Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1307 / 2009    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Βιασμός, Ακροάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Βιασμός. Στοιχεία εγκλήματος. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και κακή εκτίμηση αποδείξεων. Η σιγή απόρριψη αιτήματος για τη διενέργεια περαιτέρω ανακρίσεως ως λόγος για έλλειψη ακροάσεως εκτιμώμενος, δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναίρεσης του βουλεύματος. Απορρίπτει αναίρεση.




Αριθμός 1307/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2359/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 204/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή με αριθμό 105/26.03.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 ΚΠΔ, την 11/28-1-09 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά του 2359/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε κατ' ουσία την έφεσή του κατά του 2012/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, επικύρωσε τούτο και τον παραπέμπει ενώπιον του αρμοδίως προσδιοριζομένου ΜΟΔ της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, για βιασμό, [άρθρα 60,63,65 παρ.1,και 336 παρ.1 ΠΚ], και εκθέτω τα ακόλουθα.
2-Η αίτηση αναιρέσεως 1) ασκήθηκε δικαιωματικά από τον κατηγορούμενο δια της νομίμως εξουσιοσιοδοτημένης συνηγόρου του Αλεξάνδρας Ζηνέλη, 2) στρέφεται κατά βουλεύματος που υπόκειται στο ένδικο τούτο μέσο, καθόσον το βούλευμα τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα, 3) ασκήθηκε εμπρόθεσμα, μέσα στη δεκαήμερη προθεσμία από την επίδοσή του, η οποία έγινε με παράδοση στα χέρια του στις 21-1-09, [βλ.το οικείο επιδοτήριο της δικ. επιμελήτριας ... ], και 4) νομότυπα, με δήλωση στη γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, που το εξέδωσε, στην έκθεσης της οποίας περιέχονται οι απαιτούμενες από τα άρθρα 151 και 474 ΚΠΔ διατυπώσεις και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται, που έγκεινται α) στην έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας, που απαιτεί το Σύνταγμα, και β) στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφάρμοσε. Επομένως, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς τη βασιμότητά της.
3-Εξέταση των λόγων Α-Νομικές διατάξεις.
α-Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά απ' αυτά. [ΑΠ.19/01 ΟΛΟΜ-ΠΔΙΚ.01/1225, ΠΧΡ.02/ 402, ΠΛΟΓ.01/1693].
β-Η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ. προβλεπόμενη λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός λόγος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. [ΑΠ.601/04 ΠΛΟΓ.04/697].
γ-Κατά τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 1414/1984 "όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης, τιμωρείται με κάθειρξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται: α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ασελγούς πράξης, που συντρέχει όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέλησή του υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ή ανοχή ασελγούς πράξης, β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου ή με σωματική βία, η οποία συνίσταται σε φυσική δύναμη που δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί χωρίς τη θέλησή του ή να επιχειρήσει ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει και με τους δύο τρόπους, δηλαδή της απειλής και της σωματικής βίας. Ως ασελγής πράξη νοείται η αντικειμενικώς προσβάλλουσα το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθυνόμενη στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας, και διακρίνεται από τη συνουσία που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη βούληση του δράστη όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τις δύο μαζί εξαναγκάζει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο άλλος, δεν συναινεί στη συνουσία ή σε ασελγή πράξη. Β-Το πραγματικό Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, [καταθέσεων μαρτύρων, ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης, εγγράφων και απολογίας του κατηγορουμένου] προέκυψαν τα εξής ουσιώδη περιστατικά: Δυνάμει της από 16.1.2007 σύμβασης ορισμένου χρόνου η εγκαλούσα, Ψ, ηλικίας τότε 19 ετών, προσλήφθηκε ως πωλήτρια από την εταιρεία "... Ε.Ε." με τη μεσολάβηση του πατέρα του φίλου της Ζ. Έκτοτε απασχολήθηκε σε πολυκατάστημα με την επωνυμία "...", συνολικού εμβαδού 1.100 τ.μ., που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ... και ... στην .... Στο κατάστημα αυτό στεγάζεται αρτοποιείο - εργαστήριο ζαχαροπλαστικής και πώλησης ειδών ζαχαροπλαστικής, εστιατόριο και καφετέρια. Στην ανωτέρω επιχείρηση και ειδικότερα στο τμήμα του αρτοποιείου και εργαστηρίου ζαχαροπλαστικής απασχολείτο και ο εκκαλών - κατηγορούμενος ως Προϊστάμενος πωλήσεων και ταμίας. Οι σχέσεις του τελευταίου, ηλικίας τότε 34 ετών, και της εγκαλούσας ήταν αρχικά εντελώς τυπικές και σε επαγγελματικό επίπεδο, αλλά εντός μικρού χρονικού διαστήματος ο κατηγορούμενος άρχισε προφανώς να σκέφτεται πονηρά για την ως άνω παθούσα. Έτσι ο εκκαλών τις απογευματινές ώρες της 30.1.2007 ζήτησε να προσέλθει η εγκαλούσα στο γραφείο του, που βρίσκεται στον ημιώροφο του ανωτέρω κτιρίου, όπου στεγάζεται η προαναφερομένη επιχείρηση, προφασιζόμενος ότι έπρεπε να του προσκομίσει κάποια έγγραφα. Πράγματι η εγκαλούσα μετά τη λήξη του ωραρίου της μετέβη στο γραφείο του, όπου ο εκκαλών απευθυνόμενος σ' αυτή, άλλοτε με αυστηρό και άλλοτε με μειλίχιο ύφος, επισήμανε σ' αυτήν ότι είναι προϊστάμενος και ως εκ τούτου έχει την εξουσία να προσλαμβάνει και να απολύει υπαλλήλους, να αποφασίζει για τις αυξήσεις του μισθού τους, ενώ παράλληλα τόνισε σ' αυτή ότι είναι αλλοδαπή και σε μικρή ηλικία, στοιχεία που καθιστούν επισφαλή τη θέση της στην επιχείρηση. Ταυτόχρονα ο εκκαλών, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε κλειδώσει την πόρτα του γραφείου του, την πλησίασε εκδηλώνοντας πλέον τις ερωτικές του προθέσεις. Όμως την ερωτική αυτή προσέγγιση του κατηγορουμένου ματαίωσε υπάλληλος της επιχείρησης, ο οποίος επεχείρησε να εισέλθει στο γραφείο του. Κατόπιν αυτού ο εκκαλών απαίτησε από την εγκαλούσα, να μεταβεί στο υπόγειο να τον περιμένει. Η τελευταία μετά ταύτα μετέβη στο χώρο που της υπέδειξε ο κατηγορούμενος, όπου σε λίγη ώρα αργότερα μετέβη και ο ίδιος. Ο κατηγορούμενος προχώρησε μπροστά και η εγκαλούσα τον ακολούθησε ώσπου κάποια στιγμή ο πρώτος άνοιξε την πόρτα της αποθήκης και την έσπρωξε εντός αυτής βίαια. Στη συνέχεια αφού κλείδωσε την πόρτα της αποθήκης, με τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις έφερε βιαίως την πλάτη της εγκαλούσας μπροστά του και τοποθέτησε το χέρι του στο πρόσωπο της, κλείνοντάς της με δύναμη το στόμα, αποκλείοντας έτσι την περίπτωση να γίνει αντιληπτός από άλλους υπαλλήλους. Στη συνέχεια με το άλλο χέρι του κατέβασε το παντελόνι της εγκαλούσας και τοποθέτησε το χέρι του στο γεννητικό της μόριο. Η τελευταία προσπαθούσε να ξεφύγει από τον κατηγορούμενο, όμως τούτο στάθηκε αδύνατον καθόσον με τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις την είχε ακινητοποιήσει. Τελικώς ο κατηγορούμενος, παρά τη σθεναρή αντίστασή της, ήλθε σε κατά φύση συνουσία μαζί της. Επειδή όμως δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει την ερωτική επαφή εξ αιτίας της αντίστασής της, την ανάγκασε, αρπάζοντας βιαίως το χέρι της, να το τοποθετήσει στο γεννητικό του μόριο, κίνηση με την οποία εκσπερμάτωσε στο δεξί μανίκι του μπουφάν της, πάνω στο οποίο, από εξέταση ανάλυσης DNA που διενεργήθηκε από το εργαστήριο ανάλυσης DNA της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, ανιχνεύθηκε σπερματικό υγρό. Η παθούσα σε κατάσταση κατάρρευσης και κλαίγοντας μετέβη έξω από το ανωτέρω κτίριο και κάλεσε τηλεφωνικά τον Ζ, πατέρα του φίλου της Ξ. Η εν γένει κατάστασή της τράβηξε την προσοχή της άγνωστης μέχρι τότε μάρτυρας ..., η οποία βρέθηκε τυχαία πλησίον της. Η ανωτέρω προσπάθησε να την βοηθήσει, βρέχοντάς της το πρόσωπο με νερό και ηρεμώντας την. Λίγο αργότερα έφθασε στο σημείο αυτό και ο ανωτέρω Ζ, συνοδευόμενος από τον γιο του, Ξ φίλο - σύντροφο της εγκαλούσας. Στη συνέχεια όλοι μαζί μετέβησαν στο Τμήμα Ασφαλείας της Ομόνοιας, όπου η εγκαλούσα αρχικά ανέφερε ότι εξαναγκάσθηκε σε συνουσία από τον κατηγορούμενο. Κατόπιν τούτου κλήθηκε και ο τελευταίος στο Τμήμα, ο οποίος προσήλθε αυθορμήτως και επιβεβαίωσε τις συναντήσεις τους, τόσο στο χώρο του γραφείου του, όσο και στο υπόγειο, ισχυριζόμενος ότι μεταξύ τους τελέσθηκαν ερωτικές πράξεις (θωπείες, εκατέρωθεν φιλιά), αλλά με τη θέληση της χωρίς όμως να τελεσθεί μεταξύ τους συνουσία. Η εγκαλούσα σε σχετική ερώτηση των αστυνομικών αν προέβαλε αντίσταση απάντησε ότι μετέβη με τη θέληση της στον υπόγειο χώρο του ως άνω καταστήματος, προκειμένου να καταγράψει τη μεταξύ τους συνομιλία, ώστε να έχει αποδείξεις για τη σε βάρος της σεξουαλική της παρενόχληση, λέγοντας ακόμη χαρακτηριστικά ότι "δεν συντελέσθηκε η συνουσία". Η διαφοροποίηση δε της αρχικής δήλωσης της εγκαλούσας στο ανωτέρω τμήμα ασφαλείας, ότι δηλαδή δεν συντελέσθηκε συνουσία και η μη υποβολή εκ μέρους της έγκλησης για τη σε βάρος της τελεσθείσα πράξη του βιασμού της, οφείλεται στο γεγονός ότι ακολούθησε τις συμβουλές του Ζ, πράγμα που αυτός επιβεβαιώνει με την από 27.3.2007 ένορκη κατάθεση του, που έδωσε κατά τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση. Στη συνέχεια όμως η εγκαλούσα υπέβαλε σε βάρος του κατηγορουμένου την από 4.2.2007 έγκληση της ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, εγκαλώντας τον για την ανωτέρω εγκληματική συμπεριφορά του.
Ο εγκαλών κατά την απολογία του στον ανακριτή, αρνήθηκε την κατηγορία ισχυριζόμενος ότι στις 30-4-07 κάλεσε την παθούσα να προσέλθει στο γραφείο του προκειμένου να της κάνει συστάσεις σχετικά με κάποιο παράπονο που διατυπώθηκε εναντίον της σχετικά με την εργασίας της, ότι κατά τη συζήτηση με δική της πρωτοβουλία επακολούθησε ερωτικός εναγκαλισμός, φιλιά και θωπείες στα γεννητικά τους όργανα, ότι κατόπιν συμφωνίας τους συναντήθηκαν αργότερα στο υπόγειο, όπου η ίδια με τη θέλησή της προέβη σε πεολειχία και ότι εκσπερμάτωσε στη στοματική της κοιλότητα. Ήδη με την υπό κρίση έφεσή του διατείνεται ότι δεν θεμελιώνεται η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση του βιασμού, που του αποδίδεται, καθόσον εσφαλμένα εκτιμήθηκαν τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και από εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου το πρωτόδικο συμβούλιο οδηγήθηκε στην παραπομπή του, ενώ θα έπρεπε να τον απαλλάξει από την κατηγορία. Ειδικότερα εστιάζει τους ισχυρισμούς του μεταξύ των άλλων και στα εξής σημεία: α) στο περιεχόμενο του ανωτέρω αντιγράφου εγγραφής από το τηρούμενο στο Τμήμα Ασφαλείας Ομονοίας βιβλίο Αδικημάτων και Συμβάντων, από το οποίο προκύπτει ότι η εγκαλούσα αρχικά δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος την εξανάγκασε σε συνουσία και στη συνέχεια, μετά την προσέλευση του κατηγορουμένου στο ανωτέρω τμήμα δήλωσε ότι δεν συντελέσθηκε συνουσία, β) ότι εάν ελάμβανε χώρα βιασμός αμέσως μετά η εγκαλούσα θα κατέφευγε προς βοήθειά στους παρευρισκόμενους στην επιχείρηση και δη στην καφετέρια, ενώ αυτή συμπεριφέρθηκε φυσιολογικά κατά την έξοδο της από το κατάστημα, γ) ότι αν η ίδια κατά την ερωτική συνεύρεση αντιστεκόταν θα φώναζε, με συνέπεια να γίνει αντιληπτή από τους εργαζόμενους στο υπόγειο της επιχείρησης, πολύ περισσότερο αφού οι χώροι του υπογείου χωρίζονται με μεσοτοιχία, η οποία δεν απολήγει στην οροφή, αλλά υπάρχει κενό 40 εκατοστών περίπου από την κατάληξη του τοίχου έως την οροφή και εφόσον από κανέναν απ' αυτούς δεν έγινε αντιληπτός θόρυβος ή φωνές και εκκλήσεις για βοήθεια, συνάγεται ότι υπήρχε συναίνεσή της στην ερωτική τους συνεύρεση, και δ) ότι η εγκαλούσα υπέβαλε εκ των υστέρων την ανωτέρω έγκληση της, επιδιώκοντας το μεν να θεμελιώσει αστικές αξιώσεις σε βάρος του, το δε να τον εκδικηθεί καθόσον αυτός της αρνήθηκε να έχουν και άλλες ερωτικές συνευρέσεις μεταξύ τους, όπως του ζήτησε, διότι ο ίδιος διατηρούσε σοβαρό δεσμό με άλλη κοπέλα.
Οι ισχυρισμοί του όμως αυτοί δεν ευσταθούν. Τούτο, διότι η διαφορετική δήλωση της εγκαλούσας στον Αξιωματικό Υπηρεσίας του Τμήματος-Ασφαλείας Ομονοίας, στον οποίο δήλωσε αρχικά μεν ότι "την εξανάγκασε σε συνουσία",ύστερα όμως, μόλις εμφανίσθηκε ο κατηγορούμενος ενώπιον της, ότι "δεν συντελέσθηκε η συνουσία", αποδεικνύει ότι η παρουσία του και μόνο της ενέπνευσε φόβο, γεγονός που την ανάγκασε να διαφοροποιήσει τη θέση της. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο εκκαλών υπήρξε ο άμεσος προϊστάμενος της, ο οποίος πριν από ελάχιστο χρόνο της επέδειξε και θέση ισχύος του στην επιχείρηση. Άλλωστε, δεν θα πρέπει να παραβλεφθεί ότι η παθούσα ήταν τότε μόλις 19 ετών, ο δε κατηγορούμενος 34 ετών, ότι βρισκόταν στη χώρα μας ως οικονομική μετανάστης και είχε ανάγκη εργασίας δεδομένου ότι είναι ορφανή από πατέρα. Όμως πέραν των ανωτέρω, που ανάγονται στον ψυχολογικό παράγοντα και στην οικονομική κατάστασή της, στην πραγματικότητα δεν δηλώνει αντίθετα περιστατικά με τη μεταγενέστερη δήλωση της, όταν αναφέρει ότι "δεν συντελέσθηκε συνουσία". Τούτο, διότι εν προκειμένω, κατά την κοινώς εννοούμενη έννοια της "συνουσίας", αυτή δεν συντελέσθηκε, αφού τελικώς ο κατηγορούμενος εκσπερμάτωσε στο χέρι της, όπως και ο ίδιος άλλωστε ομολογεί και προκύπτει επίσης από τη λήψη του σπερματικού υγρού από το δεξί μανίκι του μπουφάν της προς ανάλυση DNΑ. Όμως τούτο δεν σημαίνει κατά την έννοια του νόμου ότι εκτός από τις ασελγείς πράξεις δεν έγινε και συνουσία, καθόσον κατά την πάγια ισχύουσα νομολογία "συνουσία" είναι η ένωση των γεννητικών μορίων ατόμων διαφόρου φύλλου, χωρίς να απαιτείται και εκσπερμάτωση και μάλιστα εντός του κόλπου, αρκεί και μερική εισαγωγή του μορίου στον κόλπο. [ΑΠ.25/98 ΠΧΡ. ΜΗ/664, ΑΠ. 1008/96 ΠΧΡ. ΜΖ/546, ΑΠ.1556/83 ΠΧΡ. ΛΔ/508, ΑΠ. 1010/95 ΠΧΡ.ΜΣΤ/47, ΑΠ.1779/87 ΠΧΡ. ΛΗ/270]. Το γεγονός δε ότι η παρούσα δεν έφερε σωματικές κακώσεις κατά το χρόνο εξέτασης από τον ιατροδικαστή την 5.2.2007 [βλ. την από 9-3-07 ιατροδικαστική έκθεση] δεν συνεπάγεται, όπως διατείνεται ο εκκαλών, ότι δεν άσκησε σ' αυτή σωματική βία, καθόσον, το μεν δεν είναι απαραίτητο κατά την άσκηση της βίας να προκληθούν σωματικές κακώσεις, το δε είχαν ήδη παρέλθει πέντε (5) ημέρες από το χρόνο που φέρεται να έλαβε χώρα η τέλεση της πράξης του βιασμού και τα τυχόν προκληθέντα σημάδια σωματικών κακώσεων είχαν εξαφανισθεί. Προσέτι η κίνηση της εγκαλούσας να απομακρυνθεί από την επιχείρηση μετά το πέρας του βιασμού της αθόρυβα και χωρίς να προστρέξει για βοήθεια στους παρευρισκομένους στην καφετέρια, δεν υποδηλώνει ότι στην ερωτική συνεύρεση της με τον κατηγορούμενο υπήρξε συναίνεσή της. Άλλωστε η εγκαλούσα δεν είχε κανένα λόγο να καταφύγει για βοήθεια στην καφετέρια, ζητώντας συμπαράσταση από άγνωστα σ'αυτήν πρόσωπα και να εξευτελίσει έτσι ακόμη περισσότερο τον εαυτό της, αλλά προσέφυγε και ζήτησε συμπαράσταση από προσφιλή της πρόσωπα, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα. Έπειτα η ψυχολογική κατάσταση, στην οποία βρέθηκε η εγκαλούσα αμέσως μετά την αποχώρηση της από την επιχείρηση και περιγράφεται με σαφήνεια από την άγνωστη μέχρι τότε σ' αυτή ..., που καταθέτει γι' αυτήν ότι ήταν φοβισμένη και υπό κατάρρευση, ενισχύει ακόμη περισσότερο την άποψη μας ότι η τελευταία εξαναγκάσθηκε από τον κατηγορούμενο σε συνουσία και σε ανοχή και επιχείρηση ασελγών πράξεων, προκειμένου αυτός να ικανοποιήσει τη γενετήσια επιθυμία του. Η εγκαλούσα είναι προφανές ότι προσπάθησε να καλέσει σε βοήθεια, όμως αυτό δεν κατέστη εφικτό, καθόσον ο κατηγορούμενος της κρατούσε κλειστό το στόμα με το χέρι του. Ωστόσο θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο χώρος της αποθήκης στο υπόγειο της επιχείρησης που έλαβαν χώρα τα ανωτέρω εκτεθέντα είναι ανεξάρτητος από τους χώρους των αποδυτηρίων ή των τουαλετών, που υπάρχουν στο υπόγειο, και μόνο σ' αυτούς τους τελευταίους χώρους και ότι στην αποθήκη οι μεσότοιχοι που τους χωρίζουν δεν απολήγουν στην οροφή, όπως καταθέτουν όλοι οι μάρτυρες - υπάλληλοι και γνώστες του χώρου του ως άνω πολυκαταστήματος.
Συνεπώς δεν ήταν ευχερές να ακουστεί θόρυβος που ενδεχομένως προκλήθηκε από τις αποτρεπτικές κινήσεις της εγκαλούσας, λαμβανομένου υπόψη ότι ο υπόγειος χώρος έχει έκταση 450 τ.μ., η πράξη δε του βιασμού έλαβε χώρα κατά τις απογευματινές ώρες, όταν οι υπάλληλοι της επιχείρησης είχαν αποχωρήσει από την εργασία τους. Επίσης, η εγκαλούσα δεν είχε λόγους εκδίκησης του κατηγορουμένου, αφού η μέχρι τότε σχέση τους ήταν εντελώς τυπική και σε καθαρά επαγγελματικό επίπεδο και η ίδια μάλιστα διατηρούσε ερωτικό δεσμό με τον Ξ, έχοντας μάλιστα αναπτύξει στενές φιλικές σχέσεις με την οικογένειά του. Τέλος, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι πρόθεση της εγκαλούσας ήταν να θεμελιώσει με την ανωτέρω καταγγελία της αστικές αξιώσεις σε βάρος του, δεν κρίνεται πειστικός, καθόσον μέχρι σήμερα ουδόλως διεκδίκησε αστικά οποιαδήποτε αποζημίωση από τα Πολιτικά Δικαστήρια.
Από τα περιστατικά αυτά έκρινε το Συμβούλιο Εφετών ότι στοιχειοθετείται το έγκλημα του βιασμού που προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος από τις διατάξεις των άρθρων 27,60 και 336 παρ.1 ΠΚ, και, επειδή προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις για την ενοχή του, κατά τα άρθρα 309 παρ. 1 και 313 ΚΠΔ, τον παραπέμπει ενώπιον του αρμοδίως οριζομένου ΜΟΔ της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτιος τού εν λόγω εγκλήματος. Γ)-Κριτική αξιολόγηση
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο πληττόμενο βούλευμα την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος του βιασμού, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις προς παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες αφενός υπήγαγε τα παρ` αυτού δεχθέντα πραγματικά περιστατικά στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27,60 και 336 παρ. 1, ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα περιέχονται σ' αυτή τα απαιτούμενα στοιχεία του εγκλήματος: α) ο εξαναγκασμός της παθούσας με σωματική βία, την οποία άσκησε ο κατηγορούμενος εναντίον της με την υπέρτερη σωματική του δύναμη, β) η επίτευξη μέσω του εξαναγκασμού του αυτού της εξώγαμης συνουσίας του με την παθούσα, που συντελέσθηκε με την ένωση των γεννητικών τους μορίων, για την ολοκλήρωση της οποίας δεν είναι απαραίτητη και η εκσπερμάτωση του δράστη εντός του κόλπου του θύματος, και γ) ο δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση του ότι την εξαναγκάζει με βία να ανεχθεί την εξώγαμη συνουσία και την αποδοχή της πράξης του αυτής.
Οι αιτιάσεις του ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις και δη τα επιχειρήματά του 1) ότι ενώ ο χώρος της αποθήκης, μέσα στην οποία φέρεται να εκτυλίχθηκε η εγκληματική του δράση, δεν απολήγει στην οροφή του υπογείου, αλλά μεταξύ τούτων μεσολαβεί κενό 40 εκατοστών περίπου, οπότε, αν λάμβανε χώρα μέσα σ' αυτόν βιασμός της παθούσας, θα τον αντιλαμβανόντουσαν οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση, 2) ότι η παθούσα διαφοροποίησε την καταγγελία της ενώπιον του Αξιωματικού Υπηρεσίας του ΤΑ της Ομόνοιας αναφέροντας σ' αυτόν αρχικά μεν ότι επετεύχθη μεταξύ τους συνουσία, ύστερα δε, μετά την πρόσκληση και εμφάνιση του κατηγορουμένου, ότι δεν επετεύχθη, 3) ότι την παθούσα δεν την προσέλαβε αυτός στην αρτοβιομηχανία "... ΑΒΕΕ", αλλ' ο νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος αυτής ..., 4) ότι δεν μπορούσε να κλείσει το στόμα της και ταυτόχρονα να την εξαναγκάσει να αναχθεί τη συνουσία σε βάρος της, και 5) ότι η παθούσα δεν έφερε σωματικές κακώσεις κατά το χρόνο της εξέτασής της στις 5-2-07 από τον ιατροδικαστή και ούτε θα αυτές θα μπορούσαν, τυχόν προκληθείσες, να εξαλειφθούν μέχρι του χρόνο εκείνου,[την πέμπτη ημέρα από την κρινόμενη πράξη],ανάγονται στην ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγο αναίρεσης.
Επομένως, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β και δ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως με τους οποίους αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, που εφάρμοσε, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
4-Κατ' ακολουθία, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο επιβάλλεται το μεν να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ως ουσιαστικά αβάσιμη, το δε να καταδικάσει τούτον στα δικαστικά έξοδα, κατά τα άρθρα 485 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α-Να απορριφθεί η 11/28-1-09 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά του 2359/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Β-Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 220 €.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΦώτιος Μακρής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη 11/28-1-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατά του 2359/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ'ουσία έφεσή του, κατά του 2012/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για βιασμό (αρ. 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 336 παρ. 1 ΠΚ), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι'αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 ΠΚ (όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 3500/2006, -ΦΕΚ Α 232/24.10.06- που ισχύει από 24/1/2007), προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε ακούσια συνουσία ή σε άλλη ασελγή πράξη ή σε ανοχή της που συντρέχει, όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέλησή του υποβάλλεται σε συνουσία ή επιχείρηση ή ανοχή ασελγούς πράξεως, β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου ή με σωματική βία που είναι φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί χωρίς τη θέλησή του ή να επιχειρήσει ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει και με τους δύο τρόπους, δηλαδή της απειλής και της σωματικής βίας. Ως ασελγής πράξη νοείται η αντικειμενικώς προσβάλλουσα το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθυνομένη στην ικανοποίηση ή τη διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και διακρίνεται από τη συνουσία που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος που συνίσταται στη βούληση του δράστη όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τις δύο μαζί, εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως που περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο άλλος δεν συναινεί στην συνουσία ή σε ασελγή πράξη. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία, γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών.

ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "... Δυνάμει της από 16.1.2007 σύμβασης ορισμένου χρόνου η εγκαλούσα, Ψ, ηλικίας τότε 19 ετών, προσλήφθηκε ως πωλήτρια από την εταιρεία "... Ε.Ε." με τη μεσολάβηση του πατέρα του φίλου της Ζ. Έκτοτε απασχολήθηκε σε πολυκατάστημα με την επωνυμία "...", συνολικού εμβαδού 1.100 τ.μ., που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ... και ... στην .... Στο κατάστημα αυτό στεγάζεται αρτοποιείο - εργαστήριο ζαχαροπλαστικής και πώλησης ειδών ζαχαροπλαστικής, εστιατόριο και καφετέρια. Στην ανωτέρω επιχείρηση και ειδικότερα στο τμήμα του αρτοποιείου και εργαστηρίου ζαχαροπλαστικής απασχολείτο και ο εκκαλών - κατηγορούμενος ως προϊστάμενος πωλήσεων και ταμίας. Οι σχέσεις του τελευταίου, ηλικίας τότε 34 ετών, και της εγκαλούσας ήταν αρχικά εντελώς τυπικές και σε επαγγελματικό επίπεδο, αλλά εντός μικρού χρονικού διαστήματος ο κατηγορούμενος άρχισε προφανώς να σκέφτεται πονηρά για την ως άνω παθούσα. Έτσι ο εκκαλών τις απογευματινές ώρες της 30.1.2007 ζήτησε να προσέλθει η εγκαλούσα στο γραφείο του, που βρίσκεται στον ημιώροφο του ανωτέρω κτιρίου, όπου στεγάζεται η προαναφερόμενη επιχείρηση, προφασιζόμενος ότι έπρεπε να του προσκομίσει κάποια έγγραφα. Πράγματι η εγκαλούσα μετά τη λήξη του ωραρίου της μετέβη στο γραφείο του, όπου ο εκκαλών απευθυνόμενος σ' αυτή, άλλοτε με αυστηρό και άλλοτε με μειλίχιο ύφος, επισήμανε σ' αυτήν ότι είναι προϊστάμενος και ως εκ τούτου έχει την εξουσία να προσλαμβάνει και να απολύει υπαλλήλους, να αποφασίζει για τις αυξήσεις του μισθού τους, ενώ παράλληλα τόνισε σ' αυτή ότι είναι αλλοδαπή και σε μικρή ηλικία, στοιχεία που καθιστούν επισφαλή τη θέση της στην επιχείρηση. Ταυτόχρονα ο εκκαλών, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε κλειδώσει την πόρτα του γραφείου του, την πλησίασε εκδηλώνοντας πλέον τις ερωτικές του προθέσεις. Όμως την ερωτική αυτή προσέγγιση του κατηγορουμένου ματαίωσε υπάλληλος της επιχείρησης, ο οποίος επεχείρησε να εισέλθει στο γραφείο του. Κατόπιν αυτού ο εκκαλών απαίτησε από την εγκαλούσα, να μεταβεί στο υπόγειο να τον περιμένει. Η τελευταία μετά ταύτα μετέβη στο χώρο που της υπέδειξε ο κατηγορούμενος, όπου σε λίγη ώρα αργότερα μετέβη και ο ίδιος. Ο κατηγορούμενος προχώρησε μπροστά και η εγκαλούσα τον ακολούθησε ώσπου κάποια στιγμή ο πρώτος άνοιξε την πόρτα της αποθήκης και την έσπρωξε εντός αυτής βίαια. Στη συνέχεια αφού κλείδωσε την πόρτα της αποθήκης, με τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις έφερε βιαίως την πλάτη της εγκαλούσας μπροστά του και τοποθέτησε το χέρι του στο πρόσωπο της, κλείνοντάς της με δύναμη το στόμα, αποκλείοντας έτσι την περίπτωση να γίνει αντιληπτός από άλλους υπαλλήλους. Στη συνέχεια με το άλλο χέρι του κατέβασε το παντελόνι της εγκαλούσας και τοποθέτησε το χέρι του στο γεννητικό της μόριο. Η τελευταία προσπαθούσε να ξεφύγει από τον κατηγορούμενο, όμως τούτο στάθηκε αδύνατον καθόσον με τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις την είχε ακινητοποιήσει. Τελικώς ο κατηγορούμενος, παρά τη σθεναρή αντίστασή της, ήλθε σε κατά φύση συνουσία μαζί της. Επειδή όμως δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει την ερωτική επαφή εξ αιτίας της αντίστασής της, την ανάγκασε, αρπάζοντας βιαίως το χέρι της, να το τοποθετήσει στο γεννητικό του μόριο, κίνηση με την οποία εκσπερμάτωσε στο δεξί μανίκι του μπουφάν της, πάνω στο οποίο, από εξέταση ανάλυσης DNA που διενεργήθηκε από το εργαστήριο ανάλυσης DNA της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, ανιχνεύθηκε σπερματικό υγρό. Η παθούσα σε κατάσταση κατάρρευσης και κλαίγοντας μετέβη έξω από το ανωτέρω κτίριο και κάλεσε τηλεφωνικά τον Ζ, πατέρα του φίλου της Ξ. Η εν γένει κατάστασή της τράβηξε την προσοχή της άγνωστης μέχρι τότε μάρτυρας ..., η οποία βρέθηκε τυχαία πλησίον της. Η ανωτέρω προσπάθησε να την βοηθήσει, βρέχοντάς της το πρόσωπο με νερό και ηρεμώντας την. Λίγο αργότερα έφθασε στο σημείο αυτό και ο ανωτέρω Ζ, συνοδευόμενος από τον γιο του, Ξ φίλο - σύντροφο της εγκαλούσας. Στη συνέχεια όλοι μαζί μετέβησαν στο Τμήμα Ασφαλείας της Ομόνοιας, όπου η εγκαλούσα αρχικά ανέφερε ότι εξαναγκάσθηκε σε συνουσία από τον κατηγορούμενο. Κατόπιν τούτου κλήθηκε και ο τελευταίος στο Τμήμα, ο οποίος προσήλθε αυθορμήτως και επιβεβαίωσε τις συναντήσεις τους, τόσο στο χώρο του γραφείου του, όσο και στο υπόγειο, ισχυριζόμενος ότι μεταξύ τους τελέσθηκαν ερωτικές πράξεις (θωπείες, εκατέρωθεν φιλιά), αλλά με τη θέληση της χωρίς όμως να τελεσθεί μεταξύ τους συνουσία. Η εγκαλούσα σε σχετική ερώτηση των αστυνομικών αν προέβαλε αντίσταση απάντησε ότι μετέβη με τη θέληση της στον υπόγειο χώρο του ως άνω καταστήματος, προκειμένου να καταγράψει τη μεταξύ τους συνομιλία, ώστε να έχει αποδείξεις για τη σε βάρος της σεξουαλική της παρενόχληση, λέγοντας ακόμη χαρακτηριστικά ότι "δεν συντελέσθηκε η συνουσία". Η διαφοροποίηση δε της αρχικής δήλωσης της εγκαλούσας στο ανωτέρω τμήμα ασφαλείας, ότι δηλαδή δεν συντελέσθηκε συνουσία και η μη υποβολή εκ μέρους της έγκλησης για τη σε βάρος της τελεσθείσα πράξη του βιασμού της, οφείλεται στο γεγονός ότι ακολούθησε τις συμβουλές του Ζ, πράγμα που αυτός επιβεβαιώνει με την από 27.3.2007 ένορκη κατάθεση του, που έδωσε κατά τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση. Στη συνέχεια όμως η εγκαλούσα υπέβαλε σε βάρος του κατηγορουμένου την από 4.2.2007 έγκληση της ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, εγκαλώντας τον για την ανωτέρω εγκληματική συμπεριφορά του. Ο εγκαλών κατά την απολογία του στον ανακριτή, αρνήθηκε την κατηγορία ισχυριζόμενος ότι στις 30-4-07 κάλεσε την παθούσα να προσέλθει στο γραφείο του προκειμένου να της κάνει συστάσεις σχετικά με κάποιο παράπονο που διατυπώθηκε εναντίον της σχετικά με την εργασίας της, ότι κατά τη συζήτηση με δική της πρωτοβουλία επακολούθησε ερωτικός εναγκαλισμός, φιλιά και θωπείες στα γεννητικά τους όργανα, ότι κατόπιν συμφωνίας τους συναντήθηκαν αργότερα στο υπόγειο, όπου η ίδια με τη θέλησή της προέβη σε πεολειχία και ότι εκσπερμάτωσε στη στοματική της κοιλότητα. Ήδη με την υπό κρίση έφεσή του διατείνεται ότι δεν θεμελιώνεται η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση του βιασμού, που του αποδίδεται, καθόσον εσφαλμένα εκτιμήθηκαν τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και από εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου το πρωτόδικο συμβούλιο οδηγήθηκε στην παραπομπή του, ενώ θα έπρεπε να τον απαλλάξει από την κατηγορία. Ειδικότερα εστιάζει τους ισχυρισμούς του μεταξύ των άλλων και στα εξής σημεία: α) στο περιεχόμενο του ανωτέρω αντιγράφου εγγραφής από το τηρούμενο στο Τμήμα Ασφαλείας Ομονοίας βιβλίο Αδικημάτων και Συμβάντων, από το οποίο προκύπτει ότι η εγκαλούσα αρχικά δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος την εξανάγκασε σε συνουσία και στη συνέχεια, μετά την προσέλευση του κατηγορουμένου στο ανωτέρω τμήμα δήλωσε ότι δεν συντελέσθηκε συνουσία, β) ότι εάν ελάμβανε χώρα βιασμός αμέσως μετά η εγκαλούσα θα κατέφευγε προς βοήθειά στους παρευρισκόμενους στην επιχείρηση και δη στην καφετέρια, ενώ αυτή συμπεριφέρθηκε φυσιολογικά κατά την έξοδο της από το κατάστημα, γ) ότι αν η ίδια κατά την ερωτική συνεύρεση αντιστεκόταν θα φώναζε, με συνέπεια να γίνει αντιληπτή από τους εργαζόμενους στο υπόγειο της επιχείρησης, πολύ περισσότερο αφού οι χώροι του υπογείου χωρίζονται με μεσοτοιχία, η οποία δεν απολήγει στην οροφή, αλλά υπάρχει κενό 40 εκατοστών περίπου από την κατάληξη του τοίχου έως την οροφή και εφόσον από κανέναν απ' αυτούς δεν έγινε αντιληπτός θόρυβος ή φωνές και εκκλήσεις για βοήθεια, συνάγεται ότι υπήρχε συναίνεσή της στην ερωτική τους συνεύρεση, και δ) ότι η εγκαλούσα υπέβαλε εκ των υστέρων την ανωτέρω έγκληση της, επιδιώκοντας το μεν να θεμελιώσει αστικές αξιώσεις σε βάρος του, το δε να τον εκδικηθεί καθόσον αυτός της αρνήθηκε να έχουν και άλλες ερωτικές συνευρέσεις μεταξύ τους, όπως του ζήτησε, διότι ο ίδιος διατηρούσε σοβαρό δεσμό με άλλη κοπέλα. Οι ισχυρισμοί του όμως αυτοί δεν ευσταθούν. Τούτο, διότι η διαφορετική δήλωση της εγκαλούσας στον Αξιωματικό Υπηρεσίας του Τμήματος-Ασφαλείας Ομονοίας, στον οποίο δήλωσε αρχικά μεν ότι "την εξανάγκασε σε συνουσία", ύστερα όμως, μόλις εμφανίσθηκε ο κατηγορούμενος ενώπιον της, ότι "δεν συντελέσθηκε η συνουσία", αποδεικνύει ότι η παρουσία του και μόνο της ενέπνευσε φόβο, γεγονός που την ανάγκασε να διαφοροποιήσει τη θέση της. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο εκκαλών υπήρξε ο άμεσος προϊστάμενος της, ο οποίος πριν από ελάχιστο χρόνο της επέδειξε τη θέση ισχύος του στην επιχείρηση. Άλλωστε, δεν θα πρέπει να παραβλεφθεί ότι η παθούσα ήταν τότε μόλις 19 ετών, ο δε κατηγορούμενος 34 ετών, ότι βρισκόταν στη χώρα μας ως οικονομική μετανάστης και είχε ανάγκη εργασίας δεδομένου ότι είναι ορφανή από πατέρα. Όμως πέραν των ανωτέρω, που ανάγονται στον ψυχολογικό παράγοντα και στην οικονομική κατάστασή της, στην πραγματικότητα δεν δηλώνει αντίθετα περιστατικά με τη μεταγενέστερη δήλωση της, όταν αναφέρει ότι "δεν συντελέσθηκε συνουσία". Τούτο, διότι εν προκειμένω, κατά την κοινώς εννοούμενη έννοια της "συνουσίας", αυτή δεν συντελέσθηκε, αφού τελικώς ο κατηγορούμενος εκσπερμάτωσε στο χέρι της, όπως και ο ίδιος άλλωστε ομολογεί και προκύπτει επίσης από τη λήψη του σπερματικού υγρού από το δεξί μανίκι του μπουφάν της προς ανάλυση DNΑ. Όμως τούτο δεν σημαίνει κατά την έννοια του νόμου ότι εκτός από τις ασελγείς πράξεις δεν έγινε και συνουσία, καθόσον κατά την πάγια ισχύουσα νομολογία "συνουσία" είναι η ένωση των γεννητικών μορίων ατόμων διαφόρου φύλλου, χωρίς να απαιτείται και εκσπερμάτωση και μάλιστα εντός του κόλπου, αρκεί και μερική εισαγωγή του μορίου στον κόλπο. [ΑΠ. 25/98 ΠΧΡ. ΜΗ/664, ΑΠ. 1008/96 ΠΧΡ.ΜΖ/546, ΑΠ.1556/83 ΠΧΡ.ΛΔ/508, ΑΠ.1010/95 ΠΧΡ.ΜΣΤ/47, ΑΠ.1779/87 ΠΧΡ.ΛΗ/270]. Το γεγονός δε ότι η παρούσα δεν έφερε σωματικές κακώσεις κατά το χρόνο εξέτασης από τον ιατροδικαστή την 5.2.2007 [ βλ. την από 9-3-07 ιατροδικαστική έκθεση] δεν συνεπάγεται, όπως διατείνεται ο εκκαλών, ότι δεν άσκησε σ' αυτή σωματική βία, καθόσον, το μεν δεν είναι απαραίτητο κατά την άσκηση της βίας να προκληθούν σωματικές κακώσεις, το δε είχαν ήδη παρέλθει πέντε (5) ημέρες από το χρόνο που φέρεται να έλαβε χώρα η τέλεση της πράξης του βιασμού και τα τυχόν προκληθέντα σημάδια σωματικών κακώσεων είχαν εξαφανισθεί. Προσέτι η κίνηση της εγκαλούσας να απομακρυνθεί από την επιχείρηση μετά το πέρας του βιασμού της αθόρυβα και χωρίς να προστρέξει για βοήθεια στους παρευρισκομένους στην καφετέρια, δεν υποδηλώνει ότι στην ερωτική συνεύρεση της με τον κατηγορούμενο υπήρξε συναίνεσή της. Άλλωστε η εγκαλούσα δεν είχε κανένα λόγο να καταφύγει για βοήθεια στην καφετέρια, ζητώντας συμπαράσταση από άγνωστα σ'αυτήν πρόσωπα και να εξευτελίσει έτσι ακόμη περισσότερο τον εαυτό της, αλλά προσέφυγε και ζήτησε συμπαράσταση από προσφιλή της πρόσωπα, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα. Έπειτα η ψυχολογική κατάσταση, στην οποία βρέθηκε η εγκαλούσα αμέσως μετά την αποχώρηση της από την επιχείρηση και περιγράφεται με σαφήνεια από την άγνωστη μέχρι τότε σ' αυτή ..., που καταθέτει γι' αυτήν ότι ήταν φοβισμένη και υπό κατάρρευση, ενισχύει ακόμη περισσότερο την άποψη μας ότι η τελευταία εξαναγκάσθηκε από τον κατηγορούμενο σε συνουσία και σε ανοχή και επιχείρηση ασελγών πράξεων, προκειμένου αυτός να ικανοποιήσει τη γενετήσια επιθυμία του. Η εγκαλούσα είναι προφανές ότι προσπάθησε να καλέσει σε βοήθεια, όμως αυτό δεν κατέστη εφικτό, καθόσον ο κατηγορούμενος της κρατούσε κλειστό το στόμα με το χέρι του. Ωστόσο θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο χώρος της αποθήκης στο υπόγειο της επιχείρησης που έλαβαν χώρα τα ανωτέρω εκτεθέντα είναι ανεξάρτητος από τους χώρους των αποδυτηρίων ή των τουαλετών, που υπάρχουν στο υπόγειο, και μόνο σ' αυτούς τους τελευταίους χώρους και ότι στην αποθήκη οι μεσότοιχοι που τους χωρίζουν δεν απολήγουν στην οροφή, όπως καταθέτουν όλοι οι μάρτυρες - υπάλληλοι και γνώστες του χώρου του ως άνω πολυκαταστήματος.
Συνεπώς δεν ήταν ευχερές να ακουστεί θόρυβος που ενδεχομένως προκλήθηκε από τις αποτρεπτικές κινήσεις της εγκαλούσας, λαμβανομένου υπόψη ότι ο υπόγειος χώρος έχει έκταση 450 τ.μ., η πράξη δε του βιασμού έλαβε χώρα κατά τις απογευματινές ώρες, όταν οι υπάλληλοι της επιχείρησης είχαν αποχωρήσει από την εργασία τους. Επίσης, η εγκαλούσα δεν είχε λόγους εκδίκησης του κατηγορουμένου, αφού η μέχρι τότε σχέση τους ήταν εντελώς τυπική και σε καθαρά επαγγελματικό επίπεδο και η ίδια μάλιστα διατηρούσε ερωτικό δεσμό με τον Ξ, έχοντας μάλιστα αναπτύξει στενές φιλικές σχέσεις με την οικογένειά του. Τέλος, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι πρόθεση της εγκαλούσας ήταν να θεμελιώσει με την ανωτέρω καταγγελία της αστικές αξιώσεις σε βάρος του, δεν κρίνεται πειστικός, καθόσον μέχρι σήμερα ουδόλως διεκδίκησε αστικά οποιαδήποτε αποζημίωση από τα Πολιτικά Δικαστήρια". Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών προκειμένου να δικασθεί για βιασμό (αρ. 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 336 παρ. 1 ΠΚ). Ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτοδίκου 2012/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.
IV. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος του βιασμού, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, χωρίς να απαιτείται, για την πληρότητα της αιτιολογίας, η αναφορά και των επιπλέον στοιχείων που αναφέρει ο αναιρεσείων στην αίτησή του. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων προέβη στην άσκηση σωματικής βίας, την οποία σαφώς προσδιορίζει και αναφέρει τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία αυτή προέκυψε, με σκοπό να εξαναγκασθεί η παθούσα στην επιχείρηση των ειδικώς περιγραφομένων στο βούλευμα ασελγών πράξεων και στην κατά φύση συνουσία με εκσπερμάτωση εκτός του κόλπου. Επομένως, τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του τελεσμένου εγκλήματος του βιασμού. Επίσης στο προσβαλλόμενο βούλευμα προσδιορίζονται όλα τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο Εφετών, προκειμένου να καταλήξει στην πιο πάνω κρίση του και συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, "τις ένορκη και ανωμοτί καταθέσεις της εγκαλούσας, τις καταθέσεις των μαρτύρων, την απολογία του κατηγορουμένου και όλα ανεξαιρέτως τα υπομνήματα που επισυνάπτονται στην δικογραφία καθώς και τα έγγραφα", συνεπώς, έλαβε υπόψη του και τους διαλαμβανόμενους στο από 8-9-2008 υπόμνημα ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος χωρίς να απαιτείται ειδική αναφορά και μνεία του υπομνήματος αυτού, η απόκρουση δε ορισμένων από τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς που πρόβαλε ο αναιρεσείων, δεν έχει την έννοια ότι δεν έλαβε υπόψη του τους λοιπούς, χωρίς να έχει την υποχρέωση να διαλάβει και περί τούτων ειδική αιτιολογία. Ο αναιρεσείων, άλλωστε, ουδεμία αιτίαση για αναιτιολόγητη απόρριψη συγκεκριμένου αυτοτελούς ισχυρισμού του προβάλλει. Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, με τον πρώτο, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος, είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα.
V.Ο αναιρεσείων με τις διαλαμβανόμενες στον δεύτερο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις (με στοιχεία α-δ), προβάλλει, ότι το βούλευμα στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν αιτιολογεί: α) εκ ποίου στοιχείου προέκυψε ότι ο αναιρεσείων εμφανίσθηκε ενώπιον της παθούσας και " η παρουσία του και μόνο της ενέπνευσε φόβο, γεγονός που την ανάγκασε να διαφοροποιήσει τη θέση της", δοθέντος ότι η εξέτασή της έγινε χωριστά, και " εκ ποίου στοιχείου προέκυψε ότι εντός του Αστυνομικού Καταστήματος και παρουσία ικανού αριθμού αστυνομικών, συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου του Διοικητού, ενεπνεύσθη φόβος στην εγκαλούσα....". β) "Παρά την περιγραφόμενη πραγματική κατάσταση του χώρου του υπόψη υπογείου και χωρίς εξ ουδενός στοιχείου να υποστηρίζεται το αντίθετο ή έστω διαφορετικό του πράγματος, το προσβαλλόμενο ήχθη στην αναιτιολόγητη παραδοχή ότι....". γ) "Δεν αιτιολογείται η κρίση του προσβαλλόμενου Βουλεύματος "Παράλληλα και ενώ χρησιμοποιώντας (δηλ. ο αναιρεσείων) τα χέρια του και το σώμα του ακινητοποίησε την εγκαλούσα, που προσπαθούσε να αντισταθεί και να ξεφύγει ήλθε σε κατά φύση συνουσία μαζί της...." και περαιτέρω ότι "...τοποθέτησε το χέρι του στο πρόσωπο της κλείνοντας με δύναμη το στόμα της, αποκλείοντας έτσι την περίπτωση να γίνει αντιληπτός από άλλους υπαλλήλους". Και δ) Χωρίς αιτιολογία δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι "....Το γεγονός δε ότι η παθούσα δεν έφερε σωματικές κακώσεις κατά το χρόνο εξέτασης από τον ιατροδικαστή την 5.2.2007... δεν συνεπάγεται, όπως διατείνεται ο εκκαλών, ότι δεν άσκησε σ' αυτή σωματική βία. Τούτο δε καθ'όσον: Εάν είχε λάβει χώρα οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη του αναιρεσείοντα με την εγκαλούσα και η τελευταία είχε προβάλλει έστω και ιχνώδη αντίσταση της κ.τ.λ......". Όλες οι διαλαμβανόμενες στον λόγο αυτό αναιρέσεως αιτιάσεις, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Συμβουλίου Εφετών.
Περαιτέρω και η περιεχόμενη στον αυτό λόγο αναίρεσης (με στοιχ. ε) αιτίαση, ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα "σιγή και χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία" απέρριψε το, με από 8.9.2008 και ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών υπόμνημα του αναιρεσείοντος, υποβληθέν αίτημα, να διαταχθεί περαιτέρω ανάκριση, προκειμένου να διενεργηθεί αυτοψία του χώρου όπου φέρεται ότι έλαβε χώρα ο βιασμός και να εξετασθούν ενόρκως οι αναφερόμενοι σε αυτό αστυνομικοί, εκλαμβανόμενη ως λόγος αναίρεσης έλλειψη ακροάσεως, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον η εν λόγω, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ, έλλειψη ακροάσεως δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά στο άρθρο 484 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα αναφερόμενους λόγους αναιρέσεως κατά βουλευμάτων. Ανεξαρτήτως δε αυτού, το Συμβούλιο Εφετών δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στο πιο πάνω αίτημα, και για τον επιπλέον λόγο ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του πιο πάνω υπομνήματος, ο ήδη αναιρεσείων το αίτημα αυτό το υπέβαλε επικουρικώς στην περίπτωση κατά την οποία δεν γινόταν δεκτή η έφεσή του και δεν εξαφανιζόταν το πρωτόδικο βούλευμα προκειμένου να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του. Είναι δε προφανές ότι το Συμβούλιο Εφετών, εφόσον κατέληξε με βάση τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα στην περί παραπομπής του κατηγορουμένου κρίση του, δεν είχε τη δυνατότητα να ερευνήσει, μετά ταύτα, το επικουρικό πιο πάνω αίτημα.
V. Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος άλλου παραδεκτού λόγου αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 11/28-1- 2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, για αναίρεση του 2359/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ