Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1297 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1297/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γκουντούνα, περί αναιρέσεως της 491/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κυπαρισσίας. Με Πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Τσαμούλη.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κυπαρισσίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 569/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 223 παρ. 1 και 2 ΠΚ όποιος, με σκοπό να βλάψει άλλον αφαιρεί, καθιστά αγνώριστα, μετατοπίζει ή ψευδώς τοποθετεί ορόσημα ή άλλα σημάδια που χρησιμεύουν για τον καθορισμό ορίων ή του ύψους και της διαίρεσης των υδάτων, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει με σαφήνεια, ότι ο νομοθέτης προκειμένου να προσδιορίσει το διακριτικό ομόρων εκτάσεων αποδέχεται την ύπαρξη οροσήμων, τα οποία υποβάλλει υπό νόμιμη προστασία υπό την μορφή αποδεικτικών μέσων, γενομένων αντιληπτών δια της αισθήσεως, της οράσεως και ειδικότερον υπό το πλαίσιο της αυτοψίας, με την οποία προσδιορίζονται τα σαφή όρια τεχνητά ή φυσικά και αποδεκτά γενόμενα. Η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος ποικίλλει αναλόγως της συγκεκριμένης μορφής με στόχο να συμπεριληφθεί ένα σύνολο δραστηριότητας. Η αφαίρεση συνίσταται στην ολοκληρωτική αποβολή, σε αντίθεση με το περιεχόμενο, όπου η παλαιά κατάσταση καθίσταται αγνώριστος, επερχομένης αλλοιώσεως της προηγουμένης εμφανούς μορφής. Συμπεριλαμβάνεται και η μετατόπιση, ήτοι η αυθαίρετη μεταβολή των ορόσημων επερχόμενης βλάβης.- Ιδιαίτερη μορφή είναι και η ψευδής τοποθέτηση ορόσημων, ήτοι η αυθαίρετη οροσήμανση με σκοπό την παραπλανητική εμφάνιση διακριτών ορίων, ενώ στην πραγματικότητα είναι ανύπαρκτα. Η κάθε μία μορφή συνιστά αυτοτελές αδίκημα και εναπόκειται στο δικαστήριο να προσδιορίσει το πλαίσιο της δραστηριότητας, αφού επιβάλλεται η εμφανής αντικειμενοποίηση των πραγματικών περιστατικών, ώστε να μη προκύπτει σύγχυση και εντεύθεν αδυναμία εξατομικεύσεως. Ως πρόσθετο στοιχείο του αδικήματος είναι ο σκοπός βλάβης τρίτου προσώπου, του οποίου βλάπτονται ουσιωδώς τα περιουσιακά του δίκαια, λαμβανομένου υπόψη ότι η οποιαδήποτε μεταβολή των ορόσημων συνεπάγεται μείωση περιουσιακού στοιχείου. Κατά το άρθρο 331 του ΠΚ, όποιος ασκεί αυθαίρετα ("αυτογνωμόνως" κατά το κείμενο της καθαρεύουσας) αξίωση σχετική με δικαίωμα που ή το έχει πραγματικά ή από πεποίθηση το οικειοποιείται τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών ή με χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της αυτοδικίας, απαιτείται άσκηση αξιώσεως κατά τρόπο αυθαίρετο αναφορικά με δικαίωμα που έχει ή από πεποίθηση οικειοποιείται ο δράστης. Ως αυθαίρετη ενέργεια θεωρείται οποιαδήποτε υλική πράξη, που τείνει στην ικανοποίηση αξιώσεως, κατά παράλειψη της δικαστικής οδού, με την οποία ρυθμίζεται η αμφισβήτηση που ανέκυψε. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση του δράστη ότι ενεργεί αυτογνωμόνως, και περαιτέρω πεποίθηση ότι το δικαίωμα ανήκει σ'αυτόν. Κοινό χαρακτηριστικό και περιεχόμενο και των δύο αναφερόμενων στη διάταξη αυτή λόγων, σε έναν από τους οποίους μόνο μπορεί να στηρίζεται η αποδοκιμαζόμενη από τον ουσιαστικό ποινικό νόμο ενέργεια του δράστη, είναι η πεποίθηση τούτου, ότι είναι δικαιούχος του δικαιώματος, από το οποίο ασκεί ο ίδιος την αξίωση, πεποίθηση που υπάρχει αναμφίβολα και στην πρώτη περίπτωση που ο δράστης έχει το δικαίωμα πραγματικά και στη δεύτερη περίπτωση που αυτός από πεποίθηση το οικειοποιείται, δηλαδή και όταν ανήκει στο δράση το δικαίωμα και όταν δεν ανήκει. Η παραδοχή, επομένως, από το δικαστήριο, διαζευκτικά, ότι ο δράστης ενήργησε, όπως ενήργησε, ασκώντας αυθαίρετη αξίωση σχετικά με δικαίωμα που το είχε πραγματικά, ή που δεν το έχει, αλλά το οικειοποιείται από πεποίθηση, δεν περιέχει αντίφαση, ούτε δημιουργεί έλλειψη νόμιμης βάσης, ώστε να θεωρηθεί ότι δεν υπάρχει η οφειλόμενη στην περίπτωση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εξαιτίας ελλείψεως καθορισμού ειδικότερα του λόγου, στον οποίο γίνεται δεκτό από το δικαστήριο η ενέργεια του δράστη. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, η κατά τα άνω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή αυτούς που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης, ή ασκούν επιρροή στον καταλογισμό, ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. 2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κυπαρισσίας, που δίκασε ως Εφετείο, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος με την υπ' αριθ. ... πράξη γονικής παροχής της Συμ/φου Κυπαρισσίας Ευθυμίας Στρατικοπούλου που μεταγράφηκε νόμιμα μεταβίβασε στα τέκνα του ΑΑ και ΒΒ παρακρατώντας ο ίδιος την επικαρπία εφ' όρου ζωής κατά ψιλή κυριότητα το 1/2 αδιαιρέτου ενός οικοπέδου ευρισκομένου στη θέση "..." της πόλεως ... εμβαδού 500 τμ κατά τον τίτλο κτήσεως και 480 τμ κατά νεώτερη καταμέτρηση. Το εν λόγο οικόπεδο συνορεύει σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην εν λόγω πράξη γονικής παροχής νότια με ανώνυμη οδό, δυτικά με οικόπεδο αγνώστων και πρώην ιδιοκτησίας Αικατερίνης Τζαμαλίκα, βόρεια επί πλευράς κατά το ήμισυ με οικόπεδο άρτιο ΓΓ και κατά το ημισι με οικόπεδο άρτιο κληρονόμων ΑΑ και ανατολικά με επαρχιακή οδό (...) ...-... . Στο όριο του εν λόγω οικοπέδου με το οικόπεδο του μηνυτή ήτοι στην νοτιοανατολική γωνία του οικοπέδου του μηνυτή υπήρχε μια μουριά την οποίαν είχε φυτεύσει πριν από πολλά χρόνια ο πατέρας του μηνυτή και αποτελούσε το όριο των δύο ιδιοκτησιών. Ο μηνυτής τον Ιούλιο του έτους 2005 στην νοητή προέκταση της μουριάς προς δυσμάς τοποθέτησε τρεις πασσάλους στο όριο της ιδιοκτησίας του με τον κατηγορούμενο για να χρησιμεύσουν ως ορόσημο. Ο κατηγορούμενος όμως στις 13 Φεβρουαρίου 2006 αυθαίρετα άσκησε αξίωση σχετική με δικαίωμα που από πεποίθηση οικειοποιήθηκε και συγκεκριμένα με χωματουργικό μηχάνημα ξερίζωσε τη μουριά ήτοι εξαφάνισε το παλιό ορόσημο μεταξύ της ιδιοκτησίας του και της ιδιοκτησίας του εγκαλούντος με σκοπό να οικειοποιηθεί τμήμα της νότιας πλευράς της ιδιοκτησίας του εγκαλούντος κατά παράκαμψη της δικαστικής οδού. Ειδικότερα υπολαμβάνων ότι ο εγκαλών τοποθετώντας τα ανωτέρω ορόσημα στη νοητή ευθεία της μουριάς αμφισβητεί τα όρια του οικοπέδου του και προτίθεται να του καταλάβει τμήμα αυτού προέβει στην ανωτέρω ενέργεια παραλείποντας να ζητήσει δια της δικαστικής οδού την προστασία της νομής του επί του ακινήτου του. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος με σκοπό να βλάψει τον εγκαλούντα αφαίρεσε τους τρεις πασσάλους τους οποίους είχε τοποθετήσει ο εγκαλών το καλοκαίρι του έτους 2005 στο όριο της ιδιοκτησίας του με την ιδιοκτησία του κατηγορουμένου και ξερίζωσε επίσης τη μουριά αλλοιώνοντας έτσι το όριο των ιδιοκτησιών τους. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η έγκληση έχει ασκηθεί εκπρόθεσμα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθόσον όπως προκύπτει από την ανάγνωση της μηνύσεως σε αυτήν αναφέρεται ότι κατά το τέλος του καλοκαιριού του 2005 τοποθέτησε ο εγκαλών τους πασσάλους ενώ σε επόμενη παράγραφο αναφέρει ότι τον Φεβρουάριο του 2005 "τους ξήλωσε" ο κατηγορούμενος υπονοώντας το έτος 2006 αφού τον Φεβρουάριο του 2005 δεν είχαν τοποθετηθεί. Επίσης ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η ιδιοκτησία του δεν συνορεύει με την ιδιοκτησία του εγκαλούντος αλλά μόνο με ιδιοκτησία του ΓΓ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθόσον στην προαναφερόμενη πράξη γονικής παροχής και στο προσαρτημένο σ' αυτή τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ... αναφέρεται ως προς βορράν όριο της ιδιοκτησίας Χ εν μέρει η ιδιοκτησία ΓΓ και εν μέρει η ιδιοκτησία του εγκαλούντος. Εξάλλου ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ενήργησε στα πλαίσια της αυτοδύναμης προστασίας της νομής του κατ' άρθρο 985 ΑΚ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον οι πάσσαλοι είχαν τοποθετηθεί τον Ιούλιο του 2005 και αυτός τους αφαίρεσε τον Φεβρουάριο του 2006. Ως αφετηρία για την έννοια του "αμέσως" στο άρθρο 985 ΑΚ για την αποκατάσταση της νομής λαμβάνεται η αποβολή από τη νομή και όχι όπως στην ΑΚ 982 το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο νομέας πληροφορήθηκε την αποβολή (βλ. Γεωργιάδη-Σταθόπουλο αστικός κώδιξ κατ' άρθρο ερμηνεία υπ' άρθρο 985 ΑΚ). Περαιτέρω ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ενήργησε στα πλαίσια εντολής που έλαβε από τον υιόν του κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν αποδείχθηκε και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων της μετακίνησης ορόσημων και της αυτοδικίας που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο." Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις πράξεις της μετακίνησης οροσήμων και της αυτοδικίας και επέβαλε σ'αυτόν συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μια τριετία. Με αυτά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις δέχθηκε το ως Εφετείο δικάσαν Πλημμελειοδικείο διέλαβε στην απόφασή του όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της μετακίνησης οροσήμων την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που έχει εκτεθεί στη νομική σκέψη, αφού περιλαμβάνει τα αντικειμενικά ευρήματα του εγκλήματος της παραβιάσεως των οροσήμων, με την εξειδίκευση των υλικών ενεργειών με τις οποίες έλαβε χώρα η καταστροφή της μουριάς και των πασσάλων που αποτελούσαν παλαιόθεν (η μουριά) το ορόσημο μεταξύ των ομόρων ακινήτων, και επήλθε βλάβη, εφόσον ουσιωδώς υπέστησαν καταστροφή τα υφιστάμενα ορόσημα μεταξύ των οποίων της από μακρού χρόνου υφισταμένης μουριάς και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 223 του ΠΚ την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επίσης, με σαφήνεια και πληρότητα αιτιολογεί ως αβάσιμο και τον αυτοτελή ισχυρισμό, ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν είναι άδικη η πράξη, διότι πρόκειται για αυτοδύναμη, σύμφωνα με το άρθρο 985 του ΑΚ, προστασία και ανάκτηση της νομής Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, που προέβαλε στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, δια του συνηγόρου του, ότι ενήργησε στα πλαίσια της εντολής που έλαβε από τον υιό του ότι οι πάσσαλοι και η μουριά ευρίσκοντο εντός της ιδιοκτησίας Χ, και ότι ο μηνυτής δεν ήταν ποτέ όμορος ιδιοκτήτης της δικής του ιδιοκτησίας, δεν είναι αυτοτελείς, με την έννοια που αναπτύσσεται στη νομική σκέψη, αλλά αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί, τους οποίους το Δικαστήριο, κηρύσσοντας ένοχο τον κατηγορούμενο, τους έκρινε αβάσιμους. Η αιτίαση ότι δεν αξιολογήθηκε το υπό τον αριθμ. 2 αναγνωστέο έγγραφο ήτοι αντίγραφο του υπ'αριθμ. ... πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Κυπαρισσίας Αντωνίου Δημητρακοπούλου είναι αβάσιμη δεδομένου ότι στο προοίμιο του σκεπτικού της η προσβαλλομένη απόφαση αναφέρει ότι έλαβε υπόψη της τα αναγνωσθέντα έγγραφα στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το ανωτέρω. Οι αιτιάσεις, με τις οποίες, υπό την επίκληση α) της έλλειψη από την απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 223 του Π.Κ. καθώς και για έλλειψη νόμιμης βάσης, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, με την αμφισβήτηση των πιο πάνω περιστατικών, τα οποία τα Δικαστήριο εκείνο δέχτηκε και στα οποία στήριξε την καταδικαστική κρίση του, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Σε σχέση όμως με την αξιόποινη πράξη της αυτοδικίας για την οποίαν καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων η αιτιολογία, αυτή είναι ελλιπής, ασαφής και αντιφατική, ως προς το δικαίωμα για το οποίο ασκήθηκε αυθαίρετα η αξίωση του αναιρεσείοντος, διότι, ενώ στην αρχή δέχεται ότι "ο κατηγορούμενος αυθαίρετα άσκησε αξίωση σχετική με δικαίωμα που από πεποίθηση οικειοποιήθηκε και συγκεκριμένα με χωματουργικό μηχάνημα ξερίζωσε τη μουριά ήτοι εξαφάνισε το παλιό ορόσημο μεταξύ της ιδιοκτησίας του και της ιδιοκτησίας του εγκαλούντος με σκοπό να οικειοποιηθεί τμήμα της νότιας πλευράς της ιδιοκτησίας του εγκαλούντος κατά παράκαμψη της δικαστικής οδού" χωρίς περαιτέρω να διευκρινίζει εάν τελικώς οικειοποιήθηκε και ποία έκταση ο αναιρεσείων α) την έκταση του εγκαλούντος που αντιστοιχούσε στο τμήμα της μουριάς που ο ίδιος κατέστρεψε ή β) την έκταση της νότιας πλευράς της ιδιοκτησίας του εγκαλούντος, χωρίς στη περίπτωση αυτή να εξηγεί πως με την ως άνω υλική πράξη της καταστροφής της μουριάς ενσωμάτωσε την έκταση αυτή στην ιδιοκτησία του, στη συνέχεια δε αντιφατικά δέχεται ότι "ο κατηγορούμενος υπολαμβάνων ότι ο εγκαλών τοποθετώντας τα ανωτέρω ορόσημα στη νοητή ευθεία της μουριάς αμφισβητεί τα όρια του οικοπέδου του και προτίθεται να του καταλάβει τμήμα αυτού προέβει στην ανωτέρω ενέργεια παραλείποντας να ζητήσει δια της δικαστικής οδού την προστασία της νομής του επί του ακινήτου του", χωρίς περαιτέρω να διευκρινίζει εάν τα ως άνω ορόσημα (τρεις πάσσαλοι) είχαν τοποθετηθεί στην ιδιοκτησία του κατηγορουμένου ώστε να δικαιολογείται η αμφισβήτηση εκ μέρους του εγκαλούντος των ορίων του οικοπέδου του κατηγορουμένου, με αποτέλεσμα με τις ελλείψεις και ασάφειες αυτές να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 331 Π.Κ. Πρέπει συνεπώς, κατά παραδοχή ως εν μέρει βασίμων των σχετικών από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγων της κρινομένης αιτήσεως ν' αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τη διάταξη της περί κηρύξεως ενόχου του αναιρεσείοντος για την αποδιδομένην σ'αυτόν αξιόποινη πράξη της αυτοδικίας καθώς και κατά την περί ποινής διάταξή της. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 331 του ΚΠΔ, η διαδικασία στο ακροατήριο γίνεται προφορικά. Για τη συζήτηση συντάσσονται πρακτικά, και η απόφαση απαγγέλλεται προφορικά και διατυπώνεται εγγράφως σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 140-144. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 141 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, προκύπτει με σαφήνεια ότι οι διάδικοι δικαιούνται να εγχειρίσουν σε αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση εγγράφως τις δηλώσεις τους, επομένως τα αιτήματα και τους ισχυρισμούς τους, πρέπει όμως να προβάλουν και να αναπτύξουν τα αιτήματα και τους ισχυρισμούς και προφορικά κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς τους, ώστε να γίνουν αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση. Αυτό άλλωστε επιβάλλεται και από την αρχή της προφορικότητας της επ' ακροατηρίου κυρίας διαδικασίας, η οποία καθιερώνεται από το άρθρο 331 του ΚΠΔ και η οποία, όχι μόνο δεν περιστέλλεται με την προαναφερθείσα διάταξη, αλλά αντιθέτως ενισχύεται, αφού η καταχώριση των δηλώσεων αυτών στα πρακτικά τελεί, εκτός των άλλων, και υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης προφορικής ανάπτυξής τους. Έτσι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, αυτοτελής ισχυρισμός και αίτημα του κατηγορουμένου, που περιλαμβάνονται σε έγγραφο υπόμνημα που δόθηκε στον διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχουν προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει ότι έγινε και προφορική ανάπτυξή τους κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς του. Διαφορετικά το αίτημα και ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχουν προβληθεί παραδεκτώς και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αυτούς (ΟλΑΠ 2/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με την ως άνω απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κυπαρισσίας απορρίφθηκαν πλην άλλων ο προβληθείς από τον συνήγορο του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση αυτοτελής ισχυρισμός περί του ότι ενήργησε στα πλαίσια της αυτοδύναμης προστασίας της νομής και το αίτημα να κληθεί ο μάρτυς Πλατής. Με λόγο αναίρεσης προβάλλεται η πλημμέλεια ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, το ως άνω αίτημα, πλην όμως ο λόγος αυτός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ είναι απαράδεκτος, γιατί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, το ως άνω αίτημα δεν είχε προβληθεί παραδεκτώς, αφού ναι μεν είχε περιληφθεί σε υπόμνημα του συνηγόρου του αναιρεσείοντος που ενσωματώθηκε στα πρακτικά, πλην όμως δεν αναπτύχθηκε και προφορικά ούτε προκύπτει ότι το εν λόγω υπόμνημα αναγνώσθηκε στο ακροατήριο ή ότι έγινε προφορική αναφορά του αναιρεσείοντος ή του συνηγόρου του στο ουσιώδες περιεχόμενο αυτού. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, ο συνήγορος υπεράσπισης του αναιρεσείοντος ζήτησε "την αθώωση του πελάτη του". Επομένως το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, ως λόγος για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί να προταθεί και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδίως όταν, μεταξύ άλλων: α) το δικαστήριο αποφάσισε για υπόθεση που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του και β) έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που υπάγεται σύμφωνα με ρητή διάταξη του νόμου στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, κατά την αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης και της καταδίκης του αναιρεσείοντος, δέχτηκε ότι ο κατηγορούμενος με σκοπό να βλάψει τον εγκαλούντα αφαίρεσε τους τρεις πασσάλους τους οποίους είχε τοποθετήσει ο εγκαλών το καλοκαίρι του έτους 2005 στο όριο της ιδιοκτησίας του με την ιδιοκτησία του κατηγορουμένου και ξερίζωσε επίσης τη μουριά αλλοιώνοντας έτσι το όριο των ιδιοκτησιών τους και ότι η μουριά, που κατέστρεψε ο κατηγορούμενος βρίσκονταν μέσα σε ακίνητο (οικόπεδο) ιδιοκτησίας του εγκαλούντος και οι πάσσαλοι είχαν τοποθετηθεί τον Ιούλιο 2005 και αφαιρέθηκαν από τον κατηγορούμενο τον Φεβρουάριο 2006, κρίνοντας ως αβάσιμο και τον ισχυρισμό για αυτοδύναμη προστασίας της νομής. Κατ' αυτόν όμως τον τρόπο, το ποινικό δικαστήριο δεν άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και δεν έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που υπάγεται, σύμφωνα με ρητή διάταξη του νόμου, στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αλλά παρεμπιπτόντως, απλώς εξέτασε το προαναφερόμενο ζήτημα αστικής φύσεως που ανεφύη ενώπιόν του, ενόψει και της προβολής του αυτοτελούς ισχυρισμού για αυτοδύναμη προστασία της νομής.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ σχετικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.2 του ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα, η οποία δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, συνεπάγεται και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Η παράσταση αυτή είναι παράνομη, όταν στο πρόσωπο εκείνου που δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων δεν συντρέχουν οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεώς του για την άσκηση πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 68 του ίδιου κώδικα, ως προς τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της πολιτικής αγωγής. Εξάλλου όπως προκύπτει από τα άρθρα 63, 64 και 68 του ΚΠΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ στην άσκηση της πολιτικής αγωγής για την επιδίκαση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης νομιμοποιούνται μόνο όσοι έχουν ζημιωθεί αμέσως από το διωκόμενο έγκλημα. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά ο μηνυτής Ψ δήλωσε προφορικώς ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορουμένου και ζήτησε να υποχρεωθεί να καταβάλλει σ' αυτόν το ποσόν των 40 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που είχε υποστεί από τις ως άνω πράξεις της μετακίνησης οροσήμων και της αυτοδικίας. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την παράσταση της πολιτικής αγωγής και για την επικληθείσα απ' αυτήν αιτία και επιδίκασε στο σύνολό του για τις ως άνω πράξεις το αξιούμενο ποσό. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον ως Εφετείου δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, στο οποίο είχε αχθεί κατόπιν εφέσεως του κατηγορουμένου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά, ο πολιτικώς ενάγων επανέλαβε την δήλωση για παράσταση, αξιώνοντας ως χρηματική ικανοποίηση του για την ηθική βλάβη που είχε υποστεί το πρωτοδίκως επιδικασθέν σ' αυτόν χρηματικού ποσού. Το Εφετείο, δικάζοντας χωρίς αντιρρήσεις του κατηγορουμένου κατά της ως άνω παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος, δέχθηκε ως βάσιμη την δήλωση του αυτή, σαφώς κατά την συνολική της έκταση και επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τα ως άνω (για τα οποία η δήλωση) εγκλήματα του κατηγορουμένου το και πρωτοδίκως επιδικασθέν σ' αυτόν χρηματικό ποσό των 40 Ευρώ. Χωρίς να προσδιορίσει το αντίστοιχο για κάθε μια από τις ως άνω επί μέρους πράξεις τμήμα του ποσού αυτού. Ενόψει αυτών εφόσον ο μηνυτής προέβαλε ότι ήταν κύριος της όμορης εδαφικής εκτάσεως, παρέπεται ότι ούτος, ως αμέσως παθών εκ της ως άνω αποδιδομένης στον κατηγορούμενο πράξεως της μετακίνησης οροσήμων ενομιμοποιείτο να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων για την ηθική βλάβη που υπέστη εκ της ως άνω πράξεως τούτου, και δεν παρέστη παράνομα στο ακροατήριο. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλομένη η αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο για παρά τον νόμο παράσταση της πολιτικής αγωγής είναι αβάσιμος. Ενόψει των προεκτεθέντων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση εν μέρει και δη καθ' ο μέρος καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων για αυτοδικία, και κατά συνέπεια και ως προς την διάταξή της για την συνολική ποινή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εδίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 491/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κυπαρισσίας και δη:
Α) Ως προς τις διατάξεις της με τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων για το έγκλημα της αυτοδικίας .
Β) Ως προς την διάταξη της για την συνολική ποινή που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, δικαστές, για νέα συζήτηση και μόνον του ανωτέρω εγκλήματος και για νέα επιμέτρηση της συνολικής ποινής.

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 12 Μαρτίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της αυτής ως άνω αποφάσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου και 15 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή