Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 813 / 2012    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ερημοδικία αναιρεσείοντος.




Περίληψη:
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος.




Αριθμός 813/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Γ. Π. του Ν., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε και 2) Ι. Κ. του Δ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοχάρη Δαλακούρα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3635/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορουμένους τους: 1)Α. Π. και 2) Π. Π. και πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ο. Μ. και 2) Σ. Τ., κάτοικοι ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Απριλίου 2011 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 576/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του παρόντος αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 29 Απριλίου 2011 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Π. και ως αβάσιμη η από 29 Απριλίου 2011 αίτηση αναιρέσεως του Ι. Κ..

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπ' αριθμ. 12 και 11/29-4-2011 αιτήσεις αναιρέσεως των Γ. Π. του Ν. και Ι. Κ. του Δ. αντιστοίχως, στρεφόμεναι κατά της αυτής υπ' αριθμ. 3635/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της μεταξύ των συνάφειας.
Α) Επί της υπ'αριθμ.12/29-4-2011 αιτήσεως αναιρέσεως του Γ. Π. του Ν..
Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ' ΚΠΔ "Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου". Κατά δε το άρθρο 514, εδ.α' ιδίου Κώδικος "Αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων η αίτησή του απορρίπτεται".
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα από 2 Ιουνίου 2011 και 20 Σεπτεμβρίου 2011 αποδεικτικά επιδόσεως των επιμελητών της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ... και Εισαγγελίας Αρείου Πάγου ... ο αναιρεσείων Γ. Π. εκλητεύθη με επίδοση της κλήσεως στον ίδιο και τον αντίκλητό του από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νομίμως και εμπροθέσμως για να εμφανισθεί στην συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως, πλην όμως αυτός δεν ενεφανίσθη κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.
Συνεπώς η κρινομένη αίτησή του πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων αυτός στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ).
Κατ' άρθρο 302 παρ.1 ΠΚ "όποιος επιφέρει από αμέλεια τον θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά το άρθρο 28 ΠΚ "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποίαν όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση της αξιοποίνου πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφ' ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτουμένη κατ'αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποίαν όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος υπο τις ίδιες περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, την λογική και την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα, με βάση τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητές του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Όταν το άνω έγκλημα είναι απότοκο της συντρεχούσης αμελείας περισσοτέρων του ενός προσώπων, έκαστος αυτών κρίνεται ως προς την ευθύνη του αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων, κατά τον λόγον της αμελείας του και εφ' όσον το αποτέλεσμα που επήλθε τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν. Περαιτέρω η παράλειψη ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδους αμέλεια, εφ' όσον το εν σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθη του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, κατά το οποίο "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, ή μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του, με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαιτέρας (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου ή από εκουσία ανάληψη της υποχρεώσεως παροχής προστασίας, όπως από σύμβαση ή και σιωπηρώς ή από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου που εδημιούργησε άμεσα τον κίνδυνο επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Κατά τα άρθρα ως κατωτέρω Π.Δ. 778 της 19/26-8-80 περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών, 1 "Επί εργασιών ανεγέρσεως, κατεδαφίσεως, επισκευής, διακοσμήσεως, χρωματισμού οικοδομών ως και των εις αυτάς εκτελουμένων πάσης φύσεως μεταλλικών, μηχανουργικών, μηχανολογικών και ηλεκτρονικών εργασιών, τηρούνται από των κατά Νόμον υπευθύνων του έργου και αι ειδικαί διατάξεις των επόμενων άρθρων" και 11 Προστατευτικόν προστέγασμα (σκάφη) "εις το ύψος οροφής ισογείου και τουλάχιστον εις ύψος τριών μέτρων και πεντήκοντα εκατοστών (3,50) του μέτρου από του πεζοδρομίου, τοποθετείται απαραιτήτως προστατευτικόν προστέγασμα. Το προστέγασμα τούτο αποτελείται από οριζόντιον ανθεκτικόν σανίδωμα πλάτους ίσου προς το των ικριωμάτων και ουχί μικροτέρου του ενός μέτρου και τριάκοντα εκατοστών (1,30) του μέτρου και εν συνεχεία τούτου από έτερον τμήμα κεκλιμένον (αντένα) κλίσεως πλάτους προς ύψος εν προς δύο (1:2) και ύψους ογδοήκοντα εκατοστών 0,80 του μέτρου ...". Περαιτέρω κατά τον Ν. 1396 της 15-9-83 υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα άρθρο 3 υποχρεώσεις εργολάβου και υπεργολάβου ολόκληρου του έργου "ο εργολάβος και υπεργολάβος ολόκληρου του έργου, ανεξάρτητα, εάν αυτό εκτελείται ολικά ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται: 1.Να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο (2. Να τηρούν σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του νόμου αυτού") και άρθρο 5 υποχρεώσεις εργολάβου και υπεργολάβου τμήματος του έργου "Ο εργολάβος και υπεργολάβος του έργου είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται: 1. Να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν στο τμήμα του έργου που ανέλαβαν, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους. (2. Να τηρούν σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του νόμου αυτού και αφορούν στο τμήμα του έργου που έχει αναλάβει ..."). Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη υπό των άρθρων 98 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ όπως το τελευταίο ετροποποιήθη με το άρθρο 2 παρ.5 Ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 περ.Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) κατ' είδος επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως και αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικά επί εγκλήματος εξ αμελείας, που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της αποφάσεως και από πού πηγάζει η ιδιαιτέρα νομική υποχρέωση του υπαιτίου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και, αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου, και ο κανόνας αυτός. Εν σχέσει με τα αποδεικτικά μέσα, πλην της ως άνω κατ'είδος αναφοράς των, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικοτέρας αναφοράς και μνείας τούτων ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν εξ ενός εκάστου αυτών, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του το σύνολό των και όχι μόνον ορισμένα εξ αυτών, κατ' επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005),το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ούτε σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπ'όψη τα άλλα, αφού δεν εξηρέθησαν. Επίσης δεν απαιτείται να ορίζεται τι προέκυψεν εξ ενός εκάστου χωριστά, ούτε απαιτείται να εκτίθεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως, η παράλειψη των οποίων δεν συνιστά λόγον αναιρέσεως. Περαιτέρω η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ με την συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων ή του εισαγγελέως, αποτελεί ιδιαίτερο είδος και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, διακρινόμενο των εγγράφων το οποίο μνημονεύεται και στην αναφερομένη διάταξη του άρθρου 178 ΚΠΔ, πρέπει δε για την δημιουργία βεβαιότητος ότι έλαβε και αυτήν υπ'όψη του το δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων. Για την πληρότητα όμως της αιτιολογίας δεν είναι απαραίτητη η ιδιαιτέρα αξιολόγηση της πραγματογνωμοσύνης, όταν το συμπέρασμά της δεν αντιτίθεται στο αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης αποφάσεως και το ουσιαστικό της περιεχόμενο εμπεριέχεται στις παραδοχές αυτής. Τέλος δεν συνιστά λόγον αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων ή μαρτυρικών καταθέσεων ως και η εσφαλμένη αξιολόγηση και ανάλυση αυτών, διότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 3635/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, τούτο εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται και δη "τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν στο ακροατήριό του, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των νομίμως προσκομιζομένων και επικαλουμένων εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την επισκόπηση των προσκομιζομένων φωτογραφιών και τις ενώπιον του Δικαστηρίου απολογίες των κατηγορουμένων" απεδείχθησαν τα εξής: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Ι. Κ., που ασκεί το επάγγελμα του εργολάβου οικοδομών με σύμβαση εργολαβίας που καταρτίστηκε με το .../15.5.2002 εργολαβικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίνας Ψαρρού-Χιωτέρη, μεταξύ του ιδίου και των οικοπεδούχων συνιδιοκτητών, ανέλαβε την ανέγερση οκταόροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, σε οικόπεδο της οδού ... αριθ. 8 στη ... . Με επιμέλεια της αρχιτέκτονα μηχανικού Π. Ξ., που ενεργούσε κατ' εντολή του πρώτου κατηγορουμένου, για την ανέγερση της οικοδομής εκδόθηκε η .../2003 άδεια της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης (Τμήμα Πολεοδομίας), σύμφωνα με την οποία, για την επίβλεψη του φέροντος οργανισμού ορίστηκε ως επιβλέπων μηχανικός ο τρίτος κατηγορούμενος Γ. Π. πολιτικός μηχανικός, ενώ ως γενική επιβλέπουσα, αρχικά ορίστηκε η άνω Π. Ξ., την οποία ακολούθως αντικατέστησε ο άνω τρίτος κατηγορούμενος (σχετ. η .../2003 αναθεώρηση στην τελευταία σελίδα της προσκομιζόμενης άδειας, που αναγνώστηκε). Ο ίδιος πρώτος κατηγορούμενος, ενεργώντας με την ιδιότητα του εργολάβου, ανέθεσε προφορικά στο δεύτερο κατηγορούμενο, Α. Π., υπεργολάβο, την κατασκευή των ξυλοτύπων του φέροντος οργανισμού της οικοδομής, ενώ συμφωνήθηκε να έχει και αυτός το δικαίωμα να προσλαμβάνει το απαραίτητο οργανοτεχνικό προσωπικό. Αρχές Ιουνίου του 2003, η οικοδομή βρισκόταν στο στάδιο ανέγερσης και κατασκευής του 7ου ορόφου και ο α'κατ/νος (ομού με τον δεύτερο) με την άνω ιδιότητά του, είχε προσλάβει (πέραν εκείνων που ήδη εργάζονταν), για να εργαστούν ως οικοδόμοι, τους τέταρτο κατηγορούμενο Π. Π. και κάποιο άλλο άτομο με το όνομα "Γ." αγνώστων λοιπών στοιχείων. Στους παραπάνω δύο, που εργάζονταν στο έργο και στις 10/6/2003, είχε ανατεθεί από το πρώτο (ομού μετά του δευτέρου) των κατηγορουμένων, η περισυλλογή οικοδομικών υλικών (ξύλων, σιδηροσωλήνων) από τον 6ο όροφο, οι εργασίες κατασκευής του οποίου είχαν αποπερατωθεί και η μεταφορά αυτών στον 7ο όροφο υπό κατασκευή όροφο. Συγκεκριμένα, ο τέταρτος κατηγορούμενος, ο οποίος εργαζόταν στον εξώστη του 6ου ορόφου, το πέρας της πλάκας του οποίου δεν ήταν εξασφαλισμένο με ανθεκτικό κιγκλίδωμα ή θωράκιο ή δίκτυα (άρθ.17 ΠΔ 778/1980) έπιανε και σήκωνε προς τον πάνω από αυτού ευρισκόμενο εξώστη του 7ου ορόφου, σιδηροσωλήνες, ενώ ο "Γ.Σ" αγνώστων λοιπών στοιχείων, που βρισκόταν στον εξώστη του 7ου ορόφου, έπιανε αυτούς και τους απέθετε στο δάπεδο του ορόφου αυτού. Περί ώρα 12.00 της ημέρας εκείνης (10/6/2003) κατά την εξέλιξη της εργασίας αυτής, από αδέξιο χειρισμό του τετάρτου κατηγορουμένου και από έλλειψη εκ μέρους του της αναγκαίας από τις περιστάσεις προσοχής, διέφυγε από τα χέρια του ένας σιδηροσωλήνας κυλινδρικής διατομής μήκους 1,80 μ. και αφού διέγραψε μία πορεία από το ύψος του 6ου ορόφου προς το έδαφος (αφού δεν είχε ληφθεί οποιοδήποτε μέτρο που να αποκλείει την πτώση του και να μπορεί να τον συγκρατήσει), με αποτέλεσμα να επιπέσει στο κεφάλι της διερχόμενης τη στιγμή εκείνη από το οδόστρωμα της οδού ..., έμπροσθεν της εν λόγω οικοδομής Β. Μ., ηλικίας 49 ετών. Η τελευταία υπέστη βαρεία θλάση και αιμορραγία εγκεφάλου, οίδημα αυτού και κατάγματα κρανίου (βλ.την από 13/6/2003 ιατροδικαστική εξέταση του Ν.Β.) από τις άνω δε αιτίες αυτή απεβίωσε στις 15/6/2003 (βλ. την από 17/6/2003 ιατροδικαστική εξέταση του Δ.Ψ.). Το ατύχημα αυτό οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια του πρώτου κατ/νου (και των παραπάνω κατηγορουμένων) ο οποίος, ενώ ήταν υποχρεωμένος από το επάγγελμά του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή δεν κατέβαλε την προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει και έτσι δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε. Συγκεκριμένα, ο τρόπος μεταφοράς των σιδηροσωλήνων που εφάρμοσε ο τέταρτος κατηγορούμενος οικοδόμος, ο οποίος παρέδιδε αυτούς στον "Γ." εξωτερικώς, δια μέσου των εξωστών, δεν ήταν ο ενδεδειγμένος από πλευράς όρων προστασίας των χρηστών της οδού ..., αφού οι διερχόμενοι ήταν συνεχώς εκτεθειμένοι σε κίνδυνο από πτώση κάποιου σιδηροσωλήνα, όπως και συνέβη, ενώ όφειλε να εφαρμόσει άλλους πλέον συνήθεις και ασφαλείς τρόπους, όπως, διαμέσου της υφιστάμενης κλίμακας της οικοδομής. Ο πρώτος, εργολάβος ανέγερσης της οικοδομής (ομού με το δεύτερο υπεργολάβο κατασκευής των ξυλοτύπων και του φέροντα οργανισμού της εν λόγω οικοδομής και τον τρίτο επιβλέποντα μηχανικό κατασκευής του φέροντα οργανισμού), με την ιδιότητά του αυτή, δεν μερίμνησε για την τοποθέτηση στο ύψος της οροφής του ισογείου και σε ύψος 3,50μ. από το πεζοδρόμιο, προστατευτικού προστεγάσματος, αποτελούμενου από οριζόντιο σταθερό σανίδωμα πλάτους ίσου προς το πλάτος των ικριωμάτων και όχι μικρότερου του 1,30μ. και στη συνέχεια αυτού, από άλλο τμήμα κεκλιμένο (αντένα) ύψους 0,80μ., όπως ήταν υποχρεωμένος από τη διάταξη του άρθρου 11 του Π.Δ. 778/1980, παρέλειψε να εξασφαλίσει το πέρας της πλάκας του 6ου ορόφου (όπου εργαζόταν ο τέταρτος κατηγορούμενος) με ανθεκτικό κιγκλίδωμα ή θωράκιο ή δίκτυα, όπως ήταν υποχρεωμένος από το άρθρο 17 Π.Δ. 778/1980. Για την έλλειψη των ως άνω μέτρων ασφαλείας, σαφώς και κατηγορηματικές είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Δ. Μ. (εργαζομένου στην οικοδομή), Γ. Τ. (κατοίκου όμορης οικοδομής) και Ε. Γ. (κατοίκου της περιοχής όπου έλαβε χώρα το ατύχημα), ενώ η έλλειψη αυτών αποδεικνύεται και από την από 23/6/2003 έκθεση διερεύνησης εξωεργατικού θανατηφόρου ατυχήματος του τεχνικού επιθεωρητού εργασίας Χ.Γ., που αναγνώστηκε, ο οποίος σημειώνει ότι ο παραπάνω δεν μερίμνησε για την εφαρμογή των άνω μέτρων, ώστε να είχε αποφευχθεί το ατύχημα. Λόγω των παραπάνω παραλείψεων, οι οικοδομικές εργασίες διακόπηκαν και συνεχίστηκαν και πάλι μετά τη λήψη των προαναφερομένων μέτρων ασφαλείας (σχετ. το 4318/23.6.2003 έγγραφο του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας Μακεδονίας-Θράκης προς το Α.Τ. Πλ.Δημοκρατίας). Έμμεσα άλλωστε την έλλειψη των πιο πάνω προστατευτικών μέτρων αναγνώρισε ο πρώτος (ομού μετά του τρίτου) των κατηγορουμένων, ο οποίος απολογούμενος ισχυρίσθηκε ότι αυτός (με τον τρίτο) ως προστατευτικά μέτρα είχε τοποθετήσει κατά μήκος του πεζοδρομίου και σε μέρος του οδοστρώματος σε όλη την πρόσοψη της από ανέγερση οικοδομής πύργους, δηλαδή σιδηροσωλήνες σε χιαστί (σκαλωσιές) για να συγκρατεί αντικείμενα που τυχόν θα έπεφταν και ότι την ημέρα εκείνη κάποιος είχε μετακινήσει τη σκαλωσιά για να παρκάρει το αυτοκίνητό του και έτσι δεν συγκρατήθηκε ο σιδηροσωλήνας που έπεσε. Ο ισχυρισμός όμως αυτός ελέγχεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού όπως κατέθεσε η μάρτυρας Π. Ξ., αρχιτέκτων-μηχανικός οι σκαλωσιές δεν αποτελούν μέτρα ασφαλείας. Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε, οι σκαλωσιές αυτές δεν καλύπτουν όλο το ύψος της οκταόροφης οικοδομής, αλλά μόνο 2,50 μ. αυτής, ενώ τέλος απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός του πρώτου παραπάνω κατηγορουμένου ότι αν μετακινείτο η σκαλωσιά, θα συγκρατείτο ο σιδηροσωλήνας, αφού και αληθής υποτιθέμενος, δεν αναιρεί την ευθύνη αυτού, ο οποίος όφειλε μαζί με τον δεύτερο να είχε τοποθετήσει μέτρα που δεν θα μπορούσαν να αρθούν με απλές ενέργειες τρίτων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, επιπλέον, ο πρώτος (ομού μετά του δευτέρου) των κατηγορουμένων (εργολάβος, υπεργολάβος), παρέλειψε να καθοδηγεί διαρκώς τους εργαζομένους για τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας και να διαφωτίζει τους νεοπροσληφθέντες απασχολούμενους από αυτούς, τέταρτο κατηγορούμενο και τον "Γ.", περί των κινδύνων των συνυφασμένων με την εργασία τους και τη μεταφορά υλικών κατά τρόπο ασφαλή, όπως ήταν υποχρεωμένος από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1, 5 παρ.1 Ν. 1396/1983, 85 παρ.1, 111 και 119 ΠΔ 1073/1981, με συνέπεια η εφαρμοσθείσα από τους ανωτέρω οικοδόμους, γνωστή στην πρακτική μέθοδος της "πάσσας", για τη μεταφορά των σιδηροσωλήνων, να αποδειχθεί θανατηφόρος. Συνακόλουθα, ο α' κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια συγκλίνουσα με αμέλεια των λοιπών κατηγορουμένων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο α' κατ/νος (και οι λοιποί κατηγορούμενοι) μέχρι το χρόνο τέλεσης του εγκλήματος έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει κοινωνική ζωή και πρέπει να αναγνωρισθεί σ'αυτούς η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α' Π.Κ., επιπλέον δε στον πρώτο κατηγορούμενο και αυτή του άρθρου 84 παρ.2δ' του Π.Κ., αφού αποδείχθηκε ότι αυτός σε εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων που εκδόθηκαν, μετά από αίτηση των κληρονόμων της θανούσας, κατέβαλε τα επιδικασθέντα σ' εκείνους ποσά, προσπαθώντας να άρει τις συνέπειες της πράξης του. Ο ισχυρισμός όμως του ίδιου για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2ε' Π.Κ. ήτοι της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού αυτός δεν θεμελιώνεται στην επικαλούμενη από αυτόν απουσία παραβατικότητας, διότι καλή συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητική καλή διαγωγή (ΑΠ 260/1991 ΠΧρ. ΜΣΤ 1646) ή μόνο ως απουσία παραβατικότητας, αλλά περιλαμβάνει και περιστατικά θετικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού (ΑΠ 19/2009, 131/2008 ΠοινΛογ 2008.112) που δεν αποδείχθηκαν". Μετά ταύτα το άνω Δικαστήριο, αφού απέρριψε τον τελευταίον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Ι. Κ. περί αναγνώρισης σε αυτόν του ελαφρυντικού της καλής διαγωγής μετά την πράξη (άρθρο 84 παρ.2ε' Π.Κ.), εκήρυξε αυτόν ένοχο, με ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2α και 2δ' του Π.Κ., του ότι: Στη ..., στις 10-6-2003 μετά των λοιπών κατηγορουμένων (Α. Π. του Θ., Γ. Π. του Ν. και Π. Π. του Α.), από αμέλειά του, επέφερε το θάνατο της Β. Μ. του Α., κατοίκου στη ζωή ..., κατά τον εξής τρόπο: Ενώ ήταν εργολάβος ανέγερσης οκταόροφης οικοδομής με πυλωτή, υπόγειο και απόληξη κλιμακοστασίου, στην οδό ... αριθμ.8 στην περιοχή ..., και υποχρεωμένος λόγω του επαγγέλματός του αυτού να καταβάλλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, δεν κατέβαλε την προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει και έτσι δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε. Συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο και με την παραπάνω ιδιότητά του, κατά την εκτέλεση των εργασιών κατασκευής του ξυλοτύπου του έβδομου ορόφου της οικοδομής, δεν έλαβε και δεν τήρησε όλα τα απαιτούμενα και προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας για την αποφυγή ατυχήματος στους εργαζόμενους και κάθε τρίτο, όπως ήταν υποχρεωμένος και ειδικότερα κατά την εκτέλεση των εργασιών κατασκευής του ξυλοτύπου του 7ου ορόφου, ο εν λόγω κατ/νος, μετά των δευτέρου και τρίτου των κατηγορουμένων, με την παραπάνω ιδιότητά του, δεν προέβη στην τοποθέτηση, στο ύψος της οροφής του ισογείου και σε ύψος 3,50 μέτρων από το πεζοδρόμιο, προστατευτικού προστεγάσματος, αποτελούμενου από οριζόντιο σταθερό σανίδωμα πλάτους ίσου προς το πλάτος των ικριωμάτων και όχι μικρότερου του 1,30 μέτρου και στη συνέχεια αυτού από άλλο τμήμα κεκλιμένο (αντένα) ύψους 0,80μ., όπως ήταν υποχρεωμένος από τη διάταξη του άρθρου 11 του ΠΔ 778/1980, δεν εξασφάλισε το πέρας της πλάκας του έκτου ορόφου με ανθεκτικό κιγκλίδωμα ή θωράκιο ή δίκτυα, όπως ήταν υποχρεωμένος από τη διάταξη του άρθρου 17 του ΠΔ 778/1980, και μετά του δευτέρου των κατηγορουμένων (υπεργολάβου κατασκευή των ξυλοτύπων και του φέροντα οργανισμού) δεν καθοδηγούσε διαρκώς τους εργαζόμενους για τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας, ούτε διαφώτισε τους νεοπροσληφθέντες απασχολούμενους από αυτούς (Π. Π. του Α. και Γ., αγνώστων λοιπών στοιχείων ταυτότητας) σχετικά με τους κινδύνους τους συνυφασμένους με την εργασία που τους είχε αναθέσει και ανέθεσε σ' αυτούς τη μεταφορά υλικών όχι κατά τρόπο που να μην εκτίθενται σε κίνδυνο πρόσωπα λόγω κατάπτωσης αυτών, όπως ήταν υποχρεωμένος από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1, 5 παρ.1 Ν.1396/83, 85 παρ.1, 111 και 112 του Π. Δ. 1073/1981, αλλά αντίθετα ανέθεσε σ' αυτούς τη μεταφορά σιδηρών σωλήνων από το δάπεδο του 6ου ορόφου στον 7° όροφο κατά τρόπο όχι ασφαλή και από το κλιμακοστάσιο της οικοδομής, αλλά κατά τρόπο που εγκυμονούσε κινδύνους τόσο για τους εργαζόμενους αυτούς όσο και για κάθε τρίτο που διερχόταν τη στιγμή εκείνη στην οδό ..., μπροστά από την υπό ανέγερση οικοδομή και συγκεκριμένα επέτρεψε σ' αυτούς να εκτελούν την εν λόγω εργασία κατά τον εξής τρόπο: ο Π. Π. του Α. που βρισκόταν στον εξώστη του 6ου ορόφου (το πέρας της πλάκας του οποίου δεν ήταν εξασφαλισμένο, όπως προαναφέρθηκε, με ανθεκτικό κιγκλίδωμα ή θωράκιο ή δίκτυα) έπιανε και σήκωνε προς τα πάνω τους σιδηροσωλήνες και ο Γ. α.λ.σ. ταυτότητας που βρισκόταν στον εξώστη του 7ου ορόφου, πάνω από αυτόν, έπιανε αυτούς και τους απέθετε στο δάπεδο του 7ου ορόφου. Από τις παραπάνω παραλείψεις του κατά την εκτέλεση της εργασίας αυτής από τους παραπάνω εργαζόμενους και εξαιτίας της μη επίδειξης και από αυτούς της προσήκουσας προσοχής, ένας σιδηροσωλήνας κυλινδρικής διατομής μήκους 1,80 μέτρων έφυγε από τα χέρια τους, χτύπησε με δύναμη στην άκρη του εξώστη του πέμπτου ορόφου, εκτινάχτηκε και διαγράφοντας στη συνέχεια ημικυκλική τροχιά έπεσε προς το έδαφος (αφού δεν είχε ληφθεί οποιοδήποτε μέτρο που να αποκλείει την πτώση του ή να μπορεί να τον συγκρατήσει), με αποτέλεσμα να επιπέσει στο κεφάλι της διερχόμενης τη στιγμή εκείνη στην οδό ..., μπροστά από την εν λόγω οικοδομή, Β. Μ. του Α., στην οποία προκάλεσε βαρεία θλάση και αιμορραγία εγκεφάλου, οίδημα αυτού και κατάγματα, συνεπεία των οποίων και μόνο επήλθε ο θάνατος, της στις 13-6-2003. Με τις παραδοχές αυτές η άνω απόφαση διέλαβε στο σκεπτικό της, συνδυαζόμενο με το διατακτικό της την επιβαλλομένη κατά τ' ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της άνω αξιοποίνου πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για την οποίαν κατεδικάσθη, εκτός των άλλων αναφερομένων ως άνω κατηγορουμένων, και ο πρώτος τότε κατηγορούμενος, νυν αναιρεσείων Ι. Κ., τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26, 302 παρ.1 84 παρ.2α' και δ' ΠΚ ως και των άνω ΠΔ 778/1980, Ν. 1396/1983, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε. Ειδικότερα αναφέρει όλα κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβεν υπ' όψη του το δικαστήριο για να σχηματίσει την καταδικαστική του κρίση, τις δε αναγνωσθείσες από 13/6/2003 και 17/6/2003 ιατροδικαστικές εκθέσεις των Ν.Β. και Δ.Ψ., οι οποίες και συνετάγησαν κατόπιν της υπ' αριθμ. 1019/22/27-Δ/15-6-2003 εγγράφου παραγγελίας του διενεργήσαντος την προανάκριση Αστ. Τμήματος Πλ. Δημοκρατίας Θεσσαλονίκης, δεν τις αναφέρει μεν στην εν αρχή του σκεπτικού έκθεση των αποδεικτικών μέσων, αλλά τις μνημονεύει ρητά κατά την εις αυτό έκθεση των περιστατικών της ανθρωποκτονίας από αμέλεια για την οποία και καταλήγει η απόφαση στο ίδιο αποδεικτικό πόρισμα με τις εκθέσεις αυτές και συνεπώς, εις πάσα περίπτωση, συνάγεται εμμέσως πλην σαφώς ότι τις έλαβεν υπ' όψη του. Εντεύθεν και ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως, υποστηρίζων τα αντίθετα, και δη ότι η απόφαση στερείται ειδικής αιτιολογίας εκ της μη ειδικής αναφοράς ως αποδεικτικού μέσου των άνω πραγματογνωμοσυνών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω η προσβαλλομένη απόφαση αναφέρει την ιδιότητα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ως εργολάβου του έργου και τους επιτακτικούς κανόνας από τους οποίους πηγάζει η ιδιαιτέρα νομική του υποχρέωση να προβεί εις τις αναφερόμενες λεπτομερώς ενέργειες, τις οποίες παρέλειψε και συνεπεία των παραλείψεων αυτών, με μη συνειδητή αμέλεια, επήλθεν ο θάνατος της πεζής (με την αναφερομένη συγκλίνουσα αμέλεια και των υπολοίπων κατηγορουμένων κατά το μέτρον της ευθύνης εκάστου), εκτιθεμένης, εντεύθεν, με πληρότητα και σαφήνεια, της αιτώδους συναφείας μεταξύ των παραλείψεων του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αποτελέσματος ως άνω.
Συνεπώς ο σχετικός έτερος λόγος της κρινομένης αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εις την απόφαση, εκ της τελευταίας πλημμελείας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Καθ' ο μέρος δε υπό την επίκληση του λόγου αυτού, επιχειρείται από τον αναιρεσείοντα η ανάλυση των αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών (που προέβαλε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο), και η διάφορος εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και δη των μαρτυρικών καταθέσεων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι πλήττεται ανεπιτρέπτως η ουσία της υποθέσεως. Μετά ταύτα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως του Ι. Κ. πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις υπ' αριθμ. 11 και 12/29-4-2011 αιτήσεις των Ι. Κ. του Δ. και Γ. Π. του Ν. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3635/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντας στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων πενήντα (250) έκαστον.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2012
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ

<< Επιστροφή