Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1759 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Ναρκωτικά. Κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων α) της απόλυτης ακυρότητας (παράβαση του 211Α), β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και γ) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν υπάρχει ακυρότητα γιατί την κρίση περί ενοχής, δεν στήριξε αποκλειστικά και μόνο στην ομολογία του συγκατηγορουμένου του, αλλά και στην κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας και στα έγγραφα. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των οικείων ουσιαστικών οινικών διατάξεων. Απορρίπτει την αναίρεση.




Αριθμός 1759/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ'αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ιγνατιάδη, περί αναιρέσεως της 1013-1014/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2 .

Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 113/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. α', β' και ζ' και παρ. 2 του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές, όποιος, εκτός άλλων, εισάγει, αποθηκεύει, κατέχει ή πωλεί ναρκωτικά, αν δε η πράξη έχει τελεστεί με περισσότερους από τους τρόπους αυτούς και αφορά την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, επιβάλλεται στον υπαίτιο μία μόνο ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική δράση του. Ως πώληση ναρκωτικών, θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ, μεταβίβαση της κυριότητάς τους στον αγοραστή, που γίνεται με την προς αυτόν παράδοσή τους, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Η κατοχή πραγματώνεται με τη φυσική επί των ουσιών τούτων εξουσία του δράστη, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και να τις διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του. Για την αιτιολόγηση της τελέσεως των εγκλημάτων της κατοχής ή πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ο ακριβής προσδιορισμός: α) της ποσότητας (βάρους) τούτων, που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεση τούτων ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) του επιτευχθέντος τιμήματος από κάθε μερικότερη πράξη καθώς και της ταυτότητος των πωλητών ή αγοραστών και γ) του χρόνου των επί μέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας.
Εξάλλου, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, που απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτή από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ποινικής διατάξεως που συνιστά λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ υπάρχει, όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία, ή, κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο των πράξεων της κατοχής και πώλησης κατ' εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών και του επέβαλε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών. Από την παραδεκτή δε επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κάθε κατηγορούμενου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην υπηρεσία δίωξης ναρκωτικών Θεσσαλονίκης είχαν περιέλθει πληροφορίες ότι κάποιο άτομο με το όνομα ο "...(ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΜΙΚΡΟ ΟΝΟΜΑ Χ1)", που συζεί με μια γυναίκα με το όνομα ..., και διαμένουν στο .... διακινούσαν ναρκωτικά. Οι αστυνομικοί της παραπάνω υπηρεσίας έθεσαν σε παρακολούθηση το σπίτι στο οποίο διέμενε ο Χ1 , πρώτος κατηγορούμενος, Χ2, και διαπίστωσαν ότι τον επισκέπτονταν διάφοροι τοξικομανείς. Την 13-1-2004 επισκέφτηκε το σπίτι του κατηγορουμένου Χ2 ο Ε1, παρέμεινε για λίγο χρόνο και στη συνέχεια έφυγε με το αυτοκίνητό του. Οι αστυνομικοί που παρακολουθούσαν ακινητοποίησαν το αυτοκίνητου Ε1 στη διασταύρωση των οδών ... και ...και σε σωματικό έλεγχο βρέθηκε να έχει δύο μικροποσότητες ηρωϊνης τις οποίες, όπως ανέφερε, είχε αγοράσει λίγο χρόνο πριν από τον Χ2. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας βγήκε ο κατηγορούμενος από το σπίτι του, οι αστυνομικοί τον έλεγξαν και βρήκαν να κατέχει 17,3 γρ. ηρωΐνη, στη συνέχεια δε, σε έρευνα στο σπίτι του βρέθηκαν 12,2 γραμ. ηρωΐνης, σε μικροσυσκευασίες, 16,9 γρ. κάνναβης, ένα δέμα MDMA, 30 δισκία Lexotanil, χάπια Vulbegal και Lanalgal. Ο ίδιος είχε χρηματικό ποσό από 3.600 ευρώ και μία ζυγαριά ακριβείας. Ο Χ2 συνελήφθη και ομολόγησε ότι προμηθεύθηκε, πριν δύο ημέρες, τα ναρκωτικά που κατείχε, από το δεύτερο κατηγορούμενο Χ1, από τον οποίο και στο παρελθόν είχε αγοράσει. Ειδικότερα είχε αγοράσει επτά τουλάχιστον φορές ποσότητες ηρωΐνης, καταβάλλοντας το χρηματικό ποσό των 1000 ευρώ κάθε φορά και την 11-12-2004 αγόρασε τουλάχιστον 32,5 γραμ. ηρωΐνη αντί τιμήματος 2300 ευρώ. Από το τελευταίο αυτό ποσό ο κατηγορούμενος Χ2 αμέσως κατέβαλε 1000 ευρώ και χρωστούσε ακόμη 1300 ευρώ. Με την ευκαιρία αυτή ο κατηγορούμενος Χ2 επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Χ1, ενώ τη συνομιλία αυτή παρακολουθούσε ο αστυνομικός -μάρτυρας- Μ1. Ο Χ1ς ρώτησε τον Χ2 "αν θέλει ναρκωτικά" και οι δύο όρισαν συνάντηση σε τοποθεσία στην ... την ... σε "γνωστό σημείο", όπως είπαν. Η συμφωνία αναφερόταν σε 150 γραμ ηρωΐνης αντί τιμήματος 4.000 ευρώ. Ο Χ1 έφτασε στο σημείο συνάντησης οδηγώντας ένα αυτοκίνητο ALFA ROMEO, χωρίς πινακίδες κυκλοφορίας, περί την 0.20 ώρα. 'Όμως αντιλήφθηκε την παρουσία των αστυνομικών και τράπηκε σε φυγή, χωρίς οι αστυνομικοί παρά τη ρίψη, πυροβολισμών εκ μέρους τους, να κατορθώσουν να τον συλλάβουν. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων -αστυνομικών- οι πράξεις δε του κατηγορουμένου Χ1 πλήρως αποδεικνύονται όχι μόνον από όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος Χ2 στα πλαίσια της συνεργασίας του με τις διωκτικές αρχές, όταν συνελήφθη, αλλά κυρίως από το περιεχόμενο της τηλεφωνικής συνομιλίας των δύο κατηγορουμένων, το οποίο άκουσε ο αστυνομικός Μ1 και την προσέλευση του Χ1 στο σημείο συνάντησης, αλλά και από την άρνησή του να σταματήσει, όταν αντιλήφθηκε τους αστυνομικούς. Ο όψιμος ισχυρισμός του κατηγορουμένου Χ2 κατά την απολογία του, ότι ενοχοποίησε τον Χ1 μετά από πίεση των αστυνομικών, είναι εντελώς αναληθής, διότι οι πληροφορίες στη Δίωξη ναρκωτικών αναφέρονταν μόνο στον Χ2 χωρίς την εμπλοκή του Χ1. Μετά από αυτά στοιχειοθετείται από αντικειμενική και υποκειμενική άποψη, ως προς τον κατηγορούμενο Χ2 το έγκλημα της κατ'εξακολούθηση αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών από τοξικομανή, όπως κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, από πρόσωπο που τέλεσε τις παραπάνω πράξεις κατ'επάγγελμα και συνήθεια κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη, όπως αναφέρεται στη συνέχεια. Ένα όμως μέλος του Δικαστηρίου είχε τη γνώμη ότι δεν πρέπει ν'αποδοθεί στον κατηγορούμενο Χ2 η συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης στην τέλεση του παραπάνω εγκλήματος. Ειδικότερα διότι δεν αποδείχθηκε κατά συνήθεια τέλεση της πράξης και ότι από την επανειλημμένη τέλεση τους προκύπτει σταθερή ροπή του για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του αλλά ούτε κατ'επάγγελμα τέλεσή της, εφόσον η πράξη αυτή τελείται για πρώτη φορά. Οργανωμένη υποδομή με άλλα άτομα για τη διακίνηση ναρκωτικών δεν αποδείχθηκε, εφόσον ο κατηγορούμενος, μόνος, αγόραζε ναρκωτικά από τον συγκατηγορούμενό του, όχι σε μεγάλες ποσότητες και πουλούσε μικροποσότητες σε τοξικομανείς. 'Όμως η δραστηριότητά του αυτή είχε σκοπό να αποκομίζει κάποιο κέρδος, προκειμένου να εξασφαλίζει την ηρωϊνη που χρειαζόταν ο ίδιος για την κάλυψη των δικών του αναγκών. Η εξεύρεση χρημάτων για την κάλυψη των αναγκών της διαβίωσής του γινόταν από την εργασία του στο κατάστημα του συγκατηγορουμένου του και μόνο το πάθος της τοξικομανίας τον οδήγησε στην εμπορία, μικρών σχετικά ποσοτήτων ναρκωτικών. Τέλος στον κατηγορούμενο θ'αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 α ΠΚ, εφόσον αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της παραπάνω πράξης είχε ζήσει έντιμη ατομική, επαγγελματική, οικογενειακή και γενικά κοινωνική ζωή. Στον κατηγορούμενο αυτό δε συντρέχει περίπτωση αναγνώρισης άλλου ελαφρυντικού και μάλιστα των αιτουμένων του άρθρου 84 παρ.2 δ και ε ΠΚ. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε η ψυχική μεταστροφή του μετά την τέλεση της πράξης που αναφέρθηκε, εφόσον και απολογούμενος αρνείται την τέλεση των πράξεων που αναφέρθηκαν και ισχυρίζεται ότι οι ποσότητες των ναρκωτικών, που κατείχε, κάλυπταν μόνο τις προσωπικές του ανάγκες. Αλλά και τη σχέση του με το συγκατηγορούμενό του αποδίδει σε πίεση εκ μέρους των αστυνομικών, γεγονότα που επίσης δεν αποδείχθηκαν. Δεν είναι επομένως δυνατό να θεωρηθεί ότι αυτός έδειξε οποιαδήποτε μεταμέλεια και προσπάθησε να άρει τις συνέπειες της πράξης του. Ούτε όμως αποδέχθηκε η καλή συμπεριφορά του μετά την τέλεση της πράξης του, εφόσον, όντας κρατούμενος στις δικαστικές φυλακές κράτησης και με την ιδιότητα αυτή, έχει βέβαια επιδείξει καλή συμπεριφορά, όμως η διαγωγή του αυτή δεν έχει επιδειχθεί σε κατάσταση ελεύθερης διαβίωσής του, αλλά αποτελούσε απλή συμμόρφωσή του στους κανόνες του σωφρονιστικού καταστήματος, τους οποίους αν παρενέβαινε θ'αντιμετώπιζε δυσμενείς συνέπειες". Στη συνέχεια, το δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο των πράξεων της κατοχής και πώλησης κατ' εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών και του επέβαλε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών. Με τις παραδοχές της αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, διαλαμβάνει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, ήτοι της κατοχής και πώλησης κατ' εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα ποσότητας τουλάχιστον 32,5 γραμμαρίων, την οποία πώλησε στο συγκατηγορούμενό του Χ2 καθώς επίσης, ποσότητας ηρωϊνης 150 γραμμαρίων, που καταλήφθηκε να κατέχει την 14-12-2004, στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, για τα οποία και καταδικάσθηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, ( άρθρα 1, 13 περ. στ', 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1, 98 του ΠΚ, και άρθρα 4 παρ. 1, 3 Πίν. Α' αρ. 5, 5 παρ.1 εδ. β και ζ,' και 5 παρ. 2, 8, του Ν.1729/1987, όπως το άρθρο 5 αντικ. από το άρθρο 10 Ν. 2161/1993 και ισχύει με τον Κ.Ν.Ν 3459/2006), τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνεται από το διατακτικό, προκύπτει ότι με πληρότητα και με σαφήνεια, αιτιολογούνται οι παραδοχές εκείνες, σύμφωνα με τις οποίες ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, με περισσότερες από μια πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος, κατείχε ναρκωτικές ουσίες, με την έννοια ότι μπορούσε να τις εξουσιάζει και να τις διαθέτει κατά τη θέλησή του. Συγκεκριμένα, αιτιολογείται η παραδοχή σύμφωνα με την οποία κατά το τελευταίο τρίμηνο, πριν την 14-12-2004, κατείχε απροσδιόριστες ποσότητες ηρωϊνης, τουλάχιστον όμως 32,5 και 150 τουλάχιστον γραμμάρια αντίστοιχα. Επίσης, αιτιολογείται η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα πριν την 14-12-2004, πώλησε επανειλημμένα, και συγκεκριμένα επτά (7) φορές έναντι διαφόρων χρηματικών ανταλλαγμάτων, τουλάχιστον όμως, έναντι τιμήματος 1000 ευρώ, σε τρίτα πρόσωπα διάφορες ποσότητες από τη ναρκωτική ουσία ηρωϊνη, ανερχόμενες τουλάχιστον σε 32,5 γραμμάρια.
Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 211Α του ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 § 8 του ν. 2408/1996, "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171 § 1 εδαφ. δ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποιήσεως για την καταδίκη του κατηγορουμένου της μαρτυρικής καταθέσεως ή της απολογίας συγκατηγορουμένου, καθώς και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία ως μοναδική πηγή της πληροφόρησής τους έχουν τον συγκατηγορούμενο. Δεν παραβιάζεται, όμως, η ανωτέρω διάταξη, όταν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου δεν στηρίζεται αποκλειστικώς στη μαρτυρική κατάθεση ή στην ομολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά συνδυαστικά, τόσο στη μαρτυρική κατάθεσή ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου, όσο και σε καταθέσεις των μαρτύρων και τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο των πράξεων της κατοχής και πώλησης κατ' εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών και του επέβαλε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών. Ειδικότερα, το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση του, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, δέχθηκε ότι οι πράξεις για τις οποίες αυτός κηρύχθηκε ένοχος, πλήρως αποδεικνύονται όχι μόνο από όσα ανέφερε ο συγκατηγορούμενός του αναιρεσείοντος και μη διάδικος στην παρούσα δίκη, Χ2 στα πλαίσια της συνεργασίας του με τις διωκτικές αρχές, όταν συνελήφθη, αλλά κυρίως από το περιεχόμενο της τηλεφωνικής συνομιλίας των δυο κατηγορουμένων, (Χ2 και αναιρεσείοντος), το οποίο (περιεχόμενο) άκουσε ο αστυνομικός Μ1 κατά την προσέλευση του Χ1 (ήδη αναιρεσείοντος) στο σημείο συνάντησης, αλλά και από την άρνησή του να σταματήσει, όταν αντιλήφθηκε τους αστυνομικούς. Από την αιτιολογία που διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, θεμελίωσε την καταδικαστική του απόφαση όχι αποκλειστικά και μόνο σε όσα ο συγκατηγορούμενός του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, Χ2 αποκάλυψε για τη συμμετοχική δράση του, στα πλαίσια της συνεργασίας του με τις διωκτικές αρχές, αλλά κυρίως, στο περιεχόμενο της τηλεφωνικής συνομιλίας που πραγματοποιήθηκε, παρουσία και σε επήκοο των αστυνομικών μαρτύρων, μεταξύ του ήδη αναιρεσείοντος και του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη συγκατηγορουμένου του Χ2 και αιτιολογείται με πληρότητα και σαφήνεια, ότι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, στα οποία όπως προαναφέρθηκε το Δικαστήριο στήριξε την ενοχή του κατηγορουμένου, προκύπτουν συνδυαστικά με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και μάλιστα από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας αστυνομικού Μ1, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα, άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 παρ. 1Κ.Π.Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση του Χ1 και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 1013-1014/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Αυγούστου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ