Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 837 / 2010    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Κλοπή.




Περίληψη:
Κλοπή (άρθρ. 372 § 1 ΠΚ). Α) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Β) Ορθά και αιτιολογημένα απορρίφθηκαν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, α) ότι πρόκειται για κλοπή 80 €, ήτοι μεταβολής της κατηγορίας σε κλοπή ευτελούς αξίας και β) περί εμπράκτου μετανοίας, διότι από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 379 ΠΚ, προκύπτει ότι, για την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως της κλοπής λόγω εμπράκτου μετανοίας, δεν αρκεί μόνο η ικανοποίηση εκείνου που ζημιώθηκε, πριν να εξετασθεί ο υπαίτιος από την αρχή, αλλά απαιτείται η ικανοποίηση αυτή να έγινε με την ελεύθερη θέληση του δράστη, ήτοι εκουσίως και αυθορμήτως και να μην οφείλεται σε εξωτερικά και ανεξάρτητα από τη βούληση του αίτια, γιατί στην περίπτωση αυτή το αίτιο που οδήγησε στην ικανοποίηση του ζημιωθέντος δεν είναι η μεταμέλεια που αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό της εμπράκτου μετανοίας. Δεν πρόκειται περί ελευθέρας θελήσεως αν η απόδοση του πράγματος έγινε, επί κατ' εξακολούθηση κλοπής, έπειτα από επ' αυτοφώρω κατάληψη και ανακάλυψη του δράστη κατά την τελευταία κλοπή και την απειλούμενη καταμήνυση από το θύμα των διαπραχθεισών κλοπών και την άσκηση ποινικής διώξεως κατ' αυτού.




Αριθμός 837/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μιχόπουλο, περί αναιρέσεως της 93/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1547/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρ. 372 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από τη κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Αντικείμενο ιδιοποιήσεως μπορεί να είναι και χαρτονομίσματα, τα οποία ενσωματώνουν αξία, εφόσον η αφαίρεση γίνεται με σκοπό ιδιοποιήσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 377 παρ.1 α του ΠΚ, αν η κλοπή έχει αντικείμενο πράγμα ευτελούς αξίας, τιμωρείται με χρηματική ποινή ή με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι ένα πράγμα κρίνεται ως ευτελούς αξίας, από την οικονομική του αξία κατά τις συναλλαγές κατά το χρόνο της κλοπής. Επί κατ' εξακολούθηση κλοπής, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των κλοπιμαίων, στο οποίο και απέβλεπε ο δράστης με τις μερικότερες πράξεις του.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα και την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ,όπως είναι και ο ισχυρισμός, κατ' άρθρον 377 του ΠΚ, ότι το αντικείμενο της κλοπής είναι ευτελούς αξίας και εκείνος, κατ'άρθρο 379 παρ. 1 του ΠΚ, περί εξαλείψεως του αξιοποίνου της κλοπής, λόγω αποδόσεως του κλαπέντος αντικειμένου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως θεμελιώνει και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη 93/2009 απόφαση του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, ότι από τα αναφερόμενα κατ'είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής:
"Ο ... (ΗΑ/ΗΤ) Ξ υπηρετούσε στο Α/Γ ΡΟΔΟΣ. Εντός του από 25-7-2005 έως 5-8-2005 χρονικού διαστήματος και σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία, από το μπουφάν του, το οποίο ευρίσκετο στο χώρο των ενδίαιτήσεων, αφαιρέθηκαν χαρτονομίσματα αξίας σαράντα (40) ευρώ. Επίσης σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία, κείμενη όμως εντός του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2005, αφαιρέθηκαν ξανά από το μπουφάν ταυ, στο χώρο των ενδιαιτήσεων, χαρτονομίσματα αξίας τριάντα (30) ευρώ. Την 10-1-2006, ο κατηγορούμενος, ο οποίος υπηρετούσε στο Α/Γ ΡΟΔΟΣ από το έτος 2002 μέχρι τον Σετττέμβριο του 2005, ως Ανθυπασπιστής (Τ/ΜΕΚ) και είχε πλέον μετατεθεί στο ΝΣ/ΔΤ, επιβιβάστηκε στο Α/Γ ΡΟΔΟΣ. Ο ...ς όμως τον αντελήφθη και επειδή του είχαν εγερθεί σοβαρές υπόνοιες ότι δράστης των προαναφερθεισών κλοπών εις βάρος του ήταν αυτός (ο κατηγορούμενος) αποφάσισε να σημαδέψει ένα χαρτονόμισμα των δέκα (10) ευρώ με τον αναπτήρα του καίγοντας το λίγο στην άκρη κα) να το τοποθετήσει κατά τρόπο που αυτό να είναι ορατό στο θυλάκιο του παντελονιού του, που είχε τοποθετήσει στο χώρο των ενδιαιτήσεων των Υπαξιωματικών, πλησίον του ερμαρίου του. Ακολούθως κρύφθηκε πίσω από μία πόρτα και ανέμενε την εμφάνιση, στο χώρο των ενδιαιτήσεων, του κατηγορουμένου. Μαζί του είχε προσκαλέσει ως μάρτυρα και τον ... . Και οι δύο ανωτέρω παρακολούθησαν τον κατηγορούμενο να κατευθύνεται περί ώρα 10.20' στο χώρο ενδιαιτήσεων των Υπαξιωματικών του πλοίου) όπου απαγορευόταν η παρουσία μη μελών . του πληρώματος και πλησιάζοντας στο ερμάριο του ..., να αφαιρεί από το θυλάκιο του παντελονιού του το σημαδεμένο χαρτονόμισμα των δέκα ευρώ που προεξείχε. Στη συνέχεια ο ..., εξήλθε από το σημείο που κρυβόταν πλησιάζοντας τον κατηγορούμενο, του είπε ότι τον είδε να αφαιρεί το ανωτέρω χαρτονόμισμα και ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε αμέσως το γεγονός αυτό. Στην επακολουθήσασα προτροπή του να του αποδώσει και τα χρήματα που του είχε αφαιρέσει στο παρελθόν (σαράντα και τριάντα ευρώ), γιατί πίστευε ότι αυτός ήταν δράστης της κλοπής, ο κατηγορούμενος του έδωσε 100 ευρώ σε δύο χαρτονομίσματα των 50 και του είπε να μην πεί τίποτε σε κανέναν και να θεωρηθεί το θέμα λήξαν. Το περιστατικό ανεφέρθη από τους Ξ και ... στον Ανθυποπλοίαρχο του πλοίου Λαϊάκη ... και στη συνέχεια, τις μεσημβρινές ώρες της 10-01-2006, στον Κυβερνήτη του Α/Γ ΡΟΔΟΣ, Αντιπλοίαρχο ..., ενώπιον του οποίου ο κατηγορούμενος, αρχικώς αρνήθηκε το συμβάν της κλοπής του ποσού των δέκα ευρώ, στη συνεχεία όμως το παραδέχθηκε. Ο Κυβερνήτης από την εξιστόρηση του περιστατικού από τους ... και από τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, συμπέρανε ότι το συμβάν της 10-01-2006 δεν ήταν μεμονωμένο και ζήτησε από τον κατηγορούμενο να προβεί στην απόδοση των κατά καιρούς απ' αυτόν παρανόμως αφαιρεθέντων χρηματικών ποσών εκ των μελών του πληρώματος, επιπλέον δε, να υπογράψει σχετικά έγγραφα που αποδείκνυαν τις οφειλές του έναντι των συναδέλφων του, πρόταση η οποία και εγένετο αμέσως αποδεκτή από τον κατηγορούμενο (βλ. την από 18-1-2006 κατάθεση του ...). Να σημειωθεί εδώ ότι το εν λόγω χαρτονόμισμα των δέκα (10) ευρώ μαζί με τα δύο χαρτονομίσματα των πενήντα (50) ευρώ, με αριθμούς ... αντιστοίχως, κατασχέθηκαν αρμοδίως (βλ, την από 10-1-2006 έκθεση κατασχέσεως που συντάχθηκε από τον Ανθυποπλοίαρχο ...) .
Ο κατηγορούμενος στην απολογία του, αρνήθηκε τις αποδιδόμενες κατηγορίες και ισχυρίσθηκε ότι ουδέποτε προέβη στην αφαίρεση και παράνομη ιδιοποίηση των ανωτέρω χρηματικών ποσών και ως εκ τούτου δεν έδωσε εκατό ευρώ στον ... ως αποζημίωση και για να εξασφαλίσει την σιωπή του.
Όμως, σύμφωνα με τις μαρτυρικές καταθέσεις, προέβη στην αφαίρεση και την παράνομη ιδιοποίηση του χρηματικού ποσού των δέκα ευρώ. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την αρχική και ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρα ... παρά την προσπάθεια του σήμερα να εμφανισθεί ότι δεν θυμάται σχεδόν τίποτε. Ειδικότερα στην κατάθεση του στο Ναυτοδικείο, όπως προκύπτει από τα αναγνωσθέντα πρακτικά, κατέθεσε επί λέξει τα εξής:...
Επειδή η πόρτα ήταν μισάνοιχτη είδα τον κατηγορούμενο να παίρνει χρήματα από το παντελόνι. Έφυγα τότε από την πίσω μεριά που οδηγούσε στο χώρο αρμάτων και έφθασα στην είσοδο του καραβιού, όπου έπιασα κουβέντα με τον κατηγορούμενο και τον καθυστέρησα αφού μου έκανε νόημα ο ......". Τα ίδια ακριβώς ανέφερε ο ... και στον Ύπαρχο Ανθυποπλοίαρχο ...., όταν μαζί με τον Ξ προσήλθαν αμέσως μετά το συμβάν για να αναφέρουν την αξιόποινη συμπεριφορά του. Άλλωστε και ενώπιον του Κυβερνήτη ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι η κλοπή των δέκα (10) ευρώ ήταν σφάλμα του. Περαιτέρω δε και αναφορικά με τα χρηματικά ποσά των σαράντα και τριάντα ευρώ, σαφώς συνάγεται ότι η απόδοση εκ μέρους του κατηγορουμένου του χρηματικού ποσού των εκατό ευρώ στο ... με σκοπό την εντελή του ικανοποίηση, καταδεικνύει τη διάθεση του κατηγορουμένου να διευθετήσει αβλαβώς και ακινδύνως γι' αυτόν αξιόποινες συμπεριφορές του παρελθόντος, ενέργεια η οποία πόρρω απέχει από αυτή ενός αμέτοχου σε αξιόποίνη πράξη ανθρώπου. Την ίδια διάθεση επέδειξε και κατά την παρουσία του ενώπιον του Κυβερνήτου ..., προθυμοποιηθείς σε αντάλλαγμα να ικανοποιήσει τις οφειλές του προς τα παθόντα μέλη του πληρώματος. Άλλωστε ο συγκεκριμένος τρόπος ενέργειας του κατηγορουμένου (είσοδος στις ενδιαιτήσείς και αφαίρεση χρημάτων από τα ρούχα του παθόντος),δεν αφήνει αμφιβολίες για το ότι δράστης και των λοιπών κλοπών είναι ο ίδιος. Συνεπώς το Δικαστήριο κατά πλειοψηφία (ψήφοι τρεις έναντι δύο) κρίνει ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος όλων των πράξεων [κλοπής πραγμάτων ανηκόντων σε στρατιωτικό κατ' εξακολούθηση (μερικότερες πράξεις τρεις)].
Δύο μέλη του Δικαστηρίου (Αναθεωρητές Γ' Μακρόπουλος Θεοφάνης και Γερασόπουλος Ζήσης) που μειοψήφησαν, είχαν τη γνώμη ότι έπρεπε να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος, καθόσον δεν προέκυψε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι τέλεσε τις πράξεις που κατηγορείται. Ειδικότερα για μεν τις α' και β' εξακολουθητικές πράξεις της κλοπής δεν αποδείχθηκε πλήρως η τέλεση τους αλλά πιθανολογείται απλώς ότι ο κατηγορούμενος αφαίρεσε και ιδιοποιήθηκε παρανόμως τα χρηματικά ποσά των σαράντα και τριάντα ευρώ, για δε την γ' πράξη (της από 10-01-2006), δεν προέκυψε ότι τούτος είχε πρόθεση αφαιρέσεως και παρανόμου ιδιοποιήσεως του ποσού των δέκα ευρώ, γενόμενου δεκτού του ισχυρισμού του ότι τυχαία βρήκε το χαρτονόμισμα και το απέδωσε αμέσως στο δικαιούχο του.
Συνεπώς ο κατηγορούμενος έπρεπε να κηρυχθεί αθώος λόγω αμφιβολιών. Ο κατηγορούμενος περαιτέρω δια του συνηγόρου του ζήτησε την εφαρμογή των άρθρων 377-και 379 σε συνδ. με 147 παρ. 6 ΣΠΚ (κλοπή ευτελούς αξίας, έμπρακτος μετάνοια).
Επί των προβληθέντων ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών παρατηρούνται τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 377 παρ.1 ΠΚ, αν η κλοπή ή η υπεξαίρεση έχει αντικείμενο πράγμα ευτελούς αξίας, τιμωρείται με χρηματική ποινή ή με φυλάκιση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 379 παρ.1 Π Κ, το αξιόποινο της κλοπής και της υπεξαίρεσης εξαλείφεται αν ο υπαίτιος, με δική του θέληση και πριν ακόμη εξεταστεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές, απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς το ζημιωμένο. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 147 παρ. 6 ΣΠΚ , η διάταξη του άρθρου 379 ΠΚ εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις της κλοπής ή υπεξαίρεσης πραγμάτων που ανήκουν στο Κράτος ή σε Στρατιωτικό, η δε διάταξη του άρθρου 377 παρ.1 ΠΚ εφαρμόζεται επίσης, εφόσον η κλοπή ή η υπεξαίρεση αφορά σε πράγματα μικρής στρατιωτικής σημασίας ή ευτελούς αξίας. Ούτε στο κείμενο του νόμου αναγράφεται, αλλά ούτε η νομολογία των Δικαστηρίων έχει καταλήξει σε ασφαλές κριτήριο προσδιορισμού του ορίου της ευτελούς αξίας. Ο χαρακτηρισμός της αξίας του αντικειμένου ως μεγάλης ή μικρής (ευτελούς) αξίας αποτελεί ζήτημα κρινόμενο με βάση τις συνθήκες της αγοράς που διαμορφώνουν κάθε φορά την αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από την απλή συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η κρίση περί ευτελούς και ιδιαιτέρως μεγάλης της αξίας αυτής, (βλ. και βουλ. ΑΠ 1685/98, Ποιν. Χρ. ΜΘ/1999 σελ. 941). Επί κλοπής δε κατ' εξακολούθηση η αξία των αντικειμένου της πράξεως λαμβάνεται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του το αποτέλεσμα αυτό. Περαιτέρω βασική προϋπόθεση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 379 παρ. 1 ΠΚ είναι μεταξύ των άλλων ότι ο δράστης προέβη στην απόδοση ή στην ικανοποίηση με δική του θέληση "οικεία βουλήσει". Με δική του βούληση πράττει ο δράστης που προβαίνει στην απόδοση ή στην ικανοποίηση "εκουσίως και αυθορμήτως" και όχι από αίτια εξωτερικά, ανεξάρτητα της βουλήσεως του. Το "οικειοθελές" της απόδοσης αποκλείεται όταν αυτή γίνεται προς αποφυγή της βέβαιης δίωξης του και επομένως οφείλεται στο φόβο του ότι θα επακολουθήσει η αποκάλυψη της τέλεσης της πράξης και του δράστη και όχι επειδή εμφιλοχώρησε μεταμέλεια του, που αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό της έμπρακτης μετάνοιας, (βλ. ΑΠ 916/84, Ποιν. Χρον. ΑΕ', σελ, 122, ΑΠ 1146/81, Ποιν. Χρον. 1982 σελ. 487). Στην υπό κρίση περίπτωση το Δίκαστήριο, παμψηφεί, κρίνει ότι το ποσό των 80 ευρώ, το οποίο συνολικά, εξακολουθητικά αφαίρεσε ο κατηγορούμενος δεν είναι ευτελές αφού υπερβαίνει κατά πολύ το ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη και θα πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθεί ο προβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου ως αβάσιμος στην ουσία του. Όσον αφορά δε τον άλλο αυτοτελή ισχυρισμό του για έμπρακτη μετάνοια του λεκτέα τα εξής: Όπως προέκυψε από τη μαρτυρική κατάθεση του Ξ, ο κατηγορούμενος προέβη σε απόδοση του ποσού, αφότου έλαβε χώρα η αποκάλυψη από τον παθόντα ότι αυτός κατέστη αντιληπτός τόσο από τον ίδιο όσο και άλλο πρόσωπο, τον ....
Συνεπώς η ανωτέρω ενέργεια δεν αποτέλεσε προϊόν αυθόρμητης και οικειοθελούς προαιρέσεως του κατηγορουμένου, αλλά προϊόν φόβου και ανησυχίας περί επικείμενης αποκαλύψεως της ταυτότητος και της πράξης του.
Ενδεικτική δε της έκδηλης ανησυχίας του ήταν η προσπάθεια του να διευθετήσει την υπάρχουσα μεταξύ τους "οικονομική εκκρεμότητα" σε επίπεδο ιδιωτικής συναλλαγής και αποσιώπηση τούτης εκ μέρους του παθόντος, ούτως ώστε να μην υποστεί τις συνέπειες της πράξης του, δηλαδή τις πειθαρχικές και ποινικές κυρώσεις μιας ενδεχόμενης καταγγελίας.
Συνεπώς, ομοφώνως, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο προταθείς από τον κατηγορούμενο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός".
Ακολούθως το ίδιο Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, κατά πλειοψηφία, για κλοπή χρημάτων που ανήκαν σε στρατιωτικό, κατ' εξακολούθηση και επέβαλε σε αυτόν ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος της κλοπής χαρτονομισμάτων που ανήκαν σε στρατιωτικό, κατ' εξακολούθηση, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα πρώην Ανθυπασπιστή του ΠΝ, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27, 98, 372 παρ. 1 α του ΠΚ και 147 παρ.6 του ΣΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς, ενδοιαστικές ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, λεκτέα τα εξής : α) με ειδική και επαρκή αιτιολογία και κατ'ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 377 ΠΚ, απορρίφθηκε ο προβληθείς, αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι το αντικείμενο της κλοπής, που έγινε σε τρεις χρόνους, συνολικού χρηματικού ποσού 80 ευρώ, από τα θυλάκια ενδυμάτων του παθόντος στρατιωτικού, είναι ευτελούς αξίας, δεχθέντος του Δικαστηρίου ότι το άνω χρηματικό ποσό δε συνιστά ποσό ευτελούς αξίας, η δε κρίση αυτή του Δικαστηρίου της ουσίας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. β) Κατά τη διάταξη της παρ. 1του άρθρου 379 του ΠΚ, το αξιόποινο της κλοπής και της υπεξαιρέσεως εξαλείφεται, αν ο υπαίτιος με δική θέληση και πριν ακόμη εξετασθεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωθέντα. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μέρος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως της κλοπής λόγω εμπράκτου μετανοίας, που συνιστά προσωπικό λόγο εξαλείψεως του αξιοποίνου, δεν αρκεί μόνο η ικανοποίηση εκείνου που ζημιώθηκε, πριν να εξετασθεί ο υπαίτιος από την αρχή, αλλά απαιτείται η ικανοποίηση αυτή να έγινε με την ελεύθερη θέληση του δράστη, ήτοι εκουσίως και αυθορμήτως και να μην οφείλεται σε εξωτερικά και ανεξάρτητα από τη βούληση του αίτια, γιατί στην περίπτωση αυτή το αίτιο που οδήγησε στην ικανοποίηση του ζημιωθέντος δεν είναι η μεταμέλεια που αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό της εμπράκτου μετανοίας. Δεν πρόκειται περί ελευθέρας θελήσεως αν η απόδοση του πράγματος έγινε, επί κατ' εξακολούθηση κλοπής, έπειτα από επ' αυτοφώρω κατάληψη και ανακάλυψη του δράστη κατά την τελευταία κλοπή και την απειλούμενη καταμήνυση από το θύμα των διαπραχθεισών κλοπών και την άσκηση ποινικής διώξεως κατ' αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προεκτεθείσα αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι με επαρκή αιτιολογία και κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 379 ΠΚ, το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί εμπράκτου μετανοίας και πλήρους ικανοποιήσεως του παθόντος , δεχθέν ότι η απόδοση 100 ευρώ δεν έγινε εκουσίως, αλλά αφότου έλαβε χώρα αποκάλυψη από τον παθόντα ότι αυτός κατέστη αντιληπτός κατά την τελευταία κλοπή, τόσο από τον παθόντα, όσο και από άλλο πρόσωπο. Εξάλλου, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής, όπως επικαλείται ο αναιρεσείων, και της δευτέρας παραγράφου του ιδίου άρθρου 379 ΠΚ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 περ. 3 του Ν. 2721/1999, καθόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτού, αφού, προεχόντως, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο επί υπεξαιρέσεως και δεν καταλαμβάνει τις κλοπές. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες. Επομένως, όλοι οι συναφείς λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα .(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15 Οκτω βρίου 2009 αίτηση - δήλωση του Χ περί αναιρέσεως της 93/2009 αποφάσεως Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ