Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1873 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Τραπεζική επιταγή.




Περίληψη:
Επιταγή. Λόγοι αναιρέσεως η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στην απόφαση δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους συμμετέχοντες. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 1873/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Στ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, με την παρουσία την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αρκουμάνη, περί αναιρέσεως της 1621/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 46/08.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ,1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν τούτο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, Εξάλλου, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο από κοινού νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρία πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη.
Εν προκειμένω, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε με την 1621/2007 απόφαση του τον αναιρεσείοντα ένοχο του ότι "στην ..., στις 01.07.2003, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "Χ2 - Χ1", που εδρεύει στον ..., εξέδωσε από κοινού με τον Χ2, κάτοικο ..., επιταγή μη πληρωθείσα από την πληρώτρια τράπεζα, στην οποία δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής και κατά το χρόνο της πληρωμής αυτής, συγκεκριμένα εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή, ποσού 155.000 ευρώ, σε διαταγή ΑΑ και ΣΙΑ Ο.Ε., η οποία εμφανίσθηκε προς πληρωμή στην ΑLΡΗΑ Τράπεζα, στις 02.07.2003 και δεν πληρώθηκε γιατί στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της εταιρείας δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια". Στην κρίση αυτή οδηγήθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, δεχόμενο, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που σχηματίστηκε από τα μνημονευόμενα σε αυτήν κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας Χ1 - Χ2 ΟΕ, που εδρεύει στον ..., εξέδωσε στις 1.7.2003 από κοινού με τον συνέταιρο του Χ2, μία επιταγή ποσού 155.000 ευρώ σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας. Η επιταγή αυτή εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα στις 2.7.2003 προς πληρωμή στην Τράπεζα και τότε διαπιστώθηκε ότι ήταν ακάλυπτη. Υπήρχε χρόνια ανοιχτή συνεργασία μεταξύ της εταιρείας του κατηγορουμένου και της εγκαλούσας. Ο κατηγορούμενος μέχρι σήμερα δεν έχει καταβάλει κανένα ποσό έναντι της επίδικης επιταγής. Στις 1 Ιουλίου του 2003 ο ΒΒ, πατέρας του κατηγορουμένου, είχε έρθει ο ίδιος στην ... και έδωσε την επίδικη επιταγή στον εκπρόσωπο της εγκαλούσας, σφραγισμένη και υπογεγραμμένη, με συμπληρωμένο μόνο το ποσό, αλλά λευκή ως προς τα υπόλοιπα στοιχεία, για τα οποία συμφώνησαν ότι θα συμπληρωνόταν εκ των υστέρων, κατόπιν συμφωνίας τους. Πράγματι, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία του νομίμου εκπροσώπου της εγκαλούσας με τον κατηγορούμενο και τον ΒΒ και μόνο μετά από δική τους έγκριση, συμπληρώθηκε η επίδικη επιταγή ως προς τον τόπο και χρόνο έκδοσης της. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την ανωτέρω πράξη του". Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν ανωτέρω Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 79 παρ. 5 του Νόμου 5960/1933, όπως αυτό ίσχυε μετά την προσθήκη σε αυτό της παραγράφου 5 με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. Α του Νόμου 2408/1996 και στην παράγραφο 5 εδαφίου με το άρθρο 22 του Νόμου 2721/1999, που ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, με αποτέλεσμα να μη στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, ως προς τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, γίνεται ειδική αναφορά, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, στον δόλο και στη γνώση του κατηγορουμένου για την έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων, τόσο κατά τον χρόνο της εκδόσεως, όσο και για τον χρόνο εμφανίσεως για την πληρωμή της επιταγής, η δε αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός, ήτοι τόσο αντικειμενικά όσο και υποκειμενικά, είναι αβάσιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα, διότι όπως προαναφέρεται στη μείζονα σκέψη, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους συμμέτοχους. Επίσης η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, διότι στο μεν σκεπτικό αναφέρεται ότι η επιταγή παραδόθηκε την 1η Ιουλίου 2003 στον εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρείας και ότι συμφώνησε με τον κατηγορούμενο να συμπληρωθεί εκ των υστέρων ως προς τον τόπο και τον χρόνο, ενώ στο διατακτικό αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε την επιταγή την ίδια ακριβώς ημέρα είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ο χρόνος εκδόσεως της ως άνω επιταγής ήταν πράγματι η 1η Ιουλίου 2003, κατά την οποία παραδόθηκε αυτή στον εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρείας με τη συμφωνία συμπληρώσεως των προαναφερομένων στοιχείων της. Ενόψει όλων των παραπάνω οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, και ενόψει του ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-7-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατοίκου ..., κατά της 1621/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή