Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1426 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά, Κατηγορούμενος, Πρόσθετοι λόγοι.




Περίληψη:
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας, ως προς την ενοχή, και τη διάταξη για την απέλαση. Αβάσιμος ο λόγος για απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 211 Α΄, δεδομένου ότι την κρίση περί ενοχής, δεν στήριξε στην ομολογία των συγκατηγορουμένων, αλλά και σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Απαράδεκτος ο ισχυρισμός για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων, λόγω αοριστίας. Απορρίπτει την αναίρεση και τους πρόσθετους λόγους.




Αριθμός 1426/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .... κρατουμένου στο Ε.Κ.Κ.Ν. .... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της με αριθμό 103/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Με συγκατηγορουμένους τους 1) .... και 2) ...

Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαρτίου 2008 αίτησή του, καθώς και στο από 29 Δεκεμβρίου 2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 633/2008.

Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 παρ.1 εδ. ζ του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν.2161/1993 (άρθρο 20 παρ.1 περ. ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά -ΚΝΝ- ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων, κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά, ενώ η μεταφορά πραγματώνεται με τη μετακίνηση των ναρκωτικών από ένα τόπο σε άλλο με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχή αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης, η ανωτέρω αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 179 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ., και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 του Π.Κ, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται καθόλου ή παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε μη υποβληθέντα ή απαράδεκτο προβληθέντα ισχυρισμό. 'Ετσι, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος περιλαμβάνεται σε έγγραφο υπόμνημα που δόθηκε στο διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει, ότι έγινε και προφορική ανάπτυξή του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσής του. Διαφορετικά ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς, και το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτόν (Ολ. ΑΠ 2/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 103/4-12-2007 απόφασή του, με συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, και μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που περιέχονται παραπάνω, όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία των κατηγορουμένων και όλη γενικά τη διαδικασία, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 16-6-2005, τις πρώτες πρωϊνές ώρες και ενώ ήταν ακόμη νύχτα, οι κατηγορούμενοι μαζί με άλλους ομοεθνείς τους, που δεν συνελήφθησαν, χωρίς να είναι τοξικομανείς, κατείχαν και εισήγαγαν στην Ελληνική Επικράτεια και δη στην περιοχή .... 90.871 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, επιμελώς συσκευασμένη σε 13 δέματα εντός πέντε σάκων ταξιδίου, τους οποίους μετέφεραν στους ώμους τους οι κατηγορούμενοι και οι μη συλληφθέντες ομοεθνείς τους.......Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα πλήρως αποδείχθηκε η συμμετοχή του πρώτου κατηγορουμένου στις παραπάνω πράξεις, ο οποίος διέφυγε τη σύλληψη τη νύχτα και συνελήφθη το πρωΐ της ίδιας ημέρας στην ίδια περίπου περιοχή. Ειδικότερα αυτός αναγνωρίσθηκε αμέσως μετά τη σύλληψή του από τους λοιπούς κατηγορουμένους που είχαν συλληφθεί τη νύχτα, ενώ και οι μάρτυρες που εξετάστηκαν με σαφήνεια κατέθεσαν για τη συμμετοχή του στην παραπάνω ομάδα. Τέλος οι κατηγορούμενοι εισήλθαν παράνομα στην Ελληνική Επικράτεια χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις και χωρίς να έχουν εφοδιαστεί με νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα (διαβατήριο κλπ). Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των παραπάνω πράξεων. Στους πρώτο και δεύτερο των κατηγορουμένων, οι οποίοι κατά την 16-6-2005 που τελέστηκαν οι πράξεις τους, είχαν συμπληρώσει το 18ο όχι όμως και το 21ο έτος της ηλικίας τους, πρέπει να τους επιβληθεί ποινή ελαττωμένη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 133 και 83 Π.Κ......Το αίτημα των συνηγόρων να τους αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του μεν πρώτου (αναιρεσείοντος), του άρθρου 84 παρ.2α και ε' του Π.Κ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Ειδικότερα αναφορικά με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ, αποδείχθηκε ότι η ενασχόλησή τους με το εμπόριο των ναρκωτικών και μάλιστα μεταφέροντας μια τόσο μεγάλη ποσότητα ινδικής κάνναβης αξίας χιλιάδων ευρώ, προϋποθέτει γνώση των ανθρώπων που συμμετέχουν στο κύκλωμα εμπορίας των ναρκωτικών ουσιών......Τέλος δεν αποδείχθηκε ότι συμπεριφέρθηκαν καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, διότι όλο αυτό το διάστημα ήταν κρατούμενοι στις φυλακές και η καλή διαγωγή που επέδειξαν δεν ήταν προϊόν ελεύθερης απόφασης, αλλά υπαγορεύτηκε από σκοπιμότητα ενόψει της δίκης τους και του φόβου για την επιβολή πειθαρχικών κ.λ.π ποινών". Με τις παραδοχές αυτές, στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα και τους μη διαδίκους στην παρούσα δίκη συγκατηγορούμενούς του, ενόχους για τις πράξεις της εισαγωγής στην Χώρα, της κατοχής, μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, από μη τοξικομανή, με σκοπό την εμπορία, και της παράνομης εισόδου στη Χώρα, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 133 του Π.Κ και του επέβαλε ποινή καθείρξεως δεκατριών (13) ετών και χρηματική ποινή 100.000 ευρώ. Με τις παραδοχές της αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αδικημάτων, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, (άρθρα 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1, 133, του ΠΚ και άρθρα 4 παρ. 1, 3 Πίν. Α' αρ. 6 και 5 παρ.1 περ. ζ' και 5 παρ. 2 του Ν.1729/1987, όπως το άρθρο 5 αντ. από το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993 και όπως ισχύει με τον Κ.Ν.Ν 3459/2006 και άρθρο 50 παρ.1 του Ν. 2910/2001), τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση του, αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκεκριμένα αιτιολογείται η παραδοχή, ότι ο αναιρεσείων δεν είχε αποκτήσει την έξη της χρήσεως των ναρκωτικών ουσιών, κρίση την οποία στήριξε, από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, μεταξύ των οποίων και από τη με αριθμό .... έκθεση εξέτασης της Χημικής Υπηρεσίας Ιωαννίνων, η οποία αναγνώσθηκε (με αύξοντα αριθμό 4 του καταλόγου των αναγνωστέων εγγράφων), η οποία σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί ίδιο αποδεικτικό μέσο, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αλλά έγγραφο κατά τη διάταξη του άρθρου 177 του Κ.Π.Δ, που λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με όλα τα άλλα λοιπά έγγραφα που αναγνώσθηκαν. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, ως εκ περισσού διέλαβε αιτιολογία για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2α του Π.Κ, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε κατά τρόπον αόριστο. Πράγματι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων δια του συνηγόρου του, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπο του εντολέα του τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2α και ε' του Π.Κ, χωρίς να παραθέσει τα αναγκαία για τη βασιμότητα του ισχυρισμού του στοιχεία, αλλά περιορίστηκε μόνο στην αόριστη ως άνω διατύπωση του ισχυρισμού του, ήτοι "να αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2α και ε". Επομένως, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.ΠΔ, πρώτος δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως και οι αντίστοιχοι πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Είναι, επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, περί απολύτου ακυρότητας, σύμφωνα με τον οποίο το Δικαστήριο της ουσίας, στήριξε την περί ενοχής κρίση του, στις ομολογίες των συγκατηγορουμένων του, γιατί σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, την ως άνω κρίση του, το δικαστήριο δεν στήριξε αποκλειστικά στις ομολογίες των συγκατηγορουμένων του, το οποίο άλλωστε δεν ήταν το μόνο αποδεικτικό μέσο, αλλά στο σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, μεταξύ των οποίων και στις καταθέσεις, όλων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του ν. 1729/1987, όπως αντικ. με το άρθρο 5 παρ. 9 του ν.3189/03 "για αλλοδαπούς που καταδικάζονται για παράβαση των άρθρων του παρόντος κεφαλαίου σε ποινή καθείρξεως, το Δικαστήριο διατάσσει την ισόβια απέλαση τους από τη Χώρα, εκτός αν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, ιδίως οικογενειακοί, που δικαιολογούν την παραμονή τους, οπότε ισχύουν και γι' αυτούς οι ρυθμίσεις της παρ. 1 του άρθρου αυτού. Για την εκτέλεση της απέλασης εφαρμόζεται το άρθρο 74 του Π.Κ.". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η επιβολή της απέλασης, είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο σε περίπτωση καταδίκης, για οιαδήποτε παράβαση που αναφέρεται στα άρθρα 20 έως και 24 του ΚΝΝ αλλοδαπού υπηκόου κράτους μη μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι στην περίπτωση αυτή η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης για την απέλαση, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., εκτείνεται μόνο στην αναφορά ότι πρόκειται για υπήκοο κράτους μη μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι αυτός καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως για τις πιο πάνω παραβάσεις του νόμου για τα ναρκωτικά. Μόνο δε εφόσον προβληθεί από αυτόν, με αυτοτελή ισχυρισμό, η συνδρομή σπουδαίου λόγου (ιδίως οικογενειακού), που δικαιολογεί την παραμονή του στη χώρα, η αιτιολογία της απόφασης που διατάσσει την απέλαση, εκτείνεται και στην απόρριψη του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού, Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των πιο πάνω κακουργημάτων της παράβασης του άρθρου 5 παρ. 1 περ. ζ' του ν. 1729/1987, και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή κάθειρξης δεκατριών (13) ετών και έξι (6) μηνών και σε χρηματική ποινή εκατό χιλιάδων (100.000)ευρώ, παράλληλα δε διατάχθηκε και η ισόβια απέλαση του από τη Χώρα. Στην αιτιολογία της απόφασης, σε σχέση με τη διάταξη αυτής για την απέλαση, αναφέρεται ότι "...πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 1729/1987, σε συνδυασμό με το άρθρο 74 παρ. 1 του Π.Κ., να διαταχθεί η ισόβια απέλαση του κατηγορουμένου από τη χώρα, μετά την με οποιοδήποτε τρόπο έκτιση της ποινής του". Όμως, από το σύνολο των παραδοχών του αιτιολογικού, αδιστάκτως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είναι αλλοδαπός υπήκοος Κράτους, μη μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (και ειδικότερα ότι πρόκειται για Αλβανό υπήκοο, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας). Άλλωστε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από μέρους του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, δεν προβλήθηκε με αυτοτελή ισχυρισμό η συνδρομή σπουδαίου λόγου, ιδίως οικογενειακού, που να δικαιολογεί την παραμονή του στη Χώρα, οπότε υφίστατο υποχρέωση του Δικαστηρίου που επέβαλε την παρεπόμενη αυτή ποινή, να διαλάβει εξειδικευμένη αιτιολογία, για την απόρριψη τέτοιου ισχυρισμού. Κατ'ακολουθίαν και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.3.2008 αίτηση του ...., κρατουμένου στο ΕΚΚΑ ..., και τους επ' αυτής από 29-12-2008 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμό 103/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ