Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 120 / 2010    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ηθική αυτουργία, Ψευδορκία μάρτυρα, Πλάνη πραγματική.




Περίληψη:
Ψευδορκία μάρτυρος και ηθική αυτουργία σ' αυτή. Έννοια στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως (ΑΠ 2005/2009, ΑΠ 758/2007). Αιτιολογία αποφάσεως. Πότε είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς όπως και ο περί πραγματικής πλάνης. Τι πρέπει να διαλαμβάνει για να είναι πλήρης ως προς ηθικό αυτουργό (ΑΠ 202/ 2008). Ψευδορκία σε ένορκη βεβαίωση. Πρέπει στην απόφαση να αναφέρεται η νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου με επιμέλεια του οποίου έχει ληφθεί η βεβαίωση, ελλείψει της οποίας η ένορκη βεβαίωση είναι ανυπόστατη ως αποδεικτικό (ΑΠ 758/2007) εκτός αν πρόκειται για διαδικασία στην οποία εκτιμάται ως αποδεικτικό μέσο προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, παρότι λήφθηκε χωρίς να κλητευθεί ο αντίδικος, όπως είναι εκείνη των ασφαλιστικών μέτρων (ΑΠ 1633/2002). Πραγματική πλάνη. Έννοια. Στοιχεία. Αποτελέσματα του ισχυρισμού (ΑΠ 207/2007). Απορρίπτει αίτηση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 120/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σεντεμέντε, περί αναιρέσεως της 2412α και 3056/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με συγκατηγορούμενο τον Ζ.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1, 2. Ψ2 συζ. Ψ1, κάτοικους ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιλτιάδη Κάϊλα.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Μαΐου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 842/2009.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που παραστάθηκαν, οι οποίοι ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 224 παρ. 2 Π.Κ. με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή. Από την ίδια διάταξη προκύπτει επίσης ότι η αρμοδιότητα της αρχής, ενώπιον της οποίας δίδεται η κατάθεση, αποτελεί συστατικό όρο του εγκλήματος της ψευδορκίας, θεωρείται δε και ως αρμόδια αρχή εκείνη ενώπιον της οποίας είναι δυνατόν, κατά διάταξη νόμου, να γίνει ένορκη κατάθεση κάποιου, η οποία να μπορεί στη συνέχεια να ληφθεί υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από Αρχή, που είναι και αυτή αρμόδια προς διάγνωση κάποιας διαφοράς. Εξάλλου, οι συμβολαιογράφοι είναι αρμόδιοι για τη λήψη ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων, κατά τον Κώδικα συμβολαιογράφων (άρθρο 1 παρ. 1 εδ. δ' του Ν.670/1977, ήδη άρθρο 1 παρ. 1 εδ. ε' του Ν.2830/2000), εφόσον αυτές πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως σε δίκη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, οπότε, αν τα βεβαιούμενα σε αυτές είναι ψευδή, πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος. Πρέπει, όμως, για να μπορούν να ληφθούν υπόψη ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο, να έχει προηγηθεί, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που είχε την επιμέλεια της καταθέσεως, διότι διαφορετικά δεν αποτελούν νόμιμο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα για όσα περιστατικά περιέχονται σ' αυτές. Περαιτέρω, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για ψευδορκία μάρτυρα αποφάσεως, αν πρόκειται για ένορκη βεβαίωση του δράστη, πρέπει να αναφέρεται σ' αυτήν, εκτός άλλων, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας ότι η ένορκη βεβαίωση έχει ληφθεί μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου, με επιμέλεια του οποίου έχει ληφθεί η ένορκη βεβαίωση. Διαφορετικά, η απόφαση στερείται της απαιτούμενης κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δημιουργείται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 1301/2008, και ΑΠ 758/2007). Τα ανωτέρω δεν ισχύουν όμως όταν η ένορκη βεβαίωση λήφθηκε για να χρησιμοποιηθεί σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων στην οποία δεν προβλέπεται, όπως στην τακτική διαδικασία (άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ) ή στις ειδικές διαδικασίες (άρθρα 650 παρ. 1, 671 παρ. 1, 681 Α και 681 Β ΚΠολΔ), το αποδεικτικό μέσο των ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, αλλά ισχύουν ιδιαίτεροι κανόνες ως προς την απόδειξη, την συγκέντρωση των αποδεικτικών μέσων και την εν γένει διαδικασία συζητήσεως της αιτήσεως (ΚΠολΔ 690 και 691).
Συνεπώς στη δίκη ασφαλιστικών μέτρων, στην οποία λαμβάνονται υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που είχε την επιμέλεια της καταθέσεως, συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, με αποτέλεσμα να μη απαιτείται η απόφαση που δέχεται τέλεση του αδικήματος της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία που τελέσθηκε από τον αυτουργό με ένορκη βεβαίωση ενώπιον συμβολαιογράφου που χρησιμοποιήθηκε σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, να εκθέτει, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αν η ένορκη βεβαίωση του αυτουργού της ψευδορκίας είχε ληφθεί μετά προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που είχε την επιμέλεια της λήψεως αυτής (ΑΠ 1633/2002). Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο δέχθηκε ότι η ... ένορκη βεβαίωση που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ... με την οποία ο κατηγορούμενος Ζ, που δεν άσκησε αναίρεση, τέλεσε την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, για την οποία και τον κήρυξε ένοχο, χρησιμοποιήθηκε σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου μεταξύ της αναιρεσείουσας και των τέκνων της, οι οποίοι και την προσκόμισαν και των πολιτικώς εναγόντων και συνεπώς δεν χρειαζόταν για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρεται στην απόφαση αν είχε προηγηθεί κλήτευση νόμιμα και εμπρόθεσμα των ως άνω αντιδίκων της αναιρεσείουσας. Παρόλα αυτά όμως το Δικαστήριο αναφέρει, ορθώς, ότι η ένορκη αυτή βεβαίωση μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ακόμη και αν δεν είχαν κλητευθεί οι αντίδικοι, διότι χρησιμοποιήθηκε σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη για έλλειψη αιτιολογίας ως προς το ζήτημα αυτό τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος. Εξ άλλου, στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη από τα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Ειδικώς, για το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της ηθικής αυτουργίας, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τετελεσμένου ή σε απόπειρα, στο οποίο παρακινεί ο ηθικός αυτουργός το φυσικό αυτουργό και εξυπακούεται ότι υπάρχει στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος απαιτεί στην συγκεκριμένη ως πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως της πράξεως τον άμεσο δόλο.
Στην κρινόμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση, μετά από αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που κατ είδος αναφέρει, αφού εκθέτει όλο το ιστορικό της αντιδικίας μεταξύ της αναιρεσείουσας και των τέκνων της ... αφενός και των πολιτικώς εναγόντων Ψ1 και Ψ2 αφετέρου, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, σε σχέση με την πράξη της ψευδορκίας του αυτουργού και μη αναιρεσείοντος Ζ τα ακόλουθα ουσιωδώς πραγματικά περιστατικά: Στα πλαίσια της αντιδικίας μεταξύ των ανωτέρω διαδίκων που είχε ως αντικείμενο αν εδαφική λωρίδα 89,20 τ.μ. που παρεμβαλλόταν μεταξύ των ιδιοκτησιών των αποτελούσε τμήμα της ιδιοκτησίας των πολιτικώς εναγόντων ή κοινόχρηστη έκταση που ανήκε στην χρήση όλων των γειτονικών ιδιοκτησιών, η αναιρεσείουσα και τα τέκνα της άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων προστασίας της οιονεί νομής τους διέλευσης από την επίδικη ως άνω εδαφική λωρίδα. Ενόψει της συζητήσεως της αίτησης αυτής ο Ζ εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ... και συντάχθηκε η ... ένορκη βεβαίωση που χρησιμοποιήθηκε ως αποδεικτικό μέσο της αναιρεσείουσας και των τέκνων της στην δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, στην οποία εκδόθηκε η ...απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, που διορθώθηκε με την ...απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση ως βάσιμη, διότι πιθανολογήθηκε η μακροχρόνια χρήση της εδαφικής λωρίδας -παρόδου από τους αιτούντες χωρίς διαμαρτυρία των καθών πολιτικώς εναγόντων. Επί της εφέσεως που άσκησαν οι τελευταίοι εκδόθηκε η ... απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που την απέρριψε. Στην ένορκη αυτή βεβαίωση ο Ζ κατέθεσε, εκτός των αληθών περιστατικών που αναφέρονται στο σκεπτικό και τα ακόλουθα ψευδή: Με την υπ' αριθμ. ... πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών ... ρυθμίστηκαν τα οικόπεδα των Κ και Π μετά των άλλων της όλης εκτάσεως και ότι στο σημείο που συναντάται με το ακίνητο της Χ στη δυτική πλευρά, αφέθηκε δρόμος πλάτους 7,55 μέτρων, για να χρησιμεύσει ως δρόμος επικοινωνίας όλων των ιδιοκτησιών και την εξυπηρέτηση των οικοδομών που επρόκειτο να ανεγερθούν και αποτελούσε κοινόχρηστη οδό, ότι τα σχηματισθέντα οικόπεδα της ιδιοκτησίας Κ και Π ήσαν εννέα (9) και στο ως άνω σχεδιάγραμμα του ... διευκρινίζεται ότι από όλα τα οικόπεδα αφέθηκε λωρίδα για τον σχηματισμό οδού, η οποία ονομάσθηκε κοινόχρηστη, ότι στο ακίνητο των Ψ1 και Ψ2 φαίνεται ότι λωρίδα από μέτρα τετραγωνικά 89,20 αφέθηκε για την κοινόχρηστη οδό και δεν αποτελεί ιδιοκτησία τους. Και ναι μεν στα συμβόλαιο και σχεδιάγραμμα αναφέρεται ότι η οδός αυτή αφέθη για την εξυπηρέτηση των εννέα (9) οικοπέδων, αλλά αυτό εγένετο γιατί δεν είχαμε συμβληθεί με τους άλλους παρόδιους γείτονες, οι οποίοι δικαιούνται να διέρχονται από την οδό αυτή, αφού είναι κοινόχρηστη και ότι από τότε η οδός αυτή χρησιμοποιείται από όλους τους όμορους ιδιοκτήτες και μάλιστα ασφαλτοστρώθηκε από τον ... και χωρίς καμιά αμφιβολία αποτελεί κοινόχρηστη οδός .... Ο μάρτυρας 1ος κατηγορούμενος στη δίκη γνώριζε την αναλήθεια των όσων κατέθεσε και δη ότι το επίδικο τμήμα δεν ήταν κοινόχρηστο αλλά αφέθηκε μόνον για την εξυπηρέτηση των 7 και 9 καθέτων ιδιοκτησιών του μεγαλύτερου οικοπέδου των δικαιοπαρόχων των πολιτικώς εναγόντων προκειμένου να έχουν πρόσβαση στην εγκεκριμένη δημοτική οδό ..., αφού κατά την υπογραφή του ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, με το οποίο μεταβιβάσθηκε το υπ αριθ. 5 τμήμα (κάθετος ιδιοκτησία) στους μηνυτές - πολιτικώς - ενάγοντες, τμήμα της οποίας αποτελούσε η επίδικη εδαφική λωρίδα, αυτός παρέστη ως εκπρόσωπος των πωλητών Κ και Π, ενεργώντας επ ονόματι και για λογαριασμό τους δυνάμει πληρεξουσίου, στο συμβόλαιο δε αυτό ρητά αναφερόταν ότι το επίδικο τμήμα είχε αφεθεί μόνον για την εξυπηρέτηση των 7 και 9 καθέτων ιδιοκτησιών του μεγαλύτερου οικοπέδου. Ενισχυτικό του ότι ο 1ος κατηγορούμενος γνώριζε την αναλήθεια των όσων κατέθεσε είναι το γεγονός ότι, εφόσον, όπως ο ίδιος δέχεται, παρευρίσκονταν στην ασφαλτόστρωση του επιδίκου τμήματος γνώριζε ότι αυτή δεν έγινε από τον Δήμο. Περαιτέρω ο απόφαση δέχεται στο σκεπτικό της ότι το παρατιθέμενο εκεί τμήμα της καταθέσεως είναι αληθές, κατά ένα τμήμα, ενώ κατά το άλλο δεν αποδείχθηκε ότι είναι ψευδές. Κατ ακολουθία των παραδοχών αυτών το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον ως άνω κατηγορούμενο της πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρος μόνον για το ανωτέρω ψευδές τμήμα της καταθέσεως του και όχι για όλο το περιεχόμενό της, αφού για τα δύο τμήματά της που παρατίθενται κατά τα άνω στο σκεπτικό έκρινε ότι δεν είναι ψευδή, σε τρόπο ώστε να μη δημιουργείται ασάφεια για ποιο τμήμα της καταθέσεως του μάρτυρα κήρυξε ενόχους, αυτόν μεν, ως αυτουργό, την αναιρεσείουσα δε, ως ηθική αυτουργό, όπως αβάσιμα υποστηρίζει αυτή με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αναιρέσεως. Περαιτέρω για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία του συγκατηγορουμένου της για την οποία κήρυξε αυτήν ένοχο, διέλαβε το Δικαστήριο την ακόλουθη αιτιολογία: Γνώριζε αυτή ότι το επίδικο ως άνω τμήμα δεν ήταν κοινόχρηστο και δεν δικαιούταν να κάνει χρήση αυτού, αφού ρητά αναφέρεται στα ... συμβόλαια των δικαιοπαρόχων της ότι το οικόπεδο το οποίο της μεταβιβάσθηκε ήταν περίκλειστο και για το λόγο άλλωστε αυτό είχε συσταθεί και δουλεία διόδου υπέρ αυτού και σε βάρος άλλου ακινήτου προκειμένου να υπάρχει έξοδος στην οδό αρχικά ... και μετέπειτα ..., το δε επίδικο τμήμα που κατέληγε στην οδό ... δεν προβλεπόταν ως κοινόχρηστη οδός από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του Δήμου ..., επιπρόσθετα δε οι μηχανικοί ..., που είχαν εμπλακεί στην έκδοση της ... αδείας της αναιρεσείουσας, μάλιστα ο 1ος συνέταξε το συνημμένο στην .... συμβ/κη πράξη σχεδιάγραμμα, ο δε 2ος υπέγραψε την έκθεση αυτοψίας και την ανωτέρω άδεια, συνέταξαν μεταγενέστερες τεχνικές εκθέσεις όπου μνημονεύουν ότι η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται να κάνει χρήση του επιδίκου τμήματος, το οποίο ανήκει στην ιδιοκτησία Ψ1,Ψ2 (πολιτικώς ενάγοντες) και ότι κατά την σύνταξη των αρχικών πράξεων τους δεν τους αναφέρθηκαν τα εν λόγω στοιχεία από την αναιρεσείουσα, εξάλλου δε, ενισχυτικό της γνώσης της 2ης κατηγορουμένης (αναιρεσείουσας) ότι η επίδικη εδαφική έκταση δεν ήταν κοινόχρηστη είναι το γεγονός ότι η ασφαλτόστρωση του εν λόγω τμήματος δεν έγινε από τον Δήμο, ενώ η αρίθμηση στην οποία προέβη ο Δήμος έγινε για την εξυπηρέτηση και μόνον των παροδίων, χωρίς να έχει την έννοια δημιουργίας δικαιώματος του Δήμου επ' αυτού ή των ενδιαφερομένων. Παρά την γνώση όμως αυτή με πρόθεση προκάλεσε στον συγκατηγορούμενό της την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας και ειδικότερα ηθελημένα με πειθώ και φορτικότητα τον έπεισε να τελέσει την πράξη αυτή όπως περιγράφεται ανωτέρω, (να καταθέσει τα εντελώς αντίθετα από την πραγματική κατάσταση που η ίδια κατά τα άνω γνώριζε), δεδομένου ότι είχε άμεσο έννομο συμφέρον από την έκβαση της δίκης και βρισκόταν σε μεγάλη αντιδικία με τους εγκαλούντες. Η απόδειξη δε του ισχυρισμού της ότι η επίδικη λωρίδα ήταν κοινόχρηστη εξυπηρετούσε αυτή και τα τέκνα της, αφού θα μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στην οδό ... και να διέρχονται τα οχήματά τους, κάτι που δεν επέτρεπε το μικρό πλάτος της διόδου, από την οποία είχαν πρόσβαση στην οδό ..., αλλά και να επιτύχει την έκδοση αδείας για την επέκταση της οικοδομής της, προϋπόθεση για την έκδοση της οποίας ήταν να υπάρχει μία θέση στάθμευσης αυτοκινήτου. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του όλα εκείνα τα στοιχεία που, όπως λέχθηκε ανωτέρω, είναι απαραίτητα για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία του συγκατηγορουμένου της, για την οποία την κήρυξε ένοχη, αφού αναφέρονται σ' αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι η αναιρεσείουσα, για όλους τους λόγους που λεπτομερώς εκθέτει, παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στον συγκατηγορούμενό της την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας, αιτιολογείται δε πλήρως και ο άμεσος δόλος της (γνώση της αναληθείας των όσων, κατόπιν προτροπών και παραινέσεων της, κατέθεσε ο συγκατηγορούμενός της περί του ότι η επίδικη εδαφική έκταση ήταν κοινόχρηστη και αφέθηκε σε κοινή χρήση από όλους τους παρόδιους ιδιοκτήτες). Δεν απαιτείται δε να αναφέρεται, για την πληρότητα της αιτιολογίας, από ποια αποδεικτικά μέσα κατέληξε το Δικαστήριο στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα, αρκεί ότι τα μνημονεύει όλα κατ είδος.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσειβαλλομένη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 30 παρ.1 εδ.β ΠΚ, που ορίζει ότι η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη, αν αυτός, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, αγνοεί τα περιστατικά που την συνιστούν συνάγεται ότι η πραγματική πλάνη του δράστη, δηλαδή η άγνοια ή εσφαλμένη αντίληψη κάποιου συστατικού όρου της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος ή κάποιου περιστατικού που επαυξάνει το αξιόποινο της πράξεως, αίρει τον καταλογισμό του. Κύριο χαρακτηριστικό της πλάνης αυτής είναι ότι ο δράστης αγνοεί ή αντιλαμβάνεται εσφαλμένως τι πράττει και είναι αδιάφορο ποια υπήρξε η πηγή της αγνοίας του ή της εσφαλμένης αντίληψής του. Από το εδ. β όμως της αυτής διατάξεως του άρθρου 30 παρ.1 ΠΚ, κατά την οποία αν η άγνοια αυτών των περιστατικών μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του υπαιτίου, η πράξη του καταλογίζεται ως έγκλημα από αμέλεια, συνάγεται ότι η πραγματική πλάνη του δράστη αποκλείει, καταρχήν, το δόλο αυτού, όχι όμως και την αμέλεια, εν αντιθέσει προς την συγγνωστή νομική πλάνη η οποία αποκλείει και την εξ αμελείας τέλεση.
Συνεπώς, αν η άγνοια από το δράστη των περιστατικών για κάποιο συστατικό όρο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, οφείλεται σε αμέλεια αυτού, η πράξη καταλογίζεται ως έγκλημα από αμέλεια, εφόσον η πράξη αυτή τιμωρείται και εξ αμελείας. Η απόρριψη του πιο πάνω αυτοτελούς ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση ότι έχει προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την πιο πάνω διάταξη, είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών η αναιρεσείουσα πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και αναπτύχθηκε προφορικά, περί πραγματικής πλάνης. Όπως αναφέρθηκε στην αμέσως προηγούμενη σκέψη, το Δικαστήριο, με την αναφερθείσα ως άνω πλήρη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, έκρινε ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε ότι η επίδικη εδαφική έκταση δεν ήταν κοινόχρηστη και δεν δικαιούταν να κάνει χρήση αυτής. Στη συνέχεια της παραδοχής αυτής αλλά και της καταδικαστικής για ψευδορκία του συγκατηγορουμένου της κρίσεως με την παραδοχή ότι το επί του ζητήματος αυτού αντίθετο περιεχόμενο της ως άνω καταθέσεώς του ήταν ψευδές, απέρριψε τον εν λόγω αυτοτελή ισχυρισμό. Η αιτιολογία που κατά τα άνω διέλαβε για την απόρριψη του περί πραγματικής πλάνης ισχυρισμού είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, κατά την έννοια των άρθρων 93 του Συντάγματος και 129 ΚΠΔ, αφού με την ανωτέρω πλήρη αιτιολογία έκρινε ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε ότι η επίδικη εδαφική έκταση δεν ήταν κοινόχρηστη και δεν δικαιούταν να κάνει χρήση αυτής, αφού αποτελούσε τμήμα της ιδιοκτησίας των πολιτικώς εναγόντων, παραδοχή που αποκλείει την και εξ αμελείας ακόμη πραγματική πλάνη της σε σχέση με οποιοδήποτε από τα στοιχεία της πράξης που της αποδίδεται και αναφέρονται ανωτέρω στην προηγούμενη σκέψη και δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αντικρούσει καθένα από τα αποδεικτικά στοιχεία και επιχειρήματα που επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα προς θεμελίωση του ισχυρισμού αυτού, μεταξύ των οποίων, έγγραφα, συμβόλαια, αεροφωτογραφία, τοπογραφικά διαγράμματα, τα οποία, όπως αναφέρεται στα πρακτικά, αναγνώσθηκαν και εκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο, όπως και την επίκληση του άρθρο 28 Ν. 1337/1983, κατά το οποίο "... Ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματιστεί με οποιοδήποτε τρόπο, έστω και κατά παράβαση των κείμενων πολεοδομικών διατάξεων και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι που ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα... ", αφού το Δικαστήριο με το να δεχθεί ότι η επίδικη εδαφική έκταση δεν είχε αφεθεί σε κοινή χρήση από τους παρόδιους ιδιοκτήτες, αλλά αποτελούσε τμήμα της ιδιοκτησίας των πολιτικώς εναγόντων και ουδέποτε κατέστη κοινόχρηστη, κάτι το οποίο, όπως ανέλεγκτα δέχεται, έγινε δεκτό και με την 7110/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που επικυρώθηκε με την 5382/2006 απόφαση του Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε η αναγνωριστική της κυριότητος της εκτάσεως αυτής αγωγή της αναιρεσείουσας και των τέκνων της και έγινε δεκτή η αντίθετη αγωγή των πολιτικώς εναγόντων, οι οποίοι αναγνωρίσθηκαν κατ ισομοιρία συγκύριοι της εκτάσεως, απέκρουσε την συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσει η εν λόγω διάταξη για να σχηματισθούν οι αναφερόμενοι σ αυτήν χώροι κοινής χρήσεως και να περιέλθουν στον οικείο Δήμο και δεν χρειαζόταν να διαλάβει επιπλέον αιτιολογία επί του ζητήματος αυτού.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. Δ ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση διότι απέρριψε, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί πραγματικής πλάνης τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στην δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων οι οποίοι παρέστησαν (176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την από 25-5-2009 αίτηση της Χ για αναίρεση της με αριθμ. 3056/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €, και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων από πεντακόσια (500) €.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ