Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1335 / 2013    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή, Ποινής μετατροπή.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση άρθρου 1 παρ.5α ν. 2801/2000. Ορθώς λήφθηκαν υπόψη έγγραφα που αναφέρονταν στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης ως αναγνωσθέντα, καθώς και έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου προέκυπτε από άλλο. Όχι απόλυτη ακυρότητα. Υπέρβαση εξουσίας γιατί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο α) χειροτέρευσε τη θέση του κατηγορουμένου, γιατί δεν μετέτρεψε σε χρηματική την ποινή φυλακίσεως, η οποία είχε μετατραπεί πρωτοδίκως και β) δεν έλεγξε αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναστολής εκτελέσεως της ποινής, η οποία δεν υπερέβαινε τα 3 έτη (αρθρ. 99 παρ.1 εδ. α' Π.Κ.). Αναίρεση ως προς τη διάταξη περί μη μετατροπής της ποινής και παραπομπή. Απόρριψη αιτήσεως, κατά τα λοιπά.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1335/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μποροδήμου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα- κατηγορουμένου Η. Χ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γιαννίδη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 18939/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουνίου 2013 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 795/2013.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. β' του ΚΠοινΔ, σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν και κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 18939/2013 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα παραβάσεως του άρθρου 1 παρ. 5α του ν. 2801/2000 και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Από την επισκόπηση των πρακτικών της αποφάσεως αυτής προκύπτει ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε αποδεικτικώς και τα ακόλουθα έγγραφα: α) τη φωτογραφία (1) που περιέχεται στην τεχνική έκθεση της ΕΕΤΤ που συντάχθηκε στις 26/1/2006 (παράρτημα Α), β) την τεχνική έκθεση της ΕΕΤΤ που συντάχθηκε στις 26/1/2006 (παράρτημα Α), γ) την με αριθμό 505/111/23.12.2008 απόφαση της ΕΕΤΤ και δ) το με αριθμό πρωτ. 9820/φ506/2.2.2006 έγγραφο της ίδιας ως άνω Επιτροπής. Όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά προκύπτει ότι στην δευτεροβάθμια δίκη αναγνώσθηκαν η πρωτόδικη 58967/2011 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και τα πρακτικά της, από τα οποία αποδεικνύεται ότι στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων περιλαμβάνονται με τους αύξ. αριθ. 2, 3 και 4 η από 26.1.2006 έκθεση αυτοψίας, η υπ' αριθ. 505/111/23.12.2008 απόφαση και το υπ' αριθ. πρωτ. 3820/φ506/2.2.2006 έγγραφο ΕΕΤΤ. Όπως δε προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, το με αύξ. αριθ. 2 έγγραφο (έκθεση αυτοψίας) αφορά την τεχνική έκθεση της ΕΕΤΤ, από την οποία προκύπτει το περιεχόμενο της φωτογραφίας (1), ενώ το με αύξ. αριθ. 4 από φανερή παραδρομή αναγράφεται (χειρογράφως) στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως με αριθμό 9820 (αντί του ορθού 3820). Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, τα ως άνω έγγραφα (από το πρώτο από τα οποία προκύπτει το περιεχόμενο της φωτογραφίας), ως αναφερόμενα στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, θεωρούνται ότι αναγνώσθηκαν και παραδεκτά λήφθηκαν υπόψη και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η άνω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
Υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, συντρέχει και όταν το δικαστήριο άσκησε εξουσία που δεν του παρέχεται από το νόμο. Αυτό συμβαίνει και όταν το επί της εφέσεως του καταδικασθέντος δικάσαν δικαστήριο χειροτέρευσε, παρά την απαγόρευση του άρθρου 470 του ΚΠοινΔ, τη θέση αυτού, τέτοια δε χειροτέρευση της θέσεως του τελευταίου επέρχεται και όταν το Εφετείο δεν μετέτρεψε ποινή στερητική της ελευθερίας, η οποία, πρωτοδίκως, είχε μετατραπεί σε χρηματική.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της πρωτόδικης αποφάσεως, προκύπτει ότι στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο είχε επιβληθεί πρωτοδίκως ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική προς 5 ευρώ ημερησίως, και χρηματική δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Το δε δευτεροβάθμιο δικαστήριο επέβαλε την ίδια ποινή, αλλά χωρίς να προβεί σε μετατροπή της ποινής φυλακίσεως. Μάλιστα, διέγραψε το έντυπο τμήμα των πρακτικών, που αφορά στη μετατροπή. Έτσι, όμως, χειροτέρευσε τη θέση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, υπερβαίνοντας την εξουσία του, και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 εδ. α του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3904/2010, "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο, με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, εφόσον η επιβληθείσα στον κατηγορούμενο ποινή είναι μικρότερη των τριών ετών, έχει υποχρέωση να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του, διαφορετικά ιδρύεται, από την έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, πέραν του ότι υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του, από την οποία ιδρύεται και ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, πέραν του ότι, κατά τα ανωτέρω, δεν μετέτρεψε σε χρηματική την επιβληθείσα στον αναιρεσείοντα ποινή φυλακίσεως των δώδεκα (12) μηνών, ήτοι μικρότερη των τριών ετών, δεν έλεγξε αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναστολής εκτελέσεως της ποινής και, έτσι, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, όπως βάσιμα προβάλει ο αναιρεσείων με τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, κατά παραδοχήν του πρώτου, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς τη διάταξή της περί μη μετατροπής της ποινής που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, να παραπεμφθεί δε, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠοινΔ, η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να κρίνει αν συντρέχουν οι όροι της αναστολής της ως άνω ποινής φυλακίσεως, που έχει επιβληθεί στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, και, αναλόγως προς τη σχετική κρίση του, είτε να προχωρήσει στην αναστολή εκτελέσεως της ποινής φυλακίσεως των 12 μηνών είτε να αποφανθεί ότι δεν συντρέχουν οι όροι αναστολής, οπότε αυτή θα πρέπει να μετατραπεί προς ποσό όχι μεγαλύτερο των 5 ευρώ ημερησίως, που είχε μετατραπεί πρωτοδίκως, να απορριφθεί δε η αίτηση κατά τα λοιπά.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την 18939/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και δη ως προς τη διάταξη περί μη μετατροπής της ποινής φυλακίσεως των δώδεκα (12) μηνών που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, την από 21 Ιουνίου 2013 (με αριθ. πρωτ. 4699/2013) αίτηση του Η. Χ. του Δ., για αναίρεση της άνω αποφάσεως.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ