Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1659 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Νομίμου βάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Σωματική βλάβη από αμέλεια παρ' υποχρέω. Ευθύνη κυρίου του έργου και επιβλέποντος μηχανικού για λήψη προστατευτικών μέτρων κατά του κινδύνου από πλησίον οικοδομής διέλευση εναερίων καλωδίων της ΔΕΗ. Απορρίπτει λόγους για έλλειψη αιτιολογίας, νόμιμης βάσης και ακυρότητα που προκλήθηκε στο ακροατήριο.




Αριθμός 1659/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανίκα και 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Αθανασόπουλο, περί αναιρέσεως της 6430α και 6431/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αθανασιάδη.

Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 6 Νοεμβρίου 2008 και 19 Νοεμβρίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1852/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι από 6-11-2008 και 19-11-2008 αιτήσεις για αναίρεση της 6430α-6431/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκαν, αντίστοιχα, από τους Χ1 και Χ2, νομότυπα και εμπρόθεσμα. Συνεπώς πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της πρόδηλης συνάφειας των.
Kατά το άρθρο 314 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα και ο ίδιος να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψη. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο "όποτε ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να αναφέρεται και αιτιολογείται στη δικαστική απόφαση η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Τέτοια ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, ν' αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά την εκτέλεση οποιουδήποτε οικοδομικού έργου, επιβάλλει στους κατά το νόμο υπευθύνους του έργου η διάταξη του άρθρου 1 του π.δ. 778/1980 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών", κατά την οποία "επί εργασιών ανεγέρσεως, κατεδαφίσεως χρωματισμού οικοδομών ως και των εις αυτάς εκτελουμένων πάσης φύσεως μεταλλικών, μηχανουργικών, ηλεκτρολογικών εργασιών τηρούνται υπό των κατά νόμον υπευθύνων του έργου και αι ειδικαί διατάξεις των επομένων άρθρων", μεταξύ των οποίων: α) οι διατάξεις των άρθρων 2 έως 15, που προβλέπουν στα πλαίσια λήψης μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών τη χρήση ικριωμάτων (σταθερών, κινητών, μεταλλικών, ξύλινων κλπ) και τον τρόπο κατασκευής και τοποθέτησής τους στην ανεγειρόμενη οικοδομή, β) η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1, που ορίζει ότι τα πέρατα των ξυλοτύπων και πλακών πρέπει να εξασφαλίζονται με ανθεκτικά προσωρινά κιγκλιδώματα και θωράκια ή με δίκτυα, να ελέγχονται περιοδικά ως προς την αντοχή τους και να αποξηλώνονται μετά το πέρας των εργασιών, γ) καθώς και η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 3, κατά την οποία άπαντα τα ικριώματα πρέπει να επιθεωρούνται από τον επιβλέποντα μηχανικό πριν από την εγκατάσταση κάθε συνεργείου και μια φορά την εβδομάδα. Εξάλλου, ο ν. 1396/1983 "μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και σε ιδιωτικά έργα" προβλέπει: α) στο άρθρο 3, τις υποχρεώσεις του εργολάβου, οι οποίες, εκτός άλλων, συνίστανται στη λήψη και στην τήρηση των μέτρων ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο, καθώς και στην τήρηση των οδηγιών του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του ίδιου νόμου, β) στο άρθρο 4, τις υποχρεώσεις του κυρίου του έργου, σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο και γ) στο άρθρο 7, τις υποχρεώσεις του επιβλέποντος μηχανικού, οι οποίες είναι: 1. Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών, ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους. 2. Να δίνει οδηγίες, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και να επιβλέπει την τήρησή τους. 3. Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει σχετικές οδηγίες. 4. Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται. Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου στην περίπτωση του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του παρόντος τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου. Περαιτέρω, με τα άρθρα 1, 78, 79 και 111 του π.δ. 1073/1981 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού" ορίζεται ότι: "Επί των πάσης φύσεως εργοταξιακών έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού, συμπεριλαμβανομένων και των οικοδομικών τοιούτων, τηρούνται υπό των κατά νόμων υπευθύνων, πέραν των διατάξεων του π.δ. 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών", και αι ειδικαί διατάξεις των επομένων άρθρων (αρ. 1). Δια την πρόληψιν ατυχημάτων από άμεσον ή έμμεσον επαφήν ή προσέγγισιν προς δίκτυα ή λοιπά στοιχεία ηλεκτρικών εγκαταστάσεων υπό τάσιν, πρέπει ειδικότερον: α) Να λαμβάνονται όλα τα επιβαλλόμενα μέτρα, ώστε να αποκλείεται η προσέγγιση εργαζομένων εις ηλεκτροφόρους αγωγούς ή στοιχεία, ασχέτως τάσεώς των. β) Αι μεταφοραί, χειρωνακτικών ή μη, σιδηροπλισμού, σωλήνων, κιγκλιδωμάτων κ.ά. και αι εγκαταστάσεις μηχανημάτων, τροχιών αναβατορίων, πυραύλων κ.ά., ως και αι προσεγγίσεις αντλιών σκυροδέματος πραγματοποιούνται μακράν από ηλεκτροφόρους αγωγούς, ασχέτως τάσεως. γ) Εις περιοχάς όπου υπάρχουν εναέρια ηλεκτρικά δίκτυα ή εγκαταστάσεις, εφόσον εργάζονται ή κινούνται υψηλά οχήματα - μηχανήματα, γερανοί, εκσκαφείς κλπ, να λαμβάνονται πέραν των εις την προηγουμένην παράγραφον και μετά έγγραφην έγκρισιν της ΔΕΗ πρόσθετα ειδικά μέτρα ασφαλείας. Αντιπροσωπευτικά των σχετικών μέτρων αναφέρονται η καταβίβασις του ιστού, η κατασκευή ειδικών ξυλίνων πλαισίων-περιθωρίων ασφαλείας εις σημεία συνήθων διελεύσεων κάτωθεν γραμμών. δ) οιαδήποτε απαιτουμένη επέμβασις εις τα δίκτυα της ΔΕΗ (όπως ανύψωση, διακοπή ρεύματος κλπ) να πραγματοποιείται υπό ταύτης, μετά έγγραφον αίτησιν του ενδιαφερομένου. ... (αρ. 78). Εάν πλησίον εργοταξίου διέρχονται αγωγοί ηλεκτρικού ρεύματος ειδοποιείται εγγράφως, υπό του εκτελούντος το έργον, προ της ενάρξεως των εργασιών, η αρμόδια υπηρεσία της ΔΕΗ. Τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία πρέπει να ληφθούν, εξετάζονται από κοινού υπό της ΔΕΗ, του εκτελούντος το έργο και του επιβλέποντος τούτο μηχανικού. Κατόπιν δε της εγγράφου εγκρίσεως της αρμόδιας υπηρεσίας της ΔΕΗ, λαμβάνονται όλα τα κατά περίπτωσιν ενδεικνυόμενα περαιτέρω προστατευτικά μέτρα και ιδίως κατασκευή προστατευτικών σανιδωμάτων (αρ. 79). Δια την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος, ως και του π.δ. 778/80 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" εις τα οικοδομικάς και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίστανται ανελλιπώς καθ' όλην την διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων. ... Οι υπεργολάβοι και εργολάβοι, οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των κατά φάσιν εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας (αρ. 111). Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του π.δ. 778/1980, του ν. 1396/1983 και του π.δ. 1073/1981, συνάγεται ότι 1) σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτό όλα τα μέτρα ασφαλείας τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι, κύριος δε του έργου, κατά το άρθρο 2 παρ. 3 του ίδιου νόμου, θεωρείται "ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος του ακινήτου στο οποίο εκτελείται, ύστερα από εντολή του και για λογαριασμό του τεχνικό έργο" και 2)ο πολιτικώς μηχανικός που επιβλέπει την κατασκευή οικοδομικού έργου έχει νομική υποχρέωση να δίνει οδηγίες στον ιδιοκτήτη ή στον εργολάβο (και τον τυχόν υπάρχοντα υπεργολάβο) για τη λήψη των ενδεικνυομένων μέτρων ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος, μεταξύ των οποίων είναι η κατασκευή ειδικών ξύλινων πλαισίων - περιθωρίων ασφαλείας κάτω από ηλεκτροφόρους αγωγούς, και για τη λήψη μέτρων, ώστε να αποκλείεται η προσέγγιση και η επαφή εργαζομένων πλησίον διερχομένου ηλεκτροφόρου αγωγού, ενώ ο ιδιοκτήτης ή ο εργολάβος (καθώς και ο υπάρχων υπεργολάβος) έχει νομική υποχρέωση να λαμβάνει τα ενδεικνυόμενα μέτρα ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος από τις προεκτεθείσες αιτίες. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθ' όσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, λόγο αναιρέσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε ενόχους για σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεους τους αναιρεσείοντες, δεχόμενο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό αυτής (προσβαλλομένης) σε συνδυασμό με το διατακτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 14-12-2001 και περί ώρα 09.00 ο πολιτικώς ενάγων Ψ εργαζόταν ως μέλος συνεργείου επιχρισμάτων στην ανεγειρόμενη επί της οδού ... αρ. ... στη ... οικοδομή. Κύριος του έργου αυτού ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος είχε αναθέσει σε διάφορους εργολάβους την περάτωση των διαφόρων τμημάτων του έργου. Μελετητής και επιβλέπων του έργου ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος πολιτικός μηχανικός. Κατά τον άνω τόπο και χρόνο ο πολιτικώς ενάγων, ενώ εργαζόταν στη βεράντα του δευτέρου ορόφου της οικοδομής, με σκοπό τη διαμόρφωση των εξωτερικών σκοτιών κρατώντας στα χέρια του αλουμινένια βέργα μήκους τριών (3) περίπου μέτρων, όταν η τελευταία ακούμπησε στα ηλεκτροφόρα καλώδια της ΔΕΗ που βρίσκονταν σε πολύ μικρή απόσταση, υπέστη ηλεκτροπληξία, με αποτέλεσμα να πέσει από ύψος 6-7 μέτρων στο οδόστρωμα και να υποστεί τις αναφερόμενες στο διατακτικό βαρύτατες σωματικές κακώσεις. Ανεξαρτήτως της συντρέχουσας υπαιτιότητας του ίδιου του παθόντος, για την προκληθείσα ως άνω σωματική βλάβη, υπαίτιοι από αμέλεια είναι τόσο ο πρώτος κατηγορούμενος, κύριος του έργου που είχε αναθέσει την εκτέλεση των επιχρισμάτων της οικοδομής στον πατέρα του παθόντος, όσο και ο δεύτερος κατηγορούμενος, μελετητής και επιβλέπων πολιτικός μηχανικός του έργου, καθόσον δεν μερίμνησαν πριν από την έναρξη οποιασδήποτε οικοδομικής εργασίας να ειδοποιήσουν εγγράφως τη ΔΕΗ, για τα ληπτέα μέτρα ασφαλείας, που θα οδηγούσαν στην κατασκευή προστατευτικών σανιδωμάτων, με συνέπεια την αποτροπή του ως άνω ατυχήματος. Επίσης οι κατηγορούμενοι από αμέλεια, ήτοι από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν μερίμνησαν να τοποθετήσουν προστατευτική διάταξη, έναντι πτώσης στη βεράντα του δευτέρου ορόφου, η οποία θα απέτρεπε την πτώση του παθόντος. Τα παραπάνω προστατευτικά μέτρα είχε υποχρέωση να λαμβάνει ο πρώτος κατηγορούμενος και κύριος του έργου, σύμφωνα με το άρθρο 4& 1 ν.1396/1983 και 79 π.δ. 1073/1981, όσο και ο δεύτερος κατηγορούμενος, σύμφωνα με το άρθρο 7§§1,2 ν. 1396/1983.Ο ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου ότι διεκόπησαν οι οικοδομικές εργασίες και ότι δεν ενημερώθηκε για την εκ νέου έναρξη τους είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι τέτοια διακοπή δεν αποδείχθηκε. Σε κάθε περίπτωση ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί, διότι τα παραπάνω από κοινού με τη ΔΕΗ μέτρα ασφαλείας, ήτοι τοποθέτηση προστατευτικών σανιδωμάτων, έπρεπε να ληφθούν πριν από την εκτέλεση οποιασδήποτε οικοδομικής εργασίας και όχι μόνο πριν από την εκτέλεση των εργασιών των επιχρισμάτων.
Συνεπώς οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια.". Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο που δίκασε διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρά υποχρέων εις ιδιαίτερα επιμέλεια και προσοχή, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 314 παρ. 1β, 28 και 15 ΠΚ και 4&1,7&&1,2 ν.1396/1983 και 79 πδ.1073/1981,τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα από το σκεπτικό, που παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, σαφώς προκύπτει η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι οι κατηγορούμενοι-αναιρεσείοντες, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προείδαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προήλθε από την πράξη τους, δηλαδή το δικαστήριο που δίκασε δέχτηκε ότι η σωματική βλάβη του παθόντος προήλθε από άνευ συνειδήσεως αμέλεια των κατηγορουμένων. Επίσης το δικαστήριο, κατόπιν της ανελέγκτως περί τα πράγματα παραδοχής του, ότι την εκτέλεση τού συγκεκριμένο έργου ο πρώτος αναιρεσείων είχε αναθέσει σε διάφορους εργολάβους, δέχτηκε ως ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του, ως κυρίου της οικοδομής και εκτελούντος το συγκεκριμένο έργο, την εκ του άρθρου 79 του π.δ. 1073/81 αυτοτελή υποχρέωση του να ειδοποιήσει εγγράφως, πριν από την έναρξη των εργασιών τη ΔΕΗ και την από κοινού υπό τούτου, της ΔΕΗ και του επιβλέποντος μηχανικού εξέταση των μέτρων ασφαλείας που έπρεπε να ληφθούν. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει επίσης σαφώς ότι μεταξύ της παραλείψεως αυτής των κατηγορουμένων και του επελθόντος αποτελέσματος υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος αφού με την λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας από κοινού μετά της ΔΕΗ (διακοπή ηλεκτρικού ρεύματος κλπ), η σωματική βλάβη του παθόντος δεν θα επήρχετο. Οι, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ αιτιάσεις του πρώτου αναιρεσείοντος ότι 1)είχε προσλάβει εργολάβο για την εκτέλεση του έργου και 2) υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής στο σκεπτικό "κύριος του έργου αυτού ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος είχε αναθέσει σε διάφορους εργολάβους την περάτωση των διαφόρων τμημάτων του έργου ... είχε αναθέσει την περάτωση των επιχρισμάτων της οικοδομής στον πατέρα του παθόντος" και εκείνης του διατακτικού "Ειδικότερα, τυγχάνοντες ο πρώτος κατηγορούμενος εργοδότης και ιδιοκτήτης της οικοδομής" είναι αβάσιμες διότι: α)όπως προαναφέρθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ανελέγκτως, έγινε δεκτό ότι ο πρώτος αναιρεσείων δεν είχε προσλάβει εργολάβο για την εκτέλεση του συνόλου του έργου, αλλά είχε αναθέσει αυτήν, τμηματικά, σε διαφορετικούς εργολάβους.
Συνεπώς αυτός είχε την υποχρέωση να προβεί στις παραπάνω ενέργειες προς τη ΔΕΗ και μάλιστα πριν την έναρξη του έργου, αφού τα σχετικά προστατευτικά μέτρα αφορούσαν την ασφαλή εκτέλεση του συνόλου του έργου και όχι μόνο την κατασκευή των επιχρισμάτων, την οποία είχε αναθέσει στον πατέρα του παθόντος και β)δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραπάνω παραδοχών, αφού, από το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, σαφώς προκύπτει η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων καταδικάστηκε διότι παρέλειψε να προβεί στις οφειλόμενες ενέργειες ως εκτελών το έργο ιδιοκτήτης, με την τμηματική ανάθεση της εκτέλεσης του σε διάφορους εργολάβους. Περαιτέρω και οι από την ίδια διάταξη αιτιάσεις του δεύτερου αναιρεσείοντος ότι 1) στο σκεπτικό της απόφασης δεν περιέχονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, σκέψεις και συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν αυτά στις διατάξεις που το δικαστήριο εφάρμοσε, αλλά επαναλαμβάνονται τα στοιχεία του διατακτικού, 2)δεν αιτιολογείται ειδικότερα η γνώση του για την εκτέλεση των εργασιών 3) δεν προκύπτει σαφώς ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την καρτέλα ενσήμων του ΙΚΑ και 4) δεν προκύπτει σαφώς ότι το δικαστήριο συνεκτίμησε και αξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμες, διότι, α) όπως προαναφέρθηκε, στο σκεπτικό της απόφασης διαλαμβάνονται τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά τα οποία θεμελιώνουν την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, η οποία τελέστηκε με την συγκεκριμένη παράλειψη των κατηγορουμένων, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν αυτά στις διατάξεις που εφαρμόστηκαν, η κατά το πλείστον δε ταύτιση του περιεχομένου του διατακτικού με το σκεπτικό δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία. β)με την παραδοχή ότι "ο ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου ότι διεκόπησαν οι οικοδομικές εργασίες και ότι δεν ενημερώθηκε για την εκ νέου έναρξη τους είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι δεν αποδείχθηκε" αιτιολογείται επαρκώς η γνώση του για την εκτέλεση των εργασιών γ)σαφώς βεβαιώνεται με την απόφαση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και συνεπώς δεν δημιουργείται αμφιβολία για τη συνεκτίμηση και του παραπάνω εγγράφου και 4)σαφώς προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, εκ του λόγου δε ότι το δικαστήριο δεν αναφέρεται ειδικότερα σε καθένα από αυτά δεν προκύπτει το αντίθετο, αφού δεν είχε τέτοια υποχρέωση.
Επομένως, οι, από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε', πρώτος και δεύτερος στην αίτηση του πρώτου αναιρεσείοντος και με στοιχ. IV στην αίτηση του δεύτερου, προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, κατά το μέρος δε που με αυτούς, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμηση της υποθέσεως, είναι απαράδεκτοι.
Οι διατάξεις των αρθ.93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά το άρθ.2 παρ.5 του Ν.2408/1996, επιβάλλουν την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε όλες χωρίς εξαίρεση τις δικαστικές αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Επομένως η αιτιολογία αυτή, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στ. Δ' του ΚΠΔ αναιρετικό λόγο, απαιτείται και στην παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία το δικαστήριο απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι το αίτημα αυτό υποβλήθηκε παραδεκτά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την απολογία του πρώτου κατηγορουμένου, ο συνήγορος του δεύτερου υπέβαλε, για λογαριασμό του, αίτημα αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης, "για να προσκομισθούν αποδείξεις ότι δούλευαν και άλλα συνεργεία στο διάστημα από Σεπτέμβριο έως Δεκέμβριο". Έτσι, όπως υποβλήθηκε το παραπάνω αίτημα, ήταν εντελώς αόριστο, αφού δεν προσδιορίστηκαν με αυτό "οι αποδείξεις" δηλαδή οι συγκεκριμένοι μάρτυρες, τα συγκεκριμένα έγγραφα ή άλλο νόμιμο αποδεικτικό μέσο, από τη συνεκτίμηση των οποίων το Δικαστήριο θα μπορούσε να καταλήξει σε ασφαλή κρίση, για την ενοχή ή όχι των κατηγορουμένων. Το δικαστήριο, αν και το αίτημα ήταν απαράδεκτο και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, όμως με αιτιολογία την οποία διέλαβε στην απόφαση του το απέρριψε. Επομένως οι, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β', Δ', και Η' του ΚΠΔ, αιτιάσεις του δεύτερου αναιρεσείοντος Χ2 ότι 1) δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη του παραπάνω αιτήματος 2) με την ειδικότερη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας απόφασης "τέτοιες έγγραφες αποδείξεις μπορούσε να ανεύρει και να προσκομίσει ο ίδιος ο κατηγορούμενος" παραβιάστηκε το τεκμήριο της αθωότητας του 3) δεν μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη του για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής 4) το δικαστήριο υπερέβη σχετικώς την εξουσία του, εκδικάζοντας στη συνέχεια την υπόθεση και 5)μετά την πρόταση του Εισαγγελέα δεν δόθηκε σ' αυτόν ο λόγος, ως προς το αίτημα αναβολής, είναι αβάσιμες. Επομένως αβάσιμοι και απορριπτέοι είναι και οι με στοιχ. Ι και
ΙΙ στο δικόγραφο της αίτησης του ίδιου αναιρεσείοντος, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις αυτές. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1δ, 329, 331 παρ. 1, 333, 364, παρ. 1, 369 και 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ συνάγεται, ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του, έλαβε υπόψη του, ευθέως και αμέσως, ως αποδεικτικά στοιχεία, έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, οπότε παραβιάζει την άσκηση του από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα πηγάζοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία. Επί πλέον δε παραβιάζονται οι αρχές της προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και της κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο των μη αναγνωσθέντων εγγράφων διαπιστώνεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία ή αν τα έγγραφα αυτά αναφέρονται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της πληττόμενης απόφασης, χωρίς να έχουν ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, αναφορικά με την συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, καθώς και αν τα έγγραφα αυτά συνιστούν στοιχεία του κατηγορητηρίου. Εξάλλου, στα πρακτικά της δίκης δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, πρέπει, όμως, να αναφέρονται τα στοιχεία που το εξατομικεύουν, διότι, διαφορετικά, παραβιάζονται οι ανωτέρω διατάξεις. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται στα πρακτικά ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με αυτό, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αυτό αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του για το ότι οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, 1)"τρεις φωτογραφίες" 2) μία "γνωστοποίηση-γνωμάτευση Α' βαθμού Υγ. Επιτροπής" και 3) "τιμολόγια παροχής υπηρεσιών του ΑΑ με ημερομηνίες 2002". Στα πρακτικά βεβαιώνεται ότι, μεταξύ των άλλων εγγράφων, αναγνώσθηκαν τα έγγραφα αυτά, δίχως άλλο ειδικότερο προσδιορισμό. Η κατ' αυτόν τον τρόπο καταχώρηση των εγγράφων αυτών στα πρακτικά δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητα τους και εφόσον βεβαιώνεται ότι τα έγγραφα αυτά αναγνώστηκαν, νοείται ότι παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το περιεχόμενο τους, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η δυνατότητα αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο στα πρακτικά αλλά από το αν πράγματι αναγνώσθηκε. Προκειμένου, εξάλλου, για φωτογραφίες ή απεικονίσεις και σχεδιαγράμματα, τα έγγραφα αυτά δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, στους οποίους επιδεικνύονται για το σκοπό αυτό από το διευθύνοντα τη συζήτηση. Είναι, συνεπώς, προφανές ότι όταν στα πρακτικά της δίκης αναγράφεται ότι αναγνώσθηκαν και φωτογραφίες, η αναγραφή αυτή τίθεται με την πρόδηλη έννοια ότι επισκοπήθηκαν οι φωτογραφίες από τους διαδίκους, οι οποίοι έτσι έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους, κατόπιν επιδείξεως αυτών από το διευθύνοντα.
Συνεπώς η αιτίαση ότι προκλήθηκε ακυρότητα από τον ελλιπή προσδιορισμό της ταυτότητας των εν λόγω εγγράφων, είναι αβάσιμη. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, με στοιχ. ΙΙΙ στο δικόγραφο της αίτησης του δεύτερου αναιρεσείοντος, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η παραπάνω αιτίαση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως στις αιτήσεις, πρέπει αυτές να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (176,183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 6 Νοεμβρίου 2008 και 19 Νοεμβρίου 2008 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, αντίστοιχα, για αναίρεση της με αριθμό 6430α-6431/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων(500) ευρώ, συνολικά.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή