Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1052 / 2013    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Δωρεά, Ένδικο μέσο, Κληρονομία , Παραγραφή αξιώσεων.




Περίληψη:
Αγωγή μέμψεως ύπαρξης δωρεάς. Διετής παραγραφή. Διακοπή με την έγερση αγωγής και με αναγνώριση. Παραγραφή εν επιδικία. Αβάσιμοι οι αναιρετικοί λόγοι από τους αρ. 1, 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. (Επικυρώνει Εφ. Αθ 4294/2010).




Αριθμός 1052/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Δ. Γ. του Γ., 2)Κ. Γ. του Γ. και 3)Β.-Μ. Γ. του Γ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κώστα Πετρόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Κέντρο Εκπαιδεύσεως και Αποκαταστάσεως Τυφλών (ΚΕΑΤ) και έδρα την Καλλιθέα Αττικής, που εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Νικολαΐδη, και 2)του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ως ασκούντος την εποπτεία επί των υπέρ κοινωφελών σκοπών και ιδρυμάτων εν γένει καταλειπομένων περιουσιών του Α.Ν. 2039/1939, που εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ευθύμιο Τσακά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5967/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 4294/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/5/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 15/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Κατά το άρθρο 1836 § 2 του ΑΚ η κατά τα άρθρα 1835 και 1836 § 1 του ίδιου κώδικα αγωγή για την μέμψη άστοργης δωρεάς παραγράφεται δύο χρόνια μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου. Με τη διάταξη αυτή και κατά την εκπεφρασμένη βούληση του νόμου καθιερώνεται (διετής ) παραγραφή της αγωγής με την οποία ο νόμιμος μεριδουχος επιδιώκει την αυτούσια αποκατάσταση από τον δωρεοδόχο των δωρηθέντων που σώζονται κατά τον χρόνο του θανάτου του δωρητή στην περιουσία του δωρεοδόκου, διακόπτεται δε η παραγραφή αυτή με την άσκηση της αγωγής και μπορεί να συμπληρωθεί και εν επιδικία, κατά το άρθρο 261 του ΑΚ, όταν μεταξύ δύο διαδικαστικών πράξεων των διαδίκων ή του δικαστηρίου μεσολαβεί χρονικό διάστημα μείζον της διετίας, του χρόνου δηλαδή της παραγραφής. Η ίδια ως άνω παραγραφή της αγωγής για την μέμψη άστοργης δωρεάς διακόπτεται, κατά το άρθρο 260 του ΑΚ, και όταν ο υπόχρεος δωρεοδόχος αναγνωρίσει με οποιονδήποτε τρόπο την αξίωση του μεριδούχου για την ανατροπή της δωρεάς. Για την αναγνώριση αυτή, που μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή και δεν υπόκειται σε κάποιον τύπο ούτε είναι ανάγκη να φέρει τον χαρακτήρα δικαιοπραξίας, αρκεί κάθε ενέργεια (συμπεριφορά) του οφειλέτη έναντι του δανειστή, ενέργεια δηλαδή που να απευθύνεται στον δανειστή και να περιέλθει σ'αυτόν, η οποία να μαρτυρεί ότι ο οφειλέτης έχει πλήρη επίγνωση της αξιώσεως του δανειστή και την θεωρεί υφισταμένη. Η εκτίμηση δε των πραγματικών γεγονότων που συνιστούν ή μη αναγνώριση της αξιώσεως του δανειστή υπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, κατά το άρθρο 561 §1 του Κ.ΠολΔ.
ΙΙ. Το εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, νόμιμων μεριδούχων επί της κληρονομίας του θανόντος την 14-1-1996 πατέρα τους Γ. Γ., για μέμψη της αναφερόμενης άστρογης, ως προσβαλλούσης τη νόμιμη μοίρα τους, δωρεάς εν ζωή του κληρονομουμένου προς το πρώτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "κέντρο εκπαιδεύσεως και αποκαταστήσεως τυφλών (ΚΕΑΤ)", (1450 ανώνυμες μετοχές της αναφερόμενης ΑΕ, συνολικής αξίας 244.650.000 δρχ), έχει υποπέσει εν επιδικία στη διετή παραγραφή του άρθρου 1835 § 2 του ΑΚ καθόσον από την 9-5-1998, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση της αγωγής που είχε προσδιορισθεί για τη δικάσιμο αυτή, ως τελευταία διαδικαστική πράξη που διέκοψε την παραγραφή, μέχρι την 24-12-2001, οπότε κατατέθηκε η υπό την ίδια ημερομηνία κλήση των αναιρεσειόντων στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών για συζήτηση της αγωγής και ορίστηκε προς τούτο η δικάσιμος της 20-5-2002, παρήλθε ολόκληρος ο χρόνος της ρηθείσης διετούς παραγραφής της ένδικης αξιώσεως των αναιρεσειόντων την οποία είχε προτείνει το εναγόμενο ΝΠΔΔ και δέχθηκε το Εφετείο. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και σύμφωνα με την προηγηθείσα ( υπό Ι) μείζονα σκέψη το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1836 § 2 και 261 του ΑΚ, οι οποίες και ήταν πράγματι εφαρμοστέες εν προκειμένω, είναι δε αβάσιμα και απορριπτέα τα αντίθετα που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγο της αιτήσεώς τους. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Οι ενάγοντες- εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η κατά τα ανωτέρω παραγραφή της αγωγής μέμφης άστοργου δωρεάς είχε διακοπεί με αναγνώριση κατ' άρθρο 260 ΑΚ της αξίωσης τους από το εναγόμενο- εφεσίβλητο ΝΠΔΔ, με το από 4-12-2000 έγγραφο του Γραφείου Δικαστικού αυτού . Όμως το εν λόγω έγγραφο ήταν προορισμένο για εσωτερική διανομή, δεδομένου ότι το εναγόμενο- εφεσίβλητο με το Γραφείο Δικαστικού του το απηύθυνε προς την επιτροπή αξιοποίηση περιουσίας ΚΕΑΤ και όχι προς τους ενάγοντες- εκκαλούντες, ούτε περιήλθε σ'αυτούς, δεν αποτελεί δε αναγνώριση εκ μέρους του εναγομένου- εφεσιβλήτου ΝΠΔΔ της αξίωσης των εναγόντων- εκκαλούντων, αλλά αποτελούσε πρόταση προς το αρμόδιο τμήμα του εν λόγω ΝΠΔΔ για διερεύνηση των προθέσεων των αντιδίκων τους προς συμβιβασμό. Οι ενάγοντες- εκκαλούντες προσκομίζουν και επικαλούνται προς ενίσχυση του πιο πάνω ισχυρισμού τους τα από 14-7-2004 και 31-10-2004 έγγραφα του νομικού συμβούλου του εναγομένου- εφεσιβλήτου, δικηγόρου (...) , προς τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του εν λόγω ΝΠΔΔ. Όμως τα ως άνω έγγραφα δεν απευθύνεται στους ενάγοντες- εκκαλούντες, αλλά ήταν προορισμένα για εσωτερική διανομή, είχαν συνταχθεί δε μετά τη συμπλήρωση της προαναφερόμενης διετούς παραγραφής. Δεν αποδείχθηκε ότι το έτος 1996 άρχισαν διαπραγματεύσεις μεταξύ εναγόντων- εκκαλούντων και του εναγομένου- εφεσιβλήτου ΝΠΔΔ, οι οποίες διήρκεσαν μέχρι τη συζήτηση της ένδικης αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Αυτό που αποδείχθηκε ήταν η προσπάθεια του πληρεξούσιου δικηγόρου των εναγόντων- εκκαλούντων προς τον νομικό σύμβουλο του εναγομένου - εφεσιβλήτου ΝΠΔΔ προς επίτευξη συμβιβασμού. Όμως αυτή η προσπάθεια δεν τελεσφόρησε, δεδομένου ότι ο πιο πάνω νομικός σύμβουλος απευθυνόμενος προς τα αρμόδια όργανα του ΝΠΔΔ δεν είχε θετική ανταπόκριση προς επίτευξη συμβιβασμού με τους ενάγοντες- εκκαλούντες. Δεν υπάρχει απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του πιο πάνω ΝΠΔΔ, που είναι και το αρμόδιο όργανο αυτού, προς διενέργεια διαπραγματεύσεων και επίτευξη συμβιβασμού με τους ενάγοντες- εκκαλούντες, ούτε αποδείχθηκε ότι έστω δόθηκαν οδηγίες από τα αρμόδια όργανα του ΚΕΑΤ. Προς τον νομικό τους σύμβουλο να αρχίσει διαπραγματεύσεις με τους ενάγοντες- εκκαλούντες". Και βάσει των παραδοχών αυτών το εφετείο απέρριψε την αντένσταση- λόγο εφέσεως που είχαν προτείνει οι αναιρεσείοντες- ενάγοντες κατά της ενστάσεως παραγραφής του αναιρεσιβλήτου- εναγομένου ΝΠΔΔ, η οποία (αντένσταση) στηριζόταν στη διάταξη του άρθρου 260 του ΑΚ. Με αυτά που δέχθηκε το εφετείο και σύμφωνα με την προαναφερθείσα ( ανωτ. υπό Ι σχετική νομική σκέψη, το δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και δεν εφήρμοσε την προρρηθείσα ουσιαστική διάταξη του άρθρου 260 του ΑΚ, της οποίας υπό τα αποδειχθέντα ως ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ εξάλλου διέλαβε (το Εφετείο) στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής (μη) εφαρμογής της ειρημένης διάταξης, την οποία και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, είναι δε αβάσιμα και απορριπτέα τα αντίθετα που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με τον δεύτερο, σκέλος πρώτο και δεύτερο, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.ΠολΔ. λόγο της αιτήσεως τους. Στην ανωτέρω κρίση του κατέληξε το Εφετείο, όπως χωρίς αμφιβολία προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, αφού έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα τα οποία είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι, επομένως και εκείνα που αναφέρονται στο αναιρετήριο και τα οποία είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι αναιρεσείοντες, και είναι επίσης αβάσιμα και απορριπτέα τα αντίθετα που οι τελευταίοι υποστηρίζουν με τον ίδιο, δεύτερο σκέλος τρίτο, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.ΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου. Τέλος, υπό τα ανωτέρω περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο είναι προφανές ότι η προβολή από το αναιρεσίβλητο- εναγόμενο ΝΠΔΔ της προρρηθείσης ενστάσεως παραγραφής δεν παρίσταται καταχρηστική κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, και εντεύθεν απαγορευμένη, οι προαναφερθείσες δε πλήρεις κλπ αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης καλύπτουν και το απορριπτικό της απόφασης πόρισμα για την ένσταση αυτή ( αρθρ. 281 του ΑΚ), την οποία οι αναιρεσείοντες επιχειρούσαν να θεμελιώσουν στα ίδια ως άνω περιστατικά, πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο αφού έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα ειδικότερα, που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί τα διάδικα μέρη. Επομένως και ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, από τους αριθμούς 19 και 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι ωσαύτως αβάσιμα και απορριπτέα.
ΙΙΙ.Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (αρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ., 22ν. 3693/57).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-5-2011 αίτηση του Δ. Γ. κ.λπ για αναίρεση της υπ' αριθ. 4294/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


<< Επιστροφή