Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 338 / 2010    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία.




Περίληψη:
Απάτη από κοινού από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Στοιχεία του ανωτέρω εγκλήματος. Έννοια συναυτουργίας. Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή για το έγκλημα αυτό των κατηγορουμένων, οι οποίοι με ψευδείς παραστάσεις προς τον παθόντα τον παραπλάνησαν να προβεί σε ενέργειες βλαπτικές για την περιουσία του. Απορρίπτονται οι αιτήσεις αναιρέσεως.




Αριθμός 338/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ... και 3) Χ3, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 285/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ...
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 30 Μαρτίου 2009, 30 Μαρτίου 2009 και 10 Απριλίου 2009 (τρεις) χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 573/2009.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 311/20.09.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω κατ' άρθρ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ, τις υπ' αριθμ. 57/30-3-2009, 58/30-3-2009 και 71/10-4-2009 αιτήσεις των (1) Χ1, κατοίκου ..., (2) Χ2, κατοίκου ... και (3) Χ3, κατοίκου ..., αντίστοιχα, για αναίρεση του με αριθμ. 285/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο έγινε δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η υπ' αρ. 278/2008 έφεση του πολιτικώς ενάγοντος Ψ, κατά του υπ' αρ. 1388/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και παραπέμφθησαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών να δικασθούν για απάτη κατά συναυτουργία, με περιουσιακό όφελος τρίτου και αντίστοιχη ζημία του παθόντα άνω των 73.000 ευρώ (αρ. 1, 14-18, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 51, 52,59-66, 386 παρ. 1, 3β' ΠΚ ως ισχύει) και εκθέτω τ' ακόλουθα:
Οι υπό κρίση αναιρέσεις έχουν ασκηθεί νομοτύπως, παραδεκτώς (από πληρεξούσιο των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2 και από τον ίδιο κατηγορούμενο Χ3) και εμπροθέσμως (βλ. συνημμ. αποδεικτικά επίδοσης του προσβαλλομένου βουλεύματος στους κατ/νους και στους αντίκλητους δικηγόρους τους με ημερομ. 21/3/09, 24/3/09 και 6/4/09) κατά βουλεύματος που τους παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχουν ως λόγους την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρ. 93 παρ. 3 Συντ., 139, 484 παρ. 1β' και δ' ΚΠΔ) - βλ. τις υπ' αριθμ. 57, 58 και 71/2009 εκθέσεις αναιρέσεως - Είναι συνεπώς παραδεκτές οι υπό κρίση αναιρέσεις και πρέπει να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι ως άνω λόγοι.
- Επειδή ο ’ρειος Πάγος δεν είναι τρίτου βαθμού ουσιαστικής δικαιοδοσίας δικαστήριο αλλά ακυρωτικό τοιούτο και γι' αυτό ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του προσβαλλομένου βουλεύματος (ή απόφασης) και με βάση τους προβαλλομένους λόγους αναίρεσης, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση και διαπίστωση των πορισμάτων της ανάκρισης, τουτέστι, πραγματικών περιστατικών περί των οποίων κρίνει κυριαρχικώς το συμβούλιο (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Ποιν.Δ. τομ. β σελ 95,ΑΠ 990/80, ΑΠ 88/82 κ.ά.). Ο ’ρειος Πάγος ελέγχει τα εκτιθέμενα στα πρακτικά και στην απόφαση ή το βούλευμα αναφερόμενα (βλ. ΑΠ 580/79) και τα οποία θεωρεί ως γενόμενα. Γι' αυτό και λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που δεν γίνονται δεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι απαράδεκτος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση (βλ. και ΑΠ 1349/2002, ΑΠ 2231/2002 Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία Γ (1977) σελ. 289 κ.α.). Έτσι λόγος αναίρεσης που αναφέρεται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και σε εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος (βλ. ΑΠ 1918/2001, ΑΠ 1999/2002, ΑΠ 956/2003, ΑΠ 859/2001, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 2405/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 1449/2000, ΑΠ 635/2001 κ.ά.).
Δεν δύναται ο ’ρειος Πάγος να ελέγξει αν το συμβούλιο εκτίμησε ορθά ή όχι τα πράγματα, αν εκ της ανακρίσεως προέκυψαν και άλλα πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν δέχθηκε (βλ. ΑΠ 86/82, ΑΠ 85/82, ΑΠ 1663/84 κ.ά.) κλπ.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η μνεία του είδους τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) και δεν απαιτείται ειδική αναφορά καθενός από αυτά και τι συνήγαγε από το καθένα (βλ. ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2170/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 86/2004, ΑΠ 1753/2002 κ.ά.) -πράγμα και που πρακτικά δεν είναι δυνατό - ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους (βλ. ΑΠ 1/2005 ολ, ΑΠ 159/2003, ΑΠ 1128/2002 κ.ά.) - πράγμα που όντως γίνεται πρακτικά για να βγει το αποτέλεσμα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα ή ορισμένο από τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και τα άλλα (βλ. ΑΠ 570/2006 κ.ά.).
Έτσι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από το άρθρο 93 § 3 Συντ. και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και για το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, τα αποδεικτικά μέσα (αποδείξεις) από τα οποία προέκυψαν τα άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και τους συλλογισμούς-σκέψεις με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και ότι προέκυψαν αποχρώσες (επαρκείς) ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (βλ. ΑΠ 1459/2004, ΑΠ 861/2004, ΑΠ 234/2003, ΑΠ 272/2002, ΑΠ 570/2006, ΑΠ 2413/2005, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 1269/2006 κ.ά.), όταν τουτέστιν καθίσταται δυνατόν να ελεγχθεί πόθεν και πως ήχθη ο δικαστής στο εξαχθέν συμπέρασμα. Βέβαια ελέγχει ο ’ρειος Πάγος αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, και όπως αυτά εκτίθενται, αντίκεινται στους κανόνες της κοινής λογικής, διότι άλλως το εξαχθέν συμπέρασμα θα εμφανίζεται να είναι προϊόν αυθαίρετης-εσφαλμένης κρίσης, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει δεκτόν. ’λλο δηλαδή ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων και άλλο αυθαίρετη εκτίμηση των αποδείξεων.
-Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα με επιτρεπτή αναφορά και υιοθέτηση της πρότασης του παρ' αυτώ εισαγγελέα (ΑΠ 2464/05 Π.Χρ. ΝΣΤ/626) δέχθηκε, μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία λεπτομερώς αναφέρει και εξειδικεύει τα εξής: Επειδή, σύμφωνα με το αρθρ. 386 παρ. 1, 3 Π.Κ., όπως η παρ. 3 αντικατ. με αρθρ. 1 παρ. 11 Ν. 2408/1999 και με αρθρ. 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθών τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών:
(α) Εάν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 Δραχμών ή το ποσό των 15.000 Ευρώ ή (β) εάν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσόν των 25.000.000 Δραχμών ή το ποσόν των 73.000 ΕΥΡΩ.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι δια την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται:
(α) Σκοπός παρανόμου περιουσιακού οφέλους του υπαιτίου ή άλλου (ΑΠ 911/04 ΠΧ ΝΕ/419 και ΑΠ 858/04 ΠΧ ΝΕ'/322).
(β) παραπλάνηση σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, (γ) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθών, (δ) βλάβη ξένης περιουσίας (ΑΠ 2143/06, ΑΠ 1636/06 και ΑΠ 1394/06 κ.ά.).
Ως γεγονός δε θεωρείται κάθε πραγματικό περιστατικό που αναφέρεται εις το παρελθόν ή εις το παρόν ή συμβαίνει κατά την στιγμή της βεβαιώσεως, όχι όμως και εκείνο που μπορεί να συμβεί εις το μέλλον ενώ εις την έννοια της βλάβης περιλαμβάνεται και η διακινδύνευση περιουσιακού στοιχείου. Και δια τον κακουργηματικό χαρακτήρα της απάτης απαιτείται ο δράστης να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 Δραχμών ή το ποσό των 15.000 ΕΥΡΩ, ή το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 Δραχμών ή το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ (Α.Π. 657/2000 Π.Χρ. ΝΑ/41, Α.Π. 762/2000 Π.Χρ. ΝΑ/111, Α.Π. 863/2000 Π.Χρ. ΝΑ/398, Α.Π. 982/2001 Π.Χρ. ΝΒ/338, Α.Π. 1795/2001 Π.Χρ. ΝΒ/639).
Όπως προκύπτει από όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία της δικογραφίας (καταθέσεις πολιτικώς ενάγοντα, μαρτύρων, απολογίες και υπομνήματα των κατηγορουμένων και από όλα τα έγγραφα), ο εγκαλών Ψ είναι επαγγελματίας αυτοκινητιστής και ιδιοκτήτης φορτηγών αυτοκινήτων Δημοσίας Χρήσεως, με τα οποία εκτελεί διάφορες εργασίες εκσκαφής και μεταφοράς μπαζών, οικοδομικών και άλλων αδρανών υλικών. Το έτος 2000 συμφώνησε με την ανώνυμη τεχνική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΤΕ ΑΤΕ" την ανάληψη και εκτέλεση, με την ιδιότητα του υπεργολάβου, χωματουργικών εργασιών στην κατασκευή της Αττικής Οδού και πράγματι από το μήνα Μάιο του έτους αυτού άρχισε να μεταφέρει για λογαριασμό της εν λόγω εταιρείας μπάζα και άλλα αδρανή υλικά απασχολούμενος πάντα στο έργο κατασκευής της εν λόγω οδού. Η εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." συμμετείχε ως μέλος στην Κοινοπραξία "ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ", η οποία συνεστήθη με το από 25-8-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό, με ποσοστό 8,229%.
Κατά το χρονικό διάστημα από το Μάιο έως τον Σεπτέμβριο του έτους 2002, η εταιρεία εξοφλούσε κανονικά τις αμοιβές του. Όμως από το μήνα Ιούλιο του ιδίου έτους εμφάνισε εκτεταμένη οικονομική δυσπραγία και ο εκκαλών φοβούμενος αφενός μεν ότι υπήρχε σοβαρός κίνδυνος μελλοντικά να χάσει τις αμοιβές του, αφετέρου θεωρώντας ότι η λήψη επιταγών με ημερομηνία εξόφλησης μετά δέκα μήνες και πλέον δεν ήταν γι' αυτόν συμφέρουσα λύση, επειδή δεν μπορούσε να καλύψει τα μηνιαία έξοδα του καθόσον χρειαζόταν γι' αυτά σημαντικά ποσά, αποφάσισε να διακόψει τη συνεργασία του με αυτήν, όπως και πράγματι έκανε στις 19-9-2002. Μάλιστα δε στις 5-12-2002 εξοφλήθηκε ολοσχερώς για τις υπηρεσίες του, λαμβάνοντας επιταγές, οι οποίες ήταν πληρωτέες κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του έτους 2003.
Στη συνέχεια όμως και συγκεκριμένα περί τα μέσα Δεκεμβρίου του ιδίου έτους 2002, ο κατηγορούμενος Χ3, υπεύθυνος των εργοταξίων της εταιρείας "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.", του ζήτησε να επιστρέψει στην εταιρεία, λέγοντάς του ότι επειδή αυτή ανήκει στην "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ" τα χρήματα της αμοιβής του, σε κάθε περίπτωση, ήταν εξασφαλισμένα, ακόμη και αν αυτή πτώχευε. Μάλιστα δε του εξήγησε ότι σε αυτές τις περιπτώσεις η Κοινοπραξία αναλαμβάνει τις οφειλές των εταιρειών-μελών της, εφόσον αυτές, για οποιοδήποτε λόγο, δεν μπορούν να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους προς τρίτους. Αναζητώντας περισσότερες πληροφορίες επί του θέματος προκειμένου να αποφασίσει για τις περαιτέρω ενέργειες του, ο εκκαλών, στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2003, ήρθε σε επαφή με τους επίσης κατηγορουμένους Χ1, γενικό τεχνικό διευθυντή και μέλος της Τριμελούς Διοικούσας Επιτροπής της Κοινοπραξίας και Χ2, διαχειριστή και επίσης μέλος της ίδιας Επιτροπής. Και οι δύο εν λόγω κατηγορούμενοι με τη σειρά τους, τον διαβεβαίωσαν ότι σε περίπτωση που η εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Ε." αντιμετώπιζε οποιοδήποτε οικονομικό πρόβλημα, τότε τα χρήματα της αμοιβής του θα καταβάλλονταν από την Κοινοπραξία, η οποία στις περιπτώσεις αυτές ανελάμβανε να καλύψει τις οφειλές των μελών της. Για να μην έχει δε οποιαδήποτε αμφιβολία περί αυτού, του επέδειξαν το από 27-4-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο τροποποιήθηκε το αρχικό συμφωνητικό συστάσεως της Κοινοπραξίας, στο άρθρο 20 του οποίου αναφέρεται επακριβώς ότι "Η Κοινοπραξία θα βαρύνεται με όλες τις δαπάνες και κάθε είδους έξοδα που απαιτούνται για την εκτέλεση των σχετικών εργασιών μέχρι τη λύσης της". Έτσι μετά την ανάγνωση του εν λόγω κρίσιμου άρθρου του ιδιωτικού συμφωνητικού ο εκκαλών πείσθηκε στις σχετικές διαβεβαιώσεις των τριών ως άνω κατηγορουμένων και στις 16-1-2003 επέστρεψε στην εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." και άρχισε να εργάζεται στην κατασκευή της Αττικής Οδού, δεχόμενος για την εξόφληση του επιταγές πληρωτέες μετά 10 ή 12 μήνες, έχοντας όμως πλέον τη βεβαιότητα ότι σε κάθε περίπτωση θα καλυπτόταν οικονομικά από την Κοινοπραξία. Με την πάροδο όμως του χρόνου η εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." δεν ήταν πλέον σε θέση να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της, ούτε να χορηγήσει μεταχρονολογημένες επιταγές. Τούτο είχε ως συνέπεια να σφραγιστούν από τον ίδιο τον εκκαλούντα επιταγές συνολικού ύψους 302.096, 00 ευρώ, ενώ πλέον τούτου και με βάση την πιστοποίηση από την εταιρεία των σχετικών εργασιών που είχε πραγματοποιήσει, του οφειλόταν επιπλέον ποσό ύψους 110.696,72 ευρώ, δηλ. συνολικό ποσόν 412.792,72 ευρώ. Μετά την εξέλιξη αυτή ο εκκαλών κατέφυγε στην Κοινοπραξία, εξέθεσε το πρόβλημα του και ζήτησε την εξόφληση της οφειλής του, συνολικού ύψους 412.792,72 ευρώ. Εκεί για πρώτη φορά πληροφορήθηκε έκπληκτος ότι η Κοινοπραξία ουδεμία ευθύνη είχε για τις οφειλές της εταιρείας. Στη συνέχεια, επειδή οι αρμόδιοι της Κοινοπραξίας αρνήθηκαν να του δώσουν αντίγραφο του συμφωνητικού συστάσεως της Κοινοπραξίας, κατέφυγε στο Υπουργείο Περιβάλλοντος-Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων απ' όπου και του χορηγήθηκε αντίγραφο του από 27-11-1999 Ιδιωτικού Συμφωνητικού Τροποποίησης και Κωδικοποίησης του Συμφωνητικού Συστάσεως της Κοινοπραξίας, όπου στην παράγραφο 1 του άρθρου 21 αυτού αναφέρεται σαφώς ότι "Η Κοινοπραξία θα βαρύνεται με όλες τις δαπάνες και κάθε είδους έξοδα που απαιτούνται για την εκτέλεση των Εργασιών -πλην εκείνων που αφορούν Εργασίες που έχουν κατανεμηθεί στα Μέρη- μέχρι τη λύση της". Από την απλή ανάγνωση του κειμένου του συγκεκριμένου όρου προκύπτει σαφώς ότι για τις εργασίες στο τμήμα του έργου που είχε αναλάβει η "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.", η Κοινοπραξία δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση για την εξόφληση τυχόν οφειλών της εταιρείας έναντι τρίτων και για οποιοδήποτε λόγο. Με τον τρόπο αυτό, οι τρεις ως άνω κατηγορούμενοι Χ1, Χ2 και Χ3 τον εξαπάτησαν, έχοντας σκοπό να ζημιώσουν την περιουσία του, με αντίστοιχο παράνομο οικονομικό όφελος της εταιρείας "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.". Και τούτο επειδή παρά τη γνώση τους, λόγω της θέσεως τους ως σημαινόντων στελεχών της εταιρείας "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." ο πρώτος απ' αυτούς και της Κοινοπραξίας οι δεύτερος και τρίτος, τόσο για την τροποποίηση της σχετικής κρίσιμης διάταξης του Καταστατικού όσο και για τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η εν λόγω εταιρεία, εντούτοις κατά τη συζήτηση που είχαν με τον εκκαλούντα, όπως έχει ήδη αναφερθεί παραπάνω, ο μεν Χ3 περί τα μέσα Δεκεμβρίου του έτους 2002, οι δε Χ2 και Χ1 λίγο αργότερα στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2003, του απέκρυψαν δολίως την ύπαρξη του από 27-11-1999 μεταγενέστερα τροποποιημένου και κωδικοποιημένου κοινοπρακτικού συμφωνητικού και του επέδειξαν το από 27-4-1996 αρχικό, με σκοπό αλλά και με τελικό αποτέλεσμα να τον παραπλανήσουν περί δήθεν ευθύνης των εταιρειών-μελών της Κοινοπραξίας. Με τον τρόπο αυτό πέτυχαν να τον πείσουν να συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.", κάτι όμως το οποίο ασφαλώς δεν θα συνέβαινε αν ο ίδιος γνώριζε την αλήθεια. Η ζημία την οποία έχει υποστεί ο εκκαλών από την ως συμπεριφορά των κατηγορουμένων, ως αποκλειστική και μόνη αιτία, ανέρχεται (κατά την όχι ορθή άποψη του εκκαλούντα) στο συνολικό ποσόν των 437.742,78 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται οι τόκοι και τα έξοδα εκδόσεως των υπ' αριθ. 954/2005 και 1180/2005 Διαταγών Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ΑΛΤΕ, ύψους 24.950,06 ευρώ) με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της εταιρείας "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε". Η συγκεκριμένη ζημία θεωρείται οριστική, καθόσον οι συνολικές οφειλές της εταιρείας "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." υπερβαίνουν το ποσόν των 120.000.000 ευρώ, ενώ τα περιουσιακά της στοιχεία δεν επαρκούν ούτε για την εξόφληση των τραπεζών και των προνομιούχων δανειστών.
Όπως προκύπτει από όλα τα έγγραφα της δικογραφίας καθώς και τα απολογητικά υπομνήματα των κατηγορουμένων, συμπεριλαμβανομένου και εκείνου που υποβλήθηκε από τους κατηγορούμενους Χ1 και Χ2 ενώπιον μας στις 5-11-2008, δηλ. μετά την άσκηση της σχετικής εφέσεως από τον πολιτικώς ενάγοντα, κυρίως όμως από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που έχουν προταθεί από τον εγκαλούντα Ψ, οι εν λόγω μάρτυρες και συγκεκριμένα ο πατέρας του ΑΑ όσο και οι συνάδελφοί του και ομοίως παθόντες με αυτόν, ΒΒ, ΓΓ και ΔΔ, επιβεβαιώνουν πλήρως τους ισχυρισμούς του, τόσο κατά την ένορκη εξέταση τους στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης που διενεργήθηκε σχετικά με την υπόθεση, όσο και ενώπιον του Ανακριτή, στο πλαίσιο της κύριας ανάκρισης που διενεργήθηκε στη συνέχεια. Από την άλλη πλευρά από τους μάρτυρες υπερασπίσεως των κατηγορουμένων, οι εξ' αυτών ΕΕ, ΣΤ και ΖΖ, δεν είναι σε θέση να βεβαιώσουν αν πράγματι έγιναν ή όχι οι συναντήσεις μεταξύ του εγκαλούντα Ψ, των ως άνω μαρτύρων που αυτός προτείνει και οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, τις επιβεβαιώνουν και των κατηγορουμένων Χ1, Χ2 και Χ3. Αντίθετα οι μάρτυρες ΗΗ, ΘΘ και ΚΚ ισχυρίζονται ότι οι συναντήσεις αυτές ουδέποτε έγιναν, ο ΛΛ θεωρεί απίθανο οι εν λόγω κατηγορούμενοι να έχουν προβεί σε τέτοια πράξη, ενώ μόνο η μάρτυρας ΜΜ, δικηγόρος της Κοινοπραξίας, επιβεβαιώνει την επίσκεψη του Ψ στο γραφείο του Χ1 το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2004, ισχυρίζεται ότι, ως εκ της ιδιότητος της, ήταν παρούσα κατά τη συνάντηση και ο εκκαλών "... τότε για πρώτη φορά του έθεσε το θέμα των οφειλομένων σε αυτόν από την ΑΛΤΕ. Τον ρώτησε εάν θα μπορούσε η κοινοπραξία να τα καταβάλει και ο κύριος Χ1 του είπε όχι". Όμως οι ισχυρισμοί αυτοί της εν λόγω μάρτυρος δεν εναρμονίζονται με τους ισχυρισμούς των ως άνω τριών κατηγορουμένων, οι οποίοι αρνούνται ότι έγινε οποιαδήποτε συνάντηση μεταξύ αυτών, του εκκαλούντα Ψ και των μαρτύρων που αυτός έχει προτείνει, ενώ δεν υπάρχουν στη δικογραφία τα απαραίτητα προς τούτο αποδεικτικά στοιχεία, ώστε οι μάρτυρες του εκκαλούντα να θεωρηθούν μειωμένης αξιοπιστίας και οι καταθέσεις τους ως εκ τούτου να μην είναι δυνατόν να αξιολογηθούν υπέρ των απόψεων του. Σε κάθε περίπτωση και άσχετα από τις επί μέρους μικρές διαφοροποιήσεις, η ουσία των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας δεν αλλάζει. Πέραν τούτων πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι δεν αποδεικνύεται η βασιμότητα του ισχυρισμού των κατηγορουμένων ότι ο Ψ συνέχιζε να εργάζεται στο εργοτάξιο της Κοινοπραξίας καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα, δηλ. από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2002 μέχρι και τον Ιανουάριο του επόμενου έτους 2003. Η έκδοση εκ μέρους του σχετικών τιμολογίων κατά το διάστημα αυτό οφείλεται στο γεγονός της εξόφλησης προηγούμενων οφειλών της εταιρείας "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." προς αυτόν, όπως άλλωστε και ο ίδιος ο Ψ παραδέχεται, με αποτέλεσμα να εξέδιδε τα σχετικά τιμολόγια με ημερομηνίες που πληρωνόταν, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι πράγματι κατά τις ημέρες αυτές εργαζόταν στην εταιρεία. Τέλος είναι αδιάφορο αν οι κατηγορούμενοι Χ3, Χ1 και Χ2 ήταν ή όχι υπεύθυνοι για την εκτέλεση των έργων της Κοινοπραξίας και την πληρωμή των εργαζομένων στην εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." ή ότι δεν εξέφραζαν σε καμία περίπτωση τη βούληση της εταιρείας, όπως τουλάχιστον αυτοί ισχυρίζονται. Και τούτο επειδή για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης για το οποίο διώκονται οι ως άνω κατηγορούμενοι, αρκεί η παραδοχή ότι εν γνώσει της αναλήθειας των ισχυρισμών τους, παρέστησαν σε άλλον ψευδή γεγονότα ως αληθή και με τον τρόπο αυτό τον έπεισαν να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με άμεση συνέπεια να προκληθεί βλάβη στην περιουσία του, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος άλλου, χωρίς να απαιτείται οι δράστες να έχουν οποιαδήποτε συγκεκριμένη ιδιότητα, αρκεί δε με τη συμπεριφορά τους, ως αποκλειστικής και μόνης αιτίας, όπως στην υπόκριση υπόθεση, να προξένησαν την παραπλάνηση του παθόντα. Στο σημείο δε αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι το ύψος της ζημίας που προξενήθηκε στην περιουσία του εκκαλούντα-παθόντα Ψ, ως άμεση και αποκλειστική συνέπεια της απατηλής συμπεριφοράς των κατηγορουμένων απέναντι του, πρέπει να θεωρηθεί το ποσόν των 412.792,92 ευρώ και όχι εκείνο των 437.742,78 ευρώ που αναφέρει ο εκκαλών στο δικόγραφο της εγκλήσεώς του. Και τούτο επειδή δεν πρέπει να συμπεριληφθεί στο ύψος της ζημίας το σύνολο των δικαστικών εξόδων και τόκων του κεφαλαίου, επειδή αυτά τα ποσά δεν συνιστούν, τη στιγμή που τελέσθηκε η πράξη της απάτης, μείωση της περιουσίας του παθόντα, με την οικονομική της έννοια, και δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες των κατηγορουμένων, όπως το προαναφερόμενο ποσόν των 412.792,92 ευρώ, το οποίο αποτελούσε την "καθαρή" απαίτηση του εκκαλούντα έναντι της εταιρείας και εξ' αντιδιαστολής την πραγματική ζημία της περιουσίας του. Με βάση το αποδεικτικό υλικό που έχει συγκεντρωθεί και τις σκέψεις που στηρίζονται σ' αυτό, όπως αυτές εκτίθενται αναλυτικά παραπάνω, θεωρούμε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος των κατηγορουμένων Χ1, Χ2 και Χ3, επειδή, κατά την κρίση μας, πιθανολογείται σοβαρά η ενοχή τους, για την αξιόποινη πράξη της απάτης και μάλιστα σε βαθμό κακουργήματος, για την οποία έχει απαγγελθεί σε βάρος τους κατηγορία, με συνέπεια να είναι απαραίτητο να επιληφθεί το αρμόδιο Δικαστήριο και να υποβάλει στη δοκιμασία της επ' ακροατηρίω διαδικασίας τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζονται οι ενδείξεις αυτές. (Βλ. σχετ και ΑΠ. Ολομ. 9/2001 Ποιν. Χρον. 2001, σελ. 788). Αντίθετα, όσον αφορά τους λοιπούς κατηγορουμένους, φρονούμε ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος τους, οι οποίες καθαυτές κρινόμενες να πιθανολογούν σοβαρά την ενοχή τους για ηθική αυτουργία στην ως άνω αξιόποινη πράξη, καθόσον από ουδέν αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας πιθανολογείται βάσιμα ότι με πειθώ και φορτικότητα έπεισαν τους τρεις πρώτους συγκατηγορουμένους τους να διαπράξουν το έγκλημα της απάτης και μάλιστα σε βαθμό κακουργήματος για το οποίο και κατηγορούνται, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι δεν έχουν καταμηνυθεί ούτε από τον εγκαλούντα κατά την υποβολή της σχετικής εγκλήσεώς του, αλλά μεταγενέστερα απαγγέλθηκε κατηγορία σε βάρος τους, κατόπιν σχετικής παραγγελίας του αρμόδιου Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, χωρίς όμως τα στοιχεία της δικογραφίας, κατά την άποψη μας, να είναι επαρκή ώστε να δικαιολογείται τέτοια ενέργεια.
Κατόπιν των ανωτέρω φρονούμε ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών ορθώς εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά που τέθηκαν υπόψη του και, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παραγρ.1 περίπτ. α και 310 παραγρ. 1 εδάφ. α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, έκρινε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος των κατηγορουμένων ΝΝ, ΞΞ, ΠΠ, ΡΡ και ΣΣ για ηθική αυτουργία στην ως άνω αναφερόμενη αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης, επειδή δεν προκύπτουν σε βάρος τους επαρκείς ενδείξεις και ως προς το κεφάλαιο αυτό πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία, εν μέρει, η υπό κρίση έφεση του πολιτικώς ενάγοντος και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο υπ' αριθ. 1388/2008 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά το σκέλος αυτό.
Αντίθετα και για τους λόγους που εκτίθενται αναλυτικά παραπάνω, πρέπει κατά τα λοιπά να μεταρρυθμιστεί, εν μέρει, το ως άνω πρωτοβάθμιο εκκαλούμενο απαλλακτικό Βούλευμα και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παραγρ. 1 περίπτ. ε, 313 και 318 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να παραπεμφθούν οι κατηγορούμενοι Χ1, Χ2 και Χ3, στο ακροατήριο του καθ' ύλη και κατά τόπο αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 111 παραγρ. 1, 119 παραγρ. 1 και 122 παραγρ. 1 του ίδιου ως άνω Κώδικα, για να δικαστούν ως υπαίτιοι του εγκλήματος της απάτης, κατά συναυτουργία, με περιουσιακό όφελος τρίτου και αντίστοιχη ζημία του παθόντα που υπερβαίνει το ποσόν των 73.000,00 ευρώ, προβλέπεται δε και τιμωρείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26 παραγρ. 1 εδάφ. α, 27 παράγρ.1, 51, 52, 59-66 και 386 παραγρ. 1, 3 περίπτ. β του Ποινικού Κώδικα, όπως η παραγρ. 3 αντικ. με το άρθρο 14 παράγρ.4 του Ν. 2721/1999, συγκεκριμένα δε σε βάρος του ως άνω εκκαλούντα και ήδη πολιτικώς ενάγοντα Ψ, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της εταιρείας "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.". Πρέπει δε να αναφερθεί επίσης ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν προκύπτει ότι το εν λόγω έγκλημα έχει διαπραχθεί κατ' εξακολούθηση, αλλά από τον μεν κατηγορούμενο Χ3 περί τα μέσα Δεκεμβρίου του έτους 2002, από τους δε Χ1 και Χ2 στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2003. Η δε διαδοχική απατηλή συμπεριφορά και συναυτουργία ενός εκάστου των κατηγορουμένων, οι οποίοι ενήργησαν με κοινό δόλο, αφού ασφαλώς γνώριζαν τόσο το αρχικό όσο και το τροποποιημένο κείμενο της επίμαχης διάταξης του ιδιωτικού συμφωνητικού-κοινοπρακτικού συμφώνου, γεγονός το οποίο άλλωστε δεν αρνούνται ούτε οι ίδιοι, αρνούμενοι απλά και μόνο ότι είχαν οποιαδήποτε συνάντηση με τον εκκαλούντα, είχε ως αποτέλεσμα την παραπλάνηση του παθόντα και την πρόκληση ζημίας στην περιουσία του. Όπως δε γίνεται δεκτό επί του θέματος αυτού, τελείται μία μόνο πράξη απάτης επί συνεχιζόμενων ψευδών παραστάσεων που επαναλαμβάνονται, μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο πρόσωπο που εξαπατήθηκε η επιδιωκόμενη πλάνη, καθώς και όταν λόγω της άπαξ επελθούσης πλάνης, ο εξαπατηθείς προβαίνει σε πλείονες της μιας και σε διαφορετικούς χρόνους επιζήμιες για την περιουσία του πράξεις. Αντίθετα συντρέχει περίπτωση απάτης, κατ' εξακολούθηση, όταν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του, η οποία προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου και με διαφορετικά ψευδή πραγματικά περιστατικά, προϋπόθεση όμως η οποία δεν συντρέχει στην παρούσα υπόθεση, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται αναλυτικά στο ιστορικό της παρούσης. (Βλ. Α.Π. 1081/2007 Ποιν. Δνη, τ. 2008, σελ. 691, Α.Π. 2203/2006 Συμβ. Ποιν. Χρ. ΝΖ, σελ. 209, ΑΠ. 1639/2002 Συμβ. Ποιν. Χρ. ΝΓ, σελ. 609).
Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (αρ. 93 Συντ. και 139 ΚΠΔ), αφού εκθέτει σ' αυτό με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς ασάφειες ή αντιφάσεις όλα χωρίς εξαίρεση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκαν οι αναιρεσείοντες παραπεμπτέοι στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους ορθώς υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρ. 1, 14-18, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 60, 63, 79, 386 παρ. 1-3β' ΠΚ ως ισχύουν, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.
Συνεπώς, οι από το άρθρ. 484 παρ. 1β' και δ' ΚΠΔ, προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για (α) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρ. 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45 και 386 παρ. 1-3β' ΠΚ ως ισχύουν, και (β) για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, ο δε δεύτερος από αυτούς, κατά το μέρος, με το οποίο, με την επίκληση, κατ' επίφαση, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμησή τους, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς εξέταση, πρέπει οι υπό κρίση αναιρέσεις να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα νόμιμα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω
(Α) Να απορριφθούν οι υπ' αρ. 57/2009, 58/2009 και 71/2009 αιτήσεις των (1) Χ1, κατοίκου Χ1, (2) Χ2, κατοίκου ... και (3) Χ3, κατοίκου ..., αντίστοιχα, για αναίρεση του υπ' αρ. 285/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και
(Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες.
Αθήνα 18 Μαΐου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης"
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 30-3-2009 και 10-4-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των: 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, αντίστοιχα, οι οποίες στρέφονται κατά του υπ' αριθ. 285/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, είναι συναφείς μεταξύ τους και γιαυτό πρέπει να συνεξεταστούν.
Κατά το άρθρο 386 § 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με Φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 4 του Ν. 2721 της 3/3.6.1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτείται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς vα είναι αναγκαία και η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 45 ΠΚ, "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και άρα μετά συναπόφαση πριν ή κατά την τέλεση της πράξης (Ολ ΑΠ 50/1990). Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών του καθενός από αυτούς. Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις τον άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το αποδιδόμενο σε αυτόν έγκλημα, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί, να μνημονεύονται αυτά γενικά κατά το είδος τους. χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. απαιτείται όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι κατ' επιλογή μερικά από αυτά. Τέλος, λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ. συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ* αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής η μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 285/2009 βούλευμά του και με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχτηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, προέκυψαν τα περιστατικά που αναφέρονται στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται τα ακόλουθα: "Ο εγκαλών και ήδη εκκαλών Ψ είναι επαγγελματίας αυτοκινητιστής και ιδιοκτήτης φορτηγών αυτοκινήτων Δημοσίας Χρήσεως, με τα οποία εκτελεί διάφορες εργασίες εκσκαφής και μεταφοράς μπαζών, οικοδομικών και άλλων αδρανών υλικών. Το έτος 2000 συμφώνησε με την ανώνυμη τεχνική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΤΕ ΑΤΕ" την ανάληψη και εκτέλεση, με την ιδιότητα του υπεργολάβου, χωματουργικών εργασιών στην κατασκευή της Αττικής Οδού και πράγματι από το μήνα Μάιο του έτους αυτού άρχισε να μεταφέρει για λογαριασμό της εν λόγω εταιρείας μπάζα και άλλα αδρανή υλικά απασχολούμενος πάντα στο έργο κατασκευής της εν λόγω οδού. Η εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." συμμετείχε ως μέλος στην Κοινοπραξία "ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ", η οποία συνεστήθη με το από 25-8-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό, με ποσοστό 8,229%. Κατά το χρονικό διάστημα από το Μάιο έως τον Σεπτέμβριο του έτους 2002, η εταιρεία εξοφλούσε κανονικά τις αμοιβές του. Όμως από το μήνα Ιούλιο του ιδίου έτους εμφάνισε εκτεταμένη οικονομική δυσπραγία και ο εκκαλών φοβούμενος αφενός μεν ότι υπήρχε σοβαρός κίνδυνος μελλοντικά να χάσει τις αμοιβές του, αφετέρου θεωρώντας ότι η λήψη επιταγών με ημερομηνία εξόφλησης μετά δέκα μήνες και πλέον δεν ήταν γι' αυτόν συμφέρουσα λύση, επειδή δεν μπορούσε να καλύψει τα μηνιαία έξοδα του καθόσον χρειαζόταν γι' αυτά σημαντικά ποσά, αποφάσισε να διακόψει τη συνεργασία του με αυτήν, όπως και πράγματι έκανε στις 19-9-2002. Μάλιστα δε στις 5-12-2002 εξοφλήθηκε ολοσχερώς για τις υπηρεσίες του, λαμβάνοντας επιταγές, οι οποίες ήταν πληρωτέες κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του έτους 2003. Στη συνέχεια όμως και συγκεκριμένα περί τα μέσα Δεκεμβρίου του ιδίου έτους 2002, ο κατηγορούμενος Χ3, υπεύθυνος των εργοταξίων της εταιρείας "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.", του ζήτησε να επιστρέψει στην εταιρεία, λέγοντάς του ότι επειδή αυτή ανήκει στην "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ" τα χρήματα της αμοιβής του, σε κάθε περίπτωση, ήταν εξασφαλισμένα, ακόμη και αν αυτή πτώχευε. Μάλιστα δε του εξήγησε ότι σε αυτές τις περιπτώσεις η Κοινοπραξία αναλαμβάνει τις οφειλές των εταιρειών-μελών της, εφόσον αυτές, για οποιοδήποτε λόγο, δεν μπορούν να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους προς τρίτους. Αναζητώντας περισσότερες πληροφορίες επί του θέματος προκειμένου να αποφασίσει για τις περαιτέρω ενέργειές του, ο εκκαλών, στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2003, ήρθε σε επαφή με τους επίσης κατηγορουμένους Χ1, γενικό τεχνικό διευθυντή και μέλος της Τριμελούς Διοικούσας Επιτροπής της Κοινοπραξίας και Χ2, διαχειριστή και επίσης μέλος της ίδιας Επιτροπής. Και οι δύο εν λόγω κατηγορούμενοι με τη σειρά τους, τον διαβεβαίωσαν ότι σε περίπτωση που η εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Ε." αντιμετώπιζε οποιοδήποτε οικονομικό πρόβλημα, τότε τα χρήματα της αμοιβής του θα καταβάλλονταν από την Κοινοπραξία, η οποία στις περιπτώσεις αυτές ανελάμβανε να καλύψει τις οφειλές των μελών της. Για να μην έχει δε οποιαδήποτε αμφιβολία περί αυτού, του επέδειξαν το από 27-4-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο τροποποιήθηκε το αρχικό συμφωνητικό συστάσεως της Κοινοπραξίας, στο άρθρο 20 του οποίου αναφέρεται επακριβώς ότι "Η Κοινοπραξία θα βαρύνεται με όλες τις δαπάνες και κάθε είδους έξοδα που απαιτούνται για την εκτέλεση των εργασιών μέχρι τη λύση της". Έτσι μετά την ανάγνωση του εν λόγω κρίσιμου άρθρου του ιδιωτικού συμφωνητικού, ο εκκαλών πείσθηκε στις σχετικές διαβεβαιώσεις των τριών ως άνω κατηγορουμένων και στις 16-1-2003 επέστρεψε στην εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." και άρχισε να εργάζεται στην κατασκευή της Αττικής Οδού, δεχόμενος για την εξόφληση του επιταγές πληρωτέες μετά 10 ή 12 μήνες, έχοντας όμως πλέον τη βεβαιότητα ότι σε κάθε περίπτωση θα καλυπτόταν οικονομικά από την Κοινοπραξία. Με την πάροδο όμως του χρόνου η εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." δεν ήταν πλέον σε θέση να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της, ούτε να χορηγήσει μεταχρονολογημένες επιταγές. Τούτο είχε ως συνέπεια να σφραγιστούν από τον ίδιο τον εκκαλούντα επιταγές συνολικού ύψους 302.096,00 ευρώ, ενώ πλέον τούτου και με βάση την πιστοποίηση από την εταιρεία των σχετικών εργασιών που είχε πραγματοποιήσει, του οφειλόταν επιπλέον ποσό ύψους 110.696,72 ευρώ, δηλ. συνολικό ποσόν 412.792,72 ευρώ. Μετά την εξέλιξη αυτή ο εκκαλών κατέφυγε στην Κοινοπραξία, εξέθεσε το πρόβλημά του και ζήτησε την εξόφληση της οφειλής του, συνολικού ύψους 412.792,72 ευρώ. Εκεί για πρώτη φορά πληροφορήθηκε έκπληκτος ότι η Κοινοπραξία ουδεμία ευθύνη είχε για τις οφειλές της εταιρείας. Στη συνέχεια, επειδή οι αρμόδιοι της Κοινοπραξίας αρνήθηκαν να του δώσουν αντίγραφο του συμφωνητικού συστάσεως της Κοινοπραξίας, κατέφυγε στο Υπουργείο Περιβάλλοντος-Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων απ' όπου και του χορηγήθηκε αντίγραφο του από 27-11-1999 Ιδιωτικού Συμφωνητικού Τροποποίησης και Κωδικοποίησης του Συμφωνητικού Συστάσεως της Κοινοπραξίας, όπου στην παράγραφο 1 του άρθρου 21 αυτού αναφέρεται σαφώς ότι "Η Κοινοπραξία θα βαρύνεται με όλες τις δαπάνες και κάθε είδους έξοδα που απαιτούνται για την εκτέλεση των Εργασιών-πλην εκείνων που αφορούν Εργασίες που έχουν κατανεμηθεί στα Μέρη-μέχρι τη λύση της". Από την απλή ανάγνωση του κειμένου του συγκεκριμένου όρου προκύπτει σαφώς ότι για τις εργασίες στο τμήμα του έργου που είχε αναλάβει η "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.", η Κοινοπραξία δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση για την εξόφληση τυχόν οφειλών της εταιρείας έναντι τρίτων και για οποιοδήποτε λόγο. Με τον τρόπο αυτό, οι τρεις ως άνω κατηγορούμενοι Χ1, Χ2 και Χ3 τον εξαπάτησαν, έχοντας σκοπό να ζημιώσουν την περιουσία του, με αντίστοιχο παράνομο οικονομικό όφελος της εταιρείας "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.". Και τούτο επειδή παρά τη γνώση τους, λόγω της θέσεώς τους ως σημαινόντων στελεχών της εταιρείας "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε " ο πρώτος απ' αυτούς και της Κοινοπραξίας οι δεύτερος και τρίτος, τόσο για την τροποποίηση της σχετικής κρίσιμης διάταξης του Καταστατικού όσο και για τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η εν λόγω εταιρεία, εντούτοις κατά τη συζήτηση που είχαν με τον εκκαλούντα, όπως έχει ήδη αναφερθεί παραπάνω, ο μεν Χ3 περί τα μέσα Δεκεμβρίου του έτους 2002, οι δε Χ1 και Χ2 λίγο αργότερα στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2003, του απέκρυψαν δολίως την ύπαρξη του από 27-11-1999 μεταγενέστερα τροποποιημένου και κωδικοποιημένου κοινοπρακτικού συμφωνητικού και του επέδειξαν το από 27-4-1996 αρχικό, με σκοπό αλλά και με τελικό αποτέλεσμα να τον παραπλανήσουν περί δήθεν ευθύνης των εταιρειών-μελών της Κοινοπραξίας. Με τον τρόπο αυτό πέτυχαν να τον πείσουν να συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.", κάτι όμως το οποίο ασφαλώς δεν θα συνέβαινε αν ο ίδιος γνώριζε την αλήθεια. Η ζημία την οποία έχει υποστεί ο εκκαλών από την ως συμπεριφορά των κατηγορουμένων, ως αποκλειστική και μόνη αιτία, ανέρχεται (κατά την όχι ορθή άποψη του εκκαλούντα) στο συνολικό ποσόν των 437.742,78 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται οι τόκοι και τα έξοδα εκδόσεως των υπ' αριθ. 954/2005 και 1180/2005 Διαταγών Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ΑΛΤΕ, ύψους 24.950,06 ευρώ) με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της εταιρείας "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε". Η συγκεκριμένη ζημία θεωρείται οριστική, καθόσον οι συνολικές οφειλές της εταιρείας "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." υπερβαίνουν το ποσόν των 120.000.000 ευρώ, ενώ τα περιουσιακά της στοιχεία δεν επαρκούν ούτε για την εξόφληση των τραπεζών και των προνομιούχων δανειστών. Όπως προκύπτει από όλα τα έγγραφα της δικογραφίας καθώς και τα απολογητικά υπομνήματα των κατηγορουμένων, συμπεριλαμβανομένου και εκείνου που υποβλήθηκε από τους κατηγορούμενους Χ1 και Χ2 ενώπιον μας στις 5-11-2008, δηλ. μετά την άσκηση της σχετικής εφέσεως από τον πολιτικώς ενάγοντα, κυρίως όμως από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που έχουν προταθεί από τον εγκαλούντα Ψ, οι εν λόγω μάρτυρες και συγκεκριμένα ο πατέρας του ΑΑ όσο και οι συνάδελφοι του και ομοίως παθόντες με αυτόν, ΒΒ, ΓΓ και ΔΔ, επιβεβαιώνουν πλήρως τους ισχυρισμούς του, τόσο κατά την ένορκη εξέτασή τους στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης που διενεργήθηκε σχετικά με την υπόθεση, όσο και ενώπιον του Ανακριτή, στο πλαίσιο της κύριας ανάκρισης που διενεργήθηκε στη συνέχεια. Από την άλλη πλευρά από τους μάρτυρες υπερασπίσεως των κατηγορουμένων, οι εξ αυτών ΕΕ, ΣΤ και ΖΖ, δεν είναι σε θέση να βεβαιώσουν αν πράγματι έγιναν ή όχι οι συναντήσεις μεταξύ του εγκαλούντα Ψ, των ως άνω μαρτύρων που αυτός προτείνει και οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, τις επιβεβαιώνουν και των κατηγορουμένων Χ1, Χ2 και Χ3. Αντίθετα οι μάρτυρες ΗΗ, ΘΘ και ΚΚ ισχυρίζονται ότι οι συναντήσεις αυτές ουδέποτε έγιναν, ο ΛΛ θεωρεί απίθανο οι εν λόγω κατηγορούμενοι να έχουν προβεί σε τέτοια πράξη, ενώ μόνο η μάρτυρας ΜΜ, δικηγόρος της Κοινοπραξίας, επιβεβαιώνει την επίσκεψη του Ψ στο γραφείο του Χ1 το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2004, ισχυρίζεται ότι, ως εκ της ιδιότητος της, ήταν παρούσα κατά τη συνάντηση και ο εκκαλών "... τότε για πρώτη φορά του έθεσε το θέμα των οφειλομένων σε αυτόν από την ΑΛΤΕ. Τον ρώτησε εάν θα μπορούσε η κοινοπραξία να τα καταβάλει και ο κύριος Χ1 του είπε όχι". Όμως οι ισχυρισμοί αυτοί της εν λόγω μάρτυρος δεν εναρμονίζονται με τους ισχυρισμούς των ως άνω τριών κατηγορουμένων, οι οποίοι αρνούνται ότι έγινε οποιαδήποτε συνάντηση μεταξύ αυτών, του εκκαλούντα Ψ και των μαρτύρων που αυτός έχει προτείνει, ενώ δεν υπάρχουν στη δικογραφία τα απαραίτητα προς τούτο αποδεικτικά στοιχεία, ώστε οι μάρτυρες του εκκαλούντα να θεωρηθούν μειωμένης αξιοπιστίας και οι καταθέσεις τους ως εκ τούτου να μην είναι δυνατόν να αξιολογηθούν υπέρ των απόψεών του. Σε κάθε περίπτωση και άσχετα από τις επί μέρους μικρές διαφοροποιήσεις, η ουσία των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας δεν αλλάζει. Πέραν τούτων πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι δεν αποδεικνύεται η βασιμότητα του ισχυρισμού των κατηγορουμένων ότι ο Ψ συνέχιζε να εργάζεται στο εργοτάξιο της Κοινοπραξίας καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα, δηλ. από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2002 μέχρι και τον Ιανουάριο του επόμενου έτους 2003. Η έκδοση εκ μέρους του σχετικών τιμολογίων κατά το διάστημα αυτό οφείλεται στο γεγονός της εξόφλησης προηγούμενων οφειλών της εταιρείας "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." προς αυτόν, όπως άλλωστε και ο ίδιος ο Ψ παραδέχεται, με αποτέλεσμα να εξέδιδε τα σχετικά τιμολόγια με ημερομηνίες που πληρωνόταν, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι πράγματι κατά τις ημέρες αυτές εργαζόταν στην εταιρεία. Τέλος είναι αδιάφορο αν οι κατηγορούμενοι Χ1, Χ2 και Χ3 ήταν ή όχι υπεύθυνοι για την εκτέλεση των έργων της Κοινοπραξίας και την πληρωμή των εργαζομένων στην εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." ή ότι δεν εξέφραζαν σε καμία περίπτωση τη βούληση της εταιρείας, όπως τουλάχιστον αυτοί ισχυρίζονται. Και τούτο επειδή για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης για το οποίο διώκονται οι ως άνω κατηγορούμενοι, αρκεί η παραδοχή ότι εν γνώσει της αναλήθειας των ισχυρισμών τους, παρέστησαν σε άλλον ψευδή γεγονότα ως αληθή και με τον τρόπο αυτό τον έπεισαν να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με άμεση συνέπεια να προκληθεί βλάβη στην περιουσία του, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος άλλου, χωρίς να απαιτείται οι δράστες να έχουν οποιαδήποτε συγκεκριμένη ιδιότητα, αρκεί δε με τη συμπεριφορά τους, ως αποκλειστικής και μόνης αιτίας, όπως στην υπόκριση υπόθεση, να προξένησαν την παραπλάνηση του παθόντα. Στο σημείο δε αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι το ύψος της ζημίας που προξενήθηκε στην περιουσία του εκκαλούντα-παθόντα Ψ, ως άμεση και αποκλειστική συνέπεια της απατηλής συμπεριφοράς των κατηγορουμένων απέναντΊ του, πρέπει να θεωρηθεί το ποσόν των 412.792,92 ευρώ και όχι εκείνο των 437.742,78 ευρώ που αναφέρει ο εκκαλών στο δικόγραφο της εγκλήσεώς του. Και τούτο επειδή δεν πρέπει να συμπεριληφθεί στο ύψος της ζημίας το σύνολο των δικαστικών εξόδων και τόκων του κεφαλαίου, επειδή αυτά τα ποσά δεν συνιστούν, τη στιγμή που τελέσθηκε η πράξη της απάτης, μείωση της περιουσίας του παθόντα, με την οικονομική της έννοια, και δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες των κατηγορουμένων, όπως το προαναφερόμενο ποσόν των 412.792,92 ευρώ, το οποίο αποτελούσε την "καθαρή" απαίτηση του εκκαλούντα έναντι της εταιρείας και εξ' αντιδιαστολής την πραγματική ζημία της περιουσίας του. Με βάση το αποδεικτικό υλικό που έχει συγκεντρωθεί και τις σκέψεις που στηρίζονται σ' αυτό, όπως αυτές εκτίθενται αναλυτικά παραπάνω, θεωρούμε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος των κατηγορουμένων Χ1, Χ2 και Χ3, επειδή, κατά την κρίση μας, πιθανολογείται σοβαρά η ενοχή τους, για την αξιόποινη πράξη της απάτης και μάλιστα σε βαθμό κακουργήματος, για την οποία έχει απαγγελθεί σε βάρος τους κατηγορία, με συνέπεια να είναι απαραίτητο να επιληφθεί το αρμόδιο Δικαστήριο και να υπόβαλα στη δοκιμασία της επ' ακροατηρίω διαδικασίας τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζονται οι ενδείξεις αυτές. (Βλ. σχετ και Α.Π. Ολομ. 9/2001 Ποιν. Χρον. 2001, σελ. 788). Αντίθετα, όσον αφορά τους λοιπούς κατηγορουμένους, φρονούμε ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος τους, οι οποίες καθαυτές κρινόμενες να πιθανολογούν σοβαρά την ενοχή τους για ηθική αυτουργία στην ως άνω αξιόποινη πράξη, καθόσον από ουδέν αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας πιθανολογείται βάσιμα ότι με πειθώ και φορτικότητα έπεισαν τους τρεις πρώτους συγκατηγορουμένους τους να διαπράξουν το έγκλημα της απάτης και μάλιστα σε βαθμό κακουργήματος για το οποίο και κατηγορούνται, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι δεν έχουν καταμηνυθεί ούτε από τον εγκαλούντα κατά την υποβολή της σχετικής εγκλήσεώς του, αλλά μεταγενέστερα απαγγέλθηκε κατηγορία σε βάρος τους, κατόπιν σχετικής παραγγελίας του αρμόδιου Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, χωρίς όμως τα στοιχεία της δικογραφίας, κατά την άποψή μας, να είναι επαρκή ώστε να δικαιολογείται τέτοια ενέργεια. Κατόπιν των ανωτέρω φρονούμε ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών ορθώς εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά που τέθηκαν υπόψη του και, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παραγρ. 1 περίπτ. α και 310 παραγρ. 1 εδάφ. α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, έκρινε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος των κατηγορουμένων ΝΝ, ΞΞ, ΠΠ, ΡΡ και ΣΣ για ηθική αυτουργία στην ως άνω αναφερόμενη αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης, επειδή δεν προκύπτουν σε βάρος τους επαρκείς ενδείξεις και ως προς το κεφάλαιο αυτό πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία, εν μέρει, η υπό κρίση έφεση του πολιτικώς ενάγοντος και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο υπ' αριθ. 1388/2008 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά το σκέλος αυτό. Αντίθετα και για τους λόγους που εκτίθενται αναλυτικά παραπάνω, πρέπει κατά τα λοιπά να μεταρρυθμιστεί, εν μέρει, το ως άνω πρωτοβάθμιο εκκαλούμενο απαλλακτικό Βούλευμα και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παραγρ. 1 περίπτ. ε, 313 και 318 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να παραπεμφθούν οι κατηγορούμενοι Χ1, Χ2 και Χ3, στο ακροατήριο του καθ' ύλη και κατά τόπο αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 111 παράγρ. 1, 119 παράγρ. 1 και 122 παράγρ. 1 του ίδιου ως άνω Κώδικα, για να δικαστούν ως υπαίτιοι του εγκλήματος της απάτης, κατά συναυτουργία, με περιουσιακό όφελος τρίτου και αντίστοιχη ζημία του παθόντα που υπερβαίνει το ποσόν των 73.000,00 ευρώ, προβλέπεται δε και τιμωρείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26 παραγρ. 1 εδάφ. α, 27 παραγρ. 1, 51, 52, 59-66 και 386 παραγρ. 1, 3 περίπτ. β του Ποινικού Κώδικα, όπως η παραγρ. 3 αντικ. με το άρθρο 14 παραγρ.4 του Ν. 2721/1999, συγκεκριμένα δε σε βάρος του ως άνω εκκαλούντα και ήδη πολιτικώς ενάγοντα Ψ, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της εταιρείας "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.". Πρέπει δε να αναφερθεί επίσης ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν προκύπτει ότι το εν λόγω έγκλημα έχει διαπραχθεί κατ' εξακολούθηση, αλλά από τον μεν κατηγορούμενο Χ3 περί τα μέσα Δεκεμβρίου του έτους 2002, από τους δε Χ1 και Χ2 στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2003. Η δε διαδοχική απατηλή συμπεριφορά και συναυτουργία ενός εκάστου κατηγορουμένων, οι οποίοι ενήργησαν με κοινό δόλο, αφού ασφαλώς γνώριζαν τόσο το αρχικό όσο και το τροποποιημένο κείμενο της επίμαχης διάταξης του ιδιωτικού συμφωνητικού-κοινοπρακτικού συμφώνου, γεγονός το οποίο άλλωστε δεν αρνούνται ούτε οι ίδιοι, αρνούμενοι απλά και μόνο ότι είχαν οποιαδήποτε συνάντηση με τον εκκαλούντα, είχε ως αποτέλεσμα την παραπλάνηση του παθόντα και την πρόκληση ζημίας στην περιουσία του. Όπως δε γίνεται δεκτό επί του θέματος αυτού, τελείται μία μόνο πράξη απάτης επί συνεχιζόμενων ψευδών παραστάσεων που επαναλαμβάνονται, μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο πρόσωπο που εξαπατήθηκε η επιδιωκόμενη πλάνη, καθώς και όταν λόγω της άπαξ επελθούσης πλάνης, ο εξαπατηθείς προβαίνει σε πλείονες της μιας και σε διαφορετικούς χρόνους επιζήμιες για την περιουσία του πράξεις. Αντίθετα συντρέχει περίπτωση απάτης, κατ' εξακολούθηση, όταν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του, η οποία προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου και με διαφορετικά ψευδή πραγματικά περιστατικά, προϋπόθεση όμως η οποία δεν συντρέχει στην παρούσα υπόθεση, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται αναλυτικά στο ιστορικό της παρούσας". Μετά από αυτά, το Συμβούλιο Εφετών δέχτηκε κατά ένα μέρος και συγκεκριμένα κατά το μέρος που αφορά στους ήδη αναιρεσείοντες την έφεση του εκκαλούντος και πολιτικώς ενάγοντος Ψ κατά του υπ' αριθ. 1388/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο είχε αποφανθεί να μη γίνει κατηγορία κατά των ανωτέρω αναιρεσειόντων και παρέπεμψε αυτούς να δικαστούν για απάτη από κοινού από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 Ευρώ, ενώ ως προς τους λοιπούς κατηγορουμένους επικύρωσε το ανωτέρω απαλλακτικό βούλευμα.
Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής των ανωτέρω τριών κατηγορουμένων για το αποδιδόμενο σ' αυτούς έγκλημα της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο. Ειδικότερα αναφέρονται στο βούλευμα: α) οι ψευδείς παραστάσεις στις οποίες προέβησαν οι κατηγορούμενοι προς τον εγκαλούντα με διαδοχικές τους ενέργειες και στα πλαίσια συναπόφασης και κοινού δόλου, β) η παραπλάνηση του εγκαλούντος από τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις και ιδίως από την επίδειξη του μη ισχύοντος συμφωνητικού του έτους 1996 περί δήθεν υποχρεώσεως της Κοινοπραξίας να καλύψει απαιτήσεις τρίτων προς οποιαδήποτε εταιρία - μέλος της Κοινοπραξίας, όπως ήταν και η εταιρία ΑΛΤΕ, με την οποία είχε συμβληθεί ο εγκαλών, γ) η ζημία του υπέστη ο εγκαλών, ο οποίος πείστηκε στις ψευδείς παραστάσεις και συνέχισε να προσφέρει έργο στην εταιρία ΑΛΤΕ με τη βεβαιότητα ότι θα πληρωθεί, ενώ αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση, θα σταματούσε τη συνεργασία και δεν θα ζημιωνόταν και δ) ο σκοπός των κατηγορουμένων να περιποιήσουν στην εταιρία ΑΛΤΕ παράνομο περιουσιακό όφελος το οποίο συνίσταται στην αξία του έργου που πρόσφερε ο εγκαλών στην εταιρία αυτή (412.792,72 Ευρώ), χωρίς να πρόκειται να πληρωθεί, πράγμα που γνώριζαν οι κατηγορούμενοι και ενέργησαν για να ωφεληθεί η εταιρία την ανωτέρω αξία. Επομένως είναι αβάσιμες οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί του ότι: α) δεν αιτιολογείται ο σκοπός των αναιρεσειόντων να περιποιήσουν παράνομο περιουσιακό όφελος στην εταιρία ΑΛΤΕ, αφού αυτός αιτιολογείται, β) δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των ωφελούμενων φυσικών προσώπων τα οποία κερδίζουν από την επιχειρηματική δραστηριότητα της ΑΛΤΕ, ώστε να κριθεί αν αυτοί είναι οι αναιρεσείοντες, αφού το στοιχείο αυτό δεν είναι αναγκαίο για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος, αλλά αρκεί ο σκοπός οφέλους της εταιρίας ΑΛΤΕ, γ) υπάρχει αντίφαση στις παραδοχές του βουλεύματος, γιατί έκρινε υπαίτιους τους αναιρεσείοντες για το περιουσιακό όφελος της ΑΛΤΕ και ανεύθυνους τους νόμιμους εκπροσώπους της ΑΛΤΕ που απαλλάχθηκαν για ηθική αυτουργία στην πράξη της απάτης, αφού τέτοια αντίφαση δεν υπάρχει, επειδή αιτιολογείται στο βούλευμα η άγνοια των νομίμων εκπροσώπων της ΑΛΤΕ για τις ενέργειες των κατηγορουμένων. Οι υπόλοιπες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων είναι απαράδεκτες γιατί πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη για τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου.
Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και β' του ΚΠΔ, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί παραβιάσεως εκ πλαγίου της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 του Π.Κ., με τη μορφή της αντιφάσεως, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 30-3-2009, 30-3-2009 και 10-4-2009 αιτήσεις των: 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, αντίστοιχα, για αναίρεση του υπ' αριθ. 285/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ για κάθε αναιρεσείοντα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2209. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή