Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 388 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Παράβαση νόμου περί ναρκωτικών. Αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί και αυτοτελής ισχυρισμοί. Απόρριψη αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.




Αριθμός 388/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κρατουμένου στο Κέντρο Απεξάρτησης Τοξικομανών Κρατουμένων ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παριανό, περί αναιρέσεως της 2847/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 28.11.2007 και 24.12.2007 αιτήσεις του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 64/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην με αριθμό 17/7.3.2008 αίτηση παραιτήσεως του ανωτέρω κατηγορουμένου από την από 28.11.2007 αίτησή του αναιρέσεως, πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462, 463, 465, 466, 473, 475, 476 παρ. 2 και 501 παρ. 1 του ΚΠΔ, τα ένδικα μέσα, που προβλέπονται στην ποινική διαδικασία, ασκούνται μόνο μία φορά από τον δικαιούμενο, αν δε το δικαστήριο επιληφθεί ενδίκου μέσου, που ασκήθηκε από τον διάδικο είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου (κατά τους όρους των άρθρων 96 και 42 παρ. 2 ΚΠΔ), και απορρίψει τούτο ως αβάσιμο ή απαράδεκτο, ακολούθως δε προβεί, λόγω ασκήσεως εκ νέου του ενδίκου μέσου, σε εξέταση αυτού, υπερβαίνει την εξουσία του και ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Βέβαια, τούτο δεν συμβαίνει, όταν η εκ νέου άσκηση του ενδίκου μέσου χωρεί πριν προηγηθεί κρίση επί του αρχικά ασκηθέντος, διότι τότε το εκ νέου ασκούμενο πρέπει να θεωρηθεί ως συμπληρωματικό του πρώτου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, ο αναιρεσείων άσκησε αυτοπροσώπως, στις 28 Νοεμβρίου 2007, ενώπιον του Διευθυντή του Κέντρου Απεξάρτησης Τοξικομανών Κρατουμένων του ....., αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 2847/2007 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, πριν η απόφαση αυτή καθαρογραφεί και καταχωρηθεί στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη Γραμματεία του ως άνω ποινικού Δικαστηρίου. Στη συνέχεια, μετά την καταχώρηση της απόφασης αυτής στο ειδικό βιβλίο (5.12.2007), ο παραστάς στη συζήτηση πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου άσκησε αναίρεση, με δήλωση η οποία εκδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εντός της νόμιμης προθεσμίας του άρθρου 473 παρ. 2 ΚΠΔ, ήτοι στις 27.12.2007. Η δεύτερη αυτή αίτηση, εφόσον δεν προηγήθηκε κρίση επί της πρώτης αίτησης, είναι συμπληρωματική της πρώτης. Μετά από αυτά, πρέπει οι αιτήσεις αυτές να συνεκδικαστούν, λόγω πρόδηλης συνάφειας, εφόσον αφορούν την ίδια καταδικαστική απόφαση.
ΙΙ.- Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, και τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Η κατά τα άνω επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και. εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Ως αυτοτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται όσοι τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, της ικανότητας προς καταλογισμό, τη μείωση της ικανότητας αυτής, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για τη συνδρομή στο πρόσωπό του ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως, από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το μέτρο του άρθρου 85 του ίδιου Κώδικα, ποινής.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2847/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως επτά (7) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ν. 1729/87, διότι οι πράξεις αφορούσαν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, για αγορά, κατοχή και απόπειρα πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα, από τοξικομανή, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών και κατά το έτος 2004, οπότε φέρονται τελεσθείσες οι πράξεις που του αποδίδονται, είχε αποκτήσει την έξη της χρήσεως τέτοιων ουσιών, την οποία δεν μπορούσε να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις. Δεν περιοριζόταν, όμως, στη χρήση, αλλά είχε έντονη ενασχόληση και με τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, πράγμα που έγινε γνωστό στις διωκτικές αρχές από πληροφορίες που περιήλθαν σ' αυτές. Θέλοντας να επιβεβαιώσει τέτοιες πληροφορίες, η αρμόδια αστυνομική αρχή εντόπισε την κατοικία του κατηγορουμένου και κατόπιν, κάποιος αστυνομικός, τηλεφώνησε στο κινητό του τηλέφωνο και συμφώνησε μαζί του να αγοράσει 5 γραμμάρια ηρωίνης, που είναι ναρκωτική ουσία γιατί δρα στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλεί εξάρτηση του ατόμου, αντί τιμήματος 150 ευρώ. Ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε την πώληση και βγήκε από το σπίτι του για να μεταβεί στον προκαθορισμένο τόπο ολοκλήρωσης της πράξεως, η οποία θα ελάμβανε χώρα με την εκπλήρωση των αμοιβαίων υποχρεώσεων, ήτοι την παράδοση της πωληθείσας ποσότητας εκ μέρους του κατηγορουμένου και την καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος εκ μέρους του αγοραστή αστυνομικού. Καθ' οδόν, όμως, ο κατηγορούμενος συνελήφθη και η πράξη δεν ολοκληρώθηκε, από λόγους άσχετους προς τη βούλησή του. Στην κατοχή του, εκείνη τη στιγμή, βρέθηκε μια μικροσυσκευασία με ηρωίνη βάρους 4 γραμμαρίων, την οποία, ελλιποβαρή, πήγαινε να παραδώσει στον αγοραστή. Στη συνέχεια, οδηγήθηκε στο σπίτι του, όπου διαπιστώθηκε ότι κατείχε τέσσερις συσκευασίες που περιείχαν ηρωίνη σε συμπαγή μορφή (βραχώδη), συνολικού βάρους 338 γραμμαρίων περίπου, καθώς και μια συσκευασία χασίς, βάρους 375 γραμμαρίων. Τις ποσότητες αυτές, τις είχε αγοράσει από πρόσωπο που αρνήθηκε να προσδιορίσει, σε χρόνο πριν από την ανεύρεσή τους και αντί τιμήματος που, επίσης, απέφυγε να προσδιορίσει. Ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι οι ποσότητες αυτές δεν ήσαν δικές του, αλλά ότι τις είχε αφήσει προς φύλαξη στο σπίτι του κάποιος Αλβανός, με αντάλλαγμα να του δώσει μια μικρή ποσότητα για δική του χρήση. Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, ελέγχεται ως προσχηματικός, δοθέντος ότι διαπιστώθηκε πως ο κατηγορούμενος διακινούσε ο ίδιος ναρκωτικά (οι πληροφορίες των αστυνομικών και η απόπειρα πώλησης για την οποία έγινε λόγος παραπάνω και η οποία τις επιβεβαίωσε) και στο σπίτι του υπήρχε και ζυγαριά ακριβείας, για τον ακριβή προσδιορισμό των εκάστοτε διακινουμένων ή πωλουμένων ποσοτήτων. Άλλωστε, αν και ο κατηγορούμενος δήλωσε άνεργος, στην κατοχή του βρέθηκε το ποσό των 560 ευρώ που προερχόταν από διακίνηση ναρκωτικών (βλ. κατάθεση Α). Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό, ως τοξικομανής μεν, αλλά με την επιβαρυντική περίπτωση του ότι ενεργούσε κατ' επάγγελμα, δηλαδή συστηματικά (μεγάλες ποσότητες, ζυγαριά, διακίνηση) και προκειμένου να συντηρείται από την δραστηριότητα αυτή (αν και άνεργος, κυκλοφορούσε με πολλά χρήματα". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 94 παρ. 1 ΠΚ και 4 παρ. 1, 3 πιν. Α-5, Α-6, 5 παρ. 1β, ζ, 8, 13 παρ. 1 και 4 περ. β του Ν. 1729/87, όπως ισχύει σήμερα. Ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις, σημειώνεται ότι πλήρως αιτιολογείται, γιατί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχε στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, μολονότι αυτός ήταν τοξικομανής, η επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος αυτός, απορρίπτοντας σχετικό αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό του, αφού, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό, αναφέρονται πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με τα οποία ο αναιρεσείων διακινούσε ο ίδιος ναρκωτικά, έχοντας διαμορφώσει και την κατάλληλη προς τούτο υποδομή, στο σπίτι του υπήρχε και ζυγαριά ακριβείας, για τον ακριβή προσδιορισμό των εκάστοτε διακινουμένων ή πωλουμένων ποσοτήτων και από τα περιστατικά αυτά το Πενταμελές Εφετείο συνήγαγε την πρόθεση του αναιρεσείοντος, να αποκτά εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών. Επίσης, πλήρως αιτιολογείται, γιατί στη συγκεκριμένη περίπτωση στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η απόπειρα πώλησης ναρκωτικών ουσιών, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω αιτιολόγηση, στον προβληθέντα αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι δεν υπήρξε απόπειρα απάτης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση, περιέχει την επιβαλλόμενη, εκ των άνω άρθρων, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, για χορήγηση του εκ του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του ΠΚ ελαφρυντικού, ήτοι του ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Ειδικότερα, στην απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την ακόλουθη αιτιολογία: "Τέλος, το αίτημα αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Πράγματι, ο κατηγορούμενος δεν φαίνεται να έχει δώσει δείγματα κακής συμπεριφοράς στη φυλακή, όπου κρατείται. Εν όψει, όμως, της φύσεως των πράξεών του και της απροθυμίας του να φανεί ειλικρινής και να αναλάβει τις ευθύνες του ενώπιον του δικαστηρίου, δεν αποδεικνύεται με βεβαιότητα καλή συμπεριφορά επί μακρό χρόνο, τέτοια που να εγγυάται την κοινωνική του επανένταξη και να αξιολογείται ως ελαφρυντική περίσταση υπέρ αυτού", η οποία (αιτιολογία) είναι η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ. Οι λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο μοναδικός λόγος των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, τόσο κατά το πρώτο, όσο και κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος και συνακόλουθα κρίνονται απορριπτέες και οι αιτήσεις αναίρεσης, ο δε αναιρεσείων θα καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις υπ' αριθ. 8/2007 και 768/2007 αιτήσεις του Χ, κρατουμένου των Φυλακών Κ.Α.Τ.Κ. ....., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2847/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή