Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1262 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη θανατηφόρα.




Περίληψη:
Θανατηφόρα σωματική βλάβη. Άρθρο 311 εδ. Α΄ ΠΚ. Έννοια. (ΑΠ 630/2005). Οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου με εκ πλαγίου παράβαση είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Απορρίπτει.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1262/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δημακόπουλο, περί αναιρέσεως της 76, 76Α, 77, 94, 95/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τασιόπουλο.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1102/2008.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 308 παρ. 1 εδ. α', 310 παρ. 1 και 2 και 311 εδ. α' του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της θανατηφόρας σωματικής βλάβης, το οποίο είναι έγκλημα εκ του αποτελέσματος, απαιτείται εκτός από το δόλο, έστω και ενδεχόμενο, του δράστη για το βασικό έγκλημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης του παθόντος και αμέλεια ως προς το βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου, ο οποίος είχε ως αιτία την βαριά πάθηση του σώματος ή της διάνοιας του παθόντος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ διακρίνονται δύο είδη αμελείας: α) η αμέλεια χωρίς συνείδηση, όπου ο δράστης δεν προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα, ενώ θα μπορούσε να το προβλέψει και να το αποφύγει αν κατέβαλε την επιβαλλόμενη από το νόμο προσοχή και β) η συνειδητή αμέλεια (ενσυνείδητη), όπου ο δράστης προβλέπει ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να προέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα, αλλά το αποκρούει και ενεργεί γιατί πιστεύει ότι δεν θα επέλθει. Αυτή η διάκριση προσδιορίζει την αμέλεια ως μορφή υπαιτιότητας του δράστη και γι' αυτό το Δικαστήριο πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του, για την πληρότητα της αιτιολογίας του, αν για το βαρύτερο αποτέλεσμα συνέτρεξε και αμέλεια του δράστη και ποιο συγκεκριμένο από τα αναφερόμενα ως άνω είδη αυτής. Ειδικότερα, για την θεμελίωση της αμελείας ως προς το τελευταίο αποτέλεσμα, απαιτείται να διαπιστωθεί, α) ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά την αντικειμενική κρίση, προσοχή την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, την συνήθη πορεία των πραγμάτων και την λογική, β) ότι αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, φυσιολογικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες εξ αιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, μπορούσε να προβλέψει και αποφύγει το αποτέλεσμα, το οποίο δεν προείδε, είτε προέβλεψε μεν αυτό πίστευε όμως ότι θα αποφευγόταν και γ) ότι υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενεργείας ή παραλείψεώς του και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του θύματος.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, ούτε να γίνεται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ ΑΠ 1/2005).
Τέλος, λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε του ΚΠοινΔ ιδρύεται και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, περίπτωση της οποίας είναι και η εκ πλαγίου παραβίαση αυτής που συντρέχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Επειδή, από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της Πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία του κατηγορουμένου και από όλη γενικά τη διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής: Ο Ξ και θύμα - όπως θα αναφερθεί παρακάτω - γεννήθηκε στη ... το έτος 1943. Ασκούσε το επάγγελμα του ναυτικού και από το έτος 1979 και εφεξής εργαζόταν στην εταιρία με την επωνυμία "... LTD". Στις 15-3-1996 αναχώρησε από την ... και ναυτολογήθηκε ως πρώτος μηχανικός στο υπό Κυπριακή σημαία Φ/Γ πλοίο της εν λόγω εταιρίας με την επωνυμία "..." το οποίο βρισκόταν στο λιμάνι ... των .... Στο ίδιο πλοίο εργαζόταν ως πλοίαρχος, από το Δεκέμβριο 1995, ο κατηγορούμενος, ο οποίος γεννήθηκε στην ... το έτος 1938. Οι σχέσεις των δύο ανδρών μέσα στο πλοίο δεν ήταν καθόλου καλές και σχεδόν καθημερινά διαπληκτίζονταν μεταξύ τους, όπως δε το ίδιο το θύμα είχε εκμυστηρευτεί σε συγγενείς και συναδέλφους του, ο κατηγορούμενος, σε στιγμές έντασης, τον είχε χτυπήσει. Αιτία των ερίδων τους αποτελούσε το γεγονός ότι το θύμα δεν εκτελούσε τις εντολές του κατηγορουμένου, σύμφωνα με τις υποδείξεις του, και επί πλέον το γεγονός ότι το θύμα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού κατανάλωνε μεγάλες ποσότητες μπύρας. Στις 26-5-1996 το εν λόγω πλοίο με 27μελές πλήρωμα (9 Έλληνες και 18 απέπλευσε από το λιμάνι ... με προορισμό τους λιμένες της ... ... και ... και στη συνέχεια .. και ... .... Στις 19-6-1996 και λίγο μετά τις 17:00', καθόν χρόνο το πλοίο είχε φθάσει έξω από το λιμάνι ... της ... και βρισκόταν στη ράδα σε αναμονή του πλοηγού που θα το οδηγούσε μέσα στο λιμάνι, ο κατηγορούμενος κατέβηκε από τη γέφυρα και πήγε στην κουζίνα του πλοίου, για να παραγγείλει να του φέρουν φαγητό στον επικοινωνούντα με την κουζίνα χώρο της τραπεζαρίας, προκειμένου να δειπνήσει. Μέσα στο χώρο της κουζίνας, το δάπεδο της οποίας ήταν επενδεδυμένο με κεραμικό πλακάκι, σ' ένα διάδρομο, ήταν τοποθετημένο ένα παγκάκι μήκους 0,60 - 0,70 cm, πλάτους 0,30 cm, ύψους 0,50 - 0,55 cm και βάρους 6-7 κιλών περίπου, το οποίο συνήθως χρησιμοποιούσε ο παραμάγειρας όταν καθάριζε τα τρόφιμα (πατάτες, κρεμμύδια κ.λπ). Όταν ο κατηγορούμενος μπήκε στην κουζίνα, καθόταν στο προαναφερόμενο παγκάκι ο α' μηχανικός (θύμα) μαζί με το μάγειρα του πλοίου Ζ κουβεντιάζοντας, ενώ στις γούρνες της κουζίνας βρισκόταν ο παραμάγειρας Φιλιππινέζος υπήκοος .... πλένοντας πιάτα. Εισερχόμενος στην κουζίνα ο κατηγορούμενος δέχθηκε τις παρατηρήσεις του α' μηχανικού (θύματος), "γιατί δεν ερχόταν να γευματίσει στην ώρα του, αλλά καθυστερημένα", οπότε εκνευρισμένος απάντησε στον τελευταίο "να προσέχει σε ποιόν μιλά και τι λέει". Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος έδωσε παραγγελία στο μάγειρα και κατευθύνθηκε στο χώρο της τραπεζαρίας, για να γευματίσει. Ο μάγειρας σηκώθηκε από το παγκάκι, για να ετοιμάσει την παραγγελία, ενώ ο α' μηχανικός (θύμα) παρέμεινε καθισμένος στο παγκάκι. Καθόν χρόνο ο κατηγορούμενος απομακρυνόταν από την κουζίνα, ο πρώτος μηχανικός τον εξύβρισε απευθύνοντας του τη φράση "άντε γαμήσου σκατομαλάκα". Οργισμένος τότε ο κατηγορούμενος γύρισε αστραπιαία πίσω και πλησιάζοντας από δεξιά στο σημείο που καθόταν ο α' μηχανικός, επιδιώκοντας να τον κτυπήσει, του επιτέθηκε και του κατάφερε με δύναμη γροθιά στο κεφάλι. Αιφνιδιασμένος και ζαλισμένος τότε ο α' μηχανικός και μη προλαβαίνοντας ν' αντιδράσει αποτελεσματικά, έγειρε προς τα πίσω, κτύπησε το κεφάλι του στα τοιχώματα της κουζίνας και χάνοντας την ισορροπία του έπεσε ανάσκελα κάτω συμπαρασύροντας το σκαμνάκι, με αποτέλεσμα να χτυπήσει εκ νέου το κεφάλι του στο δάπεδο και να προκληθούν μώλωπες στην πλάτη του, γεγονός το οποίο από αμέλεια του δεν πρόβλεψε ο κατηγορούμενος. Στα αμέσως επόμενα λεπτά που επακολούθησαν ο α' μηχανικός σηκώθηκε από το σημείο που είχε πέσει, ξεστόμισε κάποιες φράσεις χωρίς ειρμό, και κατευθυνόμενος στην καμπίνα του για να αναπαυθεί, κάλεσε τον μάγειρα Ζ, τελειώνοντας τη βάρδια του να πάει στην καμπίνα του να παίξουν χαρτιά. Περί ώρα 19:00' ο α' μηχανικός (θύμα) τηλεφώνησε στον β' μηχανικό του πλοίου... και αναφέροντας του ότι έχει πονοκέφαλο ζήτησε από τον τελευταίο να του πει πού έχει ασπιρίνες ή depon, για να αντιμετωπίσει τον πόνο. Περί ώρα 22:00' το πλοίο έδεσε στην προβλήτα και ο κατηγορούμενος έστειλε τον ανθυποπλοίαρχο ... να παραδώσει την αναφορά αφίξεως του πλοίου στον α' μηχανικό (θύμα). Πηγαίνοντας ο ανθυποπλοίαρχος στην καμπίνα του τελευταίου, τον βρήκε να κοιμάται ξαπλωμένος στο κρεβάτι του και άφησε την αναφορά επάνω στο γραφείο του. Μετά τα μεσάνυχτα και περί ώρα 01:30' πλεύρισε το πλοίο η φορτηγίδα πετρέλευσης και ο β' μηχανικός ... παρέπεμψε τον υπεύθυνο στον α' μηχανικό. Επιστρέφοντας ο υπεύθυνος παράδοσης του πετρελαίου ενημέρωσε τον β' μηχανικό ότι δεν βρήκε τον α' μηχανικό στην καμπίνα του, οπότε και οι δύο μαζί πήγαν πίσω στην καμπίνα του α' μηχανικού. Μπαίνοντας στην καμπίνα διαπίστωσαν ότι το κρεβάτι του ήταν άδειο, αλλά φαινόταν το πόδι του από την ανοιχτή πόρτα του μπάνιου. Εισήλθαν στο μπάνιο και βρήκαν τον α' μηχανικό πεσμένο στο πάτωμα, πίσω. από τη λεκάνη με το δεξί μάγουλο στο πάτωμα, χωρίς να έχει τις αισθήσεις του και να βαριανασαίνει, ενώ από το στόμα του είχε τρέξει ένα κοκκινωπό υγρό. Αμέσως ο β' μηχανικός ειδοποίησε τον κατηγορούμενο, οπότε και οι δύο μαζί τον μετέφεραν στο κρεβάτι του και χωρίς χρονοτριβή ο κατηγορούμενος ειδοποίησε τις πρώτες βοήθειες που έφθασαν αμέσως, και ο κατηγορούμενος συνόδευσε τον α' μηχανικό στο νοσοκομείο. Από τις πρώτες εξετάσεις που έγιναν διαπιστώθηκε αιμάτωμα στη δεξιά πλευρά του εγκεφάλου και κρίθηκε αναγκαία η χειρουργική επέμβαση για την φαίρεση του αιματώματος, η οποία και πραγματοποιήθηκε, και αφαιρέθηκε ένα μεγάλο εξωσκληρίδιο αιμάτωμα, πλην όμως η κατάσταση του εξακολούθησε να είναι σοβαρή με ελάχιστες πιθανότητες επιβίωσης, εξαιτίας δε αυτών των κακώσεων ως μόνης ενεργού αιτίας στις 22.6.96 περί ώρα 19:15' απεβίωσε. Σύμφωνα με την από 21.6.96 ιατρική αναφορά του νευροχειρούργου ..., που εξέτασε το θύμα κατά την είσοδο του στο νοσοκομείο, εξωτερικά βρέθηκε να έχει υποστεί μικρό μώλωπα και εκτριβή πάνω από το δεξιό βρεγματικό όγκο, ενώ η αξονική τομογραφία στην οποία υποβλήθηκε, έδειξε ένα μεγάλο δεξιό βρεγματικό εξωσκληρίδιο αιμάτωμα. Εξάλλου σύμφωνα με την από 30.6.96 αναφορά του ιατροδικαστή .... που εξέτασε το πτώμα του θύματος, ο τελευταίος διαπίστωσε ότι έφερε κάταγμα από τη βάση του κρανίου και τη δεξιά πλευρά, αιμορραγία στον μεσεγγέφαλο και υπαραχνοειδή αιμορραγία στη βάση του κρανίου. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της θανατηφόρας σωματικής βλάβης που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο. Η εκδοχή την οποία υποστηρίζει ο κατηγορούμενος, ότι δηλαδή κατά τη διάρκεια του επεισοδίου που είχε με το θύμα στη κουζίνα του πλοίου τις απογευματινές ώρες της 22-6-1996, δεν τον κτύπησε, αλλά σήκωσε το χέρι του για να τον κτυπήσει και εκείνος στην προσπάθεια του ν' αποφύγει το χτύπημα έκανε αποφευκτικό ελιγμό, γλίστρησε, και χάνοντας την ισορροπία του έπεσε από το παγκάκι κτυπώντας στο πάτωμα, και ως εκ τούτου σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του με την ενέργεια του αυτή δεν πραγματώθηκε η αντικειμενική υπόσταση του βασικού 4 εγκλήματος της σωματικής βλάβης, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Εξάλλου, και αν ακόμα υποτεθεί ότι η ανωτέρω σωματική βλάβη δεν ολοκληρώθηκε για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της θανατηφόρας σωματικής βλάβης δεν απαιτείται η πραγμάτωση της σωματικής βλάβης να έχει ολοκληρωθεί και ως επακόλουθο να προκληθεί αιτιωδώς ο θάνατος του παθόντος αλλά αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της να επέλθει ο θάνατος του παθόντος ευθέως από μία ενέργεια του δράστη η οποία έτεινε στη σωματική του βλάβη.
Συνεπώς στη συγκεκριμένη περίπτωση και αν ακόμα θεωρηθεί αληθινός ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν κτύπησε τον παθόντα, αλλά κατευθύνθηκε προς αυτόν με πρόθεση να τον χαστουκίσει αλλά δεν πρόλαβε, διότι ο παθών έπεσε από το σκαμνί που καθόταν στο πάτωμα και κτύπησε, η ενέργεια του αυτή που έτεινε στη σωματική βλάβη του παθόντος, η οποία (βλάβη) επήλθε και εξ αυτής προκλήθηκε ο θάνατος του, αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της θανατηφόρας σωματικής βλάβης (βλ. ΑΠ 1140/77 ΠΧρ. ΚΗ 202, Ανδρουλάκη Ειδ. α 151 επ.). Άλλωστε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος γρονθοκόπησε το θύμα πριν από την πτώση του τελευταίου στο δάπεδο προκύπτει ευθέως από τις διηγήσεις του παρόντος στο επεισόδιο Φιλιππινέζου ναύτη .... στο ναύκληρο ...ι (βλ. τις αναγνωσθείσες στο ακροατήριο από 8.8.96 ενώπιον του σημ/ρου ΛΣ ... και από 24.9.96 ενώπιον του Πλ/ρχου ΛΣ ... προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων ... και .... Πρέπει ιδιαίτερα να σημειωθεί και ότι ο ..., β' μηχανικός του πλοίου κατά τον επίδικο χρόνο, κατέθεσε ότι όλο το πλήρωμα του πλοίου έλεγε ότι το θύμα το κτύπησε ο καπετάνιος. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται ακόμη περισσότερο και από τη σφοδρότητα της πτώσης του θύματος στο δάπεδο, την οποία πτώση σημειωτέον μπορούσε ευχερώς ν' αποφύγει το θύμα, αν δεν τον γρονθοκοπούσε ο κατηγορούμενος, ενόψει της σωματικής διαπλάσεώς του (ήταν 57 κιλά και είχε ύψος 1.80, βλ. την από 30.6.96 αναφορά του ιατροδικαστή ....), εξαιτίας της οποίας υπέστη κακώσεις κεφαλής και μώλωπες πάνω από την σπονδυλική του στήλη. Με τις κακώσεις δε αυτές συνδέεται αιτιωδώς το γεγονός της εκφοράς φράσεων χωρίς ειρμό του θύματος, του έντονου πονοκεφάλου τον οποίο αισθάνθηκε και ζήτησε παυσίπονα για να ανακουφισθεί, και της εν συνεχεία πτώσης στο μπάνιο της καμπίνας του". Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος θανατηφόρου σωματικής βλάβης, για την οποία κατηγορείται απορριπτόμενων των αυτοτελών ισχυρισμών του. Πρέπει όμως να γίνει δεκτό ότι στο πρόσωπο του κατηγορουμένου συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' και ε' Π.Κ.".
Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου και τον κήρυξε ένοχο του ότι: "στο ... της ... στις 19-6-1996 και επί του υπό Κυπριακή σημαία Φ/Γ ... ελλιμενισμένου στον άνω λιμένα ως πλοίαρχος αυτού, προκάλεσε σ' άλλον από πρόθεση σωματική βλάβη που είχε ως επακόλουθο το θάνατο του παθόντα, πράγμα που αυτός από αμέλεια, από έλλειψη δηλαδή της προσοχής που όφειλε εκ των περιστάσεων και ηδύνατο να καταβάλει, δεν προέβλεψε και συγκεκριμένα: τυγχάνων πλοίαρχος του υπό Κυπριακή σημαία Φ/Γ ..., που ανήκει στη ναυτιλιακή εταιρία "... LTD", που εδρεύει στη ... στο οποίο υπηρετούσε ως πρώτος Μηχανικός και ο παθών Ξ, κάτοικος εν ζωή ...., ενώ το πλοίο ήταν εν πλω- ελλιμενισμένο στο λιμάνι ..., αφού λογομάχησαν για ασήμαντη αφορμή, ούτος (κατηγορούμενος) γρονθοκόπησε τον άνω παθόντα στο σαγόνι του, την ώρα που αυτός ήταν καθήμενος σε σκαμνί, με αποτέλεσμα, που ο κατηγορούμενος δεν το προέβλεψε, να χάσει την ισορροπία του ο παθών, να κτυπήσει το κεφάλι του στον τοίχο και ακολούθως να πέσει επί του εδάφους και να υποστεί από τα συνεχή κτυπήματα κάταγμα στη δεξιά πλευρά του κρανίου, αιμορραγία στο μεσεγκέφαλο και υπαραχνοειδή αιμορραγία στη βάση του κρανίου, εκ των εμφανών δε αυτών κακώσεων επήλθε ο θάνατος αυτού στις 23-6-1996".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 6,26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 28, 29 και 311 περ.α σε συνδ. με άρθρο 308 παρ.1 α του ΠΚ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου και δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού, συμπληρούμενου και από το διατακτικό, που συνιστούν ενιαίο σύνολο, συνάγεται, : α) επαρκώς και πλήρως αιτιολογείται η συνδρομή του δόλου του κατηγορουμένου ως προς την επέλευση σωματικής βλάβης και η συνδρομή συγκεκριμένης αμέλειας αυτού και δη αμέλειας χωρίς συνείδηση ως προς το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου, γιατί ο κατηγορούμενος επέφερε με πρόθεση και με δύναμη γροθιές στο σαγόνι του παθόντος και από έλλειψη της δέουσας προσοχής που όφειλεν εκ των περιστάσεων και μπορούσε να καταβάλει, πλοίαρχος ων, δεν προέβλεψε το εγκληματικό αποτέλεσμα και δη την πτώση, το κτύπημα στο πάτωμα της κεφαλής και τον επελθόντα στη συνέχεια θάνατο, ενώ θα μπορούσε να το προβλέψει και να το αποφύγει αν κατέβαλε την επιβαλλόμενη από το νόμο προσοχή, μη προκύπτουσας ασάφειας ως προς το είδος της αμελείας που δέχθηκε, β) επαρκώς αιτιολογείται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του βασικού εγκλήματος της σωματικής βλάβης στο σαγόνι και του βαρύτερου αποτελέσματος της από το κτύπημα αρχικής πτώσεως του θύματος στο πάτωμα και τραυματισμού του στο κρανίο και εντεύθεν δημιουργηθέντος βρεγματικού εξωσκληρίδιου αιματώματος και συνεπεία αιμορραγίας του μεσοεγκεφάλου επελθόντος θανάτου του θύματος, ενώ πλήρως αιτιολογημένα απορρίφθηκε ο υποβληθείς ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι κατά τη διάρκεια της λογομαχίας του με το θύμα στην κουζίνα του πλοίου δεν τον κτύπησε, αλλά σήκωσε απλώς το χέρι του να τον κτυπήσει και εκείνος, ο θανών, έπεσε και κτύπησε γλιστρώντας στο πάτωμα, στην προσπάθειά του να αποφύγει το κτύπημα και χάνοντας την ισορροπία του, δεχθέν το Δικαστήριο, ότι ο κατηγορούμενος κτύπησε με δυνατή γροθιά το θύμα στο σαγόνι, αλλά παραδεκτά, με επάλληλη αιτιολογημένη σκέψη, δέχθηκε, ότι ο τραυματισμός με την πτώση του θύματος και ο περαιτέρω θάνατος αυτού, επήλθε οπωσδήποτε αιτιωδώς σε κάθε περίπτωση, από την εν λόγω ενέργεια του κατηγορουμένου, που κινήθηκε προς τη μεριά του θύματος και σήκωσε το χέρι του με σκοπό που έτεινε στη σωματική βλάβη. Από την τελευταία αυτή παραδοχή, δε δημιουργείται σύγχυση ή ασάφεια περί του τι δέχθηκε τελικά το Δικαστήριο, γ) αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά και ιδίως οι μαρτυρικές καταθέσεις, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από την καθεμία χωριστά, ούτε να γίνεται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, εκ δε του γεγονότος ότι εξαίρονται ορισμένες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας ή οι αναγνωσθείσες καταθέσεις του μάρτυρα Ζ και δεν αναφέρεται το Δικαστήριο ειδικά και στο περιεχόμενο των καταθέσεων αυτού και των μαρτύρων υπερασπίσεως, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη και δε συνεκτίμησε και αυτές. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν αφορά μόνο την κυρία απόφαση αλλά και την παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία το Δικαστήριο απορρίπτει αίτημα αναβολής της δίκης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το ίδιο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος δια των συνηγόρων του κατέθεσε και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, το παρακάτω αίτημα αναβολής: "ο μάρτυρας Ζ, ο μάγειρας του πλοίου, είναι ο μόνος αυτόπτης μάρτυρας στην υπόθεση, δεδομένου ότι το περιστατικό έγινε στην κουζίνα του πλοίου. Δεν εμφανίστηκε στο προηγούμενο Δικαστήριο και γι'αυτό το λόγο αναβλήθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης, προκειμένου να βρεθεί η διεύθυνση κατοικίας του και να κληθεί. Η σύζυγός του δε γνωρίζει που βρίσκεται, αλλά μας διαβεβαίωσε τηλεφωνικά, ότι την σύνταξή του την παίρνει ο σύζυγός της από το ΝΑΤ. Προσπαθήσαμε να βρούμε την διεύθυνση που του δίδεται η σύνταξη του ΝΑΤ, αλλά λόγω προσωπικών δεδομένων δεν τα καταφέραμε. Ζητάμε από το Δικαστήριό σας, να αναβάλει ή να διακόψει την εκδίκαση της υπόθεσης εκ νέου, προκειμένου να διαταχθεί στο ΝΑΤ, η γνωστοποίηση της διεύθυνσης που δίδεται η σύνταξη στον μάρτυρα, ώστε να κληθεί και καταθέσει". Ο Εισαγγελέας της έδρας δήλωσε ότι είναι ανέφικτη η κλήτευση του άνω μάρτυρα και πρότεινε να αναγνωσθεί η κατάθεσή του και στη συνέχεια, το Δικαστήριο, που είχε ήδη αναβάλει την προηγούμενη δικάσιμο της 12-10 -2007, με τη με αριθ.416/2007 απόφασή του, για να κλητευθεί ο άνω απολιπόμενος μάρτυρας Ζ και άλλοι δύο απολιπόμενοι μάρτυρες του κατηγορητηρίου, απέρριψε το άνω αίτημα αναβολής, με την αιτιολογία, ότι η κλήτευση του μάρτυρα είναι ανέφικτη. Με δεδομένα δε, α) αυτά που εκτίθενται από τον ίδιο το συνήγορο του κατηγορουμένου, ότι δε γνωρίζει ούτε η σύζυγος του μάρτυρα και δε μπόρεσαν να βρουν την διεύθυνση κατοικίας του άνω μάρτυρα κατηγορίας, β) ότι από την επισκοπούμενη με αριθ. 416 /2007 αναβλητική απόφαση του Δικαστηρίου, αναβλήθηκε η υπόθεση λόγω απουσίας των τριών μαρτύρων κατηγορίας μεταξύ των οποίων και ο Ζ και από την από 16-11-2007 βεβαίωση του Αρχιφύλακα του Α.Τ. Καλαμάτας ..., βεβαιώνεται ότι δεν επιδόθηκε η νέα από 7-11-2007 κλήση του Εισαγγελέα προς τον άνω μάρτυρα για τη δικάσιμο της 1-2-2008, δεν επιδόθηκε διότι δεν ανευρέθηκε στη δοθείσα διεύθυνσή του στην Καλαμάτα ή αλλού στο περιβάλλον των συγγενών του που αναζητήθηκε, έπεται ότι η παραπάνω αιτιολογία της παρεμπίπτουσας απορριπτικής του αιτήματος δευτέρας αναβολής αποφάσεως, περί ανεφίκτου κλητεύσεως του μη κλητευθέντος και απουσιάζοντος μάρτυρα, είναι, κατά τα άρθρα 349, 352 και 365 ΚΠοινΔ, νόμιμη και επαρκής, ήδη δε κατά την ανάγνωση των εγγράφων, αναγνώσθηκαν, χωρίς αντίρρηση του κατηγορουμένου, οι από 28-6-1996 και από 31-5-2000 ένορκες προανακριτικές και ανακριτικές καταθέσεις αντίστοιχα του άνω απολιπόμενου μάρτυρα Ζ και η δοθείσα κατάθεση αυτού στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, του ΜΟΔ Αθηνών, μέσω των αναγνωσθέντων με αριθ. 342Α, 343,344,345,361,362,363/2003 πρακτικών αυτού και ουδέν υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου παραβιάστηκε.
Συνεπώς, οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου με εκ πλαγίου παράβαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Μετά από αυτά, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (176,183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-5-2008 αίτηση - δήλωση του Χ, για αναίρεση της με αριθμ. 76, 76Α, 77, 94, 95/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ