 1/22-1-2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Άννας Κρασσά και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 505/2009.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στις διατάξεις του άρθρου 19 §§ 1 έως 4 του ν. 2523/1997 "περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία", όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 § 1 του ν. 3220/2004, ορίζονται τα επόμενα "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών". Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 21 § 10 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 § 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση και επί εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 § 2 εδάφ. 3 του ν. 2523/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου, και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσας προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρ. 21 § 2 εδαφ.1 του ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 § 10 εδ. α' ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσας προσφυγής κλπ και κατά τούτο εναρμονίζεται με τη τιθέμενη στο άρθρ. 21 § 2 εδ. α' δικονομική προϋπόθεση της άσκηση ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρ. 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19 για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό άφησε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επ' αυτού, αναφορικά με το χρόνο τέλεσης να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 § 8 του ν. 2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κλπ", στην παρ. 10 του 21 του ν.2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία όμως αυτή μεταγενέστερη ρύθμιση, που δεν ήρθε να καλύψει, κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη εκείνης του προηγουμένου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 § 1 του ΠΚ και για εγκλήματα που τελέσθηκαν προς της ισχύος της την 2α Νοεμβρίου 2001. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρ. 510 § 1 περ. Ε' του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 περ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει και όταν το δικαστήριο αρνείται να ασκήσει τη δικαιοδοσία, την οποία έχει από το νόμο, παρόλο ότι συντρέχουν οι όροι άσκησής της. Τέτοια περίπτωση αρνητικής υπέρβασης εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο παύει οριστικά την ποινική δίωξη για κάποιο αδίκημα, ενώ δεν συντρέχουν οι οριζόμενες προς τούτο από το νόμο προϋποθέσεις (Ολ. ΑΠ 5/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 1731/2007 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο την καταδίκασε σε φυλάκιση δύο ετών για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων κατά συναυτουργία (άρθρα 19 και 21 του ν. 2523/1997 και 45 ΠΚ), έγιναν δεκτά από την πλειοψηφούσα γνώμη του δικαστηρίου, μετά από την ανάπτυξη στο αιτιολογικό νομικών επιχειρημάτων, σε σχέση με την παραγραφή του παραπάνω αδικήματος, τα ακόλουθα: "Σύμφωνα λοιπόν με τη γνώμη που πλειοψηφεί στο παρόν δικαστήριο, η παραγραφή του αδικήματος του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με την παράγραφο 1 του άρθρου 40 του ν. 3220/2004 δεν εξαρτιόταν από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αλλά ρυθμιζόταν από τις διατάξεις των άρθρων 111 και 112 του ΠΚ, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση ειδικού ποινικού νόμου, που δεν περιέχει εξαιρετική για την παραγραφή ρύθμιση, αλλά και λόγω της ρητής παραπομπής στις διατάξεις του γενικού μέρους του ΠΚ (άρθρο 21 § 12 του ίδιου νόμου, που ορίζει ότι κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του γενικού μέρους του ποινικού κώδικα).
Συνεπώς, πριν από την τροποποίηση του άρθρου 21 § 10 του ν. 2523/1997 με την προσθήκη σε αυτήν (παράγραφο 10) δευτέρου εδαφίου με το άρθρο 2 § 8 του ν. 2954/2001, η διάταξη ήταν ευμενέστερη συνέπεια να αποκλείει την αναδρομική εφαρμογή της νεότερης, με την οποία η παραγραφή του αδικήματος αναστέλλεται για αόριστο χρονικό διάστημα και δεν εξαρτάται πλέον από το χρόνο της τέλεσής του. Με βάση τις παραδοχές αυτές πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος της κατηγορουμένης για το τιμολόγιο που φέρεται ότι εκδόθηκε το έτος 2000 και για το οποίο παρήλθε πενταετία χωρίς να επιδοθεί κλητήριο θέσπισμα σ' αυτήν". Εξάλλου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε δεκτό ότι η πράξη για την οποία κατηγορήθηκε η αναιρεσείουσα διαπιστώθηκε στις 28-9-2006, καθόσον, σύμφωνα με την ... έκθεση ελέγχου των αρμοδίων οργάνων της Υπηρεσίας ειδικών Ελέγχων Κεντρικής Μακεδονίας, ο έλεγχος αυτός συντάχθηκε στις 28-9-2006 και αυθημερόν ελέγχθηκε από τον αρμόδιο υπάλληλο (Τμηματάρχη) και θεωρήθηκε από τον αρμόδιο προϊστάμενο της εν λόγω υπηρεσίας. Με δεδομένα όλα αυτά το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσσαλονίκης, κατά πλειοψηφία, έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης για την πιο πάνω πράξη. Έτσι, όμως, το δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένως ερμήνευσε τις προαναφερόμενες διατάξεις και δέχθηκε ότι η παραγραφή του αδικήματος του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με την παρ. 1 του άρθρου 40 του ν. 3220/2004, δεν εξαρτάτο από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αλλά ρυθμιζόταν από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 111 και 112 του ΠΚ, και ότι, κατά συνέπεια, με αφετηρία έναρξης της παραγραφής, το χρόνο τέλεσης της πράξεως, ήταν ευμενέστερη διάταξη από τη μεταγενέστερη εκείνη του άρθρου 2 § 8 του 2954/2001, ενώ, σύμφωνα με τις σκέψεις που στην αρχή αναφέρονται, ήταν δυσμενέστερη. Ακολούθως το δικαστήριο με το παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής του αξιοποίνου αντί να προχωρήσει στην κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης αφού, με χρόνο έναρξης της παραγραφής την 28-9-2006, η πράξη δεν είχε παραγραφεί, υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του. Επομένως, είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' και Η' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως και η με αριθμό 1/22-1-2009 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης πρέπει να γίνει δεκτή και αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού δικαστηρίου, συντιθέμενου από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 721/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή