Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1517 / 2013    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Λαθρεμπορία, Τεκμήριο αθωότητας.




Περίληψη:
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη αναιρεσείουσας για άμεση συνέργεια σε λαθρεμπορία, συνιστάμενη στο ότι αυτή εξέδωσε άδεια κυκλοφορίας αυτοκινήτου, που είχε αγορασθεί στη Γερμανία, χωρίς να ελέγξει αν τα έγγραφα που της υποβλήθηκαν ήταν νόμιμα και χωρίς να αποστείλει το ένα από τα δύο αντίγραφα της διασαφήσεως εισαγωγής στο αρμόδιο τελωνείο. Στοιχεία εγκλήματος (άρθρα 155, 157 ν. 2960/2001). Πότε ένα αυτοκίνητο θεωρείται κοινοτικό, ώστε η κατοχή και κυκλοφορία του στην Ελλάδα χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις να θεωρηθεί ως απλή τελωνειακή παράβαση. Πρέπει να προκύπτει από τον τίτλο κυριότητάς του και τις πινακίδες που φέρει, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται η ειδικότερη Χώρα προελεύσεώς του. Από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν παραβιάστηκε το τεκμήριο αθωότητας της αναιρεσείουσας (άρθρο 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ). Επαρκής αιτιολογία και ως προς την επιμέτρηση της ποινής (αρθρ. 79 ΠΚ). Απόρριψη αιτήσεως.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1517/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Β. Ε. του Γ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Κεφαλοπούλου και 2) Φ. Σ. του Α., κατοίκου ... που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της 656/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Με Πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Σταυρούλα Καλαμπαλίκη.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 20-6-2013 και 21-6-2013 δύο χωριστές αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 828/2013.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των παραστάντων διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η αίτηση αναίρεσης του Φ. Σ., να γίνει δεκτή η αίτηση της Β. Ε., να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, να αναιρεθεί κατ' επέκταση και για τον απόντα Φ. Σ.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155 -161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανιστεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό χρονολογία 27 Αυγούστου 2013 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αγρινίου …, ο από τους αναιρεσείοντες Φ. Σ. κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, με επίδοση της κλήσεως στη σύνοικη ενήλικη σύζυγό του Ζ. Σ., πλην δεν εμφανίστηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπειαν, η από αυτόν ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να του επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 1 περ. β του ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της ένδικης αξιόποινης πράξεως, λαθρεμπορία είναι και "πάσα οποιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή τα εξαγόμενα εμπορεύματα, και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο από εκείνο που ορίζει ο νόμος". Κατά δε το άρθρο 157 παρ. 1 περ. β του ίδιου νόμου, η λαθρεμπορία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και εάν οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχονται τουλάχιστον στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και άνω. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 320 του 2454/1993 Κανονισμού ΕΟΚ της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ήδη Ε.Ε.), για να θεωρηθεί ένα αυτοκίνητο κοινοτικό, ότι, δηλαδή, προέρχεται από Κράτος Μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, οπότε, κατά τη διάταξη του άρθρου 137 μέρος Α παρ. 1 του ν. 2960/2001, η κατοχή και κυκλοφορία του στην Ελλάδα, χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις των άρθρων 129 και 130 του ίδιου νόμου, θα κριθεί ως απλή τελωνειακή παράβαση, πρέπει, όταν τελωνισθεί, να προκύπτει από τον τίτλο κυριότητάς του (brief) και τις πινακίδες που φέρει ότι ταξινομήθηκε σε Χώρα - Μέλος της Ε.Ε. Πρέπει, δηλαδή, να αποδειχθεί θετικά ότι πρόκειται για κοινοτικό όχημα, διαφορετικά διαπράττεται λαθρεμπορία, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 155 παρ. 1 και 2 του Τελωνειακού Κώδικα, για τη στοιχειοθέτηση της οποίας αρκεί το ότι δεν προκύπτει ο κοινοτικός χαρακτήρας του οχήματος, χωρίς να είναι αναγκαίο να προκύπτει ή να αναφέρεται η ειδικότερη Χώρα προελεύσεώς του. Αν η τελευταία, λοιπόν, δεν προκύπτει, δεν σημαίνει ότι ένα αυτοκίνητο, το οποίο έχει εισαχθεί στην Ελλάδα από Χώρα - Μέλος της Ε.Ε., άνευ ετέρου θα θεωρηθεί κοινοτικό, ώστε να τύχει εφαρμογής η ως άνω διάταξη του άρθρου 137 του Τελωνειακού Κώδικα. Τέλος, κατά το άρθρο 46 παρ. 1β` του ΠΚ, "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρείχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης". Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι, για την ύπαρξη άμεσης συνέργειας στην τελούμενη από άλλον αξιόποινη πράξη, απαιτείται παροχή άμεσης συνδρομής από τον δράστη στον αυτουργό κατά την τέλεση και κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της κύριας πράξεως και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς αυτή τη συνδρομή δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε. ’μεσος, λοιπόν, συνεργός σε λαθρεμπορία, είναι εκείνος που με τη θέλησή του συνέπραξε, με οποιονδήποτε τρόπο, εν γνώσει ότι ο φυσικός αυτουργός διαπράττει το έγκλημα της λαθρεμπορίας.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους, δηλαδή, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Αλλά ισχυρισμός ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, που επικυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/19/20-9-1974, κατά την οποία "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", καθιερώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου καθ` όλα τα διαδικαστικά στάδια μέχρι να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί της διώξεως που ασκήθηκε. Κατ` αυτό, η Πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου, όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητά του. Απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας είναι η αρχή της επιείκειας προς τον κατηγορούμενο, η οποία επιβάλλει το δικαστήριο εν αμφιβολία να αποφανθεί υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio pro reo). Παραβίαση του τεκμηρίου αυτού επάγεται, πέραν της αναιρέσεως της αποφάσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχ. Α και 171 παρ.1 δ του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 656/2012 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, τον Φ. Σ. (η αίτηση του οποίου απορρίφθηκε, κατά τα ανωτέρω, ως ανυποστήρικτη) πλαστογραφίας με χρήση κατ` επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολική ζημία του Δημοσίου άνω των 15.000 ευρώ και λαθρεμπορίας, την δε Β. Ε. άμεσης συνέργειας σε λαθρεμπορία, και καταδίκασε τη δεύτερη σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, μετατραπείσα σε χρηματική. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, μετά την παράθεση νομικών σκέψεων, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Από το έτος τουλάχιστον 2000 η κατηγορουμένη υπηρετούσε ως δημόσιος υπάλληλος στο τμήμα εκδόσεως αδειών κυκλοφορίας και πινακίδων για πάσης φύσεως οχήματα στο γραφείο συγκοινωνιών Αγρινίου του Υπουργείου Συγκοινωνιών, ο δε Φ. Σ. κατά τα έτη 2004 και 2005 ασκούσε το επάγγελμα του εμπόρου αυτοκινήτων το οποίο εξασκούσε στην ίδια πόλη …και γνωριζόταν με τους περισσότερους από τους εργαζομένους στην ως άνω Δημόσια Υπηρεσία Υπαλλήλους, μεταξύ των οποίων και τη Β. Ε.. Ο μη εν προκειμένω κατηγορούμενος Ι. Π. .. κατά τα τέλη του έτους 2004 επιθυμούσε να αγοράσει μεταχειρισμένο αυτοκίνητο 2000 περίπου κυβικών εκ. Για το σκοπό αυτό ήλθε σε επαφή τηλεφωνική με τον εργαζόμενο στη Γερμανία γνωστό του Χ. Μ., ... , ο οποίος και ανέλαβε να μεσολαβήσει ώστε ο Ι. Π. να ανεύρει και αγοράσει τέτοιο αυτοκίνητο. Έτσι με βάση ... ο πρώτος ανεύρε στην αγορά αυτοκινήτων μεταχειρισμένων στη Γερμανία ένα αυτοκίνητο μάρκας MERCEDES τύπου CLK 230 KOMPRESSOR με αριθμό πλαισίου ... χρόνου κατασκευής 2000, το οποίο υπέδειξε προς αγορά στον Ι. Π. Ο τελευταίος ... μετέβη στη Γερμανία ... και το αγόρασε αντί τιμήματος 13.000 ευρώ. Στη συνέχεια ο Ι. Π. έφερε το ανωτέρω αυτοκίνητο στην Ελλάδα και το άφησε στην αποθήκη του Τελωνείου Αθηνών, διότι δεν είχε τότε την οικονομική ευχέρεια, να το εκτελωνίσει νομίμως, πληρώνοντας τους ανάλογους δασμούς εισαγωγής (κλπ τέλη). Μετά 4-5 μήνες ... πληροφορήθηκε για τον έμπορο αυτοκινήτων Σ. Π. ότι αυτός ανελάμβανε το έργο να εκτελωνίζει εισαγόμενα από την αλλοδαπή αυτοκίνητα γι` αυτό και αποτάνθηκε σ` αυτόν να του εκτελωνίσει το ρηθέν αυτοκίνητο. Πράγματι, ο τελευταίος ... ανέλαβε το έργο να μεριμνήσει ... και ζήτησε από τον Ι. Π. να του καταβάλει για το έργο αυτό για δασμούς και τέλη καθώς και αμοιβή του συνολικά 16.500 ευρώ ποσό το οποίο του κατέβαλε στις 3.3.2005 ο Ι. Π. ... Στη συνέχεια μετά τα παραπάνω ο Σ.Π. ανέθεσε με τη σειρά του τον εκτελωνισμό του αυτού αυτοκινήτου στον ήδη κατηγορούμενο Φ. Σ., ο οποίος μετερχόταν το επάγγελμα τότε του εμπόρου αυτοκινήτων στο …, όπου κατοικούσε αυτός, αφού του έδωσε και το ανωτέρω χρηματικό ποσό και τα όσα έγγραφα του είχε δώσει ... ο Ι.Π.. Σε σχετικές έκτοτε ερωτήσεις του Ι. Π. σχετικά με την πορεία του εκτελωνισμού και τη νόμιμη ταξινόμηση του εν λόγω αυτοκινήτου, ο Σ. Π. τον διαβεβαίωνε ότι όλα έβαιναν καλώς. Στις 18.3.2005 ο κατηγορούμενος Φ. Σ. γνωρίζοντας τη συγκατηγορουμένη του Β. Ε. προσκομίζοντας σ` αυτήν πλαστή διασάφηση ζήτησε απ` αυτήν να ταξινομήσει το ρηθέν αυτοκίνητο πράγμα που αυτή έπραξε και ταξινόμησε τούτο την 18.3.2005 με αριθμό κυκλοφορίας ... χωρίς, όμως, αυτή να ελέγξει αν τα υποβληθέντα σ` αυτήν έγγραφα ήσαν νόμιμα που όμως δεν ήσαν και χωρίς πληρωμή των αναλογούντων δασμών εισαγωγής, φόρων αλλά και χωρίς να αποστείλει το ένα από τα δύο αντίγραφα (που θα παρεδίδοντο εις χείρας της από τον Σ.) της διασάφησης εισαγωγής στο αρμόδιο Τελωνείο Αγρινίου όπου φερόταν ότι θα γινόταν ο εκτελωνισμός του αυτοκινήτου αυτού και όπου νομίμως θα έπρεπε να ευρίσκεται το ένα (τρίτο) από τα εις τριπλούν κατά τα ανωτέρω έγγραφα διασάφησης, για να γίνει ο σχετικός εκεί (στο Τελωνείο) ... ώστε να ελεγχθεί αν πράγματι το αποστελλόμενο από την υπάλληλο αυτή ταξινόμησης του αυτοκινήτου αντίγραφο ήταν όμοιο με το πράγματι κατεχόμενο από το Τελωνείο αντίγραφο που θα είχε αρχικά αυτό (Τελωνείο) κρατήσει εις χείρας του. Στην παράλειψη αυτή η ρηθείσα υπάλληλος προέβη παρ` όλον ότι αυτή ήταν γνώστης των ως άνω εγκυκλίων περί της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθείται από τη στιγμή που καταφθάνει το αυτοκίνητο από την αλλοδαπή στο Τελωνείο εισαγωγής μέχρι και την υποχρεωτική αποστολή του ενός εκ των 2 αντιγράφων που πλέον, κατά τα παραπάνω, έπρεπε να είχαν δοθεί σ` αυτή για τη σχετική ταξινόμηση του αυτοκινήτου. Τη γνώση της αυτή αμφισβητεί η κατηγορουμένη Β. Ε., πλην αυτή αποδεικνύεται εκ του ότι αυτή γνώριζε ότι έπρεπε να αποστείλει το δεύτερο αντίτυπο του ως άνω πιστοποιητικού πράγμα το οποίο αυτή δεν έπραξε. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι το ως άνω αυτοκίνητο ήταν κοινοτικό δεν αποδεικνύεται από τα προσκομισθέντα απ` αυτούς έγγραφα της AUTOHAUS AMTNAUER Gmbt, από 5.3.2005 τιμολόγιο, αφού σ` αυτό δεν αναφέρεται αν ήταν καινουργές ή χρησιμοποιημένο ήδη κατά την αγορά του στη Γερμανία. Εν τω μεταξύ ... με βάση την ... εισαγγελική παραγγελία Πρωτοδικών Πειραιά η Διεύθυνση Παρακολούθησης και Ελέγχου Ανασταλτικών Καθεστώτων της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών (ΔΙΠΕΑΚ) διενεργούσε από 15.2.2005 κατεπείγουσα έρευνα για τον εντοπισμό ΙΧΕ αυτοκινήτων που ταξινομήθηκαν με πλαστά πιστοποιητικά. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω έρευνας και ενώ οι αρμόδιοι υπάλληλοι της ως άνω υπηρεσίας είχαν ήδη διαπιστώσει ότι στο Γραφείο Μεταφορών Αγρινίου είχαν ταξινομηθεί διάφορα αυτοκίνητα με πλαστά πιστοποιητικά, το ως άνω Γραφείο Αγρινίου υπέστη εμπρησμό τη νύχτα της 5.4.2005 από τον οποίο κάηκαν και καταστράφηκαν χρήσιμα έγγραφα που θα βοηθούσαν στον εντοπισμό των παρανόμως ταξινομηθέντων αυτοκινήτων. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ως άνω, όμως, Φ. Σ. ενώ έπρεπε να προβεί στην πληρωμή των αναλογούντων για το ανωτέρω αυτοκίνητο δασμών εισαγωγής του για λογαριασμό του Ι. Π., αυτός με πλαστά έγγραφα που κατάρτισε ο ίδιος αλλά και στη συνέχεια προσκόμισε στην συγκατηγορουμένη του Ε. Β., όπου και σε συνεννόηση με αυτήν ταξινομήθηκε το ρηθέν αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ... στις 18.3.2005 και δη προσκόμισε σ` αυτήν μία δήλωση φόρου κατανάλωσης (διασάφηση) και ένα πιστοποιητικό δήθεν ταξινόμησης, τα οποία εφέροντο ως εκδοθέντα από τις αρμόδιες υπηρεσίες κατ` απομίμηση των γνησίων και αφορούσαν το ως άνω αυτοκίνητο προκειμένου να παραπλανήσει ... επιτυγχάνοντας περαιτέρω την ταξινόμηση και την έκδοση άδειας κυκλοφορίας του (αυτοκινήτου) με την κατάθεση των ανωτέρω πλαστών πιστοποιητικών στο γραφείο Συγκοινωνιών Αγρινίου που με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης πλαστογραφιών τέτοιων εγγράφων που αφορούσαν εισαγόμενα ΙΧΕ αυτοκίνητα, είχε δημιουργήσει προσωπικές διασυνδέσεις με τη συγκατηγορουμένη του Β. Ε. ως άνω υπάλληλο, χωρίς να καταβληθούν δε οι αναλογούντες σ` αυτό εισπρακτέοι δασμοί, φόροι, τέλη και λοιπά δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου που ανέρχονται σε 34.386,78 ευρώ αποστερώντας τούτο (Ελλ. Δημόσιο) από την είσπραξη του ποσού αυτού. Σύμφωνα με τα παραπάνω αμφότεροι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται όπως τα στοιχεία αυτών εκτίθενται ειδικότερα στο διατακτικό και πρέπει, επομένως, να κηρυχθούν ένοχοι αυτών. ...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας, όσον αφορά την άμεση συνέργεια σε λαθρεμπορία, για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα Β. Ε. (η αίτηση της οποίας και μόνο εξετάζεται κατ` ουσίαν), αναγκαίως δε και ως προς την πράξη της λαθρεμπορίας, για την οποία καταδικάσθηκε ο συγκατηγορούμενός της Φ. Σ. (η αίτηση του οποίου, κατά τα προεκτεθέντα, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη), διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της λαθρεμπορίας και της άμεσης συνέργειας σ` αυτή, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 155 παρ. 1 περ. β και 157 παρ. 1 περ. β Τελωνειακού Κώδικα, καθώς και του άρθρου 46 παρ. 1 β του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες, αφού: α) Σαφώς εκτίθεται σε τι συνίσταται η άμεση συνέργεια της αναιρεσείουσας στη λαθρεμπορία, την οποία τέλεσε ο συγκατηγορούμενός της, με τις παραδοχές ότι αυτή ταξινόμησε το ως άνω αυτοκίνητο και εξέδωσε την άδεια κυκλοφορίας του χωρίς να ελέγξει αν τα έγγραφα που της υποβλήθηκαν ήταν νόμιμα και χωρίς να αποστείλει το ένα από τα δύο αντίγραφα της διασαφήσεως εισαγωγής στο Τελωνείο Αγρινίου, γνώριζε δε αυτή τις σχετικές εγκυκλίους περί της διαδικασίας που έπρεπε να ακολουθηθεί, ενώ δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται και αν αυτή γνώριζε ότι το αυτοκίνητο ήταν κοινοτικό ή όχι. β) Το Δικαστήριο, με την παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα υπηρετούσε στο Τμήμα εκδόσεως αδειών κυκλοφορίας και πινακίδων για πάσης φύσεως οχήματα στο Γραφείο Συγκοινωνιών Αγρινίου του Υπουργείου Συγκοινωνιών, δέχεται ευθέως ότι η αναιρεσείουσα ήταν αρμοδία υπάλληλος να εκδίδει άδειες κυκλοφορίας αυτοκινήτων στην περιοχή Αγρινίου κατά τον κρίσιμο χρόνο και δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθεται ο ειδικότερος τρόπος καθιδρύσεως της αρμοδιότητάς της αυτής. Ούτε, βεβαίως, συνάγεται κάτι διαφορετικό από τις επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα διατάξεις του άρθρου 130 παρ. 2 και 3 του ν. 2960/2001, ότι, δηλαδή, άμεσος συνεργός θα μπορούσε, ενδεχομένως, να θεωρηθεί μόνο ο αρμόδιος να βεβαιώσει αν έχουν ή όχι καταβληθεί οι αναλογούντες δασμοί τελωνειακός υπάλληλος, δεδομένου ότι το Πενταμελές Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, κρίση του, δέχθηκε ότι η άμεση συνέργεια της αναιρεσείουσας συνίστατο στο ότι αυτή, αν και γνώριζε ότι τα έγγραφα που της είχε προσκομίσει ο συγκατηγορούμενός της ήταν πλαστά, προέβη στις ενέργειες που αναφέρονται ανωτέρω, ενώ δεν απέστειλε το ένα από τα δύο αντίγραφα της διασαφήσεως εισαγωγής στο Τελωνείο Αγρινίου. γ) Από την παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος Φ. Σ. προσκόμισε τα πλαστά έγγραφα "προκειμένου να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους του Υπουργείου Συγκοινωνιών περί της νομιμότητας της εισαγωγής στην Ελληνική Επικράτεια του οχήματος" δεν γεννάται καμιά αντίφαση σε σχέση με τη συμμετοχή της αναιρεσείουσας, καθόσον ρητά αναφέρεται ότι ο ανωτέρω είχε δημιουργήσει προσωπικές διασυνδέσεις με αυτήν, από την οποία παραδοχή συνάγεται ότι αυτή γνώριζε την πραγματική κατάσταση και προέβη με πρόθεση στην άμεση συνδρομή και ότι δεν παραπλανήθηκε από τα πλαστά έγγραφα. δ) Ο ισχυρισμός ότι το αυτοκίνητο ήταν κοινοτικό είναι αρνητικός της κατηγορίας και όχι αυτοτελής. Επομένως, η απόρριψή του δεν έχρηζε ειδικής αιτιολογίας. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο τον απέρριψε ως αναπόδεικτο, γιατί δεν προέκυπτε από το τιμολόγιο αν το αυτοκίνητο ήταν καινούργιο ή ήταν ήδη χρησιμοποιημένο κατά την αγορά του. Σύμφωνα δε με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, για να θεωρηθεί ένα όχημα ως κοινοτικό, θα πρέπει να προκύπτει ευθέως αυτό, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρεται η ειδικότερη χώρα προελεύσεώς του. Ούτε ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρεται αν η αναιρεσείουσα γνώριζε ότι το όχημα δεν ήταν κοινοτικό, αρκεί μόνο η μνεία της γνώσεως της πλαστότητας των εγγράφων και της διαδικασίας που έπρεπε να ακολουθήσει. ε) Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι αυτή δεν βεβαίωσε καμιά πράξη νόμιμης εισαγωγής του αυτοκινήτου, η δε έκδοση της άδειας κυκλοφορίας είναι μεταγενέστερη της εισαγωγής και, επομένως, δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση της άμεσης συνέργειας της λαθρεμπορίας δεν ήταν νόμιμος, καθόσον, κατά τα γενόμενα δεκτά, η άμεση συνέργεια συνίστατο στις παραπάνω αναφερόμενες πράξεις, πληρούται δε η αντικειμενική υπόσταση αυτής, γιατί η πράξη της λαθρεμπορίας ολοκληρώθηκε με την έκδοση της άδειας κυκλοφορίας, δηλαδή η συνδρομή παρασχέθηκε στο συγκατηγορούμενό της κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της κύριας πράξεως της λαθρεμπορίας. Κατά συνέπειαν, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, αιτιολογημένα, επ` αυτού. στ) Από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν παραβιάστηκε το τεκμήριο αθωότητας της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, καθόσον το Πενταμελές Εφετείο δεν στήριξε την περί της ενοχής της κρίση του στο ότι αυτή δεν απέδειξε την αθωότητά της, αλλά στο ότι αυτή δεν απέδειξε τους άνω υπερασπιστικούς ισχυρισμούς που προέβαλε, αφού, μάλιστα, προηγουμένως, είχε γίνει δεκτό ότι έχει τελέσει το έγκλημα για το οποίο καταδικάστηκε. ζ) Από τη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 2 του Τελωνειακού Κώδικα, κατά την οποία "ο δημόσιος υπάλληλος, που εξέδωσε με τον τρόπο αυτό την άδεια (ήτοι χωρίς να υπάρχει νόμιμη περίπτωση εκδόσεώς της ή χωρίς να ενεργηθούν οι κατά νόμον προαπαιτούμενες διατυπώσεις και πληρωμές - παρ. 1), τιμωρείται ως συνεργός λαθρεμπορίας, εάν ενήργησε με δόλο" δεν συνάγεται ότι μόνο υπάλληλος του τελωνείου μπορεί να είναι άμεσος συνεργός σε λαθρεμπορία. Τέτοιος μπορεί να είναι ο αρμόδιος υπάλληλος για την έκδοση άδειας κυκλοφορίας αυτοκινήτου, όπως, εν προκειμένω, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας της αναιρεσείουσας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι. Η, εμπεριεχόμενη στον πρώτο λόγο, αιτίαση περί εσφαλμένης εκτιμήσεως αποδεικτικών μέσων (μαρτυρικής καταθέσεως Χ. Π., εγγράφων, κ.λπ.) είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττει την, αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 79 του ΠΚ, "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη: α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεστεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του για τα στοιχεία αυτά ειδικότερη αιτιολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στην αναιρεσείουσα και στο συγκατηγορούμενό της, έλαβε υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος που διέπραξαν και την προσωπικότητά τους, για την εκτίμηση δε των στοιχείων τούτων χρησιμοποίησε και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ, που ειδικώς μνημονεύει στην απόφαση. Επιπλέον αιτιολογία και αναφορά περιστατικών δεν ήταν αναγκαία. Περαιτέρω, όσον αφορά την αναιρεσείουσα, αναφέρει ρητώς και τη διάταξη του άρθρου 46 του ΠΚ, που προβλέπει την ποινική μεταχείριση του άμεσου συνεργού, ενώ, από φανερή παραδρομή, αναφέρει το άρθρο 151 του ν. 2960/2011 αντί του ορθού 155, που μνημονεύεται στο σκεπτικό επί της ενοχής, ενώ δεν ήταν αναγκαίο να γίνει μνεία και του άρθρου 156 που ορίζει, όπως αναφέρθηκε, πότε ο δημόσιος υπάλληλος, που εξέδωσε παρανόμως άδεια κυκλοφορίας, τιμωρείται ως συνεργός. Το γεγονός δε ότι γίνεται συνολική αναφορά των διατάξεων που αφορούν και τους δύο μαζί κατηγορουμένους, χωρίς να διαχωρίζονται αυτές που αφορούν μόνο την αναιρεσείουσα, δεν ασκεί έννομη επιρροή.
Συνεπώς, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, τρίτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως όσον αφορά την επιμέτρηση της ποινής που επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Τέλος, οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν και στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), περιοριζόμενης, όπως στο διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ισχύει.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις από 21 Ιουνίου 2013 (με αριθ. πρωτ. 4676/2013) και 20 Ιουνίου 2013 (με αριθ. πρωτ. 4678/2013) αιτήσεις των Φ. Σ. του Α. και Β. Ε. του Γ., αντιστοίχως, για αναίρεση της 656/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, την οποία προσδιορίζει σε διακόσια ενενήντα (290) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή