Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1833 / 2008    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Ποινή, Κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος.




Περίληψη:
Παράβαση του άρθρου 17 παρ. 8 του Ν. 1337/1983. Εφόσον η πράξη απειλείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών, το δικαστήριο δεν υπερέβη την εξουσία του με το να μην εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 31 του Ν. 3346/2005 και να παύσει υφ’ όρο την ποινική δίωξη. Επαρκής αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως ως προς την ενοχή. Ανεπαρκής αιτιολογία ως προς την επιμέτρηση της ποινής, διότι εκτός των γενικών κριτηρίων του άρθρου 79 του ΠΚ, το δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής δεν διαλαμβάνει στην απόφασή του εάν συνεκτίμησε τα ειδικά κριτήρια του άρθρου 17 παρ. 8 του Ν. 1337/1983, δηλαδή την αξία της αυθαίρετης κατασκευής και εάν από αυτή υποβαθμίζεται το φυσικό ή πολιτιστικό περιβάλλον.





ΑΡΙΘΜΟΣ 1833/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ειρήνη Αθανασίου (η οποία ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως, με την 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Απριλίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ......., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστείδη Τσαβδαρίδη, περί αναιρέσεως της ΑΤ6774/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, καθώς και στους από 24 Μαρτίου 2008 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1813/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 31 του Ν.3346/2005, παραγράφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των ακόλουθων αξιόποινων πράξεων, που έχουν τελεσθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος, με εξαίρεση τις πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 5: α) των πταισμάτων και β) υφ' όρον των πλημμελημάτων, κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρις ενός έτους ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές. Στην περίπτωση αυτή, αν ο υπαίτιος υποπέσει μέσα σε ένα έτος από τη δημοσίευση του νόμου τούτου σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των δύο μηνών ή σε χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατόν πενήντα (150) ευρώ συνεχίζεται κατ' αυτού η παυθείσα ποινική δίωξη. Εξάλλου, κατά την διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 17 του Ν.1337/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παραγρ. 13 του Ν.2242/1994, "οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων...κ.λ.π τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών ή με χρηματική ποινή από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) δραχμές μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δραχμές, ανάλογα με την αξία του αυθαιρέτου έργου και το βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος .... ". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι για τον υπαίτιο τελέσεως της πράξεως του άρθρου 17 παρ.8 του Ν.1337/1983 δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της παρ.1 του άρθρου 31 του Ν.3346/2005 για την υφ' όρον παύση της ποινικής δίωξης, αφού για την πράξη της κατασκευής αυθαιρέτων ο νόμος απειλεί ποινή φυλακίσεως με ελάχιστο όριο εκείνο των έξη (6)μηνών. Αντίθετη άποψη δεν μπορεί να συναχθεί από το ότι για την ίδια πράξη ο νόμος απειλεί διαζευκτικώς χρηματική ποινή αντί της ποινής φυλακίσεως. Σκοπός του νομοθέτη ήταν να παύσει την ποινική δίωξη για τις όλως ελαφρές πλημμεληματικές πράξεις και δεν συμβαδίζει με τη νομοθετική βούληση η παύση της ποινικής δίωξης για πράξεις του άρθρου 17 παρ.8 του Ν.1337/1983, για τις οποίες, σύμφωνα με τα ειδικά κριτήρια της διατάξεως αυτής, αλλά και τα γενικά κριτήρια του άρθρου 79 του ΠΚ, το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να εξαντλήσει τα όρια της ποινής, επιβάλλοντας ποινή φυλακίσεως που θα υπερβαίνει κατά πολύ το ένα έτος.
Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η'του ΚΠΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη πλήττει την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6.774/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς για υπέρβαση εξουσίας από το ότι το δικαστήριο χώρησε στην έρευνα της υποθέσεως και την καταδίκασε ενώ σύμφωνα με το άρθρο 31 του Ν.3346/2005 έπρεπε να παύσει υφ' όρον την κατ'αυτής ποινική δίωξη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Συναφώς προς τα ανωτέρω είναι αβάσιμος και ο για υπέρβαση εξουσίας πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων. Ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι ενώ είχε παραπεμφεί να δικασθεί με τον επιεικέστερο Ν. 2294/1994 (άρθρο 3 παρ.13) το δικαστήριο, με παρεμπίτουσα απόφασή του, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του περί υπαγωγής της πράξεως στη διάταξη του άρθρου 31 του Ν.3346/2005, εμμέσως δέχθηκε και εφήρμοσε το δυσμενέστερο Ν. 3212/2003 με τον οποίο για την πράξη των αυθαιρέτων κατασκευών προβλέπεται αθροιστικώς ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον έξη (6) μηνών και χρηματική ποινή. Όπως, όμως προκύπτει από το σκεπτικό της παρεμπίπτουσας αποφάσεως που δέχθηκε "... είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός περί εφαρμογής εν προκειμένω του άρθρου 31 παρ.1β Ν.3346/2005, διότι τούτο αναφέρεται σε πλημμελήματα για τα οποία ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρις ενός έτους ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές, ενώ το άρθρο 17 παρ.8 του Ν. 1337/1983 προβλέπει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξη μηνών ήτοι από έξη μήνες έως πέντε έτη και τη σ' αυτό χρηματική ποινή..." πρόδηλο είναι ότι το δικαστήριο τον αποκλεισμό υπαγωγής στο άρθρο 31 του Ν.3346/2005 στηρίζει στην απειλή για την πράξη ποινής φυλακίσεως τουλάχιστον έξη (6) μηνών και όχι στην απειλή αθροιστικώς και χρηματικής ποινής, η δε χρήση της λέξης " και " δεν γίνεται για να καταδείξει αθροιστική πρόβλεψη ποινών αλλά για να καταδείξει ότι ο νόμος εκτός από την ποινή φυλακίσεως προβλέπει και χρηματική ποινή για την πράξη. 'Αλλωστε, από τα πρακτικά της αποφάσεως και ειδικότερα από μέρος αυτών που αναφέρεται στις διατάξεις τις οποίες έλαβε υπόψη του το δικαστήριο και κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη, προκύπτει ότι εφαρμόσθηκε ο Ν.1337/1983 ως τροποποιήθηκε με τον Ν.2242/1994 και όχι ο μεταγενέστερος Ν.3212/2003.
ΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Δεν αποτελούν, επίσης, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με μνεία κατ'είδος των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα επόμενα "η κατηγορουμένη στις 3-10-2001, ως ιδιοκτήτρια διώροφης οικοδομής κειμένης επί της οδού ..... στον ..... Αττικής, από πρόθεση προέβη στην κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος και ειδικότερα στην επέκταση του δώματος, εμβαδού (συνολικού) 20 τ.μ. και στην τοποθέτηση επ' αυτού κεραμοσκεπής, στην ταράτσα του β' ορόφου της οικοδομής, χωρίς προηγούμενη άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχη της αποδιδομένης σ' αυτήν αξιόποινης πράξης της παράβασης του άρθρου 17 παρ. 8 Ν. 1337/1983, αναγνωρισθεί όμως υπέρ αυτής και η πρωτοδίκως αναγνωρισθείσα ελαφρυντική περίσταση ότι στην πράξη της ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια, καθώς ήθελε να δημιουργήσει κάποιο χώρο απομόνωσης της θυγατέρας της για την προετοιμασία της για τις Πανελλήνιες εξετάσεις...".
Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη και επέβαλε σ' αυτήν ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές πλημμελειοδικείο Πειραίώς, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο η κατηγορουμένη κηρύχθηκε ένοχη (άρθρο 17 παρ.8 του Ν.1337/1983), καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, όπως και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στην προαναφερόμενη ουσιαστική ποινική διατάξη, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν την παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές. Για δε την επάρκεια της αιτιολογίας αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται στην απόφαση η αξία του αυθαιρέτου κτίσματος και η τυχόν από την κατασκευή αυτού υποβάθμιση του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, ως αβασίμως κατά τούτο υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.


ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 79 του ΠΚ η επιμέτρηση της ποινής ανήκει, σε κάθε περίπτωση, στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο πρέπει να λαμβάνει υπόψη του την βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, τα σχετικά με την ενοχή του, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του και άλλη ειδικότερη αιτιολογία, εκτός αν η τελευταία απαιτείται από διάταξη άλλου νόμου, όπως εν προκειμένω συμβαίνει με την προπαρατεθείσα και ως ισχύει του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983, κατά την οποία και με βάση τα προεκτεθέντα για την επιβολή καθεμιάς από τις απειλούμενες σ' αυτήν διαζευκτικώς παραπάνω ποινές, είναι υποχρεωμένο το ουσιαστικό δικαστήριο να αιτιολογήσει την σχετική περί ποινής διάταξή του, προσδιορίζοντας την αξία του αυθαιρέτου έργου και τον τυχόν υπάρχοντα βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, στο οποίο αυτό βρίσκεται. Αν η απόφαση δεν διαλαμβάνει τέτοια αιτιολογία, είναι αναιρετέα μόνον ως προς το μέρος της που αφορά την επιβλητέα ποινή για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ως άνω πληττόμενη απόφαση, ναι μεν αυτή διέλαβε στο περί ποινών τμήμα της τους όρους του άρθρου 79 ΠΚ, πλην όμως δεν περιέχει καμιά αιτιολογία ούτε για την αξία του από την αναιρεσείουσα ανεγερθέντος αυθαίρετου έργου ούτε περί του αν το τελευταίο υποβαθμίζει ή όχι και αν ναι σε ποιο βαθμό το φυσικό ή πολιτιστικό περιβάλλον της περιοχής. Επομένως , κατά παραδοχή του σχετικού λόγου του κυρίως δικογράφου και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μερικώς, και μόνον ως προς το περί ποινής μέρος της και να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. ΑΤ6.774/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς και μόνον ως προς την περί ποινής διάταξη αυτής.
Και.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουλίου 2008.


Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ