Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 356 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανώνυμη εταιρία, Καταλογισμού ικανότητα.




Περίληψη:
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, βεβαιωμένων εφάπαξ. Ευθύνη Αντιπροέδρου Διοικητικού Συμβουλίου ανώνυμης εταιρίας. Ισχυρισμός για έλλειψη ευθύνης προς καταλογισμό. Λόγοι αναιρέσεως η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσεως. Απορρίπτει αναίρεση.




Αριθμός 356/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, δια της δικαστικής συμπαραστάτριάς του ... συζύγου Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σαββόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό ΒΤ.125/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, δια της δικαστικής του συμπαραστάτριας, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαρτίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 600/2008.

Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1882/1990 θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνης της μη καταβολής του χρέους που η εξόφληση του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης, και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 με το άρθρο 23 του ν.2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση : 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξης του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσης τους. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι : 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος χρόνος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο, μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψειςυπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίοσύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά τοείδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ τογεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεωντων μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται ηαναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά ναεπεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις τωνάρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για ανυπαρξία καταλογισμού ή ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης ΒΤ 125/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Από την όλη αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι: Ο κατηγορούμενος στον ... την 31.3.2000 και ενεργώντας με πρόθεση και με την ιδιότητά του ως Αντιπροέδρου του διοικητικού συμβουλίου και δεσμεύοντος με την υπογραφή του, άρα και νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "Τεχνική Επενδυτική Ανώνυμη Εταιρεία", οφείλει στο Δημόσιο και ειδικότερα στη ΔΟΥ ΦΑΕ ... το ποσό των 33.118.509 δρχ. που έχει νόμιμα βεβαιωθεί και αφορά παρακρατούμεους ή επιρριπτόμενους φόρους και έπρεπε να καταβληθεί "εφάπαξ", σύμφωνα και με τον υπ' αριθ. 43/2001 πίνακα χρεών, που αναγνώσθηκε και περιέχεται στη δικογραφία, οπότε και είναι άμεσα γνωστός στον κατηγορούμενο. Ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί ανικανότητας αυτού για καταλογισμό κατ'άρθ. 34 του ΠΚ, θα πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, εφόσον η κήρυξή του σε καθεστώς στερητικής - δικαστικής συμπαραστάσεως έγινε με την υπ' αριθ. 2909/01 απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία δημοσιεύθηκε τον Μάϊο του 2001, δηλαδή μετά δεκατετράμηνο περίπου από τον επίδικο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο και επί πλέον, διότι η φερόμενη νοσηρή κατάσταση του κατηγορουμένου δεν συμβιβάζεται με την ανάθεση υπευθύνων καθηκόντων σ' αυτόν, όσον αφορά τη διαχείριση και εκπροσώπηση της παραπάνω εταιρείας κατά τον κρίσιμο χρόνο. Επομένως ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που του αποδίδεται, σύμφωνα και με τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό, ενώ θα πρέπει ν' αναγνωρισθεί σ'αυτόν και το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων (άρθ. 84 παρ. 2β' ΠΚ), ως άλλωστε έγινε και με την υπ' αριθ. ΒΤ 39/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που αναιρέθηκε". Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας στο διατακτικό της προσβαλλόμενης πιο πάνω αποφάσεώς του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στον... στις 31.3.2000 όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα σύμφωνα με τον Ν.1882/90, με πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών που ήταν βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες και η παραβίαση αναφέρεται σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται εφ' άπαξ, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει προκειμένου για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή δάνεια τα 3.000.000 δρχ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του στη ΔΟΥ ΦΑΕ ... διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 33.118.509 δρχ, που αφορά παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους δηλ. καθυστέρησε την καταβολή πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής για τα παραπάνω χρέη του, που καταβάλλονται εφάπαξ", στη συνέχεια δε, αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. β' του ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 ημερησίως. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ. 1 και 84 παρ. 2β' Πκ, 25 παρ. 1 Ν.1882/1990, όπως το άρθρο αυτό αντικ/κε με το άρθρο 27 παρ. 1 Ν.2523/1997, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα - η αναφορά στο σκεπτικό "μαρτύρων", ενώ εξετάσθηκε ένας (1) μάρτυρας, οφείλεται σε προφανή παραδρομή -), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την κατάθεση της μάρτυρα υπερασπίσεως ... συζ. Χ1, η οποία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο. Όπως προκύπτει από τα αυτά πρακτικά, ο αναιρεσείων δια του εκπροσωπήσαντος αυτόν στο Δικαστήριο εκείνο, πληρεξουσίου δικηγόρου του, προέβαλε τους ισχυρισμούς, κατά πιστή από τα πρακτικά αντιγραφή αυτών ότι "όταν βεβαιώθηκαν τα χρέη ο κατηγορούμενος έπασχε από Alzheimer. Κηρύχθηκε σε καθεστώς πλήρους δικαστικής συμπαράστασης με την απόφαση 2909/2001. Έλλειψη καταλογισμού κατά το άρθρο 34 του ΠΚ. Ο κατηγορούμενος ήταν Αντιπρόεδρος στην εταιρία, Πρόεδρος, Διευθύνων Σύμβουλος και μόνος υπόχρεος ήταν ο ..., ο οποίος τελικά πλήρωσε τα χρέη στο ΙΚΑ. Το οφειλόμενο ποσό ήταν δάνειο πλημμυροπαθών". Στη συνέχεια, δια της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεώς του, προβάλλει αυτός την αιτίαση ότι σχετικά με την απόρριψή των ισχυρισμών του αυτών, τρείς (3) τον αριθμό, τους οποίους χαρακτηρίζει ως "αυτοτελείς", η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και του διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Επίσης, το δικάσαν Δικαστήριο, με την ίδια ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου για έλλειψη στο πρόσωπό του της ικανότητας προς καταλογισμό κατ' άρθρ. 34 ΠΚ, καθώς και τους αρνητικούς της ευθύνης του ισχυρισμούς για πληρωμή του χρέους προς το Δημόσιο της αναφερόμενης οφειλέτριας ανώνυμης εταιρίας. Εξάλλου, δεν αποτελεί αντίφαση η αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι ο αναιρεσείων ενήργησε με πρόθεση με την ιδιότητά του ως Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, δεσμεύοντας με την υπογραφή του, άρα και ως νόμιμος εκπρόσωπος της οφειλέτριας εταιρίας "Τεχνική Επενδυτική Ανώνυμη εταιρία". Επίσης, δεν αποτελεί αντίφαση ότι ο αναιρεσείων στο διατακτικό της αποφάσεως αναφέρεται ως οφειλέτης του Δημοσίου, αφού στο σκεπτικό της, που παραδεκτώς συμπληρώνει το διατακτικό της αποφάσεως, διευκρινίζεται η ειρημένη ιδιότητα του κατηγορουμένου, δηλαδή ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο, όπως προαναφέρθηκε, Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. και νόμιμος εκπρόσωπος της οφειλέτριας πιο πάνω Ανώνυμης εταιρίας, αφού δέσμευε με την υπογραφή του. Τέλος, αναφέρεται στο σκεπτικό αλλά και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το άνω χρέος αφορούσε παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους που είχαν βεβαιωθεί νόμιμα και έπρεπε να καταβληθούν εφάπαξ, σύμφωνα με το 43/2001 πίνακα χρεών. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).

Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 27 Μαρτίου 2008 (αρ.8/2008) ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς, αίτηση του Χ1, για αναίρεση της με αριθμό ΒΤ 125/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή