Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1026 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Κανονισμός αρμοδιότητας.




Περίληψη:
Κανονισμός αρμοδιότητας. Αίρει την αποφατική σύγκρουση αρμοδιότητας. Προσδιορίζει ως αρμόδια δικαστήρια τα στρατιωτικά ποινικά δικαστήρια.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1026/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενο τον αιτούντα Χ. Με εγκαλούντα τον Ψ.

Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 4 Δεκεμβρίου 2008, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2004/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 68/17.2.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
1. Εισάγω ενώπιόν σας, κατ' άρθρο 132 παρ. 2 ΚΠΔ, την από 4/12/2008 αίτηση του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Αθηνών περί κανονισμού αρμοδιότητας, καθ' όσον για την προκείμενη υπόθεση της από 25-2-2008 εγκλήσεως του Ευέλπιδος 1ης Τάξεως της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων Ψ σε βάρος του Ευέλπιδος IVης τάξεως της ίδιας Σχολής Χ (υποβάλλεται συνημμένως η έγκληση μαζί με τη σχετική δικογραφία Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης, που υποβλήθηκε με το υπ' αρ. Φ. 453.2/11/8080/7-2-2008 έγγραφο της ΣΣΕ/ΔΠ-ΔΜ) υφίσταται αποφατική σύγκρουση αρμοδιότητας (δικαιοδοσίας) μεταξύ της Εισαγγελίας του Στρατοδικείου Αθηνών και της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών.
2. Επί του θέματος αυτού εκθέτουμε τα εξής:
Α. Ι. Την 26-2-2008 κατετέθη στην Εισαγγελία Στρατοδικείου Αθηνών η από 25-2-2008 έγκληση του Ευέλπιδος Ιης Τάξεως της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων Ψ κατά του Ευέλπιδος IVης Τάξεως της ίδιας Σχολής Χ για "βαριά, επικίνδυνη και απρόκλητη σωματική βλάβη", πράξη φερόμενη ως τελεσθείσα την 26-11-2007 εντός του στρατοπέδου της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων στην περιοχή ...... κατά τη διάρκεια στρατιωτικής δραστηριότητας.
Την 29-4-2008 η Εισαγγελία Στρατοδικείου Αθηνών διαβίβασε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών την έγκληση (μαζί με τη σχετική με αυτή Ένορκη Διοικητική Εξέταση, που είχε διενεργηθεί από τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων) λόγω δικής της δικαιοδοσίας/αρμοδιότητας "καθ' όσον ο καθ' ου η έγκληση και η σχετική με αυτήν ΕΔΕ σπουδαστής της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων Χ είναι υπήκοος της Κυπριακής Δημοκρατίας και επομένως, ως στερούμενος της ελληνικής ιθαγένειας και όντας αλλοδαπός, δεν είναι στρατιωτικός του ελληνικού στρατού, κατ' άρθρο 5 παρ. 1 στοιχ. α και β του Ν.2287/1995 ("Κύρωση του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα"), με συνέπεια να μην υπάγεται στη δικαιοδοσία των ελληνικών στρατιωτικών ποινικών δικαστηρίων, κατ' άρθρο 193 παρ. 1 Ν.2287/1995, αλλά σε αυτήν των κοινών ποινικών αντιστοίχων".
Την 19-6-2008 η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών με το υπ' αρ. ΑΒΜ: Δ2008/2689//19-6-2008 έγγραφό της επέστρεψε στην Εισαγγελία Στρατοδικείου Αθηνών την προαναφερθείσα έγκληση (μαζί με την Ένορκη Διοικητική Εξέταση) "καθόσον ο εγκαλούμενος σπουδαστής της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων Χ, καίτοι υπήκοος της Κυπριακής δημοκρατίας, υπάγεται στην δικαιοδοσία των στρατιωτικών δικαστηρίων και ουχί των κοινών ποινικών δικαστηρίων (ad hoc ΑΠ 955/1991, ΠΧρ 1991, σ. 1284 -ΑΠ 1613/1986, Πχρ 1987, σ. 1020)".
ΙΙ. Ο Εύελπις IVης Τάξεως της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων Χ γεννήθηκε στην ......, είναι υπήκοος της Κυπριακής Δημοκρατίας και κατετάγη στην Ιη τάξη της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων το 2004 στο πλαίσιο διμερούς συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου για την παροχή από την πρώτη προς τη δεύτερη στρατιωτικής μορφωτικής βοήθειας, σύμφωνα με το υπ' αρ. Φ. ...... έγγραφο ΓΕΕΘΑ/Κλάδος Πόρων-Δνση Εκπαίδευσης/Τμήμα Διακλαδικής Εκπαίδευσης, η δε ορκωμοσία του ως πρωτοετούς μαθητή της Σχολής έλαβε χώρα την 26-11-2004. Κατά το προαναφερθέν έγγραφο ΓΕΕΘΑ, ο εν λόγω Ελληνοκύπριος Εύελπις περάτωσε με επιτυχία τις εξετάσεις της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης στην προαναφερθείσα Σχολή, έλαβε πιστοποιητικό σπουδών και πτυχίο, το οποίο όμως δεν πληροί τον προβλεπόμενο τύπο, σύμφωνα με τον Οργανισμό της Σχολής, διότι δεν συμμετείχε στην ορκωμοσία Ανθυπολοχαγών της Τάξης του, η οποία έλαβε χώρα την 23-7-2008.
B. Ι. Σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 96 παρ. 4 εδ. α' Συντάγματος, 5 παρ. 1 περ. α', β', 167 παρ. 1 και 193 παρ. 1 Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα (που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν.2287/1995), στη δικαιοδοσία των στρατιωτικών ποινικών δικαστηρίων υπάγονται οι στρατιωτικοί που ανήκουν στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις (στον ελληνικό στρατό της ξηράς, της θάλασσας και του αέρα), καθώς και στο λιμενικό σώμα. Η ιδιότητα του στρατιωτικού των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων αποκτάται με την κατάταξη σε αυτές λόγω ορισμένης αιτίας, ήτοι είτε προς εκπλήρωση στρατεύσιμης, εφεδρικής ή πρόσθετης στρατιωτικής υποχρεώσεως (Ν.3421/2005 "Στρατολογία των Ελλήνων και άλλες διατάξεις") είτε εθελοντικώς είτε προς Απόκτηση της ιδιότητας του μόνιμου στρατιωτικού δια της εισόδου σε στρατιωτικές παραγωγικές σχολές ή δι' άλλου τρόπου (διαγωνισμού). Είναι σαφές από τη γραμματική, την ουσιαστική και την τελολογική προσέγγιση και ερμηνεία των προαναφερθεισών διατάξεων ότι ο όρος "στρατιωτικός" στον Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα προσδιορίζει τον Έλληνα, ήτοι τον έχοντα την ελληνική ιθαγένεια και όχι τον στερούμενο αυτής αλλοδαπό, ο οποίος ανήκει στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις υπό την έννοια ότι είναι ενταγμένος σε αυτές οργανικά και υπηρετεί την Ελληνική Δημοκρατία ως στρατιωτικός υπάλληλός της. Και ναι μεν κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας (Ν.3284/2004) ομογενείς αλλοδαποί, εισαγόμενοι στις στρατιωτικές σχολές αξιωματικών ή υπαξιωματικών των ενόπλων δυνάμεων ή κατατασσόμενοι στις ένοπλες δυνάμεις ως εθελοντές, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, αποκτούν αυτοδίκαια την ελληνική ιθαγένεια από την εισαγωγή τους στις σχολές ή από την κατάταξή τους, πλην όμως είναι προφανές και αναμφισβήτητο ότι η ρύθμιση αυτή αφορά σε ομογενείς αλλοδαπούς, οι οποίοι εντάσσονται οργανικά στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις για να υπηρετήσουν το ελληνικό κράτος ως Έλληνες στρατιωτικοί, όπως προαναφέρθηκε.
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν. 1911/1990 "Ρύθμιση στρατολογικών θεμάτων και άλλες διατάξεις" επιτρέπεται η εισαγωγή και φοίτηση στις παραγωγικές σχολές αξιωματικών και υπαξιωματικών, καθώς και στις σχολές πολέμου και επιμορφώσεως των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας, υπηκόων ξένων κρατών (παρ. Ι), ενώ οι χώρες, από τις οποίες προέρχονται οι αλλοδαποί, που θα φοιτήσουν στις σχολές των Ενόπλων Δυνάμεων και οι προϋποθέσεις, που απαιτούνται για την παροχή της εκπαίδευσης αυτών καθορίζονται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής 'Αμυνας και Εξωτερικών (παρ. 2), οι δε αλλοδαποί, που φοιτούν στις προαναφερόμενες σχολές, έχουν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις, όπως και οι 'Ελληνες σπουδαστές των σχολών αυτών (παρ. 3).
Οι αλλοδαποί μαθητές των ελληνικών στρατιωτικών σχολών εισάγονται και φοιτούν σε αυτές με βάση συγκεκριμένες διμερείς μεταξύ Ελλάδας και άλλου κράτους συμφωνίες, η ουσία των οποίων συνίσταται στη δωρεάν παροχή στρατιωτικής μορφωτικής βοήθειας, τούτο δε συμβαίνει στο πλαίσιο της ασκούμενης από τη χώρα μας εξωτερικής πολιτικής. Η εισαγωγή και φοίτησή τους δεν δημιουργεί υπηρεσιακή κατάσταση με προοπτική διάρκειας για τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, αφού μετά από την αποφοίτηση τους στελεχώνουν τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας τους, στις οποίες κατά κανόνα είναι ήδη ενταγμένοι ούτε δε οι ίδιοι αλλοδαποί και οι χώρες προέλευσής τους, αλλά ούτε και η Ελληνική Πολιτεία, θεωρούν την εισαγωγή στην ελληνική στρατιωτική παραγωγική σχολή ως κατάταξη στον Ελληνικό Στρατό, μιας και πρόκειται για έναν κύκλο σπουδών και μόνο. Τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις, που έχουν όπως οι Έλληνες σπουδαστές των σχολών κατά την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 Ν. 1911/1990, είναι σαφές ότι αφορούν σε ότι έχει σχέση με την ιδιότητά τους ως σπουδαστών. Περαιτέρω, ενώ οι έλληνες μαθητές αυτών των σχολών ορκίζονται ως πρωτοετείς, με συνέπεια την απόκτηση της ιδιότητας του έλληνα στρατιωτικού (άρθρο 5 παρ. 3 Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα), για τους αλλοδαπούς μαθητές (πλην των Ελληνοκυπρίων, για τους οποίους βλ. πιο κάτω) προβλέπεται μόνο η δόση "υπόσχεσης" και όχι ορκωμοσία (Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας/Δνση Διοικητικής Υποστήριξης/Πολυεθνική Διακλαδική Εκπαίδευση "Κανονισμός Εκπαιδεύσεως Αλλοδαπών", Αθήνα 1996, Τμήμα 23 παρ. 5). Συνέπεια όλων των ανωτέρω είναι ότι δεν υφίσταται για τους αλλοδαπούς μαθητές υποχρέωση υπεράσπισης του Ελληνικού κράτους, σε περίπτωση δε εμπλοκής της Ελλάδας σε ένοπλη σύγκρουση με ξένη χώρα, αυτοί επιστρέφουν αμέσως στην πατρίδα τους. Η μοναδική υποχρέωση των αλλοδαπών μαθητών από την εισαγωγή τους στην παραγωγική Σχολή είναι εκείνη, η οποία απορρέει από την υπόσχεση που δίνουν, και αφορά στα αυτονόητα για μία στρατιωτική σχολή, ήτοι να συμμορφώνονται προς τους κανονισμούς για την τάξη και την πειθαρχία της Σχολής, να καταβάλουν τη μεγίστη προσπάθεια για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της εκπαίδευσης, επιπλέον δε να μη διαδώσουν οποιαδήποτε πληροφορία στρατιωτικής φύσης σε τρίτους. Και είναι βέβαια γεγονός ότι η φύση της υποχρέωσης συμμόρφωσης προς τους στρατιωτικούς κανονισμούς για την τάξη και πειθαρχία στη Στρατιωτική Σχολή αρμόζει μόνο σε στρατιωτικούς, πλην όμως αυτό και μόνο το δεδομένο δεν αρκεί να προσδώσει την ιδιότητα του Έλληνα στρατιωτικού σε αλλοδαπούς, οι οποίοι ουδόλως συνδέονται με την ουσία της στρατιωτικής ιδιότητας και της θεμελιακής υποχρεώσεως για κάθε Έλληνα, που είναι η υπεράσπιση του ελληνικού κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 6 του Συντάγματος. Αν γινόταν δεκτό ότι η ιδιότητα του Έλληνα στρατιωτικού προσδίδεται μόνο από την υποχρέωση κάποιου να συμμορφώνεται προς τους στρατιωτικούς κανονισμούς για την τάξη και πειθαρχία, τότε θα υπήρχε το παράδοξο, οι αλλοδαποί μαθητές των Στρατωτικών Σχολών να θεωρούνται Έλληνες στρατιωτικοί, αλλά να μην υποχρεώνονται να υπερασπίσουν το ελληνικό κράτος (βλ. ΣυμβΣτρατΑθηνών 190/97, αδημοσ. στον νομικό τύπο). Τα ίδια ισχύουν και για τους Κυπρίους (:Ελληνοκυπρίους) μαθητές των ελληνικών στρατιωτικών σχολών, οι οποίοι, ως υπήκοοι της Κυπριακής Δημοκρατίας και στρατιωτικοί αυτής, καθ' όσον προ της εισαγωγής τους στις σχολές διορίζονται "Οπλίτες του Στρατού" της Κύπρου (Κ.Δ.Π. 90/1990, 157/17-4-1991, 351/29.7.2005: Κανονισμοί εκδοθέντες δυνάμει του άρθρου 27 του Περί του Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου - Νόμος 33/1990), φοιτούν σε αυτές κατόπιν διμερούς συμβάσεως μεταξύ Ελληνικής και Κυπριακής Δημοκρατίας, μετά δε την αποφοίτησή τους στελεχώνουν τις κυπριακές ένοπλες δυνάμεις, χωρίς στην περίπτωση τους να γίνεται εφαρμογή του προαναφερθέντος άρθρου 4 παρ. 1 Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας, διότι αυτοί ποτέ δεν εντάσσονται στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις ως οργανικά μέλη τους. Είναι χαρακτηριστικές προς τούτο οι ρυθμίσεις της (εκδοθείσας κατ' εξουσιοδότηση της προπαρατεθείσας διατάξεως του άρθρου 7 παρ. 2 Ν. 1911/1990) υπ'αρ. Φ.381/191365/Σ.1899/10-1-1997 Απόφασης Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών ("Στρατιωτική Μορφωτική Βοήθεια προς την Κύπρο"), σύμφωνα με τις οποίες "το Πρόγραμμα Στρατιωτικής Μορφωτικής Βοήθειας προς την Κύπρο αποτελεί Πρόγραμμα Εθνικής Πολιτικής, που άρχισε το 1979 και αποσκοπεί στην πρόσκληση εκπαίδευση και απόδοση στελεχών, ικανών να επανδρώσουν τις Ένοπλες Δυνάμεις της Κυπριακής Δημοκρατίας" (άρθρο 1 παρ. 1), "οι Ε/Κ (:εννοεί Ελληνοκύπριοι) απόφοιτοι των ΑΣΕΙ και ΣΣΥ θα παρακολουθούν υποχρεωτικά τα προβλεπόμενα και για τους ημεδαπούς, αμέσως μετά την αποφοίτηση, Σχολεία, εκτός αν η Χώρα τους δεν το επιθυμεί. Στις λοιπές Σχολές η παρακολούθηση της εκπαιδεύσεως θα γίνεται κατόπιν αιτήσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας" (άρθρο 5 παρ. 3 και 4) και ουδεμία χρηματική επιχορήγηση παρέχεται στους Ε/Κ από τη Χώρα μας υπό μορφή μισθού ή επιδόματος" (άρθρο 6 παρ. 5). Και ναι μεν οι Ελληνοκύπριοι μαθητές των ελληνικών στρατιωτικών σχολών δίνουν τόσο κατά την ένταξη τους όσο και κατά την αποφοίτηση τους τον ίδιο με τους Έλληνες μαθητές όρκο, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 της ίδιας Κοινής Υπουργικής Απόφασης Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών, πλην όμως αυτοί ποτέ δεν λογίζονται ως μέλη των ελληνικών ένοπλων δυνάμεων, γι' αυτό και η δόση του όρκου από τους Ελληνοκύπριους λειτουργεί ως σημείο ένταξης και αποφοίτησης, εξομοιούμενη με την ισχύουσα για τους λοιπούς αλλοδαπούς μαθητές δόση υποσχέσεως και μη έχουσα τα αποτελέσματα του όρκου των Ελλήνων στρατιωτικών, ακολουθείται δε, κατά παρέκκλιση από τα ισχύοντα για τους αλλοδαπούς μαθητές.
Ενόψει όλων αυτών, τυχόν υπαγωγή των αλλοδαπών μαθητών στρατιωτικών σχολών (στους οποίους συγκαταλεκτέοι και οι προαναφερθέντες Ελληνοκύπριοι) στα ελληνικά στρατιωτικά ποινικά δικαστήρια θα διευρύνει, κατά παράβαση της αρχής του νόμιμου δικαστή (άρθρο 8 Συντάγματος), την αρμοδιότητα των στρατοδικείων. Ως εκ τούτου, οι αξιόποινες πράξεις, που διαπράττονται από αυτούς, πρέπει να κρίνονται ως πράξεις αλλοδαπών, κατ'άρθρο 5 παρ.1 ΠΚ, από τα κοινά ποινικά δικάστηκα.
Γ. Στην προκείμενη περίπτωση, κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο εγκαλούμενος (πλέον πρώην) Εύελπις IVης Τάξεως της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων Χ, κυπριακής υπηκοότητας, ο οποίος δεν είχε κατά την κρίσιμη ημερομηνία 26-11-2007 την Ελληνική Ιθαγένεια, διότι δεν την απέκτησε με την είσοδό του στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων κατά τα προεκτεθέντα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως στρατιωτικός σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 περ. β' Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα. Συvεπώς, για τη συμπεριφορά του στην υπό κρίση περίπτωση, για την οποία υπεβλήθη η προαναφερθείσα έγκληση, δικαιοδοσία έχουν, κατά τη γνώμη μας, τα κοινά ποινικά δικαστήρια, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, και όχι τα αντίστοιχα στρατιωτικά ποινικά, τα οποία, αποφασίζοντας για υπόθεση μη υπαγόμενη στη δικαιοδοσία τους, θα έκαναν υπέρβαση εξουσίας, συνιστώσα λόγο αναιρέσεως (άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ηα ΚΠΔ).
3. Κατόπιν αυτών, να γίνει από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε συμβούλιο) ο αναγκαίος κανονισμός αρμοδιότητας (δικαιοδοσίας) κατ' άρθρο 132 παρ. 2 ΚΠΔ, για την προκεΊμενη ποινική υπόθεση σε βάρος του κυπριακής υπηκοότητας (πλέον πρώην) Ευέλπιδος IVης Τάξεως της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων Χ, κατόπιν της από 25-2-2008 εγκλήσεως του Ευέλπιδος Ιης Τάξεως της ίδιας Σχολής Ψ, προκειμένου να θεμελιωθεί αρμοδιότητα (ήτοι να εγκαθιδρυθεί δικαιοδοσία) των κοινών ποινικών δικαστηρίων.
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω
Να γίνει δεκτή η από 4/12/2008 αίτηση κανονισμού αρμοδιότητος του Εισαγγγελέα του Σρατοδικείου Αθηνών και
Να ορισθούν ως αρμόδια καθύλη δικαστήρια για την προκειμένη ποινική υπόθεση σε βάρος του Κυπριακής υπηκοότητος, πρώην Ευέλπιδος IVης τάξεως της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων Χ, κατόπιν της από 25/2/2008 εγκλήσεως του Ευέλπιδος Ιης Τάξεως της ίδιας Σχολής, Ψ, τα κοινά ποινικά Δικαστήρια.
Αθήνα 27 Ιανουαρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 132 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, αν μεταξύ πολλών δικαστηρίων εξίσου αρμοδίων που δεν υπάγονται το ένα στο άλλο ή μεταξύ ανακριτικών υπαλλήλων αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα είτε για συναφή εγκλήματα, ή αν με βουλεύματα του ιδίου ή διαφορετικών Συμβουλίων αποφασίστηκε η παραπομπή για το ίδιο έγκλημα στο ακροατήριο δύο ή περισσοτέρων εξίσου αρμοδίων δικαστηρίων, η αρμοδιότητα καθορίζεται από τον 'Αρειο Πάγο, που συνέρχεται σε Συμβούλιο, αν τα δικαστήρια μεταξύ των οποίων δημιουργήθηκε η αμφισβήτηση υπάγονται σε διαφορετικά εφετεία ή αν ένα από τα δικαστήρια αυτά είναι το εφετείο ή αν η σύγκρουση δημιουργήθηκε μεταξύ των κοινών ποινικών δικαστηρίων και των στρατιωτικών, ύστερα από νομότυπη αίτηση του Εισαγγελέα, του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντος ή του επιτρόπου (ήδη, μετά το νέο Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα, Ν. 2287/95 του εισαγγελέα στρατιωτικού δικαστηρίου), που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι υφίσταται περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας, με την διαδικασία και τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι εν λόγω διατάξεις και επί αποφατικής συγκρούσεως αρμοδιότητας μεταξύ των στρατιωτικών και των κοινών ποινικών δικαστηρίων. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 193 παρ. 1 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, στη δικαιοδοσία των στρατιωτικών ποινικών δικαστηρίων υπάγονται όσοι είναι στρατιωτικοί κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 β του ιδίου ως άνω κώδικα, Στρατιωτικοί είναι όσοι ανήκουν στο στρατό και στο λιμενικό σώμα, κατά δε την παρ.3 του ιδίου άρθρου, κληρωτός, εθελοντής ή έφεδρος που γίνεται δεκτός στη στρατιωτική υπηρεσία, είναι στρατιωτικός από την κατάταξή του και πριν ακόμη ορκισθεί. Οι λοιποί είναι στρατιωτικοί από την ορκωμοσία τους. Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.1, 2 και 3 του Ν.1911/1990 "Εισαγωγή γυναικών στις Ανώτατες Στρατιωτικές Σχολές, ρύθμιση στρατολογικών θεμάτων και άλλες διατάξεις" επιτρέπεται η εισαγωγή και φοίτηση στις παραγωγικές σχολές αξιωματικών και υπαξιωματικών, καθώς και στις σχολές πολέμου και επιμορφώσεως των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας, υπηκόων ξένων κρατών. Οι χώρες από τις οποίες προέρχονται οι αλλοδαποί που θα φοιτήσουν στις σχολές των Ενόπλων Δυνάμεων και οι προυποθέσεις που απαιτούνται για την παροχή εκπαίδευσης αυτών, καθορίζονται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής άμυνας και Εξωτερικών. Οι αλλοδαποί, που φοιτούν στις προαναφερόμενες σχολές, έχουν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις, όπως και οι Έλληνες σπουδαστές των σχολών αυτών. Τέλος κατά το άρθρο 7 παρ.1 της κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του ως άνω Ν.1911/1990 εκδοθείσης υπ' αριθ. Φ. 381/191365/Σ 1899/10-1-1997 απόφασης Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών ("Στρατιωτική Μορφωτική Βοήθεια προς τη Κύπρο") οι Κύπριοι μαθητές των ελληνικών στρατιωτικών σχολών δίνουν τόσο κατά την ένταξή τους όσο και κατά την αποφοίτησή τους τον ίδιο με τους Έλληνες μαθητές όρκο. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι οι αλλοδαποί-υπήκοοι Κυπριακής Δημοκρατίας που φοιτούν στις στρατιωτικές σχολές έχουν τη στρατιωτική ιδιότητα από το χρόνο που δίδουν την ορκωμοσία, κατά το μέτρο εκείνο που συνδέεται με την εκπαίδευση. Η ανωτέρω δε στρατιωτική ιδιότητα την οποία έχουν, διαμορφώνει την υποχρέωση αυτών να υπαχθούν στο καθεστώς της σχολής στην οποία φοιτούν και στους στρατιωτικούς κανονισμούς και τους νόμους του στρατεύματος. Και είναι μεν αλήθεια ότι αυτοί δεν είναι υποχρεωμένοι να υπερασπισθούν την Ελληνική πατρίδα (άρθρο 4 παρ.6 του Συντάγματος), αλλά τούτο είναι απόρροια του γεγονότος ότι δεν είναι Έλληνες και η στρατιωτική ιδιότητά τους συνδέεται με την εκπαίδευση για την επιτυχία της οποίας πρέπει να συμμορφώνονται προς τις ανωτέρω υποχρεώσεις, οι οποίες από τη φύση τους αρμόζουν μόνο στους στρατιωτικούς. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας και το περιεχόμενο της αίτησης προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου του αρμόδιου στρατιωτικού Εισαγγελέα Αθηνών, την 26-2-2008 κατατέθηκε στην Εισαγγελία Στρατοδικείου Αθηνών η από 25-2-2008 έγκληση του Ευέλπιδος 1ης τάξεως της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων Ψ κατά του Ευέλπιδος IVης Τάξεως της ίδιας σχολής Χ για "βαριά, επικίνδυνη και απρόκλητη σωματική βλάβη", πράξη φερομένη ως τελεσθείσα την 26-11-2007 εντός του στρατοπέδου της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων κατά τη διάρκεια στρατιωτικής δραστηριότητας. Ο εγκαλούμενος Εύελπις της IVης Τάξεως της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων Χ, γεννήθηκε στην ......, είναι υπήκοος της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατετάγη δε στο πλαίσιο διμερούς συμφωνίας μεταξύ Ελλάδος και Κύπρου στην 1η τάξη της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων το έτος 2004 και η ορκωμοσία του ως πρωτοετούς μαθητή της σχολής έλαβε χώρα την 26-11-2004. Την έγκληση αυτή η Εισαγγελία του Στρατοδικείου Αθηνών διαβίβασε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών για το λόγο ότι ο εγκαλούμενος όντας αλλοδαπός δεν είναι στρατιωτικός του ελληνικού στρατού με συνέπεια να μη υπάγεται στην δικαιοδοσία των στρατιωτικών ποινικών δικαστηρίων. Η Εισαγγελία Αθηνών με το υπ' αριθ. ΑΒΜ:Δ 2008/2869/19-6-2008 έγγραφό της επέστρεψε στην Εισαγγελία Στρατοδικείου Αθηνών την προαναφερθείσα έγκληση με την αιτιολογία ότι ο εγκαλούμενος καίτοι υπήκοος της Κυπριακής Δημοκρατίας, υπάγεται στη δικαιοδοσία των στρατιωτικών δικαστηρίων. Με τα δεδομένα όμως αυτά δημιουργήθηκε αποφατική σύγκρουση δικαιοδοσίας μεταξύ κοινών ποινικών δικαστηρίων και στρατιωτικών και πρέπει να προσδιοριστούν τα αρμόδια για να επιληφθούν την υπόθεση που δημιουργήθηκε σε βάρος του Χ κατόπιν της από 25-2-2008 εγκλήσεως του Ψ, ως τέτοια δε κρίνονται τα στρατιωτικά ποινικά δικαστήρια, εφόσον σύμφωνα με εκείνα τα οποία προεκτέθηκαν ο εγκαλούμενος ήταν στρατιωτικός.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αίρει την αποφατική σύγκρουση αρμοδιότητος, που δημιουργήθηκε μεταξύ των στρατιωτικών και των κοινών ποινικών δικαστηρίων και προσδιορίζει ως αρμόδια δικαστήρια για να επιληφθούν της υπόθεσης που δημιουργήθηκε σε βάρος του Κυπριακής υπηκοότητας, Ευέλπιδος της IVης τάξεως Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων Χ κατόπιν της από 25-2-2008 εγκλήσεως του Ψ τα στρατιωτικά ποινικά δικαστήρια.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή