Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2108 / 2013    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Υπερωριακή απασχόληση, Υπερεργασία.




Περίληψη:
Υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση. Παραβίαση των διατάξεων που προβλέπουν σχετικώς πρόσθετη αμοιβή ή αποζημίωση αφ' ενός εκ πλαγίου, με εν μέρει ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία και αφ' ετέρου ευθέως, διότι αν και δέχθηκε απασχόληση τουλάχιστον 48 ωρών, παράλειψε να επιδικάσει οποιαδήποτε προσαύξηση. Αναιρεί και παραπέμπει.




Αριθμός 2108/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 24η Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Α. Α. του Α., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αικατερίνης Συγγενιώτου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΙΟΥΝΙΞΦΟΡ ΑΒΒΕ - ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΛΕΤΩΝ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Δαούτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2006 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 946/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 7351/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-12-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 15-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη..

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ν. 435/1976, οι μισθωτοί, που απασχολούνται νομίμως πέραν από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια διάρκειας της ημερήσιας εργασίας, δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης, που είναι ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα στην παρ.1 ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί, που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία, δικαιούνται από την πρώτη ώρα πέραν των απαιτήσεών τους από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου τους. Επί παροχής παράνομης υπερωριακής απασχόλησης οφείλεται στο μισθωτό, κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το ποσό που ο εργοδότης θα κατέβαλλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό, με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος (χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψη οι λοιπές προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου), αφού κατά το ποσό τούτο, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ωρομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης από την υπερωριακή εργασία του απασχοληθέντος μισθωτού. Όταν δεν αναφέρεται στην αγωγή το περιστατικό του αδικαιολόγητου πλουτισμού ο εργαζόμενος δικαιούται ευθέως εκ του νόμου (πέραν των απαιτήσεών του από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό) την προσαύξηση του 100% λόγω της παράνομης υπερωριακής απασχόλησης (ΑΠ 1204/2009). Εξ άλλου, με το άρθρο 4 του ν. 2874/2000 είχαν προβλεφθεί τα εξής: 1. Από 1-4-2001 σε επιχειρήσεις για τις οποίες εφαρμόζεται το συμβατικό ωράριο εργασίας σαράντα (40) ωρών την εβδομάδα καταργείται η, κατά την κρίση του εργοδότη, υποχρέωση του μισθωτού για υπερεργασιακή απασχόληση πέντε (5) ωρών την εβδομάδα. 2. Στις ως άνω επιχειρήσεις ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχόλησης του μισθωτού και ο μισθωτός αντίστοιχα υποχρεούται να παρέχει την εργασία του για τρεις (3) ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου (41η, 42η και 43η ώρα) την εβδομάδα (ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση). 3. Από 1-4-2001 η πέραν των σαράντα τριών (43) ωρών την εβδομάδα επιπλέον απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παρ.1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. 4. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης και νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%. Για την πέραν των 120 ωρών υπερωριακή απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 435/1976. 5. Ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας (ήτοι προσαύξηση 150% επί του καταβαλλομένου ωρομισθίου, ΑΠ 1318/2012). Επακολούθησε ο ν. 3385/2005 που ισχύει από 1-10-2005. Κατά το άρθρο 1 του νόμου αυτού που αντικατέστησε το άρθρο 4 του ν. 2874/2000, σε επιχειρήσεις, στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές (41η , 42η, 43η, 44η και 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (ήτοι από τη 41η έως τη 48η ώρα). 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παρ.1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά σαράντα τοις εκατό (40%). Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60%). 4. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ' εξαίρεση υπερωρία. 5. Για κάθε ώρα κατ' εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εκατό τοις εκατό (100%, ΑΠ 1602/2011, χωρίς να λαμβάνεται υπ' όψη η νεότερη τροποποίηση, που επήλθε με το, εκτός κρισίμου χρόνου, άρθρο 74 παρ.10 του ν. 3863/2010). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
2.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του επί του ζητήματος της πέραν των νομίμων χρονικών ορίων εργασίας της αναιρεσείουσας κατά το κρίσιμο διάστημα από 1-1-2001 μέχρι 19-1-2006, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) είχε πραγματοποιήσει στο πανεπιστήμιο Οχάιο των ΗΠΑ αξιόλογες σπουδές στην επιστήμη των ηλεκτρονικών υπολογιστών και των συστημάτων πληροφορικής και, επί πλέον, είχε αποκτήσει σχετικώς 10ετή επαγγελματική εμπειρία στον Καναδά. Ότι η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη), που διατηρεί στην Ελλάδα επιχείρηση παραγωγής λογισμικού και παροχής μηχανογραφικών υπηρεσιών σε τρίτους, προσέλαβε την ενάγουσα την 21-7-1997, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως προγραμματιστή - αναλυτή ηλεκτρονικών υπολογιστών, αποδίδοντας σημασία στις εξειδικευμένες γνώσεις και την εμπειρία της σε τεχνολογία που δεν ήταν ακόμη ευρέως γνωστή στην Ελλάδα. Ότι λόγω των προσόντων που διέθετε η ενάγουσα, αλλά και των απαιτήσεων που είχε από αυτήν η εναγομένη, συνισταμένων στην εντός συντόμου χρονικού διαστήματος επίτευξη αποτελεσμάτων υψηλής ποιότητας και ευθύνης (δημιουργία, εκσυγχρονισμός και διαχείριση βάσεων δεδομένων), συμφωνήθηκε εξ αρχής να καταβάλλεται προς την ενάγουσα μηνιαίος μισθός 350.000 δραχμών, αντί του τότε νομίμου που περιοριζόταν στις 240.000 δραχμές. Ότι η ενάγουσα ήταν ιδιαίτερα αποδοτική στην εργασία της, γι' αυτό και οι μηνιαίες αποδοχές της, μετά το έτος 2000 και μέχρι τη λύση της σύμβασης εργασίας (19-1-2006) αυξήθηκαν ακόμη περισσότερο και κυμάνθηκαν στο επίπεδο των 3.500 ευρώ. Ότι πέραν του ποσού αυτού, στην ενάγουσα είχε παραχωρηθεί η χρήση αυτοκινήτου και κινητού τηλεφώνου με δαπάνη της εναγομένης μέχρις ενός ορίου, ενώ, κατά τα έτη 2001, 2002, 2004 και 2005, καταβλήθηκε ως πρόσθετη αμοιβή για την επίτευξη στόχων (bonus), αντιστοίχως, το ποσό των 13.740, 9.830, 3.051 και 8.200 ευρώ. Ότι η ενάγουσα είχε προσληφθεί για να απασχολείται από Δευτέρα έως Παρασκευή εκάστης εβδομάδας, "από ώρα 09:00 έως ώρα 17:00", αλλά λόγω της εξειδικευμένης εργασίας που παρείχε και της υποχρέωσής της να επισκέπτεται τους χώρους της επαγγελματικής δραστηριότητας των πελατών της εναγομένης, η τήρηση του ως άνω ωραρίου ήταν ελαστική, υπό την έννοια του ότι η ενάγουσα, κατά την κρίση της και ανάλογα προς τις ανάγκες εκάστης επαγγελματικής υποχρέωσης, είχε τη δυνατότητα να ρυθμίζει η ίδια το χρόνο έναρξης και λήξης της εργασίας της, απασχολούμενη ενίοτε και το Σάββατο, χωρίς να ελέγχεται περί αυτού, αλλά και χωρίς να υποχρεώνεται σχετικώς από τους προϊσταμένους της, για τους οποίους ήταν αρκετή η υψηλή απόδοσή της (αυτή μόνη εξυπηρετούσε τις ανάγκες μεγάλων πελατών της εναγομένης, οι οποίοι κάλυπταν το 70% του κύκλου εργασιών της επιχείρησής της). Ότι, λόγω της ελαστικότητας αυτής, η πραγματική απασχόληση της ενάγουσας δεν υπερέβαινε τα νόμιμα όρια εργασίας, ήτοι "τις 9 ώρες ημερησίως ή τις 48 ώρες εβδομαδιαίως" και, σε κάθε περίπτωση, η ενάγουσα δεν εργαζόταν "πέραν του 8ώρου ημερησίως ή του 48ώρου εβδομαδιαίως" (οι εντός εισαγωγικών φράσεις μεταφέρονται αυτούσιες από το κείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως). Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι παρέμεινε αναπόδεικτος ο ουσιώδης ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί του ότι, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2001 μέχρι 19-1-2006, είχε πραγματοποιήσει 2.338 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας, για τις οποίες ζητούσε με την ένδικη αγωγή την καταβολή των κατά νόμο προσαυξήσεων ή αποζημιώσεων.
3.
Με αυτά που δέχθηκε, το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις διατάξεις περί χρονικών ορίων της παροχής εργασίας τόσο ευθέως, διότι παρά τις παραδοχές δεν τις εφάρμοσε, όσο και εκ πλαγίου, διότι διέλαβε ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες περί του εάν η αναιρεσείουσα είχε ή δεν είχε πραγματοποιήσει υπερεργασία ή υπερωριακή απασχόληση κατά το ένδικο χρονικό διάστημα. Ειδικότερα, μετά την παραδοχή του Εφετείου ότι η αναιρεσείουσα είχε προσληφθεί για να εργάζεται πέντε ημέρες και 40 ώρες την εβδομάδα, αλλά προσάρμοζε η ίδια το χρόνο της απασχόλησής της, ανάλογα προς τις συνθήκες της εργασίας, δουλεύοντας ενίοτε και το Σάββατο α) δεν αιτιολογείται επαρκώς το ότι, παρά ταύτα, ουδέποτε υπερέβη το ως άνω συμβατικό και νόμιμο ωράριο, αν και εξυπηρετούσε το μεγαλύτερο μέρος της πελατείας της αναιρεσίβλητης, β) αιτιολογείται αντιφατικώς το ότι ακόμη και αν υπερέβαινε τις 40 ώρες εβδομαδιαίως, δεν υπερέβαινε τις 9 ώρες ημερησίως ή τις 48 ώρες εβδομαδιαίως και γ) με την παραδοχή ότι δεν υπερέβαινε τις 9 ώρες ημερησίως ή 48 ώρες εβδομαδιαίως, που υποδηλώνει ότι εργαζόταν περισσότερες από 40 ώρες εβδομαδιαίως, θα έπρεπε κατ' ελάχιστο να επιδικασθούν σ' αυτήν οι πρόσθετες αποδοχές για τις ώρες πέραν της 40ης, σύμφωνα με τις διακρίσεις που αναφέρονται παραπάνω (βλ. σκέψη αρ.1) και να μην απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της, ως αβάσιμη κατ' ουσία. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνονται τα παραπάνω και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
4.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων αναιρέσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 7351/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 31η Οκτωβρίου 2013. –Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 3η Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή