Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 298 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο.




Περίληψη:
Απορρίπτει αναίρεση γιατί στρέφεται κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση.




Αριθμός 298/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 56/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου.
Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28.5.2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1214/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 379/17.7.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ'αριθ. 3/28-5-2008 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης ...., κατά του υπ'αριθ. 56/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ναυπλίου, εκθέτω δε τα ακόλουθα:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 ΚΠΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, κατά δε το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα το ένδικο μέσο απορρίπτεται, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στη διάταξη αυτή και όταν ασκήθηκε εναντίον βουλεύματος, για το οποίο δεν προβλέπεται. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 του αυτού ως άνω Κώδικα, που, πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 38 Ν. 3160/2003, όριζε ότι "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, επιτρέπεται μόνο αναίρεση" και μετά την εν λόγω τροποποίηση απαλείφθηκε η φράση "ή του βουλεύματος", προκύπτει ότι δεν προβλέπεται πλέον αναίρεση κατά του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο (ΑΠ 641/2007, ΑΠ 445/2007). Πρέπει στο σημείο αυτό να τονισθεί ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 ΚΠΔ, που, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 38 Ν. 3160/2003, περιορίζει το δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως εναντίον βουλεύματος που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη, συμπορεύεται με τα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού ούτε άνιση ρύθμιση περιέχει, που να συνεπάγεται δυσμενή μεταχείριση ορισμένων διαδίκων, ούτε στερεί τον διάδικο από το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, δοθέντος μάλιστα και του ότι ο κοινός νομοθέτης δεν υποχρεούται από το Σύνταγμα να θεσπίζει ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων και, ως εκ τούτου, ο διάδικος μπορεί και οφείλει να υπολογίζει, κατά την εκδίκαση της υποθέσεώς του, ότι είναι ενδεχόμενο η μέλλουσα να εκδοθεί απόφαση (ή βούλευμα) να μην υπόκειται σε ένδικα μέσα, παρά το γεγονός ότι αυτά επιτρέπονταν κατά την έναρξη και κατά τη διάρκεια της δίκης (ή της ποινικής διώξεως). Όπου κρίθηκε αναγκαία η καθιέρωση ενδίκου μέσου υπήρξε ρητή αποτύπωση της βουλήσεως του συντακτικού νομοθέτη με τις ειδικές προβλέπεις των άρθρων 95 παρ. 1β' (αναίρεση τελεσιδίκων αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου) και 96 παρ. 2 Συντάγματος (έφεση στο αρμόδιο τακτικό δικαστήριο κατά των αποφάσεων αστυνομικών αρχών και αρχών αγροτικής ασφάλειας). Δεν είναι δε αντίθετες οι ανωτέρω διατάξεις και προς το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, από την οποία δεν συνάγεται υποχρέωση του εθνικού νομοθέτη για καθιέρωση ενδίκων μέσων, αλλά ούτε και στο άρθρο 26 του Συντάγματος, το οποίο καθιερώνει την αρχή της διακρίσεως των εξουσιών (ΑΠ 1486/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο υπ'αριθ. 56/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η υπ'αριθ. 40/10-4-2008 έφεση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης ... κατά του υπ'αριθ. 33/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτια των πράξεων της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση, που τελέσθηκε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, της παράνομης κατακρατήσεως κατά συναυτουργία και της απειλής. Κατά του εν λόγω όμως υπ'αριθ. 56/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να ασκηθεί αναίρεση.
Με τα δεδομένα αυτά καθίσταται φανερό ότι η αναιρεσείουσα άσκησε αναίρεση κατά βουλεύματος, εναντίον του οποίου δεν επιτρέπεται να ασκηθεί τέτοιο ένδικο μέσο, δηλαδή άσκησε μη επιτρεπόμενο σ' αυτήν ένδικο μέσο. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω:
Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθ. 3/28-5-2008 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης ..., κατά του υπ'αριθ. 33/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Και
Β) Να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 14 Ιουλίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 ΚΠΔ το ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, κατά δε το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, όταν ασκήθηκε εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 του αυτού Κώδικα, που πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 38 του Ν. 3160/2003 όριζε ότι "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση" και μετά την εν λόγω τροποποίησή του απαλείφθηκε η φράση "ή του βουλεύματος" προκύπτει ότι δεν προβλέπεται πλέον αναίρεση κατά του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, για την έρευνα του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτουν τα εξής: Η από 28-5-2008 κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά του υπ' αριθμ. 56/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη την υπ' αριθμ. 40/10-4-2008 έφεση της αναιρεσείουσας, κατηγορουμένης .... κατά του υπ' αριθμ. 33/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου, προκειμένου να δικαστεί ως υπαίτια των πράξεων της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση, που τελέσθηκε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, της παράνομης κατακρατήσεως κατά συναυτουργία και της απειλής. Σύμφωνα όμως με όσα προαναφέρθηκαν, κατά του βουλεύματος αυτού δεν επιτρέπεται να ασκηθεί αναίρεση. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση, για τη συζήτηση της οποίας ειδοποιήθηκε και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-5-2008 αίτηση της ...., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 56/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή