Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1349 / 2013    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Παράβαση Νόμου περί Ναρκωτικών. Αναιρετικοί λόγοι: 1. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. 2. Από τη μη τήρηση της διαδικασίας αναφορικά με το χρόνο διεξαγωγής και σύμφωνα με τις διατυπώσεις που ορίζει σχετική κοινή Υπουργική Απόφαση της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, δεν επήλθεν καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού από τις παραπάνω διατάξεις δεν προβλέπεται καμία τέτοια ακυρότητα και δη απόλυτη ως κύρωση παράβασης της διαδικασίας αυτής (ΑΠ 1336/2009). 3. Από τη σύγκριση των περισσοτέρων διατάξεων του αρ. 20 του ΚΝΝ και του νέου αρ. 20 του Ν. 4139/2013, στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά απ' αυτές, για επιβολή μίας ποινής για τη διακίνηση ναρκωτικών και την προσθήκη νέων κριτηρίων κατά την επιμέτρηση της μίας ποινής που θα επιβληθεί και από την πρόβλεψη με το νέο νόμο μικρότερου κατώτερου ορίου κάθειρξης οκτώ ετών, ενώ ο προηγούμενος και εφαρμοσθείς Ν. 3459/2006 (αρ. 20 παρ.1), προέβλεπε κατώτερο όριο κάθειρξης δέκα ετών, συνάγεται ότι συντρέχει περίπτωση επιεικέστερου και ελαφρότερου νεότερου νόμου, που πρέπει να εφαρμοσθεί κατά τα άρθρα 2 ΠΚ και 511 εδαφ. γ' του ΚΠΔ και να αναιρεθεί αυτεπάγγελτα η διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης περί ποινής, καθ. 12 ετών.




Αριθμός 1349/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Μαρία Βασιλάκη και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου S. L. του L. , κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Πατρών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ντάλτα, για αναίρεση της υπ'αριθ.697/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1093/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. α, β, ζ του ν.1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν.2161/1993 και κωδικοποιήθηκε δια ν. 3459/2006 (ΚΝΝ), τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, με κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2.900) μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ, όποιος πλην άλλων, αγοράζει, κατέχει ή πωλεί σε τρίτους με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικά. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών: Με τον όρο κατοχή ναρκωτικών, στα οποία περιλαμβάνεται η ακατέργαστη ινδική κάνναβη και η κοκαϊνη, θεωρείται η φυσική εξουσία της ναρκωτικής ουσίας από το δράστη ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και να τη διαθέτει πραγματικά κατά τη δική του βούληση.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με τα διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα μόνον αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο. Μεταξύ των αυτοτελών ισχυρισμών, που μπορούν να προβληθούν επί παραβάσεων του ν. περί ναρκωτικών, είναι και ο ισχυρισμός τοξικομανίας του δράστη, κατά το χρόνο τελέσεως της πράξης, ήτοι της απόκτησης της έξης των ναρκωτικών ουσιών, την οποία δε μπορεί να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, κατά το άρθρο 31 παρ.1 του ν. 1729/1987 και ήδη 30 του ΚΝΝ. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά λόγο αναίρεσης, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Ε ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή εφαρμογή του νόμου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη με αρ. 697/2011 προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, το δικάσαν κατ' έφεση Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, ότι κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ο α'κατηγορούμενος S. L. , αλβανός υπήκοος, κάτοικος ... επί της οδού ... , τέθηκε, στις 19-8-2008, υπό διακριτική παρακολούθηση από αστυνομικούς του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών Πειραιώς, κατόπιν πληροφορίας που είχε περιέλθει στην Υπηρεσία αυτή ότι ο ανωτέρω κατά τον τελευταίο μήνα διακινεί ναρκωτικά. Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης, ο α' κατηγορούμενος επιβιβάσθηκε στο υπ'αρ.κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο και κατευθύνθηκε στο Κερατσίνι. Εκεί, στη διασταύρωση των οδών ... και …, τον περίμενε ο β' κατηγορούμενος Ε. Π. . Ο α' κατηγορούμενος, διερχόμενος από το σημείο όπου ανέμενε ο β' κατηγορούμενος, ανέκοψε για λίγο την ταχύτητα του αυτοκινήτου του, έκανε τον γύρο του οικοδομικού τετραγώνου, λαμβάνοντας με τον τρόπο αυτό μέτρα προφύλαξης, σε περίπτωση που κάποιος τον παρακολουθούσε, επιστρέφοντας δε στο ίδιο σημείο επιβίβασε στο όχημα τον β' κατηγορούμενο και σε δεύτερο κύκλο τον αποβίβασε. Οι παρακολουθούντες αστυνομικοί ακινητοποίησαν και έλεγξαν τους κατηγορουμένους. Βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, στην κατοχή μεν του β'κατηγορουμένου δύο ανισοβαρείς νάυλον συσκευασίες περιέχουσες κοκαΐνη συνολικού μικτού βάρους 8,6 γραμμαρίων (1Χ4,8 γραμ. και 1Χ3,8 γραμ.), τις οποίες κρατούσε αυτός στο χέρι του, και ένα κινητό τηλέφωνο, μάρκας ΝΟΚΙΑ, με την αντίστοιχη κάρτα SΙΜ αυτού, και αριθμό τηλεφωνικής σύνδεσης ... , στην κατοχή δε του α'κατηγορουμένου το χρηματικό ποσό των 920 ευρώ, δύο συσκευές κινητής τηλεφωνίας μάρκας SONY ERICSSON με αριθμούς κλήσεως … και …, με τις αντίστοιχες κάρτες SIM αυτών, καθώς και τρία κλειδιά. Την ανωτέρω ποσότητα των 8,6 γραμμαρίων κοκαΐνης είχε μεταβιβάσει κατά κυριότητα ο α'κατηγορούμενος στον β'κατηγορούμενο και παρέδωσε στην κατοχή του, έναντι τιμήματος 650 ευρώ, κατά την προαναφερθείσα συνάντησή τους, σε εκτέλεση προηγηθείσας προφορικής συμβάσεως πωλήσεως που συνήφθη μεταξύ αυτών. Επακολούθησε αστυνομική έρευνα στις οικίες των δύο κατηγορουμένων. Στην οικία του α'κατηγορουμένου επί της οδού ... , στην …, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν: 1)τρείς αυτοσχέδιες ναϋλον συσκευασίες που περιείχαν κοκαΐνη, συνολικού μικτού βάρους 217,5 γραμμαρίων (1Χ101 γραμ., 1Χ98 γραμ. και 1Χ18,5 γραμ.), 2)μία αυτοσχέδια συσκευασία από αλουμινόχαρτο περιέχουσα φυτικά αποσπάσματα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης μικτού βάρους 17 γραμμαρίων, 3)μία ναϋλον συσκευασία που περιείχε λευκή κρυσταλλική ουσία, κατάλληλη για τη νόθευση των προς πώληση ναρκωτικών ουσιών, μικτού βάρους 26 γραμμαρίων, 4)ένας αναδευτήρας πολυτεμαχισμού (MULTI FOX PROCCESSOR) μάρκας SITRAM, χωρητικότητας 0,5 λίτρων, με εμφανή υπολείμματα κοκαΐνης εντός του "μπλέντερ", κατάλληλος για τη νόθευση των προς πώληση ναρκωτικών ουσιών, 5)μία λειτουργική ηλεκτρονική ζυγαριά, μάρκας LIBRA, με δυναμικότητα ζύγισης από 0,1 γραμ. έως 500 γραμ., κατάλληλη για τη ζύγιση ναρκωτικών ουσιών, 6)το από 14-1-2008 μισθωτήριο συμφωνητικό κατοικίας, δυνάμει του οποίου ο α'κατηγορούμενος είχε μισθώσει από τον Σ. Α. την υπόψη οικία, επί της οδού ... , στη …, 7)τα χρηματικά ποσά των εννέα χιλιάδων τετρακοσίων σαράντα (9.440) ευρώ και τετρακοσίων τριάντα δύο (432) δολλλαρίων ΗΠΑ. Στην οικία του β'κατηγορουμένου, επί της οδού ... αρ.33, στο ... , βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ποσότητα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, συσκευασμένη σε νάϋλον συσκευασία, μικτού βάρους 8 γραμμαρίων περίπου, και ποσότητα κοκαΐνης, συσκευασμένη σε χάρτινη συσκευασία, μικτού βάρους 0,4 γραμμαρίων. Κατά μη προσδιορισθέντα επακριβώς χρόνο, αλλά, πάντως, εντός του χρονικού διαστήματος από 19-6-2008 έως 19-8-2008, αγόρασε ο β'κατηγορούμενος, στο Ζεφύρι Αττικής, από άτομο τα στοιχεία ταυτότητας του οποίου δεν κατέστησαν γνωστά, αντί αγνώστου τιμήματος, το οποίο κατέβαλε στον πωλητή, άγνωστες ποσότητες ακατέργαστης ινδικής κάνναβης και κοκαΐνης και πάντως τουλάχιστον τις ευθύς ως άνω κατασχεθείσες εντός της οικίας του. Τις ποσότητες αυτές καθώς και εκείνη των 8,6 γραμ. κοκαΐνης που πώλησε σ'αυτόν ο α'κατηγορούμενος, προμηθεύθηκε ο β'κατηγορούμενος και κατείχε, δηλαδή διατηρούσε υπό τη φυσική του εξουσίαση και μπορούσε να διαθέσει κατά βούληση, για δική του αποκλειστικά χρήση. Αναφορικώς με τις σχετιζόμενες με τον α'κατηγορούμενο ναρκωτικές ουσίες, ισχυρίζεται ο τελευταίος ότι φύλασσε αυτές για λογαριασμό ομοεθνούς του ονόματι "ILLI", για λογαριασμό επίσης του οποίου έλαβε από άλλο Αλβανό και τα χρηματικά ποσά που κατασχέθηκαν στην οικία του, κατόπιν δε αδείας του ιδίου ομοεθνούς του διέθεσε στον β'κατηγορούμενο την ποσότητα κοκαΐνης βάρους 8,6 γραμμαρίων. Ο ισχυρισμός αυτός του α'κατηγορουμένου ελέγχεται ως παντελώς αβάσιμος και απορριπτέος, προβάλλεται δε απλώς ως δικαιολογία των πράξεών του, διότι όχι μόνο δεν ενισχύεται από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, αλλ'αντιθέτως αναιρείται από την ύπαρξη εντός της οικίας του α'κατηγορουμένου ηλεκτρονικού ζυγού ακριβείας για τον υπολογισμό του βάρους των ναρκωτικών καθώς και ουσίας ως επίσης και αναδευτήρα πολυτεμαχισμού χρησιμοποιουμένων για την νόθευση ναρκωτικών, που δεν ήσαν φυλασσόμενα στην οικία του α'κατηγορουμένου για λογαριασμό τρίτου, αλλά εχρησιμοποιούντο από τον α'κατηγορούμενο στον οποίο και ανήκαν, η ύπαρξη δε και η χρησιμοποίηση αυτών ευθέως μαρτυρεί εμπορία ναρκωτικών εκ μέρους του α'κατηγορουμένου. Ανατρεπτικό, επίσης, του ισχυρισμού του α'κατηγορουμένου περί φυλάξεως δήθεν ναρκωτικών για λογαριασμό τρίτου και ενισχυτικό της απόψεως περί συστηματικής ενασχολήσεως του α'κατηγορουμένου με την εμπορία ναρκωτικών αποτελεί και το γεγονός ότι ο β'κατηγορούμενος για την αγορά κοκαΐνης απευθύνθηκε στον α'κατηγορούμενο, χωρίς φυσικά να γνωρίζει ότι ο δήθεν άγνωστος ομοεθνής του "ILLI", του είχε παραδώσει κοκαΐνη προς φύλαξη. Είχε όμως τη βεβαιότητα από τη γνωριμία και συναναστροφή τους ότι ο α'κατηγορούμενος διακινούσε ναρκωτικά και μπορούσε να του προμηθεύσει κοκαΐνη. Κάτοχος, συνεπώς, των ναρκωτικών ουσιών που κατασχέθηκαν στην οικία του ήταν ο α'κατηγορούμενος. Αυτός τις είχε στη φυσική εξουσίασή του, έτσι ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη τους και να τις διαθέτει κατά βούληση, κατείχε δε αυτές με σκοπό την εμπορία. Αποτελούν μάλιστα οι κατασχεθείσες στην οικία του α'κατηγορουμένου ποσότητος κοκαΐνης και ακατέργαστης ινδικής κάνναβης υπόλοιπο μη διακριβωθεισών στο σύνολό τους ποσοτήτων κοκαΐνης και ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, τις οποίες κατά τον τελευταίο πριν τη σύλληψή του, την 19-8-2008, μήνα, κατόπιν προφορικής συμφωνίας που συνήψε ο α'κατηγορούμενος με άτομο τα στοιχεία της ταυτότητας του οποίου δεν εξακριβώθηκαν, αγόρασε ο α'κατηγορούμενος, δηλαδή έλαβε στην κυριότητά του με την παράδοσή τους προς αυτόν, αντί συμφωνηθέντος, αδιακριβώτου, τιμήματος που κατέβαλε στον πωλητή. Κατά τη διάρκεια του ίδιου μήνα, τις επί πλέον (αυτών που κατασχέθηκαν στην οικία του) ποσότητες ναρκωτικών πώλησε ο α'κατηγορούμενος διαδοχικώς σε τρίτους, μεταξύ των οποίων και ο β'κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα, ο α'κατηγορούμενος, μετά την αγορά των ναρκωτικών ουσιών, εξακολουθητικώς και με πρόθεση συνήψε άγνωστο αριθμό συμβάσεων πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών και δη κοκαΐνης και ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, σε εκτέλεση των οποίων μεταβίβασε κατά κυριότητα και παρέδωσε σε περισσότερα άτομα, των οποίων τα στοιχεία δεν έγιναν γνωστά, πλην αυτών του β' κατηγορουμένου, στον τελευταίο μεν ποσότητα κοκαΐνης, μικτού βάρους 8,6 γραμμαρίων, στους άλλους σε αγοραστές μη εξακριβωθείσες επί μέρους ποσότητες των ως άνω ναρκωτικών ουσιών. Πλην του τιμήματος των 650 ευρώ που του κατέβαλε ο β'κατηγορούμενος, το ύψος του τιμήματος το οποίο του κατέβαλαν κάθε φορά οι άλλοι αγοραστές είναι άγνωστο, οπωσδήποτε όμως ανέρχεται συνολικώς στα κατασχεθέντα χρηματικά ποσά των 9.710 ευρώ και 432 δολλαρίων ΗΠΑ. Άλλο τρόπο αποκτήσεως των κατασχεθέντων χρημάτων δεν προβάλλει ούτε ο α'κατηγορούμενος, παρά μόνον τον αναπόδεικτο ισχυρισμό ότι δήθεν έλαβε αυτά για λογαριασμό τρίτου. Με τους αγοραστές επικοινωνούσε ο α'κατηγορούμενος με τα δύο κινητά τηλέφωνα που διέθετε και κατασχέθηκαν στην κατοχή του και συμφωνούσε την ποσότητα, το τίμημα, τον τόπο και τον χρόνο παράδοσης των ναρκωτικών. Αντιστοίχως δε ο β'κατηγορούμενος συναλλάχθηκε με τον α'κατηγορούμενο, κανονίζοντας την αγοραπωλησία της κοκαΐνης βάρους 8,6 γραμμαρίων, με το κινητό τηλέφωνο που διέθετε και κατασχέθηκε στην κατοχή του. Την ποσότητα αυτή κοκαΐνης βάρους 8,6 γραμμαρίων διέθεσε μεν ο κατηγορούμενος στον β' κατηγορούμενο για δική του αποκλειστική χρήση, δεν αποτελούσε όμως μέρος μικροποσότητας κοκαΐνης που είχε προμηθευθεί ο α'κατηγορούμενος για τις προσωπικές του ανάγκες, ώστε η εν λόγω συναλλαγή να εμπίπτει στην περίπτωση που προβλέπεται από το άρθρο 29 παρ.4 του ν.3459/2006 (μικρεμπορία μεταξύ χρηστών) που επικαλείται σχετικώς ο α'κατηγορούμενος, αλλά αποτελούσε μέρος μεγάλης ποσότητας κοκαΐνης βάρους 226,1 γραμμαρίων (217,5+8,6), την οποία ο α' κατηγορούμενος προμηθεύθηκε για να διαθέσει αυτή ολόκληρη σε τρίτους. Αβάσιμος, ωσαύτως, και απορριπτέος κρίνεται και ο ισχυρισμός του ιδίου, α' κατηγορουμένου, ότι (κατά τους προαναφερόμενους χρόνους τελέσεως από αυτόν των ως άνω αξιοποίνων πράξεων) ήταν τοξικομανής κατά την έννοια του άρθρου 30 παρ.1 του ν.3459/2006, δηλαδή άτομο που είχε αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορούσε να την αποβάλει με δικές του δυνάμεις, αλλά χρειαζόταν ειδική προς τούτο μεταχείριση. Ο ισχυρισμός αυτός του α'κατηγορουμένου δεν επιβεβαιώνεται από την από 15-9-2008 (εγχειρισθείσα στις 22-9-2008) έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του νευρολόγου - ψυχιάτρου Ι. Π. , ο οποίος διορίσθηκε πραγματογνώμονας με την υπ'αρ.374/2008 διάταξη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης και διορισμού πραγματογνώμονα του Ανακριτή ΣΤ'Τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιώς, στο πλαίσιο της κυρίας ανακρίσεως για τη συγκεκριμένη υπόθεση, προς διαπίστωση της τοξικομανίας ή μη του α'κατηγορουμένου (η αναγραφή στην έκθεση αυτή της 15-9-2007 ως χρονολογίας συντάξεώς της οφείλεται προδήλως σε παραδρομή). Στα ειδικώτερον τεθέντα από τον Ανακριτή ερωτήματα α)αν ο α'κατηγορούμενος απέκτησε την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών και ποίων και 2)αν μπορεί να αποβάλει την έξη αυτή με δικές του δυνάμεις ή χρειάζεται γι'αυτό ειδική μεταχείριση, ο ως άνω πραγματογνώμονας καταλήγει στις εξής απαντήσεις: "1. ο κατηγορούμενος δηλώνει ότι είχε αποκτήσει την έξη στη χρήση ναρκωτικών ουσιών στο παρελθόν όπως προκύπτει από την κλινική εξέταση, δεν φέρει σημάδια ενδοφλέβιας χρήσης. Επίσης δεν δυνάμεθα να παρατηρήσουμε συμπτώματα στερητικού συνδρόμου. Ο ίδιος αναφέρει ιστορικό χρήστη ναρκωτικών ουσιών και σύμφωνα με το ιστορικό του πιθανόν να ήταν χρήστης ουσιών. Η φαρμακευτική αγωγή που λαμβάνει [ήτοι, ως αναφέρεται σε άλλο σημείο της έκθεσης, stedom 10 mg (0-1-1)] είναι ένδειξη χρήσης ουσιών, όμως αυτή μπορεί να χορηγηθεί και για άλλες αιτίες. Δεν δυνάμεθα να εκτιμήσουμε το βαθμό σωματικής και ψυχικής εξάρτησης που πιθανόν εμφανίζει. 2. Δεν μπορούμε να προτείνουμε συγκεκριμένο μέτρο ειδικής μεταχείρισης, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα εκτίμησης του βαθμού σωματικής και ψυχικής εξάρτησης από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών αυτή την περίοδο". Τον α'κατηγορούμενο εξέτασε μεταγενεστέρως, ήτοι στις 9-1-2009, και ο ορισθείς από αυτόν ψυχίατρος Ι. Ν. , ο οποίος εξετάσθηκε και ως μάρτυρας στο Δικαστήριο τούτο. Κατά το συμπέρασμα της σχετικής ψυχιατρικής γνωμοδότησης που συνέταξε αυτός, ο α'κατηγορούμενος ...κρίνεται τοξικομανής, εξαρτημένος από την ηρωϊνη, την κοκαΐνη, το χασίς και τα υπναγωγά δισκία vulbegal και Hipnosedom. Επομένως κρίνεται ότι έχει αποκτήσει την έξη των συγκεκριμένων ναρκωτικών ουσιών και αδυνατεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, χρήζοντας ως εκ τούτου ειδικής θεραπευτικής μεταχείρισης...". Με βάση τη ψυχιατρική γνωμοδότηση αυτή δεν μπορεί να κριθεί ότι ο α'κατηγορούμενος ήταν τοξικομανής κατά τον χρόνο τελέσεως από αυτόν των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων, διότι στηρίζεται σε διαπιστώσεις και ευρήματα που δεν υπήρχαν κατά τον προγενέστερο και πλησιέστερο προς εκείνο της τελέσεως των ανωτέρω πράξεων χρόνο συντάξεως της από 15-9-2008 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, καθώς και σε αναπόδεικτες διηγήσεις του α'κατηγορουμένου. Στηρίζεται, ειδικώτερον, 1)στη διαπίστωση ότι ο α'κατηγορούμενος έφερε "αρκετές ουλές από παλαιές φλεβοκεντήσεις και φλεβοθρομβώσεις τόσο στα άνω όσο στα κάτω άκρα", ενώ ο πραγματογνώμονας ρητώς αναφέρει στο προπαρατεθέν μέρος της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης ότι εκεί σχετικώς σημειώνεται και σε άλλο σημείο της εκθέσεως αυτής ότι "κατά τη σωματική του (α'κατηγορουμένου) εξέταση διαπιστώνεται ότι δεν φέρει σημάδια παλιότερης ενδοφλέβιας χρήσης", 2)στα ευρήματα που είχε η ωτορινολαρυγγολογική εξέταση από τον ιατρό Ε. Κ., στις 27-1-2009 ("Σκολίωση ρινικού διαφράγματος αριστερά με ατροφία της πρόσθιας μοίρας του τετράπλευρου χόνδρου και σύστοιχα της κεφαλής της κατά ρινικής κόγχης. Δεξιά υπερτροφία της κάτω ρινικής κόγχης"), ευρήματα όμως τα οποία ούτε αναφέρονται στην από 15-9-2008 έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης ούτε αποδεικνύεται ότι υπήρχαν κατά (ή πριν) τον χρόνο συντάξεως της εκθέσεως αυτής, 3)σε διηγήσεις του α'κατηγορουμένου και δη ότι αυτός α)εμφανίζει στερητικά συμπτώματα, ενώ ο πραγματογνώμονας αναφέρει στο προπαρατεθέν μέρος της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης ότι εκεί σχετικώς σημειώνεται και σε άλλο σημείο της εκθέσεως αυτής κατηγορηματικώς ότι ο α'κατηγορούμενος "δεν εμφανίζει στερητικά συμπτώματα", β)υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών είχε αυτοκινητικό ατύχημα καθώς και εργατικό ατύχημα, χωρίς τη δήλωσή του αυτή (όπως και άλλες διηγήσεις του ότι λόγω της εμπλοκής του με τα ναρκωτικά απουσίαζε από την εργασία του και τον εγκατέλειψε η μνηστή του) να επιβεβαιώνονται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, μάλιστα δε ούτε από τη μαρτυρία (τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όσο και στο Δικαστήριο τούτο) του L. I. , συζύγου της αδελφής του α'κατηγορουμένου. Περαιτέρω, ο α'κατηγορούμενος προσκομίζει τη με ημερομηνία 19-3-2009 και αρ.πρωτ.494/09 τοξικολογική έκθεση του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικών Επιστημών, Μονάδας Τοξικολογίας, του Τμήματος Ιατρικής του Πανεπιστημίου Κρήτης, η οποία φέρεται ότι αφορά την εξέταση δειγμάτων τριχών εφηβαίου που ελήφθησαν από τον α'κατηγορούμενο στις 9-1-2009. Αναφέρεται στην έκθεση αυτή ότι "στα δείγματα τριχών που εξετάσθηκαν, Ι.ανιχνεύθηκαν οπιούχα, κοκαΐνη και κανναβινόλες,
ΙΙ. προσδιορίσθηκαν ποσοτικά μεταβολίτες ηρωΐνης (0,80 - 2,8 ng/mg), μεταβολίτες κοκαΐνης (0,5 - 1,2 ng/mg) και κανναβινάλες (0,05 - 0,09 ng/mg),
ΙΙΙ.πιστοποιήθηκε η ύπαρξη μορφίνης, 6-ακετυλομορφίνης, κοκαΐνης, βενζυλοεκγονίνης και κανναβονέλης", καταλήγει σε ως εξής: "Από τα εργαστηριακά ευρήματα τεκμηριώνεται η συστηματική χρήση ηρωϊνης, προϊόντων κάνναβης και η χρήση κοκαΐνης. Οι εξετάσεις προσδίδουν στον L. S. (α'κατηγορούμενο) την έννοια του χρήστη των παραπάνω ψυχοτρόπων και εξαρτησιογόνων ουσιών". Το αποτέλεσμα αυτό της τοξικολογικής εξέτασης και αν θεωρηθεί ως απόδειξη χρήσης των ευθύς ως άνω ναρκωτικών ουσιών από το α'κατηγορούμενο δεν αποδεικνύει και τοξικομανία αυτού και μάλιστα υπάρχουσα στον προγενέστερο χρόνο της τελέσεως από τον α'κατηγορούμενο των άνω αξιοποίνων πράξεων, κατά τον οποίο εξάρτηση του α'κατηγορουμένου από ναρκωτικές ουσίες δεν αποδεικνύεται ούτε από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Το αναφερόμενο ότι μετά τη σύλληψή του ο α'κατηγορούμενος εμφάνισε συμπτώματα στερητικού συνδρόμου και μεταφέρθηκε σε Νοσοκομείο δεν επιβεβαιώνεται από πιστοποιητικό Νοσοκομείου ότι πράγματι ο α'κατηγορούμενος εισήχθη σ'αυτό λόγω στερητικού συνδρόμου και προς αντιμετώπισή του, έρχεται δε και σε αντίθεση προς ότι σχετικώς αναφέρεται στην από 15-9-2008 έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης. Υπό τα ως άνω δεδομένα, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των πράξεων για τις οποίες διώχθηκαν και καταδικάσθηκαν πρωτοδίκως, ήτοι ο μεν α'κατηγορούμενος της αγοράς, της κατοχής και της κατ'εξακολούθηση πώλησης ναρκωτικών ουσιών (από μη τοξικομανή), ο δε β'κατηγορούμενος της προμήθειας και κατοχής μικρής ποσότητας ναρκωτικών ουσιών για ιδία χρήση (από μη τοξικομανή), κατ'εξακολούθηση, όπως οι πράξεις αυτές περιγράφονται στο διατακτικό. Το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του α'κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 περ.δ'και ε'ΠΚ, ως προς μεν την πρώτη (ειλικρινούς μετανοίας), διότι δεν προέκυψε μεταμέλεια του α'κατηγορουμένου, ο οποίος, αντιθέτως προς ότι ο ίδιος υποστηρίζει, επέδειξε αρνητική συμπεριφορά έναντι των αστυνομικών που τον συνέλαβαν, δήλωσε ψευδώς σ'αυτούς ότι διέμενε στην οδό …αρ. .., στον …, και μόνον όταν οι αστυνομικοί του κατέστησαν σαφές ότι γνωρίζουν που έμενε, ποιος ήταν και με τι ασχολείται παραδέχθηκε ότι η κατοικία του ήταν επί της οδού ... ', στη …και ότι εντός αυτής υπήρχαν ναρκωτικά, έσπευσε όμως να χρεώσει αυτά σ'άλλον, όπως και ήδη πράττει, ως προς δε τη δεύτερη (μετά τις πράξεις καλής διαγωγής), διότι και αν συμπεριφέρθηκε καλά μετά την τέλεση των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων, η συμπεριφορά του αυτή δεν μπορεί να αξιολογηθεί και να αποτελέσει βάση για την αναγνώριση του αντίστοιχου ελαφρυντικού, δεδομένου ότι δεν αποτελεί προϊόν ελεύθερης επιλογής του, εν όψει της συνεχούς μετά τη σύλληψή του κρατήσεώς του στη φυλακή και της εντεύθεν αδυναμίας για την εκδήλωση αντίθετης συμπεριφοράς". Περαιτέρω το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο καταδίκασε τον κηρυχθέντα ένοχο αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, για αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών, σε μία ποινή κάθειρξης δώδεκα ετών.
Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος παράβασης του ν. περί ναρκωτικών ουσιών σε βάρος του αναιρεσείοντος, για το οποίο και καταδικάσθηκε σε μία ποινή. Αναφέρονται επίσης οι αποδείξεις από τις οποίες το Εφετείο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 ΠΚ και 5 παρ. 1 περ. β, ζ και 2 και 20 του ν.1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν.2161/1993 και κωδικοποιήθηκε δια ν. 3459/2006 (άρ. 20, 30 - ΚΝΝ), που αναφέρθηκαν, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή ή αντιφατική ή ενδοιαστική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως, του αναιρεσείοντος, α) αιτιολογείται επαρκώς και εμπεριστατωμένα, η προμήθεια - αγορά από άγνωστο πρόσωπο, του οποίου δεν εξακριβώθηκαν τα στοιχεία ταυτότητας, αντί αδιακρίβωτου τιμήματος, η κατοχή σε συσκευασίες διαφόρων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, στην οικία του αναιρεσείοντος, όχι ως παρακαταθήκη ομοεθνούς του, ούτε προς ιδία αποκλειστική χρήση, που ισχυρίστηκε, αλλά προς πώληση και η πώληση από αυτές τις ποσότητες σε περισσότερα άτομα, κατ'εξακολούθηση, των οποίων αγοραστών τα στοιχεία δεν κατέστησαν γνωστά και επί πλέον δύο ανισοβαρών συσκευασιών κοκαϊνης, συνολικού βάρους 8,6 γραμμαρίων, στον συγκατηγορούμενό του Ε. Π. , συλληφθέντων και των δύο από τα αστυνομικά όργανα επ'αυτοφώρω τη στιγμή της συναλλαγής, αναφέρεται και αιτιολογείται επαρκώς ότι τα κατασχεθέντα χρηματικά ποσά που βρέθηκαν στην κατοχή του αναιρεσείοντος προέρχονται από πώληση ναρκωτικών, ενώ για την αιτιολόγηση της τελέσεως των εγκλημάτων της αγοράς, κατοχής ή πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ο ακριβής προσδιορισμός του επιτευχθέντος τιμήματος από κάθε μερικότερη πράξη, καθώς και της ταυτότητας των πωλητών ή αγοραστών και του χρόνου των επί μέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, γιατί οι νομικοί όροι αγορά και πώληση είναι τόσο εύχρηστοι στην πράξη και έχουν ορισμένο περιεχόμενο και γνωστή έννοια που οπωσδήποτε θεμελιώνει και συνομολόγηση τιμήματος, ενώ ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας (ΑΠ 469/2012,349, 854, 1103, 1720/2011), β) από την αναφορά στο αιτιολογικό ότι στην κατοχή του αναιρεσείοντος βρέθηκε και κατασχέθηκε χρηματικό ποσό των 920 ευρώ, ενώ αμέσως παρακάτω αναφέρεται ότι το αντίτιμο από την πώληση των ναρκωτικών προς τον β' συγκατηγορούμενό του ήταν 650 ευρώ, δεν υπάρχει αντίφαση, αφού μπορεί να είχε προηγηθεί και άλλη πώληση σε άλλο άγνωστο πρόσωπο, όπως και δέχεται τελικά η προσβαλλόμενη απόφαση, γ) με επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκε ο προβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί τοξικομανίας αυτού, με ρητή και εκτενή αναφορά του δικαστηρίου και στις αναγνωσθείσες από 15-9-2008 και από 9-1-2009 εκθέσεις ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του νευρολόγου ψυχιάτρου Ι. Π. και του ψυχιάτρου Ι. Ν. (τεχνικού συμβούλου), με πόρισμα του πρώτου ότι δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα εκτίμησης του βαθμού σωματικής και ψυχικής εξάρτησης του κατηγορουμένου, ενώ αντικρούεται πλήρως αιτιολογημένα και χωρίς ενδοιαστικές κρίσεις και το αντίθετο πόρισμα περί τοξικομανίας του αναιρεσείοντος, στο οποίο καταλήγει με την έκθεσή του ο ως άνω δεύτερος πραγματογνώμονας- τεχνικός σύμβουλος, που εξετάστηκε στο ακροατήριο και ως μάρτυρας υπερασπίσεως, αντικρούεται δε και η κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας αστυνομικού, ότι ο α' κατηγορούμενος κατά τη σύλληψή του εμφάνισε συμπτώματα στερητικού συνδρόμου, δ) δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και δη αβεβαιότητα ως προς τη συνεκτίμηση από το δικαστήριο και του ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου της πραγματογνωμοσύνης (άρ. 178 περ. γ' ΚΠΔ) και δη των από 15-9-2008 και από 9-1-2009 αναγνωσθεισών εκθέσεων ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του νευρολόγου ψυχιάτρου Ι. Π. και του ψυχιάτρου Ι. Ν. , από τη μη ειδική αναφορά αυτών στο προοίμιο του αιτιολογικού, αφού στο προπαρατεθέν αιτιολογικό γίνεται εκτενής και σαφής αναφορά στις δύο αυτές εκθέσεις και στα πορίσματα αυτών, ε) δεν υπάρχει αβεβαιότητα ή αμφιβολία ότι συνεκτιμήθηκε από δικαστήριο, σύμφωνα με την αρχή της ηθικής αποδείξεως, όπως ορίζεται από το άρθρο 177 του ΚΠΔ, και η αναγνωσθείσα με αρ. 494/19-3-2009 τοξικολογική έκθεση του εργαστηρίου Ιατροδικαστών Επιστημών Μονάδας Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, έγγραφο που εκδόθηκε μετά από αίτηση του κατηγορουμένου, της οποίας και τα υπέρ της τοξικομανίας του κατηγορουμένου πορίσματα αιτιολογημένα αντικρούονται στις σελίδες 39-41 του αιτιολογικού, στ) από το γεγονός ότι κατ'άρθρο 30 παρ.2, 3 του ΚΝΝ, ορίζεται ότι "η συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων της προηγούμενης παραγράφου (τοξικομανίας) στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ή καταδίκου διαπιστώνεται από το δικαστήριο... ο ενεργών την προανάκριση ή την κυρία ανάκριση διατάσσει υποχρεωτικά την άμεση διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, εάν υποβληθεί ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι είναι τοξικομανής, εντός 24 ωρών από τη σύλληψή του ή κατά την αρχική απολογία του . . Οι πραγματογνώμονες εξετάζουν τον κατηγορούμενο αμέσως μόλις τους γνωστοποιηθεί η σχετική παραγγελία και σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός 48 ωρών, συντάσσουν δε και υποβάλλουν την έκθεσή τους όσο το δυνατόν ταχύτερα.. ." και από τη μη τήρηση της διαδικασίας αυτής αναφορικά με το χρόνο διεξαγωγής και σύμφωνα με τις διατυπώσεις που ορίζει σχετική κοινή Υπουργική Απόφαση Υπουργών Υγείας, Κοινωνικής Πρόνοιας και Δικαιοσύνης (3982 - 3984/7-10-1987) της προαναφερθείσας δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του νευρολόγου ψυχιάτρου Ι. Π. , δεν επήλθεν καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού από τις παραπάνω διατάξεις δεν προβλέπεται καμία τέτοια ακυρότητα και δη απόλυτη ως κύρωση παράβασης της διαδικασίας αυτής, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων (ΑΠ 1336/2009).
Επομένως όλοι οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, για έλλειψη της επιβαλλομένης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ.1 του ΠΚ, που προβλέπει την αναδρομική ισχύ του ηπιότερου νόμου όταν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, ως ηπιότερος νόμος θεωρείται εκείνος ο οποίος, όπως ίσχυσε, περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή με την εφαρμογή, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επέρχεται ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά απ' αυτές. Εάν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά ο νεότερος επιεικέστερος.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 και 2 του ν.1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 και κωδικοποιήθηκε δια ν. 3459/2006 (20 παρ.1, 2 ΚΝΝ), για την οποία διώχθηκε και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, για αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών ιδίας ποσότητας ινδικής κάνναβης και κοκαϊνης, με χρόνο τελέσεως της παράβασης, από 19-7-2008 έως 9-8-2008, ορίζεται ότι: παρ.1. "Με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2.900) μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ τιμωρείται όποιος α)...β) πωλεί, αγοράζει ... γ) .. δ)... ε)... στ).., ζ) κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο .... κ.λπ", παρ.2. "Αν η πράξη έχει τελεστεί με περισσότερους τρόπους από τους προβλεπόμενους στην προηγούμενη παράγραφο, αφορά όμως την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, στον υπαίτιο επιβάλλεται μία μόνο ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική δράση του". Με το νεότερο νόμο 4139/20-3-2013, ορίζονται σχετικά τα παρακάτω στο αντίστοιχο άρθρο αυτού 20. "Διακίνηση ναρκωτικών. 1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. 2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και ιδίως η εισαγωγή, η εξαγωγή, η διαμετακόμιση, η πώληση, η αγορά, η προσφορά, η διανομή, η διάθεση, η αποστολή, η παράδοση, η αποθήκευση, η παρακατάθεση, η παρασκευή, η κατοχή, η μεταφορά, η νόθευση, η πώληση νοθευμένων ειδών μονοπωλίου ναρκωτικών ουσιών, η καλλιέργεια ή η συγκομιδή οποιουδήποτε φυτού του γένους της κάνναβης, του φυτού της μήκωνος της υπνοφόρου, οποιουδήποτε είδους φυτού του γένους ερυθρόξυλου, καθώς και οποιουδήποτε άλλου φυτού από το οποίο παράγονται ναρκωτικές ουσίες, η παραγωγή και η εκχύλιση ναρκωτικών ουσιών, η χορήγηση ουσιών για υποκατάσταση της εξάρτησης κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων, η διεύθυνση καταστήματος στο οποίο γίνεται εν γνώσει του δράστη συστηματική διακίνηση ναρκωτικών, η χρηματοδότηση, η οργάνωση ή η διεύθυνση δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, η νόθευση ή η κατάρτιση ή η χρησιμοποίηση πλαστής ιατρικής συνταγής για τη χορήγηση ναρκωτικών με σκοπό τη διακίνηση τους, καθώς και η μεσολάβηση σε κάποια από τις πράξεις αυτές. 3. Αν περισσότερες πράξεις διακίνησης αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών συντρέχει μόνο ένα έγκλημα διακίνησης. Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των επί μέρους πράξεων διακίνησης, το είδος, η συνολική ποσότητα και η καθαρότητα του ναρκωτικού, καθώς και η βαρύτητα των σχετικών επιπτώσεων στην υγεία".
Από τη σύγκριση των παραπάνω περισσοτέρων διατάξεων, του άρ. 20 του ΚΝΝ και του νέου άρ.20 του μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ισχύσαντος νέου Ν. 4139/20-3-2013, στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά απ' αυτές, για επιβολή μίας ποινής για τη διακίνηση ναρκωτικών και την προσθήκη με το νεότερο νόμο, εκτός από τη συνολική εγκληματική δράση του καταδικασθέντος για περισσότερες της μίας μορφές διακίνησης ναρκωτικών και νέων κριτηρίων κατά την επιμέτρηση της μίας ποινής που θα επιβληθεί (όπως ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη επί πλέον το είδος, η συνολική ποσότητα και η καθαρότητα του ναρκωτικού, καθώς και η βαρύτητα των σχετικών επιπτώσεων στην υγεία) και από την πρόβλεψη με το νέο νόμο μικρότερου κατώτερου ορίου κάθειρξης οκτώ ετών, ενώ ο προηγούμενος και εφαρμοσθείς Ν.3459/2006(άρ.20 παρ.1), προέβλεπε κατώτερο όριο κάθειρξης δέκα ετών, συνάγεται ότι συντρέχει περίπτωση επιεικέστερου και ελαφρότερου νεότερου νόμου, που πρέπει να εφαρμοσθεί από τον Άρειο Πάγο και κατ'αυτεπάγγελτο έρευνα, κατά τα άρθρα 2 ΠΚ και 511 εδάφ. γ του ΚΠΔ και να αναιρεθεί η διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης περί επιβολής στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο μίας ποινής κάθειρξης δώδεκα ετών, σύμφωνα και με συναφή βάσιμο ισχυρισμό του κατηγορουμένου, που ανέπτυξε προφορικά ο συνήγορός του στο ακροατήριο, αλλά και με το κατατεθέν Υπόμνημά του, ώστε να επιμετρηθεί εκ νέου η αρμόζουσα και επιβλητέα σε αυτόν μία ποινή. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή μόνο ως προς τη διάταξη αυτής περί ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος τούτο, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, γιατί είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. (άρθρο 519 ΚΠΔ). Τέλος, πρέπει να απορριφθεί κατά τα λοιπά η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει τη με αρ. 697/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, μόνο κατά τη διάταξη αυτής περί επιβολής ποινής στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο S. L. του L. .
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 27-9-2012 αίτηση - δήλωση του S. L. του L. , για αναίρεση της με αρ. 697/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Νοεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ