Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 486 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Διαθήκη, Έγγραφα, Έλλειψη αιτιολογίας, Έλλειψη νόμιμης βάσης.




Περίληψη:
Δημόσια Διαθήκη. Απαγορεύεται κατά 1730 παρ. 3 ΑΚ κατά τη σύνταξή της η παρουσία οποιουδήποτε άλλου εκτός των κατά το 1724 ΑΚ προσώπων. Συντάσσεται πράξη που πρέπει να διαβαστεί (1733 παρ. 1). Διαθήκη για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 είναι άκυρη. Αποδεικτική δύναμη διαθήκης. Πότε προσβάλλεται ως πλαστή. 559 αρ. 19. Ποια ζητήματα απαιτούν αιτιολόγηση. Η κρίση περί του ότι ένα έγγραφο λήφθηκε υπόψη για να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό στοιχείο επίτηδες είναι ανέλεγκτη. 559 αρ. 11 περ. α’ και γ’. Δεν απαιτείται χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, ενώ η ειδική μνεία ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο αποδεικτικό μέσο δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα λοιπά. Στα πλαίσια της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων το δικαστήριο μπορεί να αποδώσει μεγαλύτερη αξία σε κάποιο αποδεικτικό μέσο. ’ποψη για διαφορετική εκτίμηση αντίκειται στο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.




Αριθμός 486/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Α. Κ. του ’. και 2)Μ. Κ. του Κ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κούρκουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Β. συζ. Ι. Θ., το γένος Ε. Α., 2)Κ. Θ. του Ι., κατοίκων ... 3)Κ. Κ. του Κ., 4)Α. Θ. του Κ. και 5)Φ. Θ. του Κ., κατοίκων .... Οι 1η, 2ος, 4ος και 5ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θωμά Μήνο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Βαρβαρίγο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/2/2008 αγωγή και την από 13/7/2008 ανακοίνωση δίκης - αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6675/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 6244/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13/3/2011 αίτηση και τους από 5/4/2012 προσθέτους λόγους τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 16/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της 3ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 1724 ΑΚ, η δημόσια διαθήκη συντάσσεται με δήλωση από τον διαθέτη της τελευταίας του βουλήσεως ενώπιον του συμβολαιογράφου, παρουσία τριών μαρτύρων ή δευτέρου συμβολαιογράφου, παρουσία τριών μαρτύρων ή δευτέρου συμβολαιογράφου και ενός μάρτυρα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1725 έως 1737 ΑΚ, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1730 παρ.3 ΑΚ, απαγορεύεται, κατά τη σύνταξη της διαθήκης, η παρουσία οποιουδήποτε άλλου, εκτός από τον διαθέτη και τα συμπράττοντα πρόσωπα, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1732 παρ.2 εδ.α ΑΚ, για τη διαθήκη συντάσσεται πράξη, που πρέπει να περιέχει τη μνεία ότι τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1729 μέχρι 1731, η οποία κατ'άρθρο 1733 παρ.1 ΑΚ πρέπει να διαβαστεί στο διαθέτη, ενώ ακούαν τα πρόσωπα που συμπράττουν και να βεβαιωθεί σ'αυτήν ότι αυτό έγινε. Κατά την ορθή έννοια της ανωτέρω διατάξεως (ΑΚ 1730 παρ.3), η οποία συνάγεται από το σκοπό της νομοθετικής θεσπίσεώς της, απαγορεύεται, η, κατά το χρόνο συντάξεως της δημόσιας διαθήκης, παρουσία, εκτός των κατά τα άρθρα 1725 - 1729 ΑΚ συμπραττόντων προσώπων και άλλου προσώπου, όταν η παρουσία αυτού, ενόψει των περιστάσεων, που συντρέχουν κάθε φορά, μπορεί να ασκήσει αποφασιστικό επηρεασμό στην ψυχική κατάσταση και τα συναισθήματα του διαθέτη, κατά τρόπο, ώστε η δήλωση της τελευταίας βουλήσεώς του να μην εκφράζει την ελεύθερη και αβίαστη θέληση αυτού περί της τύχης της κληρονομίας του. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ, διαθήκη για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 ΑΚ είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, έγγραφα, που έχουν συνταχθεί κατά τους νομίμους τύπους, από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο, που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ'ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού. Τέτοια γεγονότα, που βεβαιώνονται από συμβολαιογράφο στο δημόσιο έγγραφο της διαθήκης, είτε ως γενόμενα από αυτόν, είτε ως γενόμενα ενώπιόν του, κατά των οποίων χωρεί ανταπόδειξη μόνο με την προσβολή της διαθήκης ως πλαστής είναι όσα αναφέρονται στην τήρηση των διατυπώσεων, που ορίζονται στα άρθρα 1725 έως 1737 ΑΚ και ειδικότερα, εκτός των άλλων και όσον αφορά στη μνεία ότι δεν παρίσταντο κατά τη σύνταξή της, αλλά πρόσωπα εκτός από το διαθέτη και τα πρόσωπα που συμπράττουν. Εξάλλου κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) το Εφετείο μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ'αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατ'ανέλεγκτη κρίση ως προς την αποτελούσα αντικείμενο της αναιρέσεως ένδικη αναγνωριστική ακυρότητας δημοσίων διαθηκών αγωγή των αναιρεσειόντων τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Στις 29.11.2001 απεβίωσε στη Γλυφάδα Αττικής σε ηλικία 90 ετών (έτος γεν.1911) ο Ν. Κ. του Α. και της Μ., συνταξιούχος δικηγόρος, ο οποίος πριν από τον επισυμβάντα θάνατό του διέμενε στη …. Ο αποβιώσας είχε συνάψει νόμιμο γάμο με τη Λ. Κ. το γένος Ι. Μ., η οποία απεβίωσε στο Χολαργό Αττικής στις 6.5.2004 σε ηλικία 78 ετών (έτος γεν. 1926) και από το γάμο τους δεν απέκτησαν τέκνα. Κατά το χρόνο του θανάτου του ο θανών κατέλιπε μοναδικό πλησιέστερο συγγενή και αναγκαία κληρονόμο του την σύζυγο του Λ. Κ.. Ο αποβιώσας άφησε τρεις διαθήκες που συντάχθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Ελένης Ταταράκη στην οικία του στη … επί της οδού … αρ. …, με τις οποίες διακανόνιζε ως εξής την περιουσία του μετά το θάνατο του α) την από 26.1.1999 με αριθμό .../26.1.1999 διαθήκη, που συντάχθηκε παρουσία των μαρτύρων Θ. Σ., Ζ. Κ. και Σ. Μ. και δημοσιεύτηκε νόμιμα με τα αριθμ. 3165/28.6.2002 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καταχωρήθηκε δε στα βιβλία διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών στον τόμο … και με αριθ. …, με την οποία εγκαθιστούσε κληρονόμο του τη σύζυγο του Λ. Κ. σε όλη την υπάρχουσα κατά το χρόνο του θανάτου του κινητή και ακίνητη περιουσία του. Στη διαθήκη αυτή μεταξύ άλλων αναφέρει και τα εξής: "Γενική κληρονόμο μου εφ' απάσης της κινητής και ακίνητης περιουσίας μου, η οποία θα υπάρχει κατά το χρόνο του θανάτου μου, εγκαθιστώ τη σύζυγο μου Λ. το γένος Ι. Μ. με την οποία συμβιώ εν αγάπη και σύμπνοια επί μισό περίπου αιώνα... Επιθυμία μου και σκοπός εν τη διαθήκη μου είναι να διασφαλίσω στη σύζυγο μου άνετη διαβίωση ανταποκρινόμενη εις την κοινωνική της θέση και τας επηυξημένας ανάγκας της ζωής της λόγω της κλονισμένης κάπως υγείας της και της ηλικίας της. Ούτω η σύζυγος μου θα έχει επί των κληρονομικών μου στοιχείων απόλυτον δικαίωμα αναλώσεως και ελευθέρας κατά την κρίσιν της διαθέσεως των, δια νομίμου πράξεως της δωρεάς, πωλήσεως και διαθήκης της, τυχόν περιουσιακά μου στοιχεία, τα οποία δεν ανάλωσε στη ζωή της και δεν διέθεσε ταύτα δια δωρεάς, πωλήσεως ή διαθήκης της, αυτά θα περιέρχονται ως οικογενειακόν μου καταπίστευμα κατ' ισομοιρίαν εις τα πρωτοανήψια μου Μ. σύζυγο Ν. Λ. το γένος Κ. Κ. και Α. Κ. του Α., ......". Από το προεκτεθέν περιεχόμενο της άνω διαθήκης με σαφήνεια αποδεικνύεται ότι με αυτήν ο διαθέτης συνέστησε εγκύρως καταπίστευμα με βεβαρημένη την κληρονόμο σύζυγο του Λ. Κ., επέτρεψε όμως σε αυτήν την ελεύθερη διάθεση των κληρονομιαίων με δωρεά, πώληση ακόμη και με διάταξη τελευταίας βουλήσεως. Σύστησε δηλαδή ο ανωτέρω διαθέτης το λεγόμενο στη μείζονα νομική σκέψη καταπίστευμα του περιλημπανομένου (ΑΚ 1939) με καταπιστευματοδόχους τα ανίψια του, ενάγοντες, Α. Κ. και Μ. Κ., τέκνα των προαποβιωσάντων αδελφών του Α. και Κ., αντίστοιχα, με την έννοια ότι οι τελευταίοι θα κληρονομήσουν τα κληρονομιαία, που θα διασώζονταν δηλαδή δεν θα διετίθεντο από τη βεβαρημένη με καταπίστευμα κληρονόμο, σύζυγο του διαθέτη και με την ειδική σημειωτέον αναφορά στη διαθήκη αυτή για τη σύσταση κληροδοτημάτων υπέρ του Φιλανθρωπικού Ιδρύματος της "UNICEF", του ιδρύματος "Το Χαμόγελο του Παιδιού", της Μ. Λ., Α. Κ. αλλά και υπέρ τρίτων προσώπων κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στη διαθήκη, β) την από 4.12.2000 με αριθμό .../4.12.2000 διαθήκη, που συντάχθηκε παρουσία των μαρτύρων Μ. χήρας Ν. Π., Β. Ρ. και Ι. Κ. και δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα αριθμ. 3166/28.6.2002 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καταχωρήθηκε δε στα βιβλία διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών στον τόμο …και με αριθμό … με την οποία εγκαθιστούσε επίσης γενική κληρονόμο του τη σύζυγο του Λ. Κ. σε όλη την υπάρχουσα κατά το χρόνο του θανάτου του κινητή και ακίνητη περιουσία του. Στη διαθήκη αυτή όριζε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα που ενδιαφέρουν την κρινόμενη υπόθεση "Συμπληρώνω και τροποποιώ την προηγούμενη διαθήκη που έχει συνταχθεί με αριθμό .../26.1.1999 πράξη σας και δηλώνω τα εξής: Η περιουσία μου είναι η ακόλουθη: 1) ακίνητο επί της οδού ... 2) μία μικρή αποθήκη 12 τ.μ. στον ακάλυπτο χώρο της πολυκατοικίας στην οδό …... 3) το 1/2 εξ αδιαιρέτου οικοπέδου 1017 τ.μ. στην Αίγινα τοποθεσία ...... 4) οικόπεδο 600 τ.μ. στο χωριό ..., στη θέση ... Επί της περιουσίας μου αυτής εγκαθιστώ γενικό κληρονόμο τη σύζυγό μου Λ. Το ακίνητο της οδού ... επιβαρύνω με τα εξής κληροδοτήματα 1) υπέρ του Φιλανθρωπικού Ιδρύματος "UNICEF" 4.000.000 δρχ. 2) υπέρ του Ιδρύματος "Το χαμόγελο του παιδιού" 4.000.000 δρχ. 3) υπέρ του δευτερανηψιού Κ. Λ. του Ν. 4.000.000 δρχ. 4) υπέρ του δευτερανηψιού Σ. Κ. του Α. 4.000.000 δρχ. και 5) υπέρ του προσώπου εκείνου που θα παράσχει πραγματική βοήθεια και ηθική συμπαράσταση στη σύζυγο μου Λ., το οποίο θα καθορίσει εκείνη και θα το γνωρίσει στους εκτελεστός της διαθήκης. Τα κληροδοτήματα θα εκτελεστούν όχι από τη σύζυγο μου, αλλά από το διάδοχο κληρονόμο της στο ακίνητο της οδού ... αριθμ. … Εις βάρος της κληρονομιαίας περιουσίας μου κληροδοτώ υπέρ της οικιακής μας βοηθού Ν., που σήμερα μας περιποιείται 400.000 δρχ., εφόσον επιθυμεί η σύζυγος μου να την κρατήσει και να την περιποιείται, καταβλητέες στο τέλος του έτους 2001. Επίσης στην αυτή οικιακή βοηθό, εφόσον η σύζυγος μου το επιθυμεί να την περιποιείται μέχρι το τέλος της ζωής της κληροδοτώ το ποσό των 4.000.000 δρχ. Διευκρινίζω ότι εάν η σύζυγος μου πωλήσει το ακίνητο της οδού ... από ένδεια τα παραπάνω κληροδοτήματα περιορίζονται στο ήμισυ. Εάν το δωρίσει τα κληροδοτήματα βαρύνουν το δωρεοδόχο... Εν περιπτώσει αντιθέσεως των διατάξεων της παρούσης με αντιστοίχους διατάξεις της προηγούμενης διαθήκης θα ισχύουν οι παρούσες διατάξεις". Στη διαθήκη αυτή η συμβολαιογράφος που τη συνέταξε βεβαιώνει "ότι τα συμπράττοντα πρόσωπα στη διαθήκη αυτή ήταν παρόντα σε όλη τη διάρκεια της σύνταξης της, ότι εκτός από αυτά και εμένα τη συμβολαιογράφο και το διαθέτη κανένα άλλο πρόσωπο δεν ήταν παρόν κατά τη σύνταξη της και ότι ετηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1729, 1730 και 1731 του Αστικού Κώδικα όπως ισχύει... και ότι διαβάστηκε από εμένα τη συμβολαιογράφο καθαρά και μεγαλόφωνα στο διαθέτη και τους παραπάνω μάρτυρες, οι οποίοι άκουαν όλοι τους προσεκτικά και βεβαιώθηκε νόμιμα από όλους μας, υπογράφτηκε από τους μάρτυρες και εμένα τη Συμβολαιογράφο στο τέλος κάθε προηγούμενου φύλλου και στο παρόν ως έπεται καθώς και σε δύο (2) παραπομπές στα περιθώρια, εκτός από το διαθέτη, ο οποίος εδήλωσε ότι δεν δύναται να υπογράψει λόγω παθήσεως των οφθαλμών του, η δε δήλωση του αυτή περί αδυναμίας του προς υπογραφή εβεβαιώθη παρά πάντων και εμού" γ) την από 13.6.2001 με αριθμό .../13.6.2001 διαθήκη, που συντάχθηκε παρουσία των μαρτύρων Μ. συζ. Ν. Π., Μ.-Ε. Α. και Κ. Κ. και δημοσιεύτηκε με τα αριθμ. 3167/28.6.2002 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καταχωρήθηκε δε στα βιβλία διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών στον τόμο …και με αριθμό …, με την οποία εγκαθιστά γενική κληρονόμο του τη σύζυγο του Λ. Κ. σε όλη την υπάρχουσα κατά το χρόνο του θανάτου του κινητή και ακίνητη περιουσία του, ανακαλεί δε ρητά τις αμέσως πιο πάνω προγενέστερες από 26.1.1999 και 4.12.2000 διαθήκες του. Στη διαθήκη αυτή ο διαθέτης όριζε μεταξύ άλλων και τα εξής που ενδιαφέρουν την κρινόμενη υπόθεση "Γενική κληρονόμο μου εγκαθιστώ τη σύζυγο μου Λ. το γένος Ι. Μ., την οποία επιβαρύνω με τα εξής κληροδοτήματα, τα οποία δεν υποχρεούται να εκτελέσει η ίδια αλλά οι κληρονόμοι της και είναι τα παρακάτω: 1) 2.000.000 δρχ. υπέρ της Δ. συζ. Ε. Δ. για ό,τι έχει κάνει ή θα κάνει για μας 2) 3.000.000 δρχ. υπέρ της πρώτης ανηψιάς Μ. συζύγου Ν. Ε. 3) 3.000.000 δρχ. υπέρ του πρώτου ανηψιού μου Α. Κ. 4) 1.000.000 δρχ. υπέρ του εγγονού του Ν. Κ. 5) 17.000 μηνιαίως στην εκάστοτε οικιακή βοηθό της συζύγου μου και εν ελλείψει αυτής στη Δ. Δ. για να περιποιείται τα ζώα του σπιτιού... 6) 1.000,000 δρχ. υπέρ της Μ. συζ. Δ. Γ. Τυχόν δε ακυρότητα επιμέρους όρου δε συνεπιφέρει ακυρότητα όλης της διαθήκης και ειδικότερα της διάταξης περί εγκατάστασης της συζύγου μου ως γενικής κληρονόμου μου. Αυτή είναι η τελευταία μου βούληση και επιθυμώ να εκτελεστεί όπως αναφέρεται. Ανακαλώ δε οποιαδήποτε προηγούμενη διαθήκη μου." Στη διαθήκη αυτή η συμβολαιογράφος βεβαιώνει "ότι τα συμπράττοντα πρόσωπα ήταν παρόντα σε όλη τη διάρκεια της σύνταξης της, ότι εκτός από αυτά, εμένα τη συμβολαιογράφο και το διαθέτη κανένα άλλο πρόσωπο δεν ήταν παρόν κατά τη σύνταξη της διαθήκης και ότι ετηρήθησαν οι διατάξεις των άρθρων 1729, 1730 και 1731 ΑΚ... και ότι διαβάστηκε από εμένα τη συμβολαιογράφο καθαρά και μεγαλόφωνα στο διαθέτη και στα συμπράττοντα πρόσωπα, που άκουγαν όλοι τους προσεκτικά και νόμιμα βεβαιώθηκε από όλους μας υπογράφτηκε απ' αυτούς και εμένα στο τέλος εκάστου φύλλου, στο παρόν και σε δύο παραπομπές, εκτός του διαθέτη που εδήλωσε ότι αδυνατεί να υπογράψει λόγω παθήσεως των οφθαλμών του. Η περίπτωση δε αυτή βεβαιώθηκε παρά πάντων και εμού". Αποδεικνύεται επομένως ότι με τη χρονικά τελευταία συνταχθείσα από 13.6.2001 δημόσια διαθήκη ο διαθέτης με ρητή δήλωση του ανακάλεσε τις χρονικά προγενέστερες από 4.12.2000 και 26.1.1999 δημόσιες διαθήκες του. Έτσι, καταργήθηκε το συσταθέν με την πρώτη εξ αυτών (από 26.1.1999) υπέρ των εναγόντων ανηψιών του κληρονομικό καταπίστευμα με βεβαρημένη την τετιμημένη σύζυγο του Λ. Κ., άλλαξαν δε και τα πρόσωπα των δικαιούχων κληροδοσιών (κληροδόχων) και πιο συγκεκριμένα έπαυσαν να είναι κληροδόχοι η Unicef και το Χαμόγελο του Παιδιού και η οικιακή βοηθός του διαθέτη Ν. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι στις 6.5.2004 απεβίωσε η ως άνω σύζυγος του διαθέτη Λ. Κ., η οποία κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την εξαδέλφη της Β. συζ. Ι. Θ., πρώτη εναγομένη. Η τελευταία με τις αριθ. .../17.2.2005 και .../17.2.2005 δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αικατερίνης Πασχαλίδου-Φωτοπούλου, που νόμιμα μεταγράφηκαν (τόμος … αύξ. αρ. …, …) δια του ενεργούντος κατ' εντολή και για λογαριασμό της πληρεξουσίου της Κ. Θάνου του Ιωάννη, υιού της, δευτέρου εναγομένου, δυνάμει του .../20.12.2004 πληρεξουσίου της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, αποδέχθηκε την επαχθείσα στην ανωτέρω σύζυγο του διαθέτη κληρονομιά του συζύγου της με την τελευταία υπ' αριθ. .../13.6.2001 δημόσια διαθήκη του, ως μοναδική κληρονόμος αυτού, αλλά και για τον εαυτό της ατομικά την επαχθείσα στην ίδια (πρώτη εναγομένη) κληρονομιά της θανούσας Λ. χήρας Ν. Κ. το γένος Ι. Μ.. Αποδείχθηκε επίσης ότι η ακίνητη κληρονομιαία περιουσία του διαθέτη Ν. Κ. του Α. περιλάμβανε 1) μία ισόγεια οικία, επιφανείας 118 τ.μ. με βοηθητικό χώρο 40 τ.μ., κτισμένη σε οικόπεδο που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως Γλυφάδας Αττικής στην περιοχή "ΑΞΙΩΝΗ", οδός …, αρ. … 2) το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου που βρίσκεται στην κοινότητας … της νήσου Αίγινας στη θέση ... ή Αιγινίτισσα που εμφανίζεται με τον αριθμό … του … ΟΤ στο από 5.11.1973 ρυμοτομικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Ο., που προσαρτάται στο .../1975 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Λ. Χριστοδούλου, 1040 τ.μ. 3) το !4 εξ αδιαιρέτου α) του διαμερίσματος του τετάρτου υπέρ το ισόγειο ορόφου της κειμένης εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Συνοικισμού Πανιώνιας Γλυφάδας, της περιφέρειας του Δήμου Γλυφάδας Αττικής, στο … ΟΤ, επί των οδών Μ. και Τ. αρ. 21, επιφάνειας 114,10 τ.μ. με την αριθ. 4 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου της πυλωτής της ίδιας πολυκατοικίας και β) του αρ. 4 χώρου (αποθήκη) της πυλωτής της ίδιας πολυκατοικίας 12 τ.μ. και 4) τα 75% εξ αδιαιρέτου των 12/οοο εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου επί του οποίου έχει ανεγερθεί η ως άνω πολυκατοικία, τα οποία αντιστοιχούν α) στον αριθ. 1 χώρο αποθήκης του ισογείου (πυλωτής) της εν λόγω πολυκατοικίας, 12 τ.μ., β) στον αρ. 2 χώρο αποθήκης 12 τ.μ. της πυλωτής της ίδιας πολυκατοικίας και γ) στον αρ. 3 χώρο αποθήκης 12 τ.μ. της πυλωτής της ίδιας επίσης πολυκατοικίας. Σημειωτέον ότι η πρώτη εναγομένη μετά την πιο πάνω αποδοχή κληρονομιάς από τα ως ακίνητα κληρονομιαία περιουσιακά στοιχεία μεταβίβασε στην Κ. Κ., τρίτη εναγομένη, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος .../3.8.2005 (τόμος … αρ. …) πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστείδη Δραγίου α) το 1/2 εξ αδιαιρέτου της προαναφερόμενης οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) του τετάρτου ορόφου με την αριθ. 4 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου και β) το 1/2 εξ αδιαιρέτου του αριθ. 4 χώρου-αποθήκης. Επίσης, μετά την έκδοση της 399/2006 άδειας κατεδάφισης της κειμένης επί της οδού ... … ισογείου οικίας, μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα παρακρατώντας εφόρου ζωής την επικαρπία α) με το νομίμως μεταγραφέν .../2.8.2007 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Πασχαλίδου-Φωτοπούλου προς το γιο της Κ. Θ., δεύτερο εναγόμενο, το 1/3 εξ αδιαιρέτου του κειμένου επί της οδού ... ….οικοπέδου και β) με το νομίμως μεταγραφέν .../2.8.2007 δωρητήριο συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου προς του εγγονούς της Α. Θ. και Φ. Θ., τέταρτο και πέμπτο από τους εναγομένους, κατ' ισομοιρία τα 2/3 εξ αδιαιρέτου του ίδιου οικοπέδου. Οι ενάγοντες βάλλουν, με την υπό κρίση αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά της εγκυρότητας των ως άνω .../4.12.2000 και .../13.6.2001 διαθηκών, ως έχοντες προς τούτο έννομο συμφέρον, δεδομένου ότι, εφόσον αυτές ακυρωθούν, θα καταστούν αυτοί, δυνάμει της .../26.1.1999 δημόσιας διαθήκης του θανόντος θείου τους Ν. Κ., μοναδικοί κληρονόμοι του, ως καταπιστευματοδόχοι, επί όλων των ως άνω περιουσιακών στοιχείων του διαθέτη, τα οποία δεν διατέθηκαν από τη βεβαρημένη με το καταπίστευμα κληρονόμο σύζυγο του Λ. Κ. μέχρι τον επελθόντα στις 6.5.2004 θάνατο της. Ειδικότερα, επικαλούνται ότι οι διαθήκες αυτές είναι άκυρες, διότι, κατά τη σύνταξη τους, δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος για την εγκυρότητα τους τύπος, δεδομένου ότι α) αυτές συντάχθηκαν με την παρουσία και τρίτων, εκτός των συμπραττόντων, προσώπων, τα οποία με την παρουσία τους επηρέασαν τη βούληση του διαθέτη και β) δεν αναγνώστηκε το σημείο εκείνο των διαθηκών, όπου η συμβολαιογράφος Ελένη Ταταράκη που τις συνέταξε αναληθώς βεβαιώνει "ότι κατά τη σύνταξη της διαθήκης δεν παραστάθηκαν άλλα, εκτός των συμπραττόντων πρόσωπα". Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι κατά τη σύνταξη των προσβαλλόμενων ως άνω δημόσιων διαθηκών του διαθέτη Ν. Κ. του Α. τηρήθηκαν οι κατά τα άρθρα 1730 §3 και 1733 §1 ΑΚ απαιτούμενες για την εγκυρότητα τους προϋποθέσεις. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι οι διαθήκες αυτές συντάχθηκαν στον πρώτο όροφο της κειμένης επί της οδού ... αρ. … στη …οικίας του διαθέτη και ειδικότερα στο σαλόνι αυτής ενώπιον της συμβολαιογράφου Ελένης Ταταράκη και των αναφερόμενων σε αυτές μαρτύρων ήτοι ενώπιον των μαρτύρων α) Μ. Π. (έτος γεν. 1917), κατοίκου ..., ... 62 β) Β. Ρ. (έτος γεν. 1924), κατοίκου ..., ... 49 και γ) Ι. Κ. (έτος γεν. 1933... η .../4.12.2000 διαθήκη και ενώπιον των μαρτύρων α) Μ. Π. β) Μ.-Ε. Α. (έτος γεν. 1958), κατοίκου ..., ... 60 και γ) Κ. Κ. (έτος γεν. 1952), κατοίκου ... η .../13.6.2001 διαθήκη, παρουσία των οποίων ο διαθέτης Ν. Κ. δήλωσε την τελευταία βούληση του για την οποία η ανωτέρω συμβολαιογράφος συνέταξε τη σχετική αντίστοιχη πράξη. Επίσης, αποδεικνύεται ότι η σύνταξη των προσβαλλόμενων διαθηκών άρχισε περί ώρα 15.00 της μεν από 4.12.2000 ημέρα Δευτέρα, της δε από 13.6.2001 ημέρα Τετάρτη, καθόλη δε τη διάρκεια της διαδικασίας συντάξεως τους, όλα τα προαναφερόμενα πρόσωπα (διαθέτης, μάρτυρες, συμβολαιογράφος) και ουδείς άλλος ήσαν παρόντα και κανείς δεν απομακρύνθηκε ή εισήλθε στο δωμάτιο (σαλόνι) όπου συντάσσονταν οι διαθήκες αυτές, του οποίου (δωματίου) οι θύρες ήσαν κλειστές καθόλη τη διάρκεια της εν λόγω διαδικασίας, μετά το πέρας της οποίας διαβάστηκε καθαρά και μεγαλόφωνα ολόκληρο το περιεχόμενο τους από τη συμβολαιογράφο στο διαθέτη και τα συμπράττοντα πρόσωπα που προσεκτικά άκουγαν. Για τις πιο πάνω συνθήκες κάτω από τις οποίες συνετάγησαν οι ένδικες διαθήκες και πιο συγκεκριμένα για το ότι κατά τη σύνταξη τους τηρήθηκαν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις κατηγορηματικά και με σαφήνεια καταθέτουν οι μάρτυρες των εναγομένων Ι. Θ. (έτος γεν. 1979) δικηγόρος, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, Ι. Κ. συνταξιούχος ΙΚΑ και Β. Ρ., συνταξιούχος ΟΤΕ στις δοθείσες ένορκες βεβαιώσεις τους. Σύμφωνα με τις καταθέσεις των μαρτύρων αυτών καθόλη τη διάρκεια της σύνταξης των προσβαλλόμενων διαθηκών, που άρχισε στις τρεις το μεσημέρι, κανένα τρίτο πρόσωπο και δη η σύζυγος του διαθέτη Λ. Κ. και ο ανηψιός της Κ. Θ., ιατρός μικροβιολόγος, δεύτερος των εναγομένων, δεν ήταν παρόν, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες, παρά μόνο ο διαθέτης, οι μάρτυρες και η συμβολαιογράφος, η οποία μετά το πέρας της διαδικασίας ανέγνωσε ευκρινώς και εντόνως το περιεχόμενο της διαθήκης στο διαθέτη και στους μάρτυρες, οι οποίοι άκουαν προσεκτικά. Ειδικότερα οι μάρτυρες Ι. Κ. και Β. Ρ., οι οποίοι έχουν άμεση γνώση όσων καταθέτουν, καθόσον συνέπραξαν ως μάρτυρες κατά τη σύνταξη της από 4.12.2000 διαθήκης και οι οποίοι δεν προσδοκούν οποιοδήποτε έννομο συμφέρον από την ευνοϊκή υπέρ των εναγομένων έκβαση της δίκης, καταθέτουν ότι η μεν σύζυγος του διαθέτη βρισκόταν σε άλλο δωμάτιο της οικίας και ότι καθόλη τη διαδικασία δεν εισήλθε στο χώρο (σαλόνι) όπου συντάσσονταν η ως άνω διαθήκη, ενώ ο Κ. Θ. ουδόλως παρευρίσκονταν στην οικία του διαθέτη. ’λλωστε, η κατάθεση των εν λόγω μαρτύρων ενισχύεται και από τη με αρ. πρωτ. 607058/25.9.2008 υπηρεσιακή βεβαίωση του Διευθυντή της Νομαρχιακής Μονάδας Υγείας Αθηνών (Ν.Μ.Υ. Αθηνών) του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) Χ. Γ. το περιεχόμενο της οποίας κατά λέξη έχει ως εξής: "Βεβαιώνεται ότι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Υπηρεσίας μας την 4.12.2000 και την 13.6.2001 ο μικροβιολόγος Θ. Κ. προσήλθε στην Υπηρεσία. Το ωράριο του ήταν και εξακολουθεί να είναι 12.00 - 17.30". Σημειωτέον ότι ο μάρτυρας Β. Ρ. πέραν των ανωτέρω κατέθεσε κατά λέξη και τα εξής "...προ μηνών με προσέγγισε και ήρθε να με συναντήσει μπροστά στην οικία μου ο Α. (Ν.) Κ., ανηψιός του αποθανόντος πια Ν. Κ., μαζί με τον Σ. Π., υιό της άλλης μάρτυρος Μ. Π. και μου ζήτησε να προσέλθω υπέρ του ως μάρτυρας για μία αγωγή που είχε κάνει και να καταθέσω ότι δήθεν κατά τη σύνταξη της παραπάνω διαθήκης παρευρίσκετο εκεί ο ανηψιός της Λ., Κ. Θ.. Αυτό όμως ήταν απολύτως αναληθές, καθώς πέραν του ότι κατά τη σύνταξη της διαθήκης οι μόνοι που παρισταντο εκεί ήμασταν οι τρεις μάρτυρες, η Συμβολαιογράφος και ο Ν. Κ., ούτε καν είχα γνωρίσει ή είχα δει ποτέ τον Κ. Θ., ο οποίος ακόμα και ως όνομα μου ήταν παντελώς άγνωστος και μόλις πρόσφατα τον γνώρισα, όταν μου εξήγησε ποιος είναι και για ποιον λόγο τον ενέπλεξαν αναληθώς σε αυτή την ιστορία με τη διαθήκη του Ν. Κ.. Αμέσως, ένιωσα την ηθική υποχρέωση λόγω του σεβασμού στη μνήμη και την ξεκάθαρη βούληση του αποθανόντος Ν. Κ. να καταθέσω την αλήθεια και τίποτα περισσότερο. Μάλιστα και λίγες ημέρες πριν από τη σημερινή κατάθεση μου και συγκεκριμένα το Σάββατο 20.9.2008 δέχθηκα τηλεφωνική κλήση πάλι από τον Α. Κ. με τον ίδιο σκοπό, αλλά και πάλι αρνήθηκα κατηγορηματικά και του είπα ότι εγώ θα καταθέσω μόνο την αλήθεια". Οι καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων των εναγομένων σαφείς και κατηγορηματικές κρίνονται αξιόπιστες και δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων, οι οποίες δεν δύνανται να οδηγήσουν σε αντίθετη δικανική πεποίθηση το Δικαστήριο, ούτε από κανένα από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους ενάγοντες αποδεικτικά στοιχεία. Ειδικότερα εάν ήσαν αληθείς οι ισχυρισμοί των εναγόντων ότι κατά τη σύνταξη των ένδικων διαθηκών παρευρίσκονταν και τρίτα πρόσωπα δηλαδή η σύζυγος του διαθέτη και ο ανηψιός της Κ. Θ., οι οποίοι με την παρουσία τους αποφασιστικά επηρέασαν την ψυχική κατάσταση και τα συναισθήματα του διαθέτη, ώστε η δήλωση βουλήσεως του να μην αποτελεί την ελεύθερη και αβίαστη θέληση του για την τύχη της κληρονομιάς του, προφανώς ο Κ. Κ. ο οποίος, ως μάρτυρας συνέπραξε κατά τη σύνταξη της από 13.6.2001 διαθήκης, θα μεριμνούσε, ως δικηγόρος με μακρά δικηγορική πείρα αλλά και ως στενός φίλος του διαθέτη και συνεργάτης του επί τριάντα σχεδόν έτη στο δικηγορικό του γραφείο, να τηρηθούν όλες οι προϋποθέσεις για την εγκυρότητα της διαθήκης, προστατεύοντας τη δήλωση τελευταίας βουλήσεως του διαθέτη και δεν θα παρίστατο απλός θεατής της άνω παράτυπης και παράνομης διαδικασίας σύνταξης της διαθήκης. Εξάλλου, ο ανωτέρω Κ. Κ. που εξετάστηκε ως μάρτυρας με επιμέλεια των εναγόντων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου καμιά πειστική εξήγηση δεν έδωσε για την παραπάνω στάση του, αν και, όπως ο ίδιος κατέθεσε, ο διαθέτης του είχε εκμυστηρευθεί πριν από τη σύνταξη της ένδικης από 13.6.2001 διαθήκης ότι η σύζυγος του του ασκούσε έντονη ψυχολογική πίεση προκειμένου να καταργηθεί το συσταθέν με την πρώτη διαθήκη υπέρ των εναγόντων ανηψιών του καταπίστευμα, συντάσσοντας νέα διαθήκη. Αλλά και οι καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων των εναγόντων ήτοι της Μ. Π., του γιου της Σ.-Θ. Π. και της νύφης της Α. Β., οι οποίοι, όπως και ο μάρτυρας Κ. Κ., έχουν με τους ενάγοντες κοινό τόπο καταγωγής, την Κέρκυρα, καθώς και οι καταθέσεις των μαρτύρων Δ. Δ., Μ. Α. και N. J. δεν κρίνονται αξιόπιστες και δεν δύνανται να οδηγήσουν σε αντίθετη κρίση το Δικαστήριο, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι το πρώτον βεβαιώνουν ότι κατά τη διαδικασία σύνταξης των ένδικων διαθηκών παρευρίσκονταν και η N. J., οικιακή βοηθός του ζεύγους Κ.. η Δ. Δ. και η Α. Β., την παρουσία των οποίων προσώπων αξίζει να σημειωθεί ότι ούτε οι ίδιοι οι ενάγοντες δεν επικαλούνται στην αγωγή τους, παρουσία την οποία ασφαλώς θα είχαν πληροφορηθεί όταν άσκησαν την υπό κρίση αγωγή, έξι έτη μετά τη δημοσίευση της ένδικης διαθήκης. Σημειωτέον ότι με την τελευταία διαθήκη ο διαθέτης καταργεί την υπέρ της εν λόγω οικιακής βοηθού κληροδοσία. Επίσης, οι ενάγοντες καμία εξήγηση δεν δίδουν, πώς η συντάξασα και τις τρεις διαθήκες συμβολαιογράφος Ελένη Ταταράκη τήρησε όλους τους νόμιμους τύπους κατά τη σύνταξη της πρώτης από αυτές και όχι και κατά τη σύνταξη των υπολοίπων, οπότε κατά τους ισχυρισμούς τους, αφενός επέτρεψε την παρουσία και άλλων πλην των μαρτύρων προσώπων και αφετέρου ψευδώς εβεβαίωσε ότι αναγνώστηκε ολόκληρο το περιεχόμενο τους. Σημειωτέον ότι στην εν λόγω Συμβολαιογράφο δεν αποδίδουν ότι είχε σκοπό να ωφελήσει αθέμιτα ή να βλάψει οποιονδήποτε με τις πιο πάνω ενέργειες της (βλ. σελίδα 7 αγωγής) αλλ' ούτε και εξηγούν τίνα λόγο είχε η συμβολαιογράφος να μην τηρήσει τις, ρητά, από τις διατάξεις των άρθρων 1224-1237 ΑΚ προβλεπόμενες διατυπώσεις και να δημιουργήσει τις, κατά τους ισχυρισμούς τους, ακυρότητες και μάλιστα ενώπιον δύο δικηγόρων ήτοι του διαθέτη και του συμπράττοντος προσώπου και ως μάρτυρα εξετασθέντος Κ. Κ.
Συνεπώς, με βάση όσα πιο πάνω αποδείχθηκαν οι προσβαλλόμενες διαθήκες είναι έγκυρες, καθόσον κατά τη σύνταξη τους τηρήθηκαν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις και πιο συγκεκριμένα δεν παραστάθηκαν άλλα πρόσωπα πλην του διαθέτη, της συμβολαιογράφου και των συμπραττόντων τριών μαρτύρων, η δε συντάξασα αυτές συμβολαιογράφος Ελένη Ταταράκη διάβασε ολόκληρο το περιεχόμενο τους ενώπιον των ως άνω προσώπων και όχι μόνο τη δήλωση τελευταίας βουλήσεως του διαθέτη και βεβαίωσε το γεγονός αυτό στις εν λόγω διαθήκες. Επομένως, η ένδικη από 11.2.2008 (51760/2436/2008) αγωγή είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη". Ακολούθως το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού τα πραγματικά περιστατικά, που με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα, επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την τήρηση των απαιτουμένων κατά τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 1730 παρ.3 1732 παρ.2 και 1733 παρ.1 ΑΚ προϋποθέσεων για την εγκυρότητα των ενδίκων δημοσίων διαθηκών. Ειδικότερα διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι οι διαθήκες συντάχθηκαν με την παρουσία των αναφερομένων σ'αυτές ως συμπραττόντων προσώπων, χωρίς την παρουσία οποιουδήποτε άλλου, ενώ οι οικείες πράξεις αναγνώσθηκαν στον διαθέτη και στα συμπράττοντα σ'αυτές (πράξεις) πρόσωπα. Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου κατά τις οποίες η απόφαση στερείται αιτιολογιών ως προς το θέμα της υπάρξεως ή μη επιτρεπομένων προσώπων κατά τη σύνταξη των επίμαχων διαθηκών γιατί "ενώ αναφέρει ότι η σύνταξή τους άρχισε στις τρείς η ώρα το μεσημέρι, δεν αναφέρει τον χρόνο της ολοκληρώσεως της συντάξεώς τους, ούτε προσδιορίζει αν ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Κ.Θ. (που κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων παρευρισκόταν ανεπίτρεπτα κατά τη διάρκεια της συντάξεως των διαθηκών) μπορούσε να βρίσκεται στο χώρο συντάξεως των διαθηκών, ενόψει της αποστάσεως του τόπου της εργασίας του από το χώρο αυτό και από το εάν κατά τις ημέρες αυτές τήρησε το ωράριο εργασίας του, που κατά την προσκομιζομένη οικεία βεβαίωση έληγε στις 17.30", είναι απαράδεκτες γιατί αφορούν σε προκύψαντα από τις αποδείξεις περιστατικά, η παραδοχή των οποίων δεν χρειαζόταν περαιτέρω αιτιολόγηση, ενώ περαιτέρω δεν αφορούν σε ζήτημα, κατά την αναφερομένη στη νομική σκέψη έννοια του οποίου η έλλειψη αιτιολόγησης να ιδρύει τον ερευνώμενο λόγο. Πρέπει λοιπόν ο λόγος αυτός (2ος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως) να απορριφθεί.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ.α και γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδιαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφώς και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο. Εξάλλου τα δικαστικά τεκμήρια, τα οποία όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ.3, 339 και 395 ΚΠολΔ επιτρέπονται, όταν η δια μαρτύρων απόδειξη δεν αποκλείεται, μπορούν να συναχθούν από το δικαστήριο από οπουδήποτε, ακόμη και από δημόσια έγγραφα, ως προς τα βεβαιούμενα σ'αυτά γεγονότα, τα οποία όμως δεν έγιναν από τον συντάκτη τους, ή δεν έγιναν ενώπιόν του, ώστε να παρέχουν πλήρη απόδειξη κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ. Επομένως, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, πιστοποιητικό ή βεβαίωση με τέτοιο περιεχόμενο αποτελεί απλή βεβαίωση τρίτου, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον το τελευταίο, δεν δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, είτε κατά πρόταση διαδίκου, είτε αυτεπαγγέλτως, ότι η εν λόγω βεβαίωση λήφθηκε προκειμένου να χρησιμεύσει ως μαρτυρία στη δίκη για τα αποδεικτέα θέματα.Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ'είδος αποδεικτικών μέσων (έγγραφα, μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις κ.λπ.), ενώ στα πλαίσια της ελεύθερης κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ εκτίμηση των αποδείξεων, το δικαστήριο μπορεί να αποδώσει μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία σε κάποια αποδεικτικά μέσα από ότι σε άλλα, η δε εκτίμησή του αυτή, κατά το άρθρο 561 παρ.1 δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, ως εχόντων ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν τα μη ιδιαιτέρως αναφερόμενα. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ'άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στοιχειοθετείται ο λόγος του αριθμού 11γ του παραπάνω άρθρου. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι κατά τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως ως προς το ότι κατά τη σύνταξη των ενδίκων διαθηκών δεν βρισκόταν ο δεύτερος εναγόμενος - αναιρεσίβλητος Κ.Θ. ως τρίτο πρόσωπο έλαβε υπόψη ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, που δόθηκε επίτηδες, ως μαρτυρία τρίτου, για να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στη δίκη και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη την υπ'αριθμ.607858/25.9.2008 υπηρεσιακή βεβαίωση του Διευθυντή της Νομαρχιακής Μονάδας Υγείας Αθηνών (Ν.Μ.ν.Αθηνών) του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) Χ. Γ., στην οποία βεβαιώνεται ότι ο προαναφερθείς Κ.Θ., ιατρός μικροβιολόγος, κατά τις ημέρες συντάξεως των επίμαχων διαθηκών, ήτοι στις 4.12.2000 και στις 13.6.2001 προσήλθε στην υπηρεσία του και ότι το ωράριο ήταν και εξακολουθεί να είναι 12.00 έως 17.30. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν δέχθηκε ότι το ανωτέρω πιστοποιητικό (βεβαίωση) δόθηκε, ειδικά προς το σκοπό αυτό, δηλαδή να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στη δίκη αυτή. Εν όψει τούτων το Εφετείο ορθώς εκτίμησε το έγγραφο αυτό για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται ο ερευνώμενος πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως.
Με τον τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί μη παραστάσεως τρίτων προσώπων κατά τη σύνταξη των επίδικων διαθηκών, δεν έλαβε υπόψη, μολονότι τις αναφέρει στα ληφθέντα υπόψη του αποδεικτικά μέσα, τις παρακάτω, νόμιμα ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των αναιρεσειόντων, τις οποίες δεν θεωρεί αξιόπιστες, ενώ αντίθετα αξιολογεί και θεωρεί αξιόπιστες τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων Β. Ρ., Ι. Κ. και Ι. Θ., μάλιστα δε στην αξιοπιστία του τελευταίου αναφέρεται ιδιαίτερα, ως καταθέτοντος κατηγορηματικά και με σαφήνεια. Οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις είναι οι υπ' αριθμ. 6265/28.3.2008, 6266/28.3.2008, 3838/9.4.2008, 3825/23.4.2009, 3826/ 23.4.2009 και 3827/23.4.2009 των μαρτύρων Μ. Π., Μ. Α., N. J., Α. Β., Χ. Κ.Π., Δ. Δ. και Σ. Θ. Π., οι οποίες έχουν ληφθεί νομότυπα, ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Χριστίνας Μάνδρου οι δύο πρώτες και ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών οι λοιπές. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) οι βεβαιώσεις αυτές ρητά αναφέρονται στα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη (φύλλο 5α), ενώ από το περιεχόμενο της απόφασης (φύλλο 10α) προκύπτει ότι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις αξιολογήθηκαν και συνεκτιμήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και ανελέγκτως δεν κρίθηκαν αξιόπιστες και δεν επηρέασαν το αντίθετο με το περιεχόμενό τους αποδεικτικό πόρισμα. Η άποψη των αναιρεσειόντων ότι η διαφορετική εκτίμηση των μαρτυρικών αυτών καταθέσεων, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Με τον μοναδικό λόγο του προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως και με την επίκληση της ίδιας διατάξεως και αναφορικά με τη βασιμότητα του ιδίου ισχυρισμού, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο θεώρησε αναξιόπιστη και δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του εξετασθέντα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυρα αποδείξεως Κ. Κ., ο οποίος συνέπραξε και ως μάρτυρας κατά τη σύνταξη της δεύτερης από τις ένδικες διαθήκες (με ημερομηνία 13-6-2001). Ο λόγος αυτός, όπως και ο τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η μαρτυρική αυτή κατάθεση αναφέρεται στα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη (φύλλο 4β), ενώ από το περιεχόμενο της αποφάσεως (φύλλο 9β-10α, όπου γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην κατάθεση αυτή, προκύπτει ότι αυτή λήφθηκε υπόψη και αφού σταθμίστηκε και αξιολογήθηκε θεωρήθηκε ανελέγκτως ότι δεν παρέχει πίστη και ότι δεν επηρεάζει το εξαχθέν αποδεικτικό πόρισμα. Ενόψει τούτων ο πρόσθετος αυτός λόγος, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν. Οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων. (άρθρα 176, 180 παρ.1 και 183 ΚΠολΔικ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-3-2011 αίτηση και τους από 5-4-2012 πρόσθετους λόγους των Α. Κ. του ’. και Μ. Κ. του Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6244/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή