Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1389 / 2008    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Πλαστογραφία, Παράβαση καθήκοντος, Ψευδής βεβαίωση.




Περίληψη:
Αίτηση αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση καθήκοντος, πλαστογραφία και ψευδή βεβαίωση. Λόγοι αναιρέσεως: Α) Έλλειψη αιτιολογίας, Β) Μη παράθεση στην απόφαση του σχετικού άρθρου του ποινικού νόμου και Γ) Απόλυτη ακυρότητα. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.





Αριθμός 1389/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καρούζο, περί αναιρέσεως της 18/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία του, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Αικατερίνη Γαλάνη. Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16.5.2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1028/2007.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, το άρθρο 242 παρ. 1 και 2 του Ποινικού Κώδικα ορίζει τα εξής: "1. Υπάλληλος, που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει ψευδώς περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπάλληλος ο οποίος με πρόθεση νοθεύει, καταστρέφει, βλάπτει ή υπεξάγει έγγραφο που του εμπιστεύτηκαν ή του είναι προσιτό, λόγω της υπηρεσίας του". Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περίπτ. α' του ίδιου Κώδικα, "υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημοσίας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου". Τέλος, έγγραφο είναι, κατά την περίπτωση γ' εδ. α' του ίδιου άρθρου "κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ως άνω εγκλήματος της νοθεύσεως, καταστροφής κ.λ.π. εγγράφου, απαιτείται η με πρόθεση εξαφάνιση ή βλάβη ή μεταβολή της έννοιας του εγγράφου, η οποία επηρεάζει ή ματαιώνει το περιεχόμενο της αρχικής αποδεικτικής του ισχύος, και η οποία μπορεί να τελεσθεί ή με προσθήκη στο κείμενο του εγγράφου ψηφίων, αριθμών ή φράσεων κ.λ.π. ή και με σβήσιμο ή ξύσιμο με οποιονδήποτε τρόπο τέτοιων στοιχείων και αναγραφής αντί αυτών άλλων και να γίνει αφ' ενός μεν από υπάλληλο, κατά την παραπάνω έννοια του άρθρου 13 α του Ποινικού Κώδικα, αφ' ετέρου δε σε έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό που του το εμπιστεύθηκαν ή που του είναι προσιτό, λόγω της υπηρεσίας του και να μπορεί να επηρεάσει ή εκμηδενίσει πραγματικά την αποδεικτική του ισχύ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του ίδιου Κώδικα, "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του πλημμελήματος της παραβάσεως καθήκοντος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου μπορεί να είναι μόνον ο υπάλληλος κατά την έννοια του ανωτέρω άρθρου 13α του Ποινικού Κώδικα, απαιτούνται 1) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται από τον νόμο ή διοικητική πράξη ή τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου, 2) δόλος του δράστη, που περιέχει τη θέληση παραβάσεως του υπηρεσιακού καθήκοντος και 3) σκοπός παράνομης ωφέλειας ή βλάβης του κράτους ή κάποιου άλλου, χωρίς να προσαπαιτείται και η επίτευξη του ως άνω σκοπού. Η σκοπούμενη παράνομη ωφέλεια ή βλάβη μπορεί να είναι υλική ή ηθική. Η εν λόγω δε αξιόποινη πράξη συρρέει αληθινά με την παραπάνω πράξη της παραγράφου 2 του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, διότι η διάταξη αυτή (άρθρο 259 Π.Κ.) έχει μεν επικουρικό χαρακτήρα απέναντι σε άλλη διάταξη, η οποία όμως τυποποιεί την ίδια συμπεριφορά και την τιμωρεί βαρύτερα, αποβλέπει όμως στην προστασία της ομαλής και κανονικής διεξαγωγής της δημόσιας υπηρεσίας, δηλαδή σε διαφορετικό έννομο αγαθό και προσθέτως η πράξη σύγκειται από αντικειμενικά στοιχεία ουσιωδώς διαφορετικά από εκείνα της δεύτερης και συνεπώς οι δύο αυτές πράξεις είναι αυτοτελείς και διακεκριμένες και επομένως καμία δεν εξαντλείται στην έννοια της άλλης. Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά, με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα τελευταία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός, όμως, που αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την παραπάνω έννοια, γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα κατ' είδος λεπτομερώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη Χ1, κατά τα αναφερόμενα πιο κάτω χρονικά διαστήματα, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, νόθευσε έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονότα που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες, ειδικότερα: στις 13.4.2000 και 5.5.2000 με την ως άνω αναφερόμενη ιδιότητα της υπαλλήλου κατ' άρθρο 13 ΠΚ στο αντίγραφο του διαλυτικού και στην επανεκτύπωση βεβαίωσης διακοπής εργασιών μη φυσικού προσώπου της εταιρίας με την επωνυμία "....... ΟΕ", στη θέση της ημερομηνίας "28.2.2000" ανέγραψε χειρόγραφα πάνω από την εγγραφή του "2000" το έτος "1999", με σκοπό να παραπλανήσει τους υπαλλήλους των αρμοδίων υπηρεσιών (ΤΕΒΕ Γεν. Γραμματεία Πληροφορικών συστημάτων) στις οποίες διαβιβάστηκαν τα έγγραφα αυτά, σχετικά με το χρόνο διακοπής της άνω εταιρείας, ότι δήθεν ήταν το έτος 1999 και όχι το έτος 2000. Στις 30.12.1999 εξέδωσε βεβαίωση διακοπής εργασιών των εταιρειών με την επωνυμία "..... Ε.Π.Ε." ΚΑΙ "....... Ο.Ε.", θέτοντας ως ημερομηνία διακοπής εργασιών για την πρώτη την "31.12.1996" και τη δεύτερη την "31.12.1987", κατά παράβαση κειμένων διατάξεων και οδηγιών του Υπουργείου Οικονομικών, ήτοι χωρίς προηγουμένως να διεκπεραιωθεί α) σύνταξη του διαλυτικού της εταιρίας, β) προσκόμιση του πρωτοτύπου του στο τμήμα Φ.Π.Α. της άνω Δ.Ο.Υ., κατάθεση του αντιγράφου του στο αρμόδιο πρωτοδικείο και δημοσίευση αυτού, γ) προσκόμιση της δήλωσης διακοπής εργασιών στα αρμόδια τμήματα της ΔΟΥ, με την ανάλογη βεβαίωση και υπογραφή των προϊσταμένων των τμημάτων αυτών. Έπραξε δε τα ανωτέρω με σκοπό να προσπορίσει στην Γ1, ομόρρυθμο μέλος των άνω εταιριών, παράνομο όφελος και δη τη διαγραφή της από τα μητρώα ασφαλισμένων του Ταμείου Εμπόρων σε χρόνο προγενέστερο του πραγματικού και την απαλλαγή της από την καταβολή εισφορών ύψους 1.940.000 δραχμών. 2) στις 2.3.2000 πραγματοποίησε διακοπή εργασιών της εταιρείας με την επωνυμία "....... Ο.Ε." κατά παράβαση των κειμένων διατάξεων και οδηγιών του Υπουργείου Οικονομικών, αφού το διαλυτικό της άνω εταιρείας παρελήφθη αναρμόδια από το Τμήμα Εισοδήματος της άνω ΔΟΥ, δεν καταχωρήθηκε στο ειδικό τηρούμενο βιβλίο καταχωρήσεων του Τμήματος Φ.Π.Α., ούτε θεωρήθηκαν και χωρίς την ενυπόγραφη βεβαίωση των προϊσταμένων των τμημάτων της άνω ΔΟΥ επί του σώματος της δήλωσης. 2) στις 30.12.1999, στις με αριθμό ..., ... βεβαιώσεις διακοπής εργασιών των εταιριών με την επωνυμία "....Ε.Π.Ε." και "...... Ο.Ε." βεβαίωσε ψευδώς εν γνώσει, ως ημερομηνία επικύρωσης του καταστατικού την ψευδή 31η.12.1987 αντί της ορθής 24.2.2000 και την ψευδή 31η.12.1996 αντί της ορθής 22.5.2000 και ως αριθμό επικύρωσης τον ψευδή αριθμό ... αντί του ορθού ...και τον ψευδή αριθμό .. αντί του ορθού ... αντίστοιχα. Οι ως άνω ψευδείς εγγραφές μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες και δη την αναδρομική διαγραφή της Γ1 από το μητρώο ασφαλισμένων του Τ.Ε.Β.Ε. σε χρόνο προγενέστερο του πραγματικού και την απαλλαγή της από την καταβολή εισφορών ύψους 1.940.000 δρχ. 3) στις 13.4.2000 και στις 5.5.2000 κάνοντας χρήση του κωδικού της ...., εξέδωσε την με αριθμό ... "επανεκτύπωση βεβαίωσης διακοπής εργασιών μη φυσικού προσώπου" που αφορούσε την εταιρία με την επωνυμία "........ Ο.Ε.", της οποίας ομόρρυθμο μέλος ήταν ο τρίτος κατηγορούμενος, βεβαιώνοντας ψευδώς ότι έγινε διόρθωση της ημερομηνίας διακοπής της άνω εταιρίας από 28.2.2000 σε 28.2.1999 και ότι εκ παραδρομής αναγράφηκε η άνω ημερομηνία. Οι άνω ψευδείς εγγραφές μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες, αφού οι βεβαιώσεις απεστάλησαν με FAX στη Γενική Γραμματεία Πληροφορικών Συστημάτων, η πρώτη στο Τ.Ε.Β.Ε. Βόλου η δεύτερη για αναδρομική διαγραφή του τρίτου κατηγορουμένου. Για τα πιο πάνω περιστατικά σαφείς είναι οι καταθέσεις και των πρώτων μαρτύρων κατηγορίας ......, οικονομικού επιθεωρητή και ....., υπαλλήλου της Δ.Ο.Υ. Βόλου, οι οποίοι δηλώνουν ότι όχι μόνο οι αναφερόμενες στο διατακτικό βεβαιώσεις εκδόθηκαν από τον υπολογιστή της άνω κατηγορουμένης, αλλά τηρείται και μία διαδικασία, για τέτοιες διακοπές που δεν τηρήθηκε και δεν ελέγχθηκε αν τηρήθηκε από την κατηγορουμένη, πέραν του γεγονότος ότι βρέθηκαν φάκελοι που αφορούσαν τις συγκεκριμένες υποθέσεις. Η μάρτυρας κατηγορίας ....., υπάλληλος στην Δ.Ο.Υ. Βόλου, ενώ δηλώνει ότι δεν πιστεύει ότι η κατηγορουμένη είναι ένοχη, δεν μπορεί να δικαιολογήσει πώς οι άνω βεβαιώσεις εκδόθηκαν από τον υπολογιστή της κατηγορουμένης, δεδομένου ότι κάθε υπάλληλος έχει τον δικό του προσωπικό κωδικό, ο οποίος δεν είναι προσιτός σε άλλους. Περαιτέρω, δηλώνει ότι δεν ήταν δυνατόν άλλος συνάδερφος να πληκτρολογήσει από τον υπολογιστή άλλου συναδέρφου του και να ενεργήσει σε βάρος του, όπως αναληθώς ισχυρίζεται η κατηγορουμένη, ούτε ο φόρτος εργασίας μπορεί να δικαιολογήσει τις ενέργειες της κατηγορουμένης, όπως καταθέτει ο μάρτυρας υπεράσπισής της ...... Επομένως, η κατηγορουμένη Χ1, μετά την απόρριψη των ισχυρισμών της, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, με την αποδειχθείσα ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ". Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που εφάρμοσε. Ακόμη, προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και από τα οποία αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην αναφερόμενη καταδικαστική κρίση. Περαιτέρω, η ως άνω απαιτούμενη αιτιολογία εκτείνεται και στον σκοπό της αναιρεσείουσας να προσπορίσει σε άλλον και δη στους ως άνω εκπροσώπους των αναφερομένων εταιρειών, παράνομο όφελος και ότι η αναιρεσείουσα ενήργησε κατά παράβαση των οδηγιών του Υπουργείου Οικονομικών. Οι δε αναφερόμενοι ως "αυτοτελείς ισχυρισμοί", όπως αναπτύσσονται στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Εφετείου, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, είναι εν προκειμένω αρνητικοί της κατηγορίας και υπερασπιστικά επιχειρήματα και το Δικαστήριο της ουσίας, ορθώς δεν απήντησε εις αυτούς και μάλιστα αιτιολογημένα. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, η μη παράθεση στην απόφαση του σχετικού άρθρου του ποινικού νόμου αποτελούσε τον Η' λόγο αναιρέσεως του άρθρου 510 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο οποίος καταργήθηκε με τον νόμο 3160/2003, έκτοτε δε τον Η' λόγο αναιρέσεως αποτελεί ο μέχρι τότε Θ' λόγος για υπέρβαση εξουσίας. Επομένως, η μη παράθεση στην προσβαλλόμενη απόφαση των σχετικών άρθρων του ποινικού νόμου δεν αποτελεί πλέον αναιρετικό λόγο και γι' αυτό η σχετική αιτίαση της αναιρεσείουσας πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον ’ρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις προϋποθέσεις που ο νόμος ορίζει. Δεν παραβλάπτονται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου και δεν δημιουργείται ακυρότητα της διαδικασίας, όταν το δικαστήριο προβαίνει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 ΚΠΔ, στην ανάγνωση εγγράφων των οποίων δεν αμφισβητείται η γνησιότητα, που υποβάλλονται από κάποιον διάδικο κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και αξιολογούνται στη συνέχεια από το δικαστήριο, αφού ο κατηγορούμενος διατηρεί το από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαίωμα να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις αναφορικά με τα περιεχόμενο των εγγράφων που υποβλήθηκαν και αναγνώσθηκαν. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, προκύπτει ότι κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν (χωρίς την εναντίωση της αναιρεσείουσας, η οποία εναντιώθηκε μετά την ανάγνωση), ήταν και η από ...... έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία και λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο ως έγγραφο κατ' άρθρο 364 του ΚΠΔ, προερχόμενο από διενεργηθείσα ΕΔΕ και όχι από πραγματογνωμοσύνη που διατάχθηκε κατά την ποινική διαδικασία κατά της αναιρεσείουσας. Επομένως, δεν παρήχθη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και κατά συνέπεια, ο περί απόλυτης ακυρότητας προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. ΕΠΕΙΔΗ, κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως στην κρινόμενη αίτηση, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 3 ΚΠοινΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος νομίμως ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Μαΐου 2007 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της 18/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας (Πλημμελημάτων). Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος νομίμως ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή