Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1525 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Δικαστηρίου σύνθεση.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια με ενέργεια και δια παραλείψεως κατά παραυτουργία. Δεν συνιστά κακή σύνθεση του Δικαστηρίου και δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η παράλειψη αναφοράς στη σύνθεση του δικαστηρίου ότι η προεδρεύουσα εφέτης, λόγω κωλύματος των Προέδρων Εφετών, είναι και η αρχαιότερη των υπηρετούντων στο δικαστήριο δικαστών. Δεν αποτελεί έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, η μη αναφορά της διατάξεως νόμου, από την οποία προκύπτει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς αποτροπή του επελθόντος αποτελέσματος όταν αναφέρεται το περιεχόμενο του κανόνος αυτού. Απορρίπτει λόγους της αιτήσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και αιτήσεις αναιρέσεως στο σύνολο τους.




Αριθμός 1525/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
των αναιρεσείοντων-κατηγορουμένων: 1)Χ1 και 2)Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Βέρρα, για αναίρεση της 1672/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιανουαρίου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 357/2010.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσείοντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης του Χ1 και να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης του Χ2.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες από 26-1-2010 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: α)Χ1 και β)Χ2 κατά της υπ'αριθμ.1672/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν.
Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, η οποία ορίζει ότι, όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μη καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του όρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαίτιου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος, απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται από ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, με την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύε" τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 1672/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέσθηκε με παράλειψη και τους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δέκαπεντε (15) και δέκα (10) μηνών αντίστοιχα, η εκτέλεση των οποίων μετατράπηκε σε χρηματική και ορίστηκε προς τέσσερα και σαράντα (4,40) ευρώ, για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Στις 8-11-2002 στο ... ο δεύτερος κατηγορούμενος ως εργολάβος εκτελούσε χωματουργικές εργασίες ( εκσκαφή και μεταφορά χώματος ) σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του με τη χρήση ενός εκσκαφέα τύπου ΖΕΡΕLΙΝ που οδηγούσε ο ίδιος και ενός φορτηγού εργοστασίου κατασκευής SΤΑΥΕR που οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος. Ο θανών Αλβανικής υπηκοότητας απασχολείτο ως εργάτης προσληφθείς από τον δεύτερο κατηγορούμενο για να βοηθά στις διενεργούμενες χωματουργικές εργασίες, ενώ μεταξύ των καθηκόντων του ήταν να "κουμαντάρει" τα δυο ως άνω φορτηγά κατά τη φόρτωση τους. Συγκεκριμένα την παραπάνω ημερομηνία ο θανών καθοδηγούσε τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1 που οδηγούσε το με αρ. κυκλοφορίας ... φορτηγό αυτοκίνητο κατά τη διάρκεια οπισθοπορείας του, με σκοπό να πλησιάσει τον παραπάνω εκσκαφέα ώστε αυτός να φορτώσει το φορτηγό με χώματα. Την στιγμή αυτή ο αλλοδαπός τραυματίστηκε θανάσιμα, αφού δέχτηκε σφοδρό κτύπημα από το πίσω μέρος της καρότσας του φορτηγού που οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος, εκτινάχτηκε και χτύπησε πάνω στην περιστρεφόμενη βάση του εκσκαφέα όπου βρέθηκαν κηλίδες αίματος. Υπαίτιοι του θανάσιμου τραυματισμού του παραπάνω είναι και οι δυο κατηγορούμενοι, καθόσον α) ο πρώτος κατηγορούμενος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει επέφερε τον θάνατο του Δ, Αλβανού υπηκόου, καθόσον στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο οδηγώντας το με αρ. ... φορτηγό αυτοκίνητο δεν επέδειξε σύνεση-, κατά την οδήγηση και δεν είχε τεταμένη την προσοχή του, όπως είχε υποχρέωση, με αποτέλεσμα, εκτελώντας οπισθοπορεία, για να λάβει θέση κοντά στον εκσκαφέα που χειριζόταν ο δεύτερος, ο οποίος ήταν ακινητοποιημένος αυτή την στιγμή, δεν αντελήφθη, ως όφειλε, τον παραπάνω θανόντα, ο οποίος ευρίσκετο εκεί και τον καθοδηγούσε, για να προσεγγίσει τον εκσκαφέα, προκειμένου να φορτώσει τα χώματα, τον κτύπησε με το πίσω αριστερό τμήμα της καρότσας, ο οποίος στη συνέχεια εκτινάχτηκε, πέφτοντας πάνω στην περιστρεφόμενη βάση του εκσκαφέα όπου βρέθηκαν κηλίδες αίματος και στη συνέχεια στο έδαφος σε χώρο ανάμεσα στο φορτηγό και τον εκσκαφέα, προκαλώντας του βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση από την οποία και μόνον επήλθε ο θάνατος του. β) Ο δεύτερος κατηγορούμενος από αμέλεια δηλ έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν απέτρεψε το αποτέλεσμα, παρά το ότι είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς τούτο και έτσι επέφερε τον θάνατο άλλου και συγκεκριμένα στον ως άνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, αν και απασχολούσε τον εργάτη Δ στην εκτέλεση χωματουργικών εργασιών, οι οποίες γινόταν για λογαριασμό του, και ήταν υποχρεωμένος από το νόμο να χορηγήσει σ' αυτόν κράνος της κεφαλής δεν του χορήγησε τέτοιο και έτσι δεν απέτρεψε την επέλευση του θανάτου του παραπάνω από την κρανιοεγκεφαλική κάκωση, που του προκάλεσε από αμέλεια του ο πρώτος κατηγορούμενος κατά την οδήγηση του με αρ. ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, από το οποίο επήλθε ο θάνατος του.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχτούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι." Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε ένοχους τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες της άνω αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια με ενέργεια και δια παραλείψεως κατά παραυτουργία και ειδικότερα, του ότι: "Στο ... στις 8-11-2002: Α. Ο πρώτος κατηγορούμενος από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, επέφερε το θάνατο άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και συγκεκριμένα, στον ως άνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, οδηγώντας το υπ' αριθμ.κυκλ.... φορτηγό IX αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δευτέρου, δεν επέδειξε σύνεση κατά την οδήγηση και δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ως υποχρεούτο, με αποτέλεσμα, εκτελώντας οπισθοπορεία, για να λάβει θέση κοντά στον εκσκαφέα που χειριζόταν ο δεύτερος ως άνω για τη φόρτωση χωμάτων, να επιπέσει στον ευρισκόμενο μεταξύ του φορτηγού και του εκσκαφέα εργάτη Δ, ο οποίος βρισκόταν εκεί, για να καθοδηγεί το φορτηγό στην προσέγγιση του εκσκαφέα για τη φόρτωση και χτυπώντας αυτόν με το πίσω μέρος του φορτηγού στο κεφάλι να του προκαλέσει βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, από την οποία επήλθε ο θάνατος αυτού. Β. Ο δεύτερος εκ των κατηγορουμένων από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν απέτρεψε την επέλευση του αποτελέσματος, παρά το ότι είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς τούτο και έτσι επέφερε το θάνατο άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, και συγκεκριμένα, στον ως άνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, αν και απασχολούσε τον εργάτη Δ στην εκτέλεση έργου χωματουργικών εργασιών, το οποίο γινόταν για λογαριασμό του, και ήταν υποχρεωμένος από το νόμο να χορηγήσει σ' αυτόν κράνος προστασίας της κεφαλής, δεν του χορήγησε τέτοιο και έτσι δεν απέτρεψε την επέλευση του αποτελέσματος του θανάτου του παραπάνω από την κρανιοεγκεφαλική κάκωση που του προκάλεσε το χτύπημα του ως άνω φορτηγού στο κεφάλι." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε κάθε αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 15, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 302 ΠΚ και άρθρο 103 του ΠΔ 1073/1981 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 1672/2009 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα-εκπρ/κανοι κατηγορούμενοι), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας:1)Α1, 2)Α2 και 3)Α3 Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καθένας από αυτούς καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων και συγκεκριμένα, ότι: 1)η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί λόγω κακής σύνθεσης του άνω Δικαστηρίου, διότι "της συνθέσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κρήτης, της συνεδρίασης της 27/11/2009 προέδρευσε η Εφέτης ..., ως προκύπτει |από την πρώτη σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης. Όμως ουδόλως αναφέρεται στο έμπροσθεν μέρος του σώματος της εν λόγω απόφασής ότι η ως άνω προεδρεύουσα ήταν η αρχαιότερη Εφέτης μεταξύ των υπηρετούντων την ημεροχρονολογία εκείνη (27/11/2009) στο Εφετείο Κρήτης και ούτε βεβαίως μνημονεύεται η απόφαση (πράξη) της γενομένης, ως προκύπτει, αναπλήρωσης λόγω κωλύματος των Προέδρων Εφετών που υπηρετούσαν τον κρίσιμο χρόνο (27/11/2009) στο Εφετείο Κρήτης. Η μη αναφορά των δύο παραπάνω στοιχείων επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω κακής συνθέσεως, κατ' άρθρο 171 παρ. 1α, άρθρο 172 ΚΟΔ ΚΔΑ 510 περ. 1α ", όπως ακριβώς εκθέτουν.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 510 παρ.1 στοιχ.Α' σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 Α του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως ο οποίος λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον ’ρειο Πάγο, συνιστά και η απόλυτη ακυρότητα που έλαβε χώρα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο ένεκα μη τηρήσεως των διατάξεων οι οποίες καθορίζουν την σύνθεση του δικαστηρίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 δ' του ν. 1756/1988, όπως τροποποιηθείς ισχύει, το Τριμελές Εφετείο, συγκροτείται από Πρόεδρο Εφετών και δύο εφέτες και κατά την παρ· 3 του ίδιου άρθρου, κατά τις συνεδριάσεις των πολυμελών δικαστηρίων προεδρεύει ο ανώτερος κατά βαθμόν ή, αν δεν υπάρχει ή κωλύεται, ο αρχαιότερος δικαστής. Εξ άλλου, με το άρθρο 5 του ίδιου Κώδικα, προβλέπεται η αναπλήρωση των δικαστών, αν δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται, η οποία γίνεται με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, και δη αναπληρώνεται ο πρόεδρος πολυμελούς δικαστηρίου από άλλο δικαστή της ίδιας σύνθεσης ή του ίδιου δικαστηρίου (παρ. 1β'α'). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι κατά τις συνεδριάσεις των πολυμελών, πολιτικών και ποινικών, δικαστηρίων, εάν οι συνθέσεις τους δεν ορίζονται με κλήρωση, οπότε έχει εφαρμογή το άρθρο 17 του ίδιου Κώδικα, ο πρόεδρος αναπληρώνεται από τον αρχαιότερο δικαστή και αυτός κωλυόμενος από τον αμέσως νεώτερο, η αναπλήρωση δε αυτή είναι θέμα εσωτερικής υπηρεσίας του δικαστηρίου και γίνεται αμέσως μόλις εμφανισθεί το κώλυμα, χωρίς έκδοση σχετικής πράξεως και χωρίς να είναι αναγκαίο, για την εγκυρότητα των πράξεων του αναπληρωτή, να μνημονεύεται σε αυτές ότι ενεργεί λόγω κωλύματος εκείνου, που διευθύνει το δικαστήριο, καθόσον ο νόμος δεν αξιώνει κάτι τέτοιο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, που την εξέδωσε συγκροτήθηκε από τους α)Θεονύμφη Λυράκη, Προεδρεύουσα Εφέτης λόγω κωλύματος των Προέδρων β) Παναγιώτη Βενιζελέα, και γ) Κωνσταντίνα Ράπτη, Εφέτες. Η σύνθεση αυτή καταρτίσθηκε νόμιμα, κατά τα προεκτεθέντα, και η προβαλλόμενη με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αιτίαση για κακή σύνθεση του δικαστηρίου, καθόσον δεν μνημονεύεται στα πρακτικά αυτά ότι δεν υπήρχαν ή κωλύονταν οι Εφέτες οι οποίοι ήσαν αρχαιότεροι της Προεδρεύουσας, αν και τέτοιοι αρχαιότεροι δικαστές υπηρετούσαν στο Εφετείο Κρήτης, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Και 2)Η ίδια απόφαση είναι επίσης αναιρετέα και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι "η αναφορά της προσβαλλόμενης και σχετικά με τη συνδρομή της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του β' από εμάς προς αποτροπή του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος δεν αναφέρει τη διάταξη του νόμου από την οποία προκύπτει, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, η υποτιθέμενη ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς ενέργεια και αποτροπή του επελθόντος αποτελέσματος του β' από εμάς. Επομένως στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 139.Κ.Π.Δ. και 93 Σ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και καθίσταται αναιρετέα σύμφωνα με το άρθρο 510 1δ Κ.Π.Δ." όπως ακριβώς στην αίτηση εκτίθεται. Αβάσιμα όμως, διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στο σκεπτικό της που αλληλοσυμπληρώνεται με το διατακτικό, αναφέρει με σαφήνεια το περιεχόμενο του κανόνα αυτού, που είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ο κατηγορούμενος αυτός, προς αποτροπή του επελθόντος αποτελέσματος (θάνατος θύματος) και συγκεκριμένα, ότι "αν και απασχολούσε τον εργάτη(θύμα) στην εκτέλεση χωματουργικών εργασιών, οι οποίες γίνονταν για λογαριασμό του και ήταν υποχρεωμένος από το νόμο να χορηγήσει σ'αυτόν κράνος της κεφαλής, δεν του χορήγησε τέτοιο και έτσι, δεν απέτρεψε την επέλευση του θανάτου του παραπάνω από την κρανιοεγκεφαλική κάκωση, που του προκάλεσε από αμέλειά του ο πρώτος κατηγορούμενος....". Εξάλλου, μετά το διατακτικό και πριν από την επιβολή της ποινής, η ίδια απόφαση αναφέρει: "Η πράξη για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων....15...26 παρ.1, 28 παρ.1....302 ΠΚ και το άρθρο 103 ΠΔ 1073/1981". Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της απόλυτης ακυρότητας, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και ο κατ'άρθρο 511 ΚΠΚ αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενος, εφόσον οι αιτήσεις κρίθηκαν παραδεκτές και εμφανίστηκαν εκείνοι που τις άσκησαν, λόγος του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του αυτού Κώδικα της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26 Ιανουαρίου 2010 (υπ αριθμ.πρωτ.744/1-2-10 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση των : α)Χ1 και β)Χ2, για αναίρεση της με αριθμό 1672/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Και

Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή